Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Γρηγόρης Σακαλής, ΩΔΗ ΣΤΗ ΜΑΝΑ







Θυμάμαι τα μάτια σου θλιμμένα
να με κοιτούν,
Μάνα μου,
ένα ¨γιατί¨ εκπέμπανε αχνά,
αυτά τα μάτια που δώσανε
το φως
και αντίκρισα όλη την οικουμένη,
Μάνα μου,
είδα τα χείλη σου σφιγμένα,
αυτό το στόμα που έδωσε
το λόγο
και μίλησα τη γλώσσα των πουλιών,
Μάνα μου,
είδα τα χέρια σου ροζιασμένα,
αυτά τα χέρια που έσκαψαν
τη γη
και έφαγα ψωμί,
Μάνα όλης της γης,
είδα την ψυχή σου μαύρη,
αυτή την ψυχή που έδωσε αγάπη
που δεν ανταποδόθηκε.
Μάνα μου …




Βιογραφικό σημείωμα: Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» το 2008 και «Θαμμένος στην Άμμο» το 2010, από τις εκδόσεις Πλανόδιον. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012.

Πέτρος Κουμπλής Έχε το νου σου στο παιδί

Έχε το νου σου στο παιδί

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011



Σκέψου να είσαι η μάνα, που σιδέρωσε με προσοχή τα ρούχα του απ’ το προηγούμενο βράδυ, για την πρώτη μέρα στο σχολείο. Εκείνη που πήρε ανήσυχη τηλέφωνο το γιατρό, γιατί το αγοράκι της ανέβασε ξαφνικά πυρετό. Εκείνη που ένα Σάββατο μεσημέρι το καμάρωσε να κάνει ποδήλατο, χωρίς βοηθητικές ρόδες. Εκείνη που το μάλωσε, όταν δεν έφαγε όλο το πιάτο με τις φακές, τη δύναμή του. Σκέψου να είσαι η μάνα… και κάποιος, κάποια μέρα, να σηκώνει κάποιο όπλο και να σκοτώνει το παιδί.

Σκέψου να είσαι η μάνα που έμεινε κρυφά ξάγρυπνη, κοιτώντας το ρολόι με αγωνία. Εκείνη που άκουσε με ανακούφιση την πόρτα και τα βήματά του να το οδηγούν στο εφηβικό δωμάτιο. Εκείνη που άπλωσε όλα τα ρούχα του, έραψε όλα τα κουμπιά του που ξηλώθηκαν. Και κάποια μέρα, κάποια οργή, κάποιο μίσος, κάποια παράνοια να γίνεται κάποια βόμβα και να το σκοτώνει.

Σκέψου να ‘σαι η μάνα που ανοίγει το πορτοφόλι της και βλέπει τη φωτογραφία του. Εκείνη που απλώς θέλει ν’ ακούσει τη φωνή του στο τηλέφωνο. Εκείνη που κάποτε το γέννησε, αλλά το κουβαλάει μέσα της για πάντα. Η μάνα που κάθε σκέψη της έχει υστερόγραφο το πρόσωπό του. Και κάποια μέρα ξαφνικά, κάποιος του μιλά άσχημα, κάποιος θέλει το κακό του, κάποιος θέλει να το πονέσει. Και το πονά.

Σκέψου να ‘σαι η μάνα. Και να τρέμει η ψυχή σου που έφυγε από κοντά σου. Να θέλεις να γίνεις κάθε πέτρα, κάθε μονοπάτι, κάθε δρόμος που θ’ ακολουθήσει, για να το προσέχεις. Και κάποια μέρα το παιδί να χάνεται σε κάποια θάλασσα. Κι εσύ να μη ξέρεις τίποτα. Ποιος να σε βρει και ποιος να σου πει για κάποιο σάπιο δουλεμπορικό.

Σκέψου να ‘σαι η μάνα που κάθε μέρα ξυπνά με την σκέψη να βρεις φαγητό για το παιδί. Να περπατάς χιλιόμετρα για να βρεις καθαρό νερό. Να παρακαλάς για ένα βρώμικο δολάριο, για να του πάρεις γάλα. Και κάποια μέρα, κάποιος στρατός να το σκοτώνει. Και το παιδί να γίνεται κάποιος αριθμός σε κάποιο δελτίο ειδήσεων, σε κάποια χώρα.

Σκέψου να είσαι η μάνα και να μη μάθεις ποτέ πως την ώρα που ξεψυχούσε, που άφηνε το σώμα του, σ’ αυτήν την απειροελάχιστη χαραμάδα του χρόνου, σ’ εκείνη την ύστατη στιγμή, σκέφτηκε το πρόσωπό σου.

Σκέψου να σαι η μάνα…

Σκέψου το. Όχι, σκέψου το πραγματικά , μην το προσπεράσεις. Μην πας γρήγορα στην επόμενη γραμμή. Σε παρακαλώ…

Σκέψου το. Γιατί είσαι και είμαι η μάνα. Είσαι και είμαι το παιδί. Είμαστε ο λώρος που μας ενώνει. Όλους μας.

Δε θέλω να πεθάνω για να με αγαπάς. Δε θέλω να γίνω ήρωας για να μ’ αγαπάς. Δε θέλω να γίνω κάτι για να μ’ αγαπάς. Θέλω… θα ‘θελα… να το κάνεις τώρα.

Τώρα που με συναντάς στο δρόμο. Τώρα που δε γνωρίζεις τ’ όνομά μου. Τώρα που μου μιλάς. Που με διαβάζεις. Τώρα που ήσουν έτοιμος να μου φωνάξεις, να με χτυπήσεις. Τώρα, που σου μοιάζω αδύναμος. Τώρα που νόμιζες πως ήμουν ξένος. Τώρα.

Τώρα… που ξέρεις πια…
http://www.aixmi.gr/index.php/exe-to-nou-sou-sto-paidi/

Η ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ, Της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη




Μπαίνει στον θάλαμο του νοσοκομείου φουριόζα και μόλις βλέπει το παλικάρι της στο μπαλκόνι, βραδύνει το βήμα της, το χαμόγελο στήνεται στη θέση του, τα μαύρα μάτια της καρφωμένα πάνω του, δεν καταλαβαίνει πώς διασχίζει τον διάδρομο, το μόνο που τη νοιάζει είναι το παιδί της.
Φρενάρει μπροστά του, τον ελέγχει από πάνω μέχρι κάτω, με το ίδιο χαμόγελο. Τα μάτια της σπασμένοι μαύροι χείμαρροι, έτοιμοι να ξεσπάσουν, όμως όχι, αυτή η μάνα είναι αλλιώτικη, δεν κλαίει, δεν μιλάει, δεν κάνει παρατηρήσεις, μόνο βλέπει κι όλος ο κόσμος, ο λεβέντης της δηλαδή, το στερνοπούλι της, είναι μέσα σ’ αυτά τα μάτια που υποκρίνονται χαμόγελα.
Μια μάνα της σιωπηλής απαντοχής, μια μάνα σύμβολο άλλων εποχών που εμφανίζονται σε κάτι παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, μια γυναίκα της βαθιάς υπομονής που αγαπάει σιωπηλά.
Στέκεται στην άκρη του μπαλκονιού κι ενώ μιλάει για κίσσες και κοράκια, παρατηρεί πλάγια το παιδί της, τον μικρότερό της που δεν το περίμενε να κάνει καμιά εγχείρηση, έστω και τόσο απλή, αυτό είναι το βλαστάρι της, τι δουλειά έχει εδώ;
Ρίχνει το βλέμμα της στον άντρα της, έναν άνθρωπο που κάθεται αμίλητος με σκυφτό κεφάλι σε μια καρέκλα με ξηλωμένη ταπετσαρία, ξαναστρέφεται στον μικρό της λες και τους σύγκρινε και αποφάσισε ότι αφού τους έχει κοντά της όλα πάνε καλά, ύστερα κοιτάζει τον μεγάλο της που γελάει, το μυαλό της στην αγωνία της, δεν καταλαβαίνει γιατί γελάει, όμως γελάει κι αυτή, έτσι να σπάσει το φόβο της που ξέρει ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει, τίποτα δεν είναι αυτό το χειρουργείο, ούτε καν νάρκωση δεν θα υποστεί, και ο μικρός της, που συναισθάνεται τι παζάρι γίνεται μέσα της, ανάμεσα στον πανικό και τη λογική, λέει άξαφνα: «Αυτό δεν είναι εγχείρηση, της μάνας ήταν».
Κι αρχίζουν να εξηγούν τι συνέβη, πώς ζει χρόνια με παρά φύσιν έδρα λόγω καρκίνου κι η μάνα με το χαμόγελο και τα μάτια μαύρα ποτάμια, εξηγεί ότι τη ρωτούσαν πώς άντεχε να δουλεύει και πεταρίζει το βλέμμα της προς τα αγόρια της δίνοντας βουβή εξήγηση γιατί δούλευε κι ύστερα πάλι στον άντρα της που ανταποδίδει το βλέμμα πριν ξανασκύψει το κεφάλι στα δεμένα χέρια του.
Μου λέει ήπια: «Ποιος ξέρει τι μου έβγαλαν αλλά δε βαριέσαι, τώρα και να χαθώ, καλά είναι» κι όταν διαμαρτύρομαι, εξηγεί, «δες τους, μεγάλωσαν» με ένα ίχνος παράπονου και βαθύ καμάρι.
Παρατηρώ αυτούς τους ανθρώπους, τους χαϊδεύω απαλά ενώ θέλω να ουρλιάξω ‘αγκαλιάστε με’, μαθαίνω στη ζωή της σιωπής, των μηνυμάτων που εκπέμπουν τα σώματά τους, στις σπασμένες συλλαβές τους. Παρατηρώ πόσο ενωμένοι είναι, πώς ο ένας εισπνέει κι ο άλλος εκπνέει, ο ένας κάνει μισό βήμα περιμένοντας να το συμπληρώσει ο άλλος.
Δεν ξέρω από τέτοιες οικογένειες. Δεν ξέρω από τέτοια σύμπνοια, τέτοιο σεβασμό. Δεν ξέρω από τέτοια αξιοπρέπεια. Δεν ξέρω τίποτα, τελικά. Αλλά μαθαίνω.
Κι ευχαριστώ αυτή τη μάνα που μου έκανε την τιμή να με δεχτεί στη δύσκολη ώρα δίπλα της, την ευχαριστώ γιατί είδα τον άντρα της, αυτόν τον πατέρα, γιατί γέλασα με τον μεγάλο της και πάνω απ’ όλα την ευγνωμονώ που ο μικρός της είναι και το δικό μου βλαστάρι.


ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΝΙΣΑΣ #51: Η ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ, Της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη

Γιάννης Ρίτσος Σάρκινος λόγος

Σάρκινος λόγος


Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.

Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα καλυμένη

ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο

διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.

Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα αρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις

τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα. Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ, τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.

πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο μιὰ γυάλινη σφαῖρα

περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει

σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου. Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις.

Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη. Ἕνας πέτρινος ταῦρος

πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα. Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα

κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.Ψηλὰ στὸν ἀέρα

ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα. Φυλάξου.

Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου. Τὸ τρίχωμα

τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.

Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα. Κάτω ἀπὸ τὴν κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα, πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα,

σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση. Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι.

Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.

Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.


Ἀθήνα 18.11.80
Ποίημα του Γιάννη Ρίτσου από την επιλογή της Καθημερινής και από τη συλλογή "Σάρκινος λόγος"
Πηγή :
Ερη Ριτσου
11 Μαΐου 2014 ·

Κατερίνα Κεχαγιά Το μεγάλο κρεβάτι του σεξ





07/05/2013 -

Λοιπόν, για να εξηγούμαστε. Μπορείς να με πεις συντηρητική, οπισθοδρομική, ξενέρωτη, ό,τι γουστάρεις.
Πλερέζα δεν θα κρεμάσω, ούτε θα ιδρώσει κάνα αυτί μου.



Μπορείς να με πεις απόλυτη, πεισματάρα, φανατισμένη και άδικο δεν θα έχεις.

Μπορείς να κατηγορήσεις το σόι μου και την ανατροφή μου, τη βλαχιά που ενδεχομένως θεωρείς πώς με διέπει, τα άρλεκιν που θα βιαστείς να υποθέσεις πως διαβάζω και ό,τι άλλο κατεβάσει το κεφάλι σου.

Ούτε σε αυτό θα με δεις να τσινάω ιδιαιτέρως.

Άλλωστε, από μόνη μου λέω ότι έχω γεννηθεί σε λάθος εποχή κι εσύ κάνεις πως δεν με πιστεύεις.



Γιατί την εποχή του «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε», την ξερνάω πριν καν φτάσω στο ψέκασμα.

Και αυτό ενοχλεί πολύ και γενικώς.

Εδώ, ούτε τα τζάμια μου ψεκάζω καλά-καλά.

Γιατί να ψεκάσω εσένα ή να σε αφήσω να με ψεκάσεις;
Μπορείς βέβαια να πεις ότι υποκρίνομαι, αλλά αυτό έχω συνηθίσει να το ακούω, το διασκεδάζω και ξεκαρδίζομαι.


Επίσης, αν και αχαΐρευτη όσο δεν πάει, σιχαίνομαι οτιδήποτε fast και τζάμπα.

Κάλλιο να μείνω νηστική, παρά να φάω ετοιματζίδικο σουβλάκι, εκτός αν με έχει βρει το ξημέρωμα και δεν βρίσκω τίποτα άλλο ανοιχτό.

Από τζάμπα έχουμε πήξει. Τζάμπα μάγκες, τζάμπα αισθήματα, τζάμπα λόγια και πεπραγμένα.

Υπάρχει κανείς που τα βρίσκει ακόμα νόστιμα; Και αν υπάρχει, μπορεί να κρατηθεί μακριά μου;



Φίλες μπερδεμένες σε ερωτικά τρίγωνα, τετράγωνα και όρεξη να 'χεις να μετράς γωνίες.

Φίλοι λίγο δεξιά, λίγο αριστερά και λίγο πίσω.

Με τόσα που έχω ακούσει από τους άντρες κολλητούς μου, δεν θα 'πρεπε να ξαναεμπιστευτώ αρσενικό, στον αιώνα τον άπαντα.

Χάος, μπέρδεμα και σεξ. Σεξ παντού.

Σεξ σαν απόλυτη συνθήκη, σεξ ξελιγωμένο και φτηνιάρικο σαν ξεβαμμένο μαλλί.

Σεξ του μπες-βγες και του «ντύσου να φύγουμε, μη χρυσοπληρώσουμε το δωμάτιο».

Σεξ «θα τα πούμε» και να μην τα ξαναπούμε δεν τρέχει και μία.

Σεξ όλοι μαζί. Και ταυτοχρόνως.



Εν έτει 2013, η σεξουαλική εκτόνωση, μοιάζει πιο καταπιεσμένη από ποτέ.

Πόση εγκλωβισμένη τεστοστερόνη ψάχνει επιτέλους διέξοδο;

Στην εποχή που η τσόντα είναι μόλις τρία δευτερόλεπτα μακριά από τον καθένα και ενώ η σεξουαλική απελευθέρωση των προηγούμενων ετών, θα 'πρεπε -λογικά σκεπτόμενη- να μας κάνει να απολαμβάνουμε το σεξ περισσότερο, απ' ό,τι φαίνεται, λειτουργεί αντίθετα.



Ο πληθωρισμός έριξε την αξία και βρήκαν δίοδο οι εναλλακτικές για να τρυπώσουν.

Το φυσικό θεωρείται αφύσικο και τετριμμένο.

Η μαγεία -γέλα ελεύθερα, δεν παρεξηγώ- έχει εξαφανιστεί.

Το κρεβάτι δεν είναι, παρά, ένα παιχνίδι εντυπώσεων.

Ποιος έχει την πιο προχώ ιδέα, ποιος τα καλύτερα sex toys, ποιους τους περισσότερους παρτενέρ, ποιος είναι πιο ανοιχτός στο να πειραματιστεί.

Το καυλορόμετρο, είναι εκεί και μετράει. Το συναίσθημα τρομάζει και προκαλεί αμηχανία.

Η φράση «κάνω έρωτα» ακούγεται γελοία, ακόμα και αν συμβαίνει ανάμεσα σε ερωτευμένους.

Και το ετοιματζίδικο σεξ, λίγο μετά, έχει τη γεύση ξαναζεσταμένης τυρόπιτας.



Δυο φιλικά ζευγάρια μου έχουν προτείνει το τελευταίο εξάμηνο να κάνω σεξ μαζί τους.

Σε πρώτη φάση, τους θαυμάζω που έχουν κάνει τέτοια συμφωνία μεταξύ τους.

Το θεωρώ μακράν τιμιότερο από το να κερατώνεις το σύντροφό σου και εκείνος να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου.

Τους το είπα κιόλας «μαγκιά σας..».



Σε δεύτερη φάση, απόρησα.

Πώς γίνεται να δηλώνεις ερωτευμένος με κάποιον και να αντέχεις και μόνο στη σκέψη να τον μοιράζεσαι;

Πόσο μάλλον στην εικόνα. Τι σόι έρωτας είναι αυτός;

Αυτό είναι κάτι που πραγματικά αδυνατώ να κατανοήσω.



Σε τρίτη φάση, αρνήθηκα την πρόταση.

Μην αρχίσεις να σκέφτεσαι γιατί και πώς και ποιος συντηρητισμός με έσπρωξε στο να πω «όχι», ενώ θα θεωρήσεις, ίσως, πως στην πραγματικότητα ήθελα να πω «ναι».

Αυτή δε η ατάκα, έχει φτάσει να μου θυμίζει την άλλη που λένε ορισμένοι ομοφυλοφίλοι «αποκλείεται να μην το έχεις θελήσει έστω και μια φορά, απλώς δεν τόλμησες να το δοκιμάσεις» σε μια προσπάθεια να σε μεταπείσουν.



Μη με ρωτήσεις επίσης «μα γιατί, δεν ήταν όμορφα ζευγάρια;», λες και αυτό είναι το πρόβλημά μας.

Μια χαρά ήταν. Και οι τέσσερείς τους. Πολύ ελκυστικοί.

Είπα όχι, γιατί απλώς ήθελα να πω όχι. Άρα, γιατί δεν ήθελα να το δοκιμάσω.

Ούτε από περιέργεια, ούτε από «γαμώτο, ας πω ότι το έκανα και αυτό».

Είπα όχι, γιατί ανακάλυψα από νωρίς πως για μένα σεξ χωρίς συναίσθημα, είναι η μεγαλύτερη αγγαρεία που μπορείς να με βάλεις να κάνω.

Χειρότερη και από το καθάρισμα των τζαμιών, που έλεγα στην αρχή.

Και γιατί να γίνεται αγγαρεία αυτό που θα 'πρεπε να είναι η ύψιστη απόλαυση;



Επίσης, ουσιαστικό συναίσθημα για πόσους λες να νιώσεις στη ζωή σου;

Δύο, τρεις, πενηντατρείς; Eγώ δεν φημίζομαι και για καρδιά αγκινάρα.


Είναι πολλοί οι άνθρωποι που απολαμβάνουν το ίδιο, ίσως και περισσότερο, το σκέτο σεξ χωρίς σάλτσες και είναι δίπλα σου και δίπλα μου.

Να σου πω την αλήθεια, κατά βάθος ίσως τους ζηλεύω λίγο.

Οι επιλογές σου σε αυτή την περίπτωση είναι απείρως περισσότερες.

Δεν χρειάζεται να περιμένεις να εντυπωσιαστείς, να πλέξεις παραμύθια στο μυαλό σου, να ανακαλύψεις και να ανακαλυφθείς.

Δεν ρισκάρεις να πληγωθείς και να βρεθείς να μετράς χαμένες μέρες και σβησμένα αποτσίγαρα.

Είναι όλα τόσο πιο απλά, καθημερινά και εύκολα.



Κάτι άλλο όμως που απεχθάνομαι, είναι και η ευκολία.

Ίσως επειδή όσοι την προτιμούν, στα μάτια μου φαντάζουν δειλοί. Και τους αντιπαθώ κι αυτούς.



Γι’ αυτό σου λέω, βλέπεις πόσο εύκολα χρησιμοποιώ ρήματα τύπου «απεχθάνομαι, μισώ, σιχαίνομαι, αντιπαθώ και αηδιάζω».

Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα πω «ναι» στην ανήθικη πρότασή σου;



Και αφού η χρονομηχανή για εμάς τους αμετανόητα ρομαντικούς δεν έχει ακόμη εφευρεθεί, τουλάχιστον αφήστε μας να ζούμε στον κόσμο μας.

Είμαστε ευτυχισμένοι εκεί, αγκαλιαζόμαστε και βολευόμαστε ωραιότατα σε μονά στρώματα και δεν έχουμε ανάγκη από κρεβάτια king size.

http://www.eyedoll.gr/ngine/article/1634/%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%B5%CE%BE

Ο ΑΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Δημοτικό

Δεν τραγουδούσα-μίλαγα
δεν έκλαιγα-κοιτούσα
ώσπου με χτύπησε δριμύς
αέρας της αγάπης...

****
Ο ΑΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Μιχάλης Γκανάς
Νίκος Ξυδάκης

Δεν τραγουδούσα-μίλαγα
δεν έκλαιγα-κοιτούσα
ώσπου με χτύπησε δριμύς
αέρας της αγάπης
κι ολόκληρο με τίναξε
σαν δέντρο ανθισμένο.

Ρίξε τα μαλλιά στις πλάτες
να μυρίσουνε οι στράτες.*

Ρίχνω τα πέταλα στη γη
να περπατάς ξυπόλητη
κι ο ίσκιος μου δένει καρπούς
που δε θα τρυγηθούνε,
αφού δε βρέθηκε κανείς
τον ίσκιο να τρυγήσει.

*Δημοτικό δίστιχο


Έκτωρ Πανταζής



Έκτωρ Πανταζής
11/5/2014 ·


ανάβουν ένα ένα τα χαλίκια στην ακτή
καθώς βαδίζεις με πέλμα γυμνό
στήθος στον άνεμο

Τη θάλασσα τη θάλασσα άσ' την να σε διασχίσει καθόσο είσαι πρόκληση!


Δεν είμαι περιστέρι είμαι στη λέξη το νυστέρι
είμαι θαλασσινό αγέρι είμαι ότι η νύχτα θα σου φέρει