Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Το τελευταίο του γράμμα - Ερωτικά γράμματα στη Λίλια Μπρικ





Ο χρήστης Μαγιακόφσκι - Ερωτικά γράμματα στη Λίλια Μπρικ κοινοποίησε μια φωτογραφία του χρήστηΜαγιακόφσκι - Ερωτικά γράμματα στη Λίλια Μπρικ.
15 Απριλίου
Πριν 84 χρόνια, το απόγευμα της 14 Απριλίου 1930, σε ηλικία 37 ετών, ο ποιητής έθεσε τέρμα στη ζωή του με μια σφαίρα στο κεφάλι γράφοντας στο τελευταίο ποιήμα του "....Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα...."

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

1893 – 1930



Ρώσος ποιητής, με πληθωρική παρουσία τα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Υπήρξε ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ρωσικού φουτουρισμού.


Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι (Vladimir Mayakovsky) γεννήθηκε στη Βαγδάτη της Γεωργίας στις 7 Ιουλίου 1893. Ο πατέρας του ήταν ευγενούς καταγωγής (Ρώσος με κοζάκικες ρίζες), δασοφύλακας το επάγγελμα. Η μητέρα του ήταν ουκρανικής καταγωγής. Από τα 14 χρόνια του ασπάσθηκε τις ιδέες του σοσιαλισμού και συμμετείχε ενεργά σε αντιτσαρικές διαδηλώσεις στη γενέτειρά του. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του, ο νεαρός Βλαντιμίρ, η μητέρα του και οι δύο αδελφές του, Όλγα και Λουντμίλα, μετακόμισαν στη Μόσχα.


Το 1908 ο Μαγιακόφσκι έγινε μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος και φυλακίστηκε επανειλημμένα για την ανατρεπτική δράση του. Στο κελί της απομόνωσης άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Μετά την αποφυλάκισή του φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και προσχώρησε στο κίνημα των ρώσων φουτουριστών, όπου γρήγορα διακρίθηκε κι έγινε ο κύριος εκπρόσωπός τους.


Το 1912, ο κύκλος των ρώσων φουτουριστών εξέδωσε μανιφέστο με τίτλο «Χαστούκι στο γούστο του κοινού». Το κίνημα του φουτουρισμού ανήγαγε σε φετίχ του το μέλλον και ύμνησε την τεχνολογική εξέλιξη. «Ένα βρυχώμενο αυτοκίνητο αγώνων είναι πιο όμορφο από τη Νίκη της Σαμοθράκης» υποστήριζε ο «γκουρού» του φουτουρισμού, ιταλός Τομάσο Μαρινέτι. Στο ίδιο μήκος κύματος και οι ρώσοι συνοδοιπόροι του: «Το παρελθόν είναι στενάχωρο. Η Ακαδημία, ο Πούσκιν, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, είναι πιο ακατανόητοι κι από ιερογλυφικά» γραφόταν στο Μανιφέστο. Οι φουτουριστές συνήθιζαν να διαβάζουν ποιήματά τους καταμεσής του δρόμου, έριχναν τσάι στο ακροατήριό τους και γενικά έκαναν το παν για να ενοχλούν τον καθωσπρεπισμό των αστών.


Από την εποχή αυτή η ποίηση του Μαγιακόφσκι άρχισε να γίνεται επιθετική και προκλητική, με έντονα στοιχεία υπερβολής, υπεροψίας και αυτοαναφοράς. Το 1915 δημοσιεύει το πρώτο μεγάλο του ποίημα με τίτλο: «Σύννεφο με παντελόνια», από το οποίο πήρε και το όνομά του το γνωστό ελληνικό μουσικό σχήμα «Σύννεφα με παντελόνια». Το καλοκαίρι του ιδίου χρόνου γνωρίζει και ερωτεύεται τη Λιλλή Μπρικ, γυναίκα του εκδότη του Οσιπ Μπρικ. Τις αφιερώνει το επόμενο σπουδαίο ποίημά του «Σπονδυλωτό Φλάουτο» (1916). Και τα δύο αυτά έργα του καταγράφουν έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση κι εκφράζουν τη διάσταση του ποιητή με τον κόσμο που ζούσε.


Με την έκρηξη της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Μαγιακόφσι υπηρέτησε πολυποίκιλα με την πέννα του το νέο καθεστώς. Έγραφε στρατευμένα ποιήματα («Ωδή στην Επανάσταση», «Αριστερή Πορεία»), άρθρα, βιβλία για μικρά παιδιά και ζωγράφιζε αφίσες και σκίτσα, τα οποία συνόδευε με στίχους και συνθήματα, ενώ παράλληλα περιόδευε τη χώρα, κάνοντας διαλέξεις και απαγγελίες. Το 1924 έγραψε μία ελεγεία από 3.000 στίχους για τον θάνατο του Λένιν.


Μετά το 1925 ταξίδεψε στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, την Κούβα, το Μεξικό, εκμεταλλευόμενος τις διασυνδέσεις της ερωμένης του στη διαβόητη μυστική υπηρεσία «Τσε-Κα». Τις εντυπώσεις από το ταξίδι του στο Νέο Κόσμο τις αποτύπωσε στο βιβλίο του «Πώς ανακάλυψα την Αμερική».


Σε μια διάλεξή του στις ΗΠΑ γνωρίζεται με την Έλι Τζόουνς. Καρπός του κεραυνοβόλου και σύντομου έρωτά τους είναι μια κόρη, για την ύπαρξη της οποίας έμαθε το 1929, όταν συναντήθηκε κρυφά με την Τζόουνς στη Γαλλία. Εκείνη την εποχή ο Μαγιακόφσκι ζούσε ένα παθιασμένο έρωτα με την Τατιάνα Γιακόβλεβα, μία συμπατριώτισσά του εμιγκρέ, που ζούσε στο Παρίσι. Επιθυμούσε να την παντρευτεί, αλλά αυτή αρνιόταν πεισματικά.


Στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του εξέδωσε δύο θεατρικά έργα («Κοριός» και «Λουτρό»), με κριτική διάθεση απέναντι στη σοβιετική γραφειοκρατία. Η αποτυχία της παράστασης του «Λουτρού» στο Λένινγκραντ το 1930, οι ερωτικές του απογοητεύσεις, οι διαδοχικές παρεξηγήσεις και συγκρούσεις με τον Ρωσικό Σύνδεσμο Προλεταρίων Συγγραφέων, οδήγησαν τον Μαγιακόφσκι στην απελπισία. Απογοητευμένος και από τη σοβιετική πραγματικότητα, μετά την άρνηση των αρχών να του δώσουν άδεια να ταξιδέψει στο εξωτερικό, έβαλε τέλος στη ζωή του στις 14 Απριλίου του 1930.


Το σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε:


Σε όλους.

Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.

Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με.

Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ' ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν.

Όπως λένε "Το επεισόδιο έληξε".

Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών;

Να 'στε ευτυχισμένοι.


Μετά την αυτοκτονία του, ο σοβιετικός τύπος επιτέθηκε στον ποιητή, χαρακτηρίζοντάς τον «φορμαλιστή» και «συνοδοιπόρο» και όχι «Καλλιτέχνη του Λαού», όπως συνηθιζόταν για τους στρατευμένους καλλιτέχνες. Η Λιλλή Μπρικ έγραψε, τότε, ένα γράμμα στο Στάλιν και του ζητούσε την αποκατάσταση του ονόματος του Μαγιακόφσκι. Ο Στάλιν ανταποκρίθηκε και τον χαρακτήρισε «Καλύτερο και πιο ταλαντούχο ποιητή της σοβιετικής μας εποχής».


Αυτός ήταν και ο «δεύτερος θάνατος του Μαγιακόφσκι», σύμφωνα με τον φίλο του συγγραφέα Μπόρις Πάστερνακ («Δρ Ζιβάγκο»), αφού μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) χαρακτηρίστηκε «ένας από τους εκπροσώπους του ολοκληρωτισμού», ενώ μια μερίδα της κριτικής θεωρεί σήμερα το έργο του ξεπερασμένο. Ο Μαγιακόφσκι, με τον λυρισμό και τις τεχνικές καινοτομίες, βρήκε αξιόλογους συνεχιστές στην πατρίδα του (Οστρόφσκι, Έρενμπουργκ, Γεφτουσένκο) και στο εξωτερικό (Ελιάρ, Αραγκόν, Νερούντα, Ρίτσος, Πατρίκιος).


Μετά το θάνατο του Στάλιν κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο Μαγιακόφσκι δεν αυτοκτόνησε, αλλά δολοφονήθηκε κατ' εντολή του. Τη δεκαετία του '90, όταν άνοιξαν τα αρχεία της KGB, δεν βρέθηκε κάτι σχετικό κι έτσι οι φήμες παρέμειναν αναπόδεικτες.
Βιβλιογραφία
«Μαγιακόφσκι: Τα εύκολα και τα δύσκολα» («Ελληνικά Γράμματα»), ποιήματά του μεταφρασμένα εξαιρετικά από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο.
Β.Ι. Λένιν («Σύγχρονη Εποχή»)
Ερωτική Αλληλογραφία με τη Λίλι Μπρικ («Άγκυρα»)
Θεατρικά («Γκοβόστης»)
«Ποιήματα» σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου («Κέδρος»)
«Πώς ανακάλυψα την Αμερική» («Σύγχρονη Εποχή»)
«Σύννεφο με παντελόνια» («Τραμάκια»)
«Φλέγομαι», μυθιστορηματική βιογραφία του Μαγιακόφσκι από τον Τούρμπγιερν Σέβε. («Scripta»)
Δισκογραφία
Θάνου Μικρούτσικου: «Καντάτα για τη Μακρόνησο/Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη» (Lyra, 1976), με ερμηνεύτρια τη Μαρία Δημητριάδη.
Σύννεφα με Παντελόνια: «Τίποτα δεν κρύβεται κάτω απ' τον ήλιο» (Minos-EMI, 2001). Οι στίχοι του Μάνου Ξυδού βασίζονται σε ποιήματα του Μαγιακόφσκι.


ΠΗΓΗ:http://www.sansimera.gr/biographies/248#ixzz30dogjxpE

Έκτωρ Πανταζής Σκηνή από λάστιχο

Σκηνή από λάστιχο
14 Απριλίου 2014 στις 12:20 μ.μ.

Πίσω από τα γυαλιά η εικόνα του κάδρου

ζωντανεύει,τα χρώματα αναμειγνύονται

ρέουν ένα μες στο άλλο

οι μορφές αποκτάνε φυσιογνωμία νέα

και το ερωτικό ζευγάρι αρχίζει

να επιδίδεται σε περιπτύξεις πάθους μοναδικού

η σαρκική εξάρτηση πραγματώνει τον υπαινιγμό της

Η σκηνή μοιάζει από μυθιστόρημα

ο συγγραφέας αρχίζει να ζει τις επινοημένες μορφές του

τη στιγμή που αυτονομούνται,του επιβάλλονται

με την προσωπικότητά τους

κινούν την πένα του,την υπόθεση,

τη μυθιστορηματική πραγματικότητα

Αυτό που είναι η πραγμάτωση των ιστοριών του.

Βαθύς είναι ο λάκκος.

Η ποίηση βγαίνει από το ράφι και το γλυκό

από το κουτί,για να εισέλθει στην πραγματικότητα

όπως η πραγματικότητα στη σκηνή.

Βαθύς είναι ο λάκκος.

Ο καλλίτερος τρόπος να υπαινιχτείς

και να μείνει ανεξίτηλο.Μην το πεις.

Δώσε την περιοχή του.Τέτοιος ο τόπος της τέχνης.

Χτίσε όλη την αθάνατη ψυχή

του ήρωά σου.Κι αν έπεσε, μεγάλως έπεσε.




Κι αν έπεσε μεγάλως έπεσε.

Μην σε ξεγελούν τα πετροδόλαρα

τα λουλούδια αν αρνούνται ν ανθίσουν

κορίτσια ,λυγερές χορεύτριες

ανθίζουν στο μίσχο τους

αίσθηση φαντασμαγορίας σκότος κυκλοτερές

κύκνοι στο μαύρο κύμα

κάτω από προβολείς στο στόμα φωτεινού κύκλου

η ζωή παγώνει

Βουνά θρυμματίζονται από το μαστίγιο της αστραπής

Η θάλασσα δαρμένη σκύλα ουρλιάζει στα βράχια

Την ώρα του τυφώνα η καταιγίδα μοιάζει χαμόγελο

Η καρδιά δεν είναι βούτυρο που λιώνει

Πίσω από τη γυάλα η εικόνα του κάδρου ζωντανεύει.

Δώσε την περιοχή του.

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Το Τροπάριο της Κασσιανής




Το Τροπάριο της Κασσιανής


Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,


τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,


ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.


Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,


ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.


Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,


ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ


κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,


ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.


Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,


ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις


ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,


κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.


Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους


τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;


Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.


Το Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,

την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,

οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.

Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,

ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.

Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,

ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ,

κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,

ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.

Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,

αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις,

ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα,

τω φόβω εκρύβη.

Αμαρτιών μου τα πλήθη

και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει,

ψυχοσώστα Σωτήρ μου;

Μη με την σήν δούλην παρίδης,

Ο αμέτρητον έχων το έλεος.

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,

σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά

πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,

η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,

εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.

Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,

εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,

και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·

αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ' άκουσε να περπατάνε,

από το φόβο της κρύφτηκε.

Των αμαρτιών μου τα πλήθη

και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,

ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,

εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος

(Μεταγραφή: Φώτη Κόντογλου)

Το Πάσχα στην ελληνική ποίηση



Το Πάσχα στην ελληνική ποίηση

Aναδημοσίευση από το μπλογκ μου τις 28/4/2013
http://tehneskaigrammata.blogspot.gr/2013/04/blog-post_5650.html
Όπου είχα αναδημοσιεύσει από τον Ριζοσπάστη
 http://www.rizospastis.gr/story.do?id=1752959&publDate=26/4/2003

«Λαμπρή», αιώνες κι αιώνες πριν, ονόμασε ο λαός μας το Πάσχα. Πανάρχαιη η λέξη, μετέφερε το πανάρχαιο αισιόδοξο μήνυμα του αέναου κινούμενου κύκλου της ανθρώπινης ζωής και της φύσης, της νίκης της ζωής επί του θανάτου, του ερχομού του «Ανώτατου Αγαθού», δηλαδή της γεμάτης λαμπρό φως άνοιξης. Πανάρχαιη και η καταγωγή των χριστιανικών μύθων και περί των παθών του θεανθρώπου και της εκ νεκρών «ανάστασής» του, «έθρεψε» και την ποιητική μούσα του λαού μας, δημώδη και έντεχνη. Μέσω της ελληνικής ποίησης - με χαρακτηριστικά αποσπάσματα δημοτικών ποιημάτων, καθώς και ποιημάτων σημαντικών παλαιότερων και νεότερων ποιητών - θελήσαμε να γιορτάσουμε φέτος τη γιορτή της άνοιξης. Η ποιητική περιήγησή μας στο «θείον» πάθος και την «Ανάσταση» αρχίζει με έξι στίχους από τον αριστουργηματικό «Επιτάφιο Θρήνο», ανωνύμου ποιητή.


«Ω γλυκύ μου έαρ,/ γλυκότατόν μου τέκνον,/
πού έδυσου το κάλλος;
Η δάμαλις τον μόσχον,/ εν ξύλω κρεμασθέντα,/
ηλάλαζεν ορώσα.
Ω φως των οφθαλμών μου,/ γλυκύτατόν μου
τέκνον,/ πώς τάφω νυν καλύπτη;».

Δημοτικά μοιρολόγια
«Τάξε του Χάρου καμπουχά, της Χάρισσας βελούδο,
και του μικρού Χαρόπουλου μεταξωτό μαντίλι.
Μπέρτι και σου τις χάριζαν τις τρεις γιορτές του χρόνου,
μόν' του Χριστού για το Χριστό και τω Βαγιώ για βάγια
και τη μεγάλη τη Λαμπρή για το Χριστοσανέστη».
***

«Με γέλασαν τα πουλιά»
«Με γέλασαν τα πουλιά, της άνοιξης τ' αηδόνια
Με γέλασαν κι μου 'πανε, πως φέτος δεν πεθαίνω.
Φκιάχνω το σπίτι μου, ψηλά-ψηλά κι ανωγιασμένο
Κι ακόμα δεν το πόφκιαξα, βγαίνω στο παραθύρι
Βλέπω τον χάρο να 'ρχεται, στους κάμπους καβαλάρης.
Μαύρος είν' μαύρα φορά, μαύρο κι τ' άλογο του.
Ζυγώνω κι τον αρωτώ, γλυκά τον κουβεντιάζω:
- Ασε με χάρε μ' άσε με, ακόμα για να ζήσω
Εχω γυναίκα κι πίδια, πού να τα παρατήσω
Το Σάββατο για να λουστώ, την Κυριακή ν' αλλάξω
και τη Δευτέρα το πρωί, θα έρθω μοναχός μου.
- Μένα μ' έστειλε ο Θεός, να πάρω την ψυχή σου.
- Τάξε του χάρου τάξε του, μεταξωτό μαντίλι.
Για να μ' αφήνει να 'ρχομαι, πολλές φορές το χρόνο
Του Χριστού για κοινωνιά και του Βαγιού για βάγια
Και τη Λαμπρίτσα το πρωί, για το Χριστός Ανέστη».
***

«Το περιβόλι του Χάρου» (Ζακυνθινό)
«Ο Χάρος εβουλήθηκε να κάμη περιβόλι,
Βάνει ταις νιαίς για τα δεντρά, τους νιούς για κυπαρίσσια
Βάνει και τα μικρά παιδιά για ταις γλυκομηλίτσαις.
Θεέ και να με βάνανε πραγματευτή ςτον άδη,
Να βάσταα ςτο κεφάλι μου κανίστραις με στολίδια,
Να βάσταα και ςτον ώμο μου παλληκαριών αρκιμπούζα,
Να βάσταα και ςτην ζώνη μου γερόντων κλαδευτήρια,
Να βάσταα και ςταις μπούρσαις μου μικρών παιδιών κουλούρια,
Νάρχοντ' οι νιοί για τ' άρματα κ' η νιαίς για τα στολίδια.
Νάρχονται και οι προεστοί να πέρνουν κλαδευτήρια,
Και τα μικρά παιδόπουλα να πέρνουν τα κουλούρια.
Παρακαλώ σε Παναγιά, και προσκυνώ σε πόλι,
Να μου δοθούνε τα κλειδιά, να μπω στο περιβόλι.
Παρασκευή τα ζήτησα, Σαββάτο μου τα δώσαν,
Την Κυριακήν ανήμερα άνοιξα, μπήκα μέσα.
Βλέπω ταις νιαίς χορεύουνε, τους νιούς και τραγουδούνε,
Βλέπω τα συμπαλλήκαρα κ' επαίζανε τσικμάδαις,
Βλέπω ταις νιαίς κ' εστρώνανε τα ξήστρωτα κρεββάτια,
Για νάρτ' ο νιος να κοιμηθή, πώρχετ' αποσταμμένος
Μεταξωτά παπλώματα και ρένσινα σεντόνια».

Σολωμός και μεταγενέστεροι
Η «σταύρωση» του αγωνιζόμενου ανθρώπου, οι θρήνοι της Μάνας του, η «ανάστασή» του ενέπνευσαν πολλούς ποιητές. Τον εθνικό ποιητή, Διονύσιο Σολωμό, αλλά και πολλούς ποιητές της γενιάς του '30, της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ανάμεσα τους οι Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης, Αγγελος Σικελιανός, Γιάννης Ρίτσος, Ρίτα Μπούμη - Παπά, Νικηφόρος Βρεττάκος, των οποίων ποιητικά αποσπάσματα παραθέτουμε.
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ: «Η ημέρα της Λαμπρής»
«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
---
Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί - μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!
---
Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι».
***
ΒΑΡΝΑΛΗΣ Κ.: «Οι πόνοι της Παναγιάς»
«Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.
---
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ' υστέρα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι...
---
Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν!
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!»
***
ΒΑΡΝΑΛΗ Κ.: «Η Μάνα του Χριστού»
«Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.
---
Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν,
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!
---
Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου.
Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!
---
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη...
Δολερά ξεσηκώσανε τ' άγνωμα πλήθη,
κι όσο ο γήλιος να πέση και νά 'ρθη το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι' οχτροί σου και φίλοι.
---
Μα γιατί να σταθής να σε πιάσουν! Κι ακόμα,
σα ρωτήσανε: "Ποιος ο Χριστός;" τί 'πες "Νά 'με"!
Αχ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ' έμαθ' ακόμα!».
***
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ: «Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι»
«Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι' όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πώς, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Αδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
---
Γιατί κι' ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι' ο επιτάφιος θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
---
Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Αγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι' απ' τ' Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι' όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!"
---
Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο - και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
---
Και τότε, - μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι' ο αληθινός ετούτος στίχος, -
απ' το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι' αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».
***
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: «Μαγδαληνή»
«Ω Κύριε, εγώ 'μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ' ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ 'μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ' έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ' αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη».
***
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: «Εαρινή Συμφωνία»
«Ακου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ' τα χείλη των παιδιών
απ' την άγνοια των χελιδονιών
απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ' τ' αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.
---
Ακου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.
---
Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που 'χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που 'χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.
---
Χριστέ μου
τι θα 'τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;».
***
ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ - ΠΑΠΠΑ: «Ανοιξη»
«Ερχεται απ' το νοτιά με την καλοκαιριά
μπρος έστειλε τα χελιδόνια
να ψαλλιδίσουν κάθε δισταγμό
πίσω σέρνει τις μέλισσες,
τυφλές από το πάθος να τα δίνουν όλα
τ' άνθια κροτούν στα δάχτυλα των δέντρων
γι' αυτό σήκωσαν σήμερα σημαία στο κάστρο
καί λύθηκαν τα σήμαντρα της πόλης.
(...)Πάσχα, μητέρα Πάσχα!
Σφάξε το ζαρκάδι - δε θα κλάψω!».
***
ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ: «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»
«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Εχουμε πατρίδα.
(...)Επαιξες τη φωτιά. Επαιξες το Χριστό.
Επαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
(...)Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον Ανθρωπο!»

Το Πάσχα στη νεότερη ποίηση
Θα κλείσουμε την περιδιάβασή μας στην εμπνευσμένη από το Πάσχα ποίηση, με ποιήματα των Σ. Μαρτζώκη, Ιασ. Δεπούντη, Χ. Βαΐου, Ν. Καρούζου και της Κ. Δημουλά.

ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ Σ.: «Ο σταυρός»
«Παράτησα τα ουράνια
και ντύθηκα την ύλη
κ' αισθάνθηκα στα χείλη
τη δίψα του φιλιού
---
Αισθάνθηκα στα σπλάχνα
του στεναγμού τη φλέβα,
κ' είπα σεμνά στην Εύα
τραγούδια τ' ουρανού.
---
"Ανέβα, ανέβα, ανέβα",
μου φώναζαν τα ύψη,
κ' εγώ μέσα στη θλίψη
ζητούσα να κρυφτώ.
---
"Ανέβα, ανέβα, ανέβα",
μου φώναξαν τ' αστέρια,
κι άνοιξα ευθύς τα χέρια
στη γη να σταυρωθώ».
***
ΔΕΠΟΥΝΤΗΣ ΙΑΣ.: «Ποτέ πριν...»
«Ποτέ πρίν δεν ακούστηκαν οι θείες καμπάνες να χτυπούν
γι' αυτούς που λείπουν.
Ποτέ πριν δεν άναψαν οι γιορτινές λαμπάδες της Λαμπρής,
γι' αυτούς που για πάντα λείπουν.
Ποτέ πριν, σαν απόψε, δεν κατεπόθη ο θάνατος εις νείκος,
γι' αυτούς που λείπουν, αποδημητές, στη χώρα του πολέμου!
---
Ποτέ πριν!.. Αυτοί την αρμονία δίνουν στις καμπάνες.
Ανάβουν τις λαμπάδες της Λαμπρής. Νικούν το θάνατο
με την αιωνιότητά τους!
---
Κάθονται στο τραπέζι του δείπνου μας, θλιμμένοι,
σαν ανάμνηση από τόσα χώματα πλημμυρισμένα.
Ωραίοι σαν το θαύμα του Ευαγγελίου.
Σα μια κραυγή χαράς
Χριστός Ανέστη!
---
Κι αυτές οι θείες καμπάνες
είναι τα λόγια τους.
Κι αυτές οι κόκκινες λαμπάδες
είναι το βλέμμα τους.
Κι αυτή η λεπτή κλωστή στα δάχτυλά τους
είναι η ζωή μας. Ολοι, νεκροί και ζωντανοί,
γύρω στο γιορτινό τραπέζι της Λαμπρής. Στην
κεφαλή του τραπεζιού
ο
Αναστάς Χριστός!»
***
ΒΑΪΟΥ Χ.: «Ορθρου ξεκίνημα»
«Ορθρος βαθύς, Μαγδαληνή, Μαρία, Σαλώμη,
φέρτε τα μύρα να γιορτάσουν πάλ' οι δρόμοι.
Ρήμαξαν όλα, και καρδιά και νους και πόθοι
ένας δεν είναι - πλήθος είναι που εσταυρώθη.
---
Μας παίδεψαν, Μαγδαληνή, Μαρία, Σαλώμη,
σχήματα κι άπονοι αριθμοί κι άδικοι νόμοι.
Φωτιά την πότισαν τη γη κ' αίμα του ανθρώπου,
σταυροί και μνήματα η σοδειά του κάθε τόπου.
---
Πάμε, λοιπόν, Μαγδαληνή, Μαρία, Σαλώμη,
φέρτε τα μύρα, φέρτε την αγάπη! - ακόμη
μένει μια πίστη που βαθιά μας δε δουλώθη.
Ενας δεν είναι - πλήθος είναι που εσταυρώθη».
***
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ: «Ασμα μικρό»
«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Εαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».
***
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ: «Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες»
«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.
---
Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ' ακανθώδη
έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.
---
Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο
---
σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

---
Δε μ' άκουσες.
Αφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι
---
όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.
---
Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας».
Αναδημοσίευση από το Ριζοσπάτη 26/4/03
http://www.rizospastis.gr/story.do?id=1752959&publDate=26/4/2003

Τζούτζη Μαντζουράνη, ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

΄
ο πίνακας είναι του Rouault

Tzoutzi Mantzourani
14/4/2014


ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ.

Τη Δευτέρα
με φίλησες.
την Τρίτη
δεν σε είδα.
Την Τετάρτη
είχες αρχίσει ήδη
να σμιλεύεις τα καρφιά.
Πέμπτη
ένιωσα
να με στήνεις
στον Σταυρό.
Παρασκευή
με Σταύρωσες
Όμως,
Το Σάββατο
αγάπη μου,
θ' Αναστηθώ
και δεν θα σε θυμάμαι πια...


Τ.Μ. Πάσχα του 2012


Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Γιώτα Αργυροπούλου "Ποιητών και Αγίων πάντων"








Ποιητών και αγίων πάντων

Γιώτα Αργυροπούλου

Μεταίχμιο, 2013

80 σελ.

ISBN 978-960-566-121-2,

Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1]


Με την ποιητική της συλλογή "Ποιητών και Αγίων πάντων" η Γιώτα Αργυροπούλου αποτίει φόρο τιμής στην ποιητική της οικογένεια· όχι μόνο στους μεταστάντες αλλά και στους ποιητές που κυκλοφορούν ακόμη γύρω μας. Μια ενότητα ποιημάτων αναφέρεται εξολοκλήρου στον Κ. Π. Καβάφη αλλά και στον Σαχτούρη, τον Σολωμό, την Πολυδούρη, τον Γκάτσο.

Από την άλλη μας ξεναγεί στην τοπιογραφία των νεανικών της χρόνων κατά τα οποία συντελέστηκε η μύησή της στην ποίηση. Μας βάζει στο ποιητικό εργαστήρι να παρακολουθήσουμε από κοντά το θαύμα της γέννησης του ποιήματος και καταθέτει προβληματισμούς γύρω από τα ερωτήματα τι είναι ο ποιητής, πώς η έλλειψη γίνεται δημιουργία και γεννιέται το ποίημα, και "τι εννοεί εδώ ο ποιητής" - ποια είναι δηλαδή η πρόσληψη της ποίησης στις μέρες μας.

Ποιήματα με βιωματικό χαρακτήρα αλλά και στοχαστική διάθεση -κομψά σατιρική κάποτε- μας αποσπούν από τα καθημερινά και μας μεταφέρουν στα σεπτά δώματα της ποίησης.

Κριτικές - Παρουσιάσεις

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ποιητών και αγίων πάντων, www.oanagnostis.gr, 13.2.2014Ηλίας Κεφάλας, Ποιητών και αγίων πάντων, Περιοδικό "Φρέαρ", τχ. 4, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013Ανθούλα Δανιήλ, Ποιητών και αγίων πάντων, diastixo.gr, 28.10.2013Μαρία Στασινοπούλου, Γλώσσα απλή, γεμάτη χυμούς, "Εφημερίδα των Συντακτών", 7.9.2013Αρχοντούλα Διαβάτη, Ποιητών και αγίων πάντων, www.bookpress.gr, 4.7.2013Γιώργος Μαρκόπουλος, Γιώτα Αργυροπούλου: επί συνόλου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Τάσος Πορφύρης, Η ποιήτρια Γιώτα Αργυροπούλου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Βαλεντίνη Καμπατζά, "Λειτουργία των γλωσσικών συμβόλων και των λαϊκών παραδόσεων στην ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου", Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Χρυσούλα Σπυρέλη, Μια βραδιά ποίησης με τη Γιώτα Αργυροπούλου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Γιώργος Θεοχάρης, Γιώτα Αργυροπούλου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Γεώργιος Σπανός, Ποιητών και αγίων πάντων, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Βασίλης Καραγιάννης, Η ημιτελής διήγηση για τη Γιώτα Αργυροπούλου και περί των "Ποιητών και αγίων πάντων" της, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Αγάθη Γεωργιάδου, Σε αναζήτηση ποιητικής αυτογνωσίας, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Βάσω Οικονομοπούλου, Έμπνευση και δημιουργία στην ποιητική συλλογή "Ποιητών και αγίων πάντων" της Γιώτας Αργυροπούλου, Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013Πόλυ Χατζημανωλάκη, Η ανθρώπινη ομιλία της ποιήτριας Γιώτας Αργυροπούλου: μιλώντας τη γλώσσα που μιλούσαν τα πουλιά στο "Τραγούδι του νεκρού αδερφού", Περιοδικό "Ο Σίσυφος", τχ. 6, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013




Αργυροπούλου Γιώτα, ποιήτρια

Η Γιώτα Αργυροπούλου γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας, σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Ζει στην Καλαμάτα. Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και κάποια έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά και στα ουγγρικά. Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο Γιώργου Αθάνα της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή ποιημάτων της "Διηγήματα".

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2013) Ποιητών και αγίων πάντων, Μεταίχμιο
(2010) Διηγήματα, Μεταίχμιο
(2006) Τοιχογραφία της άνοιξης, Μεταίχμιο
(2004) Νερά απαρηγόρητα, Πλανόδιον
(1998) Τοιχογραφία της άνοιξης, Εκδόσεις Καστανιώτη

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2013) 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, Κύκλος Ποιητών
(2011) Τα ποιήματα του 2010, Κοινωνία των (δε)κάτων
(2009) Τα ποιήματα του 2008, Κοινωνία των (δε)κάτων
(2007) Τα ποιήματα του 2006, Κοινωνία των (δε)κάτων

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Δημοσιεύτηκε Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013 13:21στο diastixo.gr

της Ανθούλας Δανιήλ
Με το μότο «Ανθίζει το άσπρο/ γιασεμί/ που καταπίνει/ το σκοτάδι», η βραβευμένη ποιήτρια Γιώτα Αργυροπούλου (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών) επανέρχεται στον ποιητικό στίβο με μια αλλιώτικη συλλογή, με τον τίτλο Ποιητών και Αγίων Πάντων, προδηλώνοντας την απότισηφόρου τιμής στην ποιητική της οικογένεια. Αν και ο Γιώργος Σεφέρης δεν περιλαμβάνεται στους Άγιους Πάντες Ποιητές της, μοσχοβολά μέσα στο μότο της με το δικό του γιασεμί –«είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί»– από το οποίο ξεκλαδίζεται και αναρριχάται τοάρωμα του δικού της γιασεμιού. Και μια και βρισκόμαστε στις διακειμενικές σχέσεις, δεν μπορώ να μην αναφέρω του Εμπειρίκου την Οκτάνα (Ίκαρος, 1987), «Οι Μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι», ούτε και την πρόσφατη έκδοση του Γιάννη Κουβαρά, Της μη συμμορφώσεως άγιοι, Εμπειρίκος Γκόρπας Καρυωτάκης (Άγρα, 2012).

Και είναι προφανέστατο τι σημαίνει αυτή η ποιητική αγιοσύνη στην οποία προσπίπτουν οι ποιητές μας. Η Αργυροπούλου ως πιο νέα, αλλά και ως ταλαντούχα ποιήτρια, ξέρει τι χρωστάει στους ποιητικούς της προγόνους και αποδίδει τιμές όχι μόνο στους μεταστάντες αλλά και σ’ αυτούς που ακόμα κυκλοφορούν γύρω της.

Δύο είναι οι ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή. Η πρώτη, με τον τίτλο «Μια βραδιά ποίησης», και η δεύτερη, με τον τίτλο που ονοματίζει και τη συλλογή «Ποιητών και Αγίων Πάντων».

Στην πρώτη,«Μια βραδιά ποίησης», καταθέτει σκέψεις πάνω στο οντολογικό θέμα τού τι είναι ο ποιητής, πώς η«έλλειψη» γίνεται δημιουργία,πώς γεννά τον ποιητή και το παρηγορητικό ποίημα, πώς αυτό που «ανθίζει στο χαρτί»ο ποιητής, εν προκειμένω η ποιήτρια, σαν «υπάκουο σκυλί» ιχνεύει τη σκιά του/ ψάχνει τα θηράματα/ που χτύπησε ο Θεός/ να του τα πάει». Με άλλα λόγια, μας βάζει στο ποιητικό της εργαστήρι να παρακολουθήσουμε από κοντά το θαύμα της γέννησης.

Όμως στο ποίημα «Μια βραδιά ποίησης» θίγει ένα ιδιαιτέρως σημαντικό θέμα, το οποίο σχετίζεται με την πρόσληψη της ποίησης και με τη συναισθηματική αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ ποιητή και αναγνώστη. Σημείο αναφοράς το τραγούδι του νεκρού αδελφού που η κόρη, μαθήτρια, μαθαίνει, αλλά και η μάνα ως μαθήτρια είχε απαγγείλει και το ξαναθυμάται:

Το είπα κι εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.

Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος

και δε με ξαναστείλανε σχολείο.

Έλα, μου λέει, να στο πω και γω για να το μάθεις.

*




Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά

αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια






η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδελφού.

Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δυο

έπεσαν στάλες τα δάκρυα από τα μάτια της

για τη μάννα και την Αρετή

και τη δική της μάννα

που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.

Μέχρι εδώ φαίνεται ότι μια απλή γυναίκα κατανοεί βιωματικά το ποίημα. Υπήρξε η ίδια «Αρετή» και τώρα είναι μάνα που έχει ζήσει πολλά, αφού ο Χάροντας κι ο πόλεμος φρόντισαν γι’ αυτό.Στη συνέχεια όμως η Αργυροπούλου, αναφερόμενη στις σύγχρονες και επίσημες ποιητικές βραδιές, με το κοινότοπο και συχνά ειρωνικά επανερχόμενο ερώτημα «τι εννοεί εδώ ο ποιητής», στοχάζεται πως ο παλιός εκείνος στίχος κι ο άγνωστος δημιουργός του είχε τον τρόπο να μιλήσει κατευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη, γιατί το συναίσθημα δεν αλλάζει. Σήμερα όμως το κανάλι έχει πια αλλάξει κι εκείνο που μεταφέρει δεν είναι η συγκίνηση, αλλά η επιτηδευμένη ασάφεια.Το παραδοσιακό ποίημα, σαφές στη διατύπωση, εύκολα έφτανε από τον ποιητή στην όποια μάνα, όταν μάλιστα η εμπειρία της ήταν συγγενής. Και η ποιήτρια συνεχίζει:

Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω

τι εννοεί ο ποιητής.

Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία

αυτήν, που, αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα

μιλήσαν ως και τα πουλιά

στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.

Όσο για τις βραδιές ποίησης

Στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ

και στην ευλογημένη περίπτωση

που νιώθω τι λέει ο ποιητής

δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά

στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.





Διότι, όπως λέει στο αμέσως επόμενο ποίημα:




Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση

μόνο οι ειδικοί.

Δεν πιστεύουν στο Θεό

μονάχα οι θεολόγοι.




Άλλωστε κανέναν δεν ξεχνάει, όπως τονΙ.Θ. Κακριδή όταν μιλούσε για Σαπφώ κι όλοι καταλαβαίναν.




Κι από την απαγγελία της ποίησης στη διδασκαλία της ή στην ποιητική παρουσία. Η Αργυροπούλου θυμάται τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο, τον Σαββίδη που δίδασκε Καρυωτάκη, τον Μαρωνίτη που δίδασκε Σαχτούρη, τον συνταξιδιώτη στο τρένο που μιλούσαν για ποίηση, τον Κατσαρό σαν μάντη Τειρεσία στο τρόλεϊ, τον Σαχτούρη στη Φωκίωνος Νέγρη.Και, βέβαια, εκείνον τον φίλο που δεν «ταίριαξε» γιατί του άρεσαν τα «δελφινοκόριτσα» και τα «νερατζοκόριτσα» του Ελύτη κι εκείνης τα «σκοτεινά» και τα «πνιγμένα» του Σαχτούρη. Πιο κάτω, ο Μπαμπινιώτης, ο Σκιαδάς, η αθρόα προσέλευση αρσενικών από τις άλλες σχολές, οι φοιτητές αγορητές, οι λογομάχοι των αμφιθεάτρων, το Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το ’83, οι δρόμοι, τα πρόσωπα, όλα που τώρα πια έχουν αλλάξει.







Ενότητα δεύτερη, «Ποιητών και Αγίων Πάντων», πρώτος ο Καβάφης με το «πρώτο σκαλί» του και ωραία η παρατήρηση:




Είναι υψηλή της ποιήσεως η σκάλα.

Στο ασανσέρ μεγάλο στριμωξίδι,




πράγμα που είχε εύστοχα επισημάνει κι ο Κώστας Καρυωτάκης:




«Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός/ γυρεύοντας ομοιοκαταληξία».




Πιο κάτω, στους στίχους:







Ισοψήφισαν στην πρώτη θέση όλοι

με έναν ψήφο

τον δικό του ο καθείς

ανακάμπτει οΓιάννης Σκαρίμπας που, κρίνοντας τους κρίνοντες (τα πρώτα βραβεία αυτοί, τα δεύτερα οι άλλοι) ανέτρεχε σε μια χαρακτηριστική παροιμία του καιρού του:




«Αν είν’ να φάω να ’ναι αρνί κι αν αρτυθώ μπαρμπούνι».




Ακολουθούν και άλλα καβαφικής έμπνευσης, εκατόν πενήντα χρόνια εφέτος από τη γέννηση του Αλεξανδρινού κι ογδόντα από τον θάνατό του, ο οποίος κόντρα στον Παλαμά κερδίζει έδαφος συνεχώς. Στη συνέχεια, η ποιήτρια μέσα στο αντρικό της σχήμα λόγου μιλάει για την «ξεγνοιασιά» του ποιητή, για την «έγνοια» του, για τη συμβουλή σε κάποια που δυσκολεύεται «να γράψει»:




Της είπα να κοιτάξει άλλα ρήματα. (Βαδίζω ας πούμε, κολυμπώ κλαδεύω, μαγειρεύω.)/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η μέρα της θα μοσχοβολούσε. Και μια επιθυμία:




Σαν τις μανιάτικες ελιές

θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα

με τα κλαδιά κοντά και κλαδεμένα.

Εκεί κοντά στο Οίτυλο τα λιόδεντρα

μοιάζουνε στο ανάστημα σαν τριανταφυλλιές.

Τέρψη στον ουρανίσκο σου το λάδι.




Και μια ποιήτρια επιφανής, που πήγε, διάβασε, σιώπησε, έφαγε, ήπιε κι αναχώρησε χωρίς να πει ένα «ευχαριστώ», σιβυλλική και ακοινώνητη, σαν τα ποιήματά της, τούτη στα σίγουρα δεν θα ’ναι των Ποιητών και των Αγίων Πάντων. Αντίθετα αεράκι δροσερό έρχεται από μακριά, θυμίζοντας Παπαδιαμάντη:




Διαβάζω βίους ποιητών

στα συναξάρια.




*




Του Διονυσίου Σολωμού

και του Ανδρέα Κάλβου

Καβάφη Αλεξανδρέως

άλλων που βρίσκονται εν ζωή

και ενεργούνε θαύματα.

*




Διαβάζω βίους ποιητών στα συναξάρια

ελάχιστη εγώ.




Στα τόσα που ’χουν για την ποίηση γραφτεί, ας προσθέσουμε κι αυτό που στην ψυχή μοσχοβολά, είτε σαν μυρωδάτο γιασεμί, είτε σαν στίχος από πέρα, Ιόνιο, Αιγαίο, Αλεξάνδρεια, είτε φέρνει παράπονο, είτε και σχόλιο κομψό για τους επηρμένους, είτε ανάμνηση παλιά Σικελιανού και Καζαντζάκη, είτε…




Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι

αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.

Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.

Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.

Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.

Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.




Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι

άγιοι πάντες…




και σίγουρα δεν είναι βλάσφημο, ο Ελύτης μάς το λέει: «Ένα κορίτσι που κρατάει κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ’ έναν πίνακα του Matisse… και μια Παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δε διαφέρει πολύ». Οι Ποιητές και Άγιοι Πάντες στο πλευρό μας.