Η κάλπη- κρύπτη.
Την πρώτη φορά ψήφισα μόνη μου. Πολύ νέα κι αμήχανη, στο ίδιο σχολείο που μπαινόβγαινα μαθήτρια ως πριν από λίγο καιρό. Δεν είχα «δικούς μου» όπως πάντα. Όσοι εκτιμούσα δεν καταδέχονταν ούτε ψηφοδέλτια ούτε βουλή. Στο σπίτι, κυριολεκτικά, από τρία χωριά χωριάτες. Σοσιαλιστής, ο μπαμπάς. Η μάδερ, αριστοκρατική, «τόσοι τρώνε, εκείνος σας πείραξε;» «Μας εκθέτεις» της φώναζα. «Άσε την, δεν ξέρει γράμματα, με σένα μου λες τι θα κάνω;» δεν τολμούσε μετωπική ο μπαμπάς.
Περνούσαν τα χρόνια, με εμάς τους τρεις αμόνοιαστους. Κρυβόμουν το εκλογικό βράδυ. Όποιος κι αν ήταν ποτέ μου δεν άντεξα τον νικητή. Ό,τι φως μπορούσα να δω, ήταν μονάχα στους ηττημένους.
Ούτε θυμάμαι ποια χρονιά ήταν όταν αρχίσαμε να πηγαίνουμε για να ψηφίσουμε «μαζί». Θα πρέπει να ξεκίνησε μαζί με τα γεράματα. Με χίλιες προφάσεις’ επειδή –έχω- τ’- αμάξι, αφού- θα- πάω- που- θα- πάω- κι- εγώ, ευκαιρία- για- μια- οικογενειακή- βόλτα, ε εντάξει, -ο -καθένας –ψηφίζει- ό,τι θέλει,- δεν- είμαστε δα- και- τσακωμένοι…
Θα πρέπει τότε να ξεκίνησε τα παζάρια κι αυτός. Ανερυθρίαστα. Ποιος, ο ακατάδεκτος μπαμπάς μου. «Θα μας ψηφίσεις, έτσι μανάρι μου;» «Μπα, θα κατέβεις στις εκλογές, τι μου λες;»
Άρχισα να υποχωρώ την εποχή που άρχισε κι αυτός να τα χάνει. Σχεδόν να ψηφίζω αντ’ αυτού. «Για τον μπαμπά μου», ψιθύριζα και ξεροκατάπινα. Δεν του είχα πει ποτέ ψέματα, κι ούτε μπορώ να καταλάβω γιατί. Τσακωμό- τσακωμό, τον προτιμούσα! Αλλά ψέμα, ποτέ! Τόση αλήθεια που για χρόνια προτιμούσα να λέω ψέμα σε μένα. Ειδικά όταν ρωτούσε αν-είμαι ή αν-περνώ-μαζί –του- καλά.
Την τελευταία φορά που πήγαμε οι δυο μας στην κάλπη, ήταν διπλές
εκλογές. Δημοτικές και για περιφερειάρχη. «Μπορώ να ψηφίσω και για σένα, αν δεν θέλεις να ‘ρθεις», «για τρελό με περνάς!» με παράπονο και με σκότωσε. Η μαμά ήδη ήξερε’ «εγώ δεν θα ΄ρθώ!» Έκανα ό,τι δεν είχα ξανακάνει ποτέ! Του τα σταύρωσα. «Μπαμπά μου, στ’ αριστερό σου ο δήμαρχος, ο περιφερειάρχης είναι στο δεξί».
Μέχρι να φτάσουμε, έβαζε- έβγαζε από τις τσέπες του σακακιού του τα ψηφοδέλτια. «Μπορείς να μην έρθεις», σχεδόν τον ικέτευα. «Έτσι μου έρχεται να πάμε για ούζα να μην έρθω κι εγώ».
Μπήκε πρώτος. Με βλέμμα ξαφνικά σα φοβισμένου παιδιού. Στην πόρτα, σα να ‘ταν ο γιος μου πρώτη μέρα σχολείου, τον ενθάρρυνα, «έλα εύκολο είναι όπως τα είπαμε ή όπως σου έρθει» του έγνεψα ναι. Μετρούσα ανάσες με βήματα, μπήκε κι έκλεισε πίσω το παραβάν. Προσευχόμουν για πρώτη φορά στη ζωή μου. Αδιαφορούσα για το αν θα τα καταφέρει ή δεν θα τα καταφέρει, αυτό που με έκαιγε ήταν να μη πονέσει και να μη ντροπιαστεί. Τον βλέπω να βγαίνει, ταραγμένος. Όπως εκείνες εκεί τις φορές που χάνει τον προσανατολισμό. «Και τώρα; Τώρα που δεν θυμάμαι τι πρέπει να κάνω;» Κρατούσα τα δάκρυα κι ούτε κι έβλεπα έτσι μ’ αυτά τα γυαλιά. Δεν με πονούσαν ούτε τα βλέμματα κατανόησης, ούτε το ότι τελικά- τα- κάναμε- ανάποδα, αλλά ο πόνος του. Μόλις τελειώσαμε ήξερα κι ήξερε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά.
«Πώς την έπαθα!» απολογήθηκε σα μαλωμένο παιδί μόλις μπήκε στο σπίτι στη μάνα μου. Χώθηκα στο υπόγειο και βγήκα δυο ώρες μετά. «Δεν το σηκώνεις, να μη βάφεις τα μάτια» είπε και ίσα που τ’ άκουσα, δεν το αντέχαμε να το δούμε αυτό- ακόμα- κατά- πρόσωπο, η μαμά. Την άλλη τετραετία, ήταν δεν ήταν ακριβώς τέσσερα χρόνια; σχεδόν δεν το θυμήθηκε, «σήμερα είναι;» μου απαντούσε όταν του το ‘λεγα κάθε φορά.
Την Κυριακή, πήγα μόνη μου. Ίδια η αίθουσα, στο ίδιο σχολείο. Μπήκα «μαζί του» μ’ έναν τρόπο αλλόκοτο με χέρια που έτρεμαν στο παραβάν. Το δεξί, να σπαρταράει στο ξύλο σαν ψάρι. «Τώρα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, μπαμπά». Άργησα, «είστε καλά;» με ρώτησε ένας εκπρόσωπος. Ήταν η κάλπη σαν κρύπτη. Κι είχε μέσα της τόσα πολλά αυτή τη φορά. Γεια σου, μπαμπά!
(Μάιος 2014, «Οι Κυριακές του μπαμπά») (αδιόρθωτο)
Ελένη Γκίκα
27 Μαΐου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου