Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Τάσος Π. Καραντής- Κατερίνα Γώγου: μια μικρή αναφορά στην "οργισμένη" ποιήτρια και μια ματιά στην παρουσία της στην ελληνική δισκογραφία




Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Κατερίνα Γώγου

Για τους πολλούς, η Κατερίνα Γώγου είναι γνωστή σαν μια καλή ηθοποιός του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου. Η εικόνα του χαριτωμένου, ατίθασου, τσαμπουκαλεμένου τρελοκόριτσου είναι αποτυπωμένη στις πάμπολλες ελληνικές ταινίες, κυρίως της Φίνος Φιλμ, αλλά και στη μνήμη των Ελλήνων.

Η Γώγου ηθοποιός όμως, των δεκαετιών του '60 και του '70, συμπορεύτηκε, από τα τέλη της δεκαετίας του '70, παράλληλα με τη ηθοποιία, και με την ποίηση. Παρουσίασε, μέσα από τα ραγισμένα ποιήματά της, ένα ξεχωριστό ποιητικό πρόσωπο, που σημάδεψε την ελληνική ποίηση.

«Εν αρχή ην το Χάος»*

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιούνη 1940. Από πολύ μικρή, 5 χρονών, ως παιδί θαύμα, δούλεψε σε παιδικούς θιάσους και στη συνέχεια επαγγελματικά, σαν ηθοποιός στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Συμμετείχε σε πολλές ταινίες("Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο/1959", "Άπονη ζωή/1964", "Δεσποινίς Διευθυντής/1964", "Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα/1965", "Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση/1971" κ.ά.) , ενώ στο θέατρο έπαιξε από επιθεώρηση μέχρι τραγωδία(θίασος Κ. Κουν). Πρωταγωνίστησε στις εξής ταινίες : α) «Το & βαρύ πεπόνι»(Π. Τάσιου, 1977 κέρδισε το Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), β) «Παραγγελιά»(Π. Τάσιου, 1980 μέρος της ταινίας βασίζεται σε ποιήματά της) και γ) «Όστρια»(Α. Θωμόπουλου, 1984 / συνεργάστηκε στο σενάριο / πήρε το Κρατικό Βραβείο Ερμηνείας και μοιράστηκε το Βραβείο Σεναρίου με τον Α. Θωμόπουλο).

Η Κατερίνα Γώγου παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο και απέκτησαν μια κόρη, την Μυρτώ Τάσιου.1

«Εν αρχή ην ο Πόνος»*

Αμέσως, με την εμφάνιση της πρώτης της ποιητικής συλλογής, ξεκίνησε, όπως γράφτηκε, η "μεταφορά" της «από τα πλατό της Φίνος στο πλατό των Εξαρχείων, χώροι απατημένης φαντασίας και οι δύο». Εξ αρχής άσκησαν γοητεία πάνω της «ο κόσμος του εξαναγκασμένου περιθωρίου» και «ο χώρος της μαχόμενης αναρχίας τροτσκιστικών καταβολών», αλλά, εν συνεχεία, καταβυθίστηκε «στην περιοχή των ευφορικών ουσιών» και «στην πολιτικοποιημένη, όπως όπως, ψυχεδέλεια». Μπορεί η Κατερίνα Γώγου να «υπονόμευσε τον ποιητικό της βίο από τις δυστροπίες και τις ατοπίες της πολιτείας της» κατάφερε όμως να μας παραδώσει ακέραια τα ποιήματά της.2

Η ατίθαση και σπαρακτική ποιητική φωνή της Γώγου έγινε, τόσο η φωνή της δικής της μεταπολεμικής γενιάς, όσο και της μεταπολιτευτικής γενιάς, αλλά και των ακόμη νεότερων. Μέσα από τα ποιήματά της, αυτή η ασυμβίβαστη και, συνάμα, ευαίσθητη ποιήτρια έκανε τον πόνο της στίχους και αποτύπωσε μέσα από τις ποιητικές της κραυγές όλη την αθλιότητα που υπήρχε γύρω της. Η Γώγου, μια γνήσια "δακρυσμένη ψυχή", κατά την τσεχοφική ορολογία, "συνομίλησε", κυρίως, με τους νέους. Όπως ειπώθηκε, «έκανε ποίηση σε μια εποχή που άλλοι "ποιητές" έκαναν δημόσιες σχέσεις», γι' αυτό και ήταν έξω από τα εκδοτικά και κάθε λογής κυκλώματα και κλίκες. Παρόλα αυτά όμως, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του εκδότη της Θανάση Καστανιώτη, τα ποιητικά της βιβλία πούλαγαν από 40.000 αντίτυπα(!), αριθμό που μέχρι τότε είχαν πιάσει μόνο ο Ελύτης ή ο Ρίτσος τη μεταπολίτευση!3

Το ποιητικό της έργο κυκλοφορεί σε επτά(7) ποιητικές συλλογές : α) «Τρία κλικ αριστερά»(εκδ. Καστανιώτη, 1978), β) «Ιδιώνυμο» (εκδ. Καστανιώτη, 1980), γ) «Το ξύλινο παλτό» (εκδ. Καστανιώτη, 1982), δ) «Απόντες» (εκδ. Καστανιώτη, 1986), ε) «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» (εκδ. Καστανιώτη, 1988), στ) «Νόστος» (εκδ. Νέα Σύνορα Α.Α. Λιβάνη, 1990) και ζ) «Με λένε Οδύσσεια» (εκδ. Καστανιώτη, 2002 / μεταθανάτια έκδοση).

«Στο δρόμο» της ελληνικής δισκογραφίας4

Την πιο ουσιαστική προσέγγιση στην ποίηση της Κατερίνας Γώγου, με την έννοια ότι αποτελεί μια ολοκληρωμένη δισκογραφική πρόταση, αποτελεί ο δίσκος «Στο δρόμο»(LP, COLUMBIA 71155, 1981 & CD, EMI 833664, 1995) σε μουσική Κυριάκου Σφέτσα. Ο δίσκος αυτός αποτελεί το soundtrack της ταινίας «Παραγγελιά»(1980 Βραβείο καλύτερης μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης) και η ίδια η Γώγου ερμηνεύει ποιήματά της από τις συλλογές της «Τρία κλικ αριστερά» και «Ιδιώνυμο».

Περιλαμβάνονται τα εξής εννέα(9) ποιήματα : «Η ζωή μας είναι σουγιάδες», «Θέλω να κουβεντιάσω»,«Μοναξιά», «Κανείς δεν θα γλυτώσει», «Πάει αυτό ήταν», «Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι», «Καμιά φορά», «Πόσο νωρίς φεύγει το φως», «Θα 'ρθει καιρός».

Αξίζει να "δώσουμε" το λόγο στον ίδιον τον Κυριάκο Σφέτσα, ο οποίος αφηγείται πολύ χαρακτηριστικά το πώς έγραψε τη μουσική για την «Παραγγελιά» και πως μελοποίησε την ποίηση της Κατερίνας Γώγου :

«Κατά τα μέσα του Ιουλίου του '80 ο Παύλος Τάσιος κι η Κατερίνα Γώγου με καλούν να μιλήσουμε για την ταινία&Βλέπω το υλικό στη μουβιόλα& Την ιστορία του Κοεμτζή την είχα ακουστά μέσα σε άκρες& Αποδέχομαι την πρόταση, παίρνω υπό μάλης τα ποιήματα της Κατερίνας&Έχω στο μυαλό μου και στην οπτική μου μνήμη, όσες εικόνες μπόρεσα να συγκρατήσω από τη μουβιόλα. Στο αναλόγιο του πιάνου τα ποιήματα της Γώγου και είμαι "φτιαγμένος" από την τραγική ιστορία του Κοεμτζή& Γράφω λοιπόν, κάποια αιχμηρά κομμάτια και δυο μπαλάντες, όπου το μπλουζ, το ροκ, η τζαζ κι ο αυτοσχεδιασμός σε ανατολίζουσες και δυτικότροπες εκδοχές συμβιώνουν πονετικά, αλλά πάντα σε μια ρέουσα έξαρση&Όταν επέστρεψα για την ηχοληψία, τους είπα, "έχουμε να κάνουμε με πράγματα που μας πάνε αλλού. Έχουμε να υπηρετήσουμε μια φλόγωση, ένα φοβερό συγκινησιακό πάθος κι ένα πεδίο που στις ρήξεις του δεν υπακούει στα κοινά πλαίσια της λογικής. Κι ο μόνος τρόπος να σταθούμε δίπλα του, είναι να του δοθούμε αισθαντικά&Και να που όλοι μας, από τις πρώτες κιόλας ηχογραφήσεις παθαίνουμε&Η αξέχαστή μου Κατερίνα, αναρχικώς κι ευθέως εκδηλωτική, τρέμει από τη χαρά της&

&Η μουσική πρόταση της ταινίας υπεδείκνυε τρόπους εναλλακτικής έκφρασης. Θέλω να πιστεύω πως βοήθησε νεότερους μουσικούς εκείνης της εποχής. Κάποιους που δεν είχαν την τύχη να θητεύσουν και εκτός Ελλάδας. Όμως, έτσι κι αλλιώς, ο μουσικός δημιουργός δεν φτιάχνεται μόνο από τις νότες&

&Η Κατερίνα Γώγου εμφανιζόταν, σε ανάλογες με τα ποιήματά της sequencesτης ταινίας, ως κορυφαία θα έλεγα ενός αόρατου χορού, επιχειρώντας ίσως να σχολιάσει ή και να εξορκίσει το κακό, πότε ταυτισμένη με τη δραματική φιγούρα του τραγικού ήρωα, πότε πιο απόμακρη κι αινιγματική, προσκαλώντας μας σε μια συμμετοχή και την δια μέσου αυτής κάθαρσής μας, αφού έτσι κι αλλιώς μας θεωρούσε όλους υπεύθυνους για το κακό που είχε συμβεί, αναιρώντας μας το δικαίωμα να αποτελούμε σιωπηλή πλειοψηφία, και επιζητώντας να μας πείσει ότι ζούμε όλοι σε μια σάπια, από κάθε πλευρά, κοινωνία, για την οποία φυσικά είμαστε άκρως υπεύθυνοι, χωρίς καμία εξαίρεση.»5.

Το 1990 κυκλοφόρησε η συλλογή «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 2»(LP & CD, EMI 170323/480752), όπου περιλαμβάνει το κομμάτι «Θέλω να κουβεντιάσω», που το ερμηνεύει η Κατερίνα Γώγου, από το LP «Στο δρόμο», το οποίο το 1995 κυκλοφόρησε και σε CD από την EMI.

Το 1998 κυκλοφόρησε το CD των "MagicDeSpell" «Τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών»(FM RECORDS 458). Στη δισκογραφική αυτή δουλειά του γνωστού ελληνικού ροκ συγκροτήματος εμπεριέχεται και το τραγούδι «Εμένα οι φίλοι μου» σε ποίηση Κατερίνας Γώγου από τη συλλογή της «Τρία κλικ αριστερά».6

Τέλος, το 2001, κυκλοφόρησε από τη MINOS η κασετίνα «70 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ», στην οποία υπάρχει και δεύτερο κομμάτι από τη δουλειά «Στο δρόμο», πάλι με ερμηνεύτρια τη Γώγου, συγκεκριμένα το «Θα 'ρθει καιρός».

Το τέλος7

Είμαι ένα κομματάκι τ' ουρανού

Τετράγωνο, ολομόναχο, φωτισμένο.

Κατερίνα Γώγου

«Η Κατερίνα ήταν μια ταραγμένη ψυχή. Ένιωθε σαν αγρίμι παγιδευμένο, ήταν διαρκώς σε διωγμό. Μια λέξη μπορούσε να την πληγώσει, μια κίνηση να την ταπεινώσει. Δυο μήνες πριν πεθάνει την συνάντησα τυχαία. Ήταν γερασμένη, σαν μάγισσα από παραμύθι, με άσπρα μαλλιά, ατημέλητη, με βραχνή φωνή&Η Κατερίνα πέθανε αγρίμι όπως έζησε και σαν αγρίμι.» Νίκος Κούνδουρος, Σκηνοθέτης

«Το τελευταίο χρόνο ένιωθε πως είχε κλείσει ο κύκλος της. Τις τρεις τελευταίες μέρες γύρισε στο σπίτι που μεγάλωσε, στης γιαγιάς, στο Μεταξουργείο. Μπήκε μέσα στο χαμό&».

Μυρτώ Τάσιου

κόρη της Κατερίνας Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου έκλεισε ποιητικά τον βίο της. Επέλεξε να έχει μια ροκ εν ρολ αυτοκτονία. Αυτοκτόνησε, παίρνοντας χάπια, στις 3 Οκτώβρη του 1993, σε ηλικία 53 χρονών.

Τάσος Π. Καραντής



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

31) Βασικά βιογραφικά για την Κ. Γώγου δημοσιεύονται στις ποιητικές συλλογές της που κυκλοφορούν.

32) Βλ. Κατερίνα Γώγου, Με λένε Οδύσσεια, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2002, τον πρόλογο του ποιητή Μάνου Λουκάκη(σελ. 7-10).

33) Βλ. Κατερίνα Γώγου - Η Μαγιακόφσκι της Πλατείας Εξαρχείων(ΠΥΛΗ / www.apn.gr / keimena kinhmata.html).

34) Οι βασικές πληροφορίες για τη δισκογραφία της Κατερίνας Γώγου αντλήθηκαν από τον «Οδηγό Ελληνικής Δισκογραφίας 1950-1997»(εκδ. Νέα Σύνορα Α.Α. Λιβάνη, 19974) του Πέτρου Δραγουμάνου και από την «Ελληνική Δισκογραφία 1950-2005»(DVD περιοδικό ΜΕΤΡΟ, τεύχος 115/2005) του ιδίου. Ευχαριστώ, επίσης, τον Πέτρο Δραγουμάνο για τις πληροφορίες που μου έδωσε, όπως, επίσης, και τον συλλέκτη Κώστα Πατσαλή(πληροφορίες και φωτογραφικό υλικό).

35) Βλ. Κυριάκου Σφέτσα, Δισκογραφία(www.sfetsas.gr)

36) ΒλMagic De Spell, Βιογραφία Δισκογραφία(www. el.wikipedia.org/Wiki/Magic_De_Spell)

37) Οι αφηγήσεις του Ν. Κούνδουρου και της Μ. Τάσιου για την Κ. Γώγου προέρχονται από την εκπομπή "Made in Greece" της Σεμίνας Διγενή, ΑΝΤ1, 1993.

*Οι μεσότιτλοι αυτού του κειμένου, που σημειώνονται με (*), αποτελούν μότο της ίδιας της Κ. Γώγου και προέρχονται, αντίστοιχα, από τις συλλογές της "Νόστος" & "Απόντες".


Kαι προηγούμενή μου δημοσίευση στο τέχνες και γράμματα http://tehneskaigrammata.blogspot.gr/2013/05/blog-post_13.html

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

ΕΠΕΣ’ Η ΠΟΛΗ ΕΠΕΣΕΝ… Από τον ΦΑΙΔΩΝΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ


ΕΠΕΣ’ Η ΠΟΛΗ ΕΠΕΣΕΝ…
Από τον ΦΑΙΔΩΝΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

Η θλιβερή άλωση της Πόλης , συγκλόνισε , και συγκινεί ακόμα και τώρα, όλο τον Ελληνισμό και αποτελεί ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός. Αυτή είναι η μια πλευρά του ίδιου νομίσματος, που μόνιμα ασχολούμαστε επετειακά και περισσότερο με το συναισθηματικό χαρακτήρα της. Η άλλη πλευρά είναι τα συμπεράσματα που εξάγονται από την άλωση αυτή, της «βασιλεύουσας» της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας που ήκμασε και ακτινοβόλησε…

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Πόλης από τον Μωάμεθ τον Β΄, ο στρατός της πόλης δεν ήταν επαρκής αριθμητικά, και τούτο επειδή, η πολιτική εξουσία της Κων/πολης, σφιχταγκαλιασμένη σε μόνιμη διαπλοκή με την Εκκλησία και τον κλήρο, είχε αποδεχτεί και τα προνόμιά της, ένα από τα οποία ήταν: Όσοι κατέφευγαν στα μοναστήρια για να γίνουν καλόγεροι, απαλλασσόταν από την στρατιωτική υποχρέωση και θητεία.

Έτσι οι περισσότεροι νέοι άντρες, και με δεδομένη την έντονη θρησκευτικότητα της εποχής που έφτανε ως τη θρησκοληψία, προτίμησαν την τρυφηλή ζωή τού καλόγερου, παρά την απαιτητική ζωή του στρατιώτη… Με αποτέλεσμα «να ανθίζουν» τα μοναστήρια και να «μαραίνεται» (να φθίνει) η στρατιωτική δύναμη της Πόλης.

Λίγα χρόνια πριν την άλωση, ο αυτοκράτορας Ιωάννης ο Παλαιολόγος ο 8ος, επιδίωξε και πέτυχε με πολύ κόπο μια συμφωνία με τη Ρώμη για την ένωση των Εκκλησιών και τη βοήθεια της Ρώμης σε περίπτωση κινδύνου της Πόλης.

Όταν όμως ο αδελφός του Ιωάννη, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που τον διαδέχθηκε στο θρόνο, ζήτησε την εφαρμογή των συμφωνιών της Ρώμης , προ του κινδύνου της πολιορκίας και της άλωσης της Πόλης από τους Οθωμανούς, ξέσπασε η πιο διχαστική, και πιο άγρια αντίδραση θρησκευτικού φανατισμού των «ανθενωτικών» της Πόλης με κεντρικό σύνθημα: «Κάλλιο τούρκικο φακιόλι παρά λατινική καλύπτρα».. Το αποτέλεσμα το ξέρουμε όλοι. Η Κωνσταντινούπολη φόρεσε τούρκικο φακιόλι.

Το τελικό συμπέρασμα είναι αυτό που η Ιστορία ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας, αλλά εμείς, ακόμα δεν θέλουμε να βλέπουμε… Ότι δηλαδή: ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΠΕΦΤΟΥΝ ΑΠΟ ΜΕΣΑ.... Και οι νοούντες, εννόησαν...
Φαίδων Θεοφίλου
29 Μαΐου 2014 

Φώτη Κόντογλου, Θρηνητικό Συναξάρι του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου


http://www.saint.gr/1663/saint.aspx


Θρηνητικό Συναξάρι του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου

Γραμμένο από τον Φώτη Κόντογλου τον Κυδωνιέα

... Κλάψετε πέτρες άψυχες. Μαρανθείτε δένδρα ανθισμένα, γιατί δεν είναι πλέον Μάιος δι' εμάς από τότε που έκαψε τα φυλλοκάρδια μας εκείνος ο καταραμένος Μάιος.

Ο πλέον καλός μήνας, ο μοσχοβολημένος μήνας της χαράς, γίνηκε για εμάς ο πλέον ασβολερός, ξέρακας χειρότερος από τον Δεκέμβρην. Εμαράνθη το άνθος της καρδιάς μας. Έπεσεν ο στέφανος από την κεφαλήν μας. Από τότε, ωσάν να μην εξημέρωσε ποτέ, γιατί οι ημέρες μας είναι ωσάν τες νύκτες. Αηδόνια δεν λαλούν πλέον επάνω εις τα δένδρα μας, αμή μονάχα κόρακες και κουρούνες κράζουν λυπητερά. Μεγάλη εβδομάδα εγίνηκεν όλη η ζωή μας. Το σήμερον κρεμάται επί ξύλου εγίνηκε το τραγούδι μας. Ο Χριστός νεκρός και σταυροχεριασμένος μέσα εις το μνήμα γίνηκε το εικόνισμά μας. Τα τραγούδια μας εγίνηκαν ωσάν μοιρολόγια, το χρυσοκέρινον πρόσωπον της Παναγίας είναι φαρμακωμένον, οι άγιοί μας κοιτάζουν συλλογισμένοι και παραπονεμένοι. Τα χωριά μας είναι ωσάν μοναστήρια, τα σπίτια μας ωσάν ερημοκλήσια, οι μανάδες και οι αδελφάδες μας είναι ωσάν καλογριές μαυροφορεμένες. Οι πατεράδες μας ομοιάζουνε ωσάν ασκητάδες, τα παληκάρια μας είναι καταπικραμένα...

(Από το τεύχος 17 -18 /1953 του περιοδικού «Κιβωτός»
http://agiameteora.net/index.php/i-polis-ealo/1799-thrinitiko-synaksari-tou-konstantinou-tou-palaiologou.html

Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς




Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εις μάχην 1453 από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ




Στίχοι: Πυθαγόρας.  Μουσική: Απόστολος Καλδάρας
Ερμηνεύει η Χαρούλα Αλεξίου το έχει όμως ερμηνεύσει και η  Γλυκερία
Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά

που λένε τα γραμμένα,

τo `να σκοτώθηκε, τ' άλλο λαβώθηκε
δε γύρισε κανένα.

Για τον μαρμαρωμένο βασιλιά
ούτε φωνή, ούτε λαλιά.
τον τραγουδάει όμως στα παιδιά,
σαν παραμύθι η γιαγιά.

Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά
που λένε τα γραμμένα,
το `να σκοτώθηκε, τ' άλλο λαβώθηκε
δε γύρισε κανένα.

Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά,
δυο πετροχελιδόνια,
μα κει εμμείνανε κι όνειρο γίνανε
και δακρυσμένα χρόνια.

Για τον μαρμαρωμένο βασιλιά
ούτε φωνή, ούτε λαλιά.
τον τραγουδάει όμως στα παιδιά,
σαν παραμύθι η γιαγιά.
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης  από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ


Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Ελένη Γκίκα Η κάλπη- κρύπτη.



Η κάλπη- κρύπτη.

Την πρώτη φορά ψήφισα μόνη μου. Πολύ νέα κι αμήχανη, στο ίδιο σχολείο που μπαινόβγαινα μαθήτρια ως πριν από λίγο καιρό. Δεν είχα «δικούς μου» όπως πάντα. Όσοι εκτιμούσα δεν καταδέχονταν ούτε ψηφοδέλτια ούτε βουλή. Στο σπίτι, κυριολεκτικά, από τρία χωριά χωριάτες. Σοσιαλιστής, ο μπαμπάς. Η μάδερ, αριστοκρατική, «τόσοι τρώνε, εκείνος σας πείραξε;» «Μας εκθέτεις» της φώναζα. «Άσε την, δεν ξέρει γράμματα, με σένα μου λες τι θα κάνω;» δεν τολμούσε μετωπική ο μπαμπάς.

Περνούσαν τα χρόνια, με εμάς τους τρεις αμόνοιαστους. Κρυβόμουν το εκλογικό βράδυ. Όποιος κι αν ήταν ποτέ μου δεν άντεξα τον νικητή. Ό,τι φως μπορούσα να δω, ήταν μονάχα στους ηττημένους.

Ούτε θυμάμαι ποια χρονιά ήταν όταν αρχίσαμε να πηγαίνουμε για να ψηφίσουμε «μαζί». Θα πρέπει να ξεκίνησε μαζί με τα γεράματα. Με χίλιες προφάσεις’ επειδή –έχω- τ’- αμάξι, αφού- θα- πάω- που- θα- πάω- κι- εγώ, ευκαιρία- για- μια- οικογενειακή- βόλτα, ε εντάξει, -ο -καθένας –ψηφίζει- ό,τι θέλει,- δεν- είμαστε δα- και- τσακωμένοι…

Θα πρέπει τότε να ξεκίνησε τα παζάρια κι αυτός. Ανερυθρίαστα. Ποιος, ο ακατάδεκτος μπαμπάς μου. «Θα μας ψηφίσεις, έτσι μανάρι μου;» «Μπα, θα κατέβεις στις εκλογές, τι μου λες;»

Άρχισα να υποχωρώ την εποχή που άρχισε κι αυτός να τα χάνει. Σχεδόν να ψηφίζω αντ’ αυτού. «Για τον μπαμπά μου», ψιθύριζα και ξεροκατάπινα. Δεν του είχα πει ποτέ ψέματα, κι ούτε μπορώ να καταλάβω γιατί. Τσακωμό- τσακωμό, τον προτιμούσα! Αλλά ψέμα, ποτέ! Τόση αλήθεια που για χρόνια προτιμούσα να λέω ψέμα σε μένα. Ειδικά όταν ρωτούσε αν-είμαι ή αν-περνώ-μαζί –του- καλά.

Την τελευταία φορά που πήγαμε οι δυο μας στην κάλπη, ήταν διπλές

εκλογές. Δημοτικές και για περιφερειάρχη. «Μπορώ να ψηφίσω και για σένα, αν δεν θέλεις να ‘ρθεις», «για τρελό με περνάς!» με παράπονο και με σκότωσε. Η μαμά ήδη ήξερε’ «εγώ δεν θα ΄ρθώ!» Έκανα ό,τι δεν είχα ξανακάνει ποτέ! Του τα σταύρωσα. «Μπαμπά μου, στ’ αριστερό σου ο δήμαρχος, ο περιφερειάρχης είναι στο δεξί».

Μέχρι να φτάσουμε, έβαζε- έβγαζε από τις τσέπες του σακακιού του τα ψηφοδέλτια. «Μπορείς να μην έρθεις», σχεδόν τον ικέτευα. «Έτσι μου έρχεται να πάμε για ούζα να μην έρθω κι εγώ».

Μπήκε πρώτος. Με βλέμμα ξαφνικά σα φοβισμένου παιδιού. Στην πόρτα, σα να ‘ταν ο γιος μου πρώτη μέρα σχολείου, τον ενθάρρυνα, «έλα εύκολο είναι όπως τα είπαμε ή όπως σου έρθει» του έγνεψα ναι. Μετρούσα ανάσες με βήματα, μπήκε κι έκλεισε πίσω το παραβάν. Προσευχόμουν για πρώτη φορά στη ζωή μου. Αδιαφορούσα για το αν θα τα καταφέρει ή δεν θα τα καταφέρει, αυτό που με έκαιγε ήταν να μη πονέσει και να μη ντροπιαστεί. Τον βλέπω να βγαίνει, ταραγμένος. Όπως εκείνες εκεί τις φορές που χάνει τον προσανατολισμό. «Και τώρα; Τώρα που δεν θυμάμαι τι πρέπει να κάνω;» Κρατούσα τα δάκρυα κι ούτε κι έβλεπα έτσι μ’ αυτά τα γυαλιά. Δεν με πονούσαν ούτε τα βλέμματα κατανόησης, ούτε το ότι τελικά- τα- κάναμε- ανάποδα, αλλά ο πόνος του. Μόλις τελειώσαμε ήξερα κι ήξερε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά.

«Πώς την έπαθα!» απολογήθηκε σα μαλωμένο παιδί μόλις μπήκε στο σπίτι στη μάνα μου. Χώθηκα στο υπόγειο και βγήκα δυο ώρες μετά. «Δεν το σηκώνεις, να μη βάφεις τα μάτια» είπε και ίσα που τ’ άκουσα, δεν το αντέχαμε να το δούμε αυτό- ακόμα- κατά- πρόσωπο, η μαμά. Την άλλη τετραετία, ήταν δεν ήταν ακριβώς τέσσερα χρόνια; σχεδόν δεν το θυμήθηκε, «σήμερα είναι;» μου απαντούσε όταν του το ‘λεγα κάθε φορά.

Την Κυριακή, πήγα μόνη μου. Ίδια η αίθουσα, στο ίδιο σχολείο. Μπήκα «μαζί του» μ’ έναν τρόπο αλλόκοτο με χέρια που έτρεμαν στο παραβάν. Το δεξί, να σπαρταράει στο ξύλο σαν ψάρι. «Τώρα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, μπαμπά». Άργησα, «είστε καλά;» με ρώτησε ένας εκπρόσωπος. Ήταν η κάλπη σαν κρύπτη. Κι είχε μέσα της τόσα πολλά αυτή τη φορά. Γεια σου, μπαμπά!




(Μάιος 2014, «Οι Κυριακές του μπαμπά») (αδιόρθωτο)







Ελένη Γκίκα

27 Μαΐου

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Βαγγέλης Φίλος Αύριο






Χάραξε το αύριο

στα απόκρυφα του κορμιού της

μην το βρει ο τρομερός εραστής.


Ζωγράφιζε στον άνεμο,

και κάθε που έβγαινε το φεγγάρι,

χάιδευε το όνειρο ψιθυρίζοντας:

αύριο.




Βαγγέλης Φίλος



Από το βιβλίο "Μηδενική Ακολουθία", 1989




Βαγγέλης Φίλος


26/5/2014 

Βαγγέλης Φίλος Άνθη

Άνθη*


Τις ώρες αιχμής άλλαζε χρώμα.

Έτσι περνούσε απαρατήρητος 

και ασφαλής. 

Κάποια φορά ξεχάστηκε 

σ’ ένα μοναχικό τριαντάφυλλο. 

Χιλιάδες μάτια τον περικύκλωσαν, 

δάκτυλα τον πυροβόλησαν. 

Βαγγέλης Φίλος 

*Βραβεύτηκε το 1992, με τον Α΄ έπαινο της κριτικής επιτροπής του Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού στη μνήμη Άγγελου Σικελιανού, που οργάνωσε ο «Μουσικοφιλολογικός Όμιλος Ορφεύς» της Λευκάδας.