Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Χλόη Κουτσουμπέλη Πηνελόπη ΙΙΙ




Πηνελόπη ΙΙΙ


Γνωρίζει πια πως

δεν είναι οι ανόητες Σειρήνες

που τραγουδούν νομίζοντας πως κάνουν τέχνη

ούτε η γερασμένη Κίρκη

με τον πόθο

καταχωνιασμένο σε ασκούς για πάντα σφραγισμένους

ούτε κάποια κακομαθημένη Ναυσικά

εγκλωβισμένη σε λάθος ηλικία

με άσπρες κάλτσες και φουστάνια παιδικά.

Ούτε οι Λαιστρυγόνες και οι Λωτοί είναι αυτοί

που τον κρατούν μακριά της.

Ούτε οι συντεχνιακοί μικροθυμοί του τάχα Ποσειδώνα

και τα μπλεξίματα με τους παλιούς συντρόφους.

Γνωρίζει πια η Πηνελόπη

το τελευταίο μήνυμά της θα μείνει αναπάντητο,

δεν θα ξαναμιλήσουν πια,

η λογική του υπαγορεύει να μείνει μακριά της,

παντού ολόγυρά της

μνηστήρες πίνουν μπύρες

κυλιούνται σαν λιοντάρια στην αρένα

αρσενικά που οσμίζονται τον πόθο

και με τα βέλη τους ορίζουνε τον χώρο.

Και ο Οδυσσέας;

Δεν τον θυμάται πια η Πηνελόπη.

Μόνο πως με έναν άγνωστο κοιμήθηκε ένα βράδυ

Και όταν τον ρώτησε ποιος είναι

αυτός απάντησε: «Ο Κανένας».


Πηνελόπη ΙΙΙ
Από Χλόη Κουτσουμπέλη · Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ /ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ /ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ /Γ΄


Γ΄

Εσύ τί γύρευες; Τραυλή στην όψη.Μόλις που είχες σηκωθείαφήνοντας τα σεντόνια να παγώσουνκαι τα εκδικητικά λουτρά.5Στάλες κυλούσαν στους ώμους σουστην κοιλιά σουτα πόδια σου κατάσαρκα στο χώμαστο θερισμένο χόρτο.Εκείνοι, τρεις10τα πρόσωπα της τολμηρής Εκάτης.Γύρευαν να σε πάρουν μαζί τους.Τα μάτια σου δυο τραγικά κοχύλιακι είχες στις ρώγες στα βυζιάδυο βυσσινιά μικρά χαλίκια—15σύνεργα της σκηνής, δεν ξέρω.Εκείνοι αλάλαζανέμενες ριζωμένη στο χώμα,σκίζαν τον αέρα τα νοήματά τους.Δούλοι τούς έφεραν τα μαχαίρια·20έμενες ριζωμένη στο χώμα,κυπαρίσσι.Έσυραν τα μαχαίρια απ’ τα θηκάριακι έψαχναν πού να σε χτυπήσουν.Τότε μονάχα φώναξες:25«Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει,μήπως δεν είμαι η θάλασσα;»http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1541

Γιώργος Σεφέρης, «H Στέρνα»




Η Στέρνα

Στον Γιώργο Αποστολίδη



Βρέθηκα στην ανάγκη να βάλω το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα με τη μορφή μοντέλου, γιατί όχι μόνο ερχότανε να σκεπάσει την πύλη του Βισάγκρα, αλλά και ο θόλος του ανέβαινε με τρόπο που ξεπερνούσε την πόλη· κι έτσι μια που το 'βαλα σα μοντέλο και το μετακίνησα από τον τόπο του, μου φαίνεται προτιμότερο να δείξω την πρόσοψή του παρά τις άλλες του μεριές. Όσο για τη θέση του μέσα στην πόλη, φαίνεται στο χάρτη.

ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ

Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ' αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι
και παίζει με το φύσημα του ανέμου,
μ' ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι
φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει
στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.

Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας
πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,
με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας
πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή
και σβήνουνται σ' ένα σκοτάδι εβένου.

Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια
κυλούν βαλμένα σ' ένα αυλάκι πίκρα
και της μεγάλης μέρας τα σημάδια
τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά
στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.
Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπου

για ν' απομείνει η διψασμένη αγάπη·
μαρμαρωμένο στ' άγγιγμα του χρόνου
το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό
κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι-αγάλι.

Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης
τα τριαντάφυλλα σκύβουν - η ψυχή μας -
στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης
το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης
ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα ...

Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
κρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζει
κάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρα
τη μάχη με τη νύχτα με τη μέρα,
πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.

Περνούνε οι ώρες, ήλιοι και φεγγάρια,
μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης·
η απαντοχή με τα ορθάνοιχτα μάτια
όταν βυθίσουν όλα τα πανιά
στην άκρη του πελάγου που τη θρέφει.

Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα-στάλα μόνος
τα δίχτυα ρίχνοντας μακριά στον κόσμο
που ζει μ' ένα κυμάτισμα πικρό.

Σαν άνοιξε το κύμα απ' την αγκάλη

να 'τανε στην αγκάλη να τελειώσει
να 'τανε την αγάπη στ' ακρογιάλι
πριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει
το κύμα ως έμεινε στην άμμο αφρός.

Μια ζεστασιά απλωμένη σαν προβιά,
ήμερη σαν το κοιμισμένο αγρίμι
που ξέφυγε ήσυχο το καρδιοχτύπι
και χτύπησε στον ύπνο να ζητήσει
το περιβόλι όπου σταλάζει ασήμι.

Κι ένα κορμί κρυφό, βαθιά κραυγή
βγαλμένη από το σπήλαιο του θανάτου,
σαν το νερό ζωηρό μέσα στ' αυλάκι
σαν το νερό που λάμπει στο χορτάρι
μονάχο και μιλεί στις μαύρες ρίζες ...

Ω! πιο κοντά στη ρίζα της ζωής μας
από τη σκέψη μας κι από την έννοια!
Ω πιο κοντά από το σκληρό αδερφό μας
που μας κοιτάει με βλέφαρα κλεισμένα
κι από τη λόγχη ακόμα στο πλευρό μας!

Ω! ν' απαλύνει ξάφνω στην αφή μας
το δέρμα της σιωπής που μας στενεύει,
να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμα
που όλο πληθαίνει κι όλο μας βαραίνει,
να βγούμε από τη γνώση κι απ' την πείνα!

Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,
μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μας
να βγούμε από την πίκρα του κορμιού μας,
ρόδα ν' ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας.

Όλα να γίνουνε ξανά σαν πρώτα
στα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,
ν' αφήσουμε τη γερασμένη αρρώστια
πουκάμισο που αφήσανε τα φίδια
κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.

Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!
Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυ
λύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη,
λευκή φτερούγα πάνω απ' το κοπάδι
σαν απαλή στον κρόταφο παλάμη.

Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε
πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες
τώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρες
χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες
στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.

Σέρνουνε μοιρολόγια οι μυροφόρες
ν' ακολουθήσει η ελπίδα των ανθρώπων
στα μάτια σφηνωμένη με τις φλόγες
φωτίζοντας το χώμα το τυφλό
που ιδρώνει από της άνοιξης τον κόπο.

Φλόγες του πέρα κόσμου, πυροφάνια

πάνω στην άνοιξη που σήμερα αναβλύζει,
ίσκιοι θλιμμένοι στα νεκρά στεφάνια
βήματα ... βήματα ... η αργή καμπάνα
μια σκοτεινή αλυσίδα ξετυλίγει -

"Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!.."
Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουν
σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα
ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια,
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.

.................................
.................................
.................................
.................................
.................................

Περάσανε μακριά, με τον καημό τους
ζεστό κοντά στα χαμηλά αγιοκέρια
που γράφανε στο σκυφτό μέτωπό τους
τη ζωή πασίχαρη στα μεσημέρια
όταν σβηστούν τα μάγια και τ' αστέρια.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή
κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.
Πηγή : http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/tools/concordance/seferis/content.html?collection_id=1&text_id=019

Στο παρακάτω βίντεο ο  Σεφέρης διαβάζει Σεφέρη
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ,Η ΣΤΕΡΝΑ






Η «Στέρνα», ένα από τα πιο δυσερμήνευτα ποιήματα του ποιητή, έχει προξενήσει αμηχανία στους μελετητές της. Ανάμεσα στις στροφές 21 και 22 υπάρχει ένα φιλολογικό παράδοξο: πέντε σειρές με τελείες, που φαίνονται σαν να υποκαθιστούν και να υποδηλώνουν μιαν ελλείπουσα στροφή του ποιήματος ­ μια στροφή, που δεν γράφτηκε ίσως ποτέ

Η «Σιωπή» του Σεφέρη
Η διαπιστωμένη έλλειψη μιας συστηματικής και ολικής μελέτης για την ποιητική του Σεφέρη δεν είναι παρά ένα μόνο σύμπτωμα για την κατάσταση της σεφερολογίας και δη της σεφερολαγνείας, αλλά και ολόκληρης της ­ θεσμοθετημένης ­ νεοελληνικής φιλολογίας και γραμματολογίας, γενικότερα.

Ενδεικτικές για την κατάσταση αυτή είναι δύο ελληνικές διδακτορικές διατριβές για την ποιητική ακριβώς του Σεφέρη: Η πρώτη (Ε. Καψωμένος, Η συντακτική δομή της ποιητικής γλώσσας του Σεφέρη, 1975) μεταφέρει στην καθ' ημάς Ανατολή, εκπρόθεσμα, τα τριμμένα αποφόρια της μόδας του παριζιάνικου στρουκτουραλισμού της δεκαετίας του '60· η δεύτερη (Ν. Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής, 1979) δεν είναι παρά ένα αποσπόρι της «Σχολής Αντρέα Καραντώνη» του εγχώριου «κριτικού» ιμπρεσιονισμού.

Φιλολογικό παράδοξο

Το αδιέξοδο, στο οποίο οδηγούνται τα παραπάνω «κριτικά» μοντέλα, μαρτυρούν, αντιπροσωπευτικά, μερικές κρίσεις τους για τη «Στέρνα», ένα από τα πιο δυσερμήνευτα ποιήματα του Σεφέρη ­ κρίσεις του τύπου: «Οι δείκτες των σύνθετων συντάξεων και των εξαρτημένων προτάσεων παρουσιάζουν μια μικρή ανοδική καμπύλη από τη Στροφή στη Στέρνα, που θα αυξηθεί στις επόμενες συλλογές, ενώ οι δείκτες των αφελών συντάξεων και των κύριων προτάσεων μειώνονται ελαφρά» (Ε. Καψωμένος) και: «Είτε η στέρνα είναι το σύμβολο του θανάτου, είτε της ψυχής του ποιητή, είτε το σύμβολο της εσώτατης ύπαρξής μας, είτε το σύμβολο της ζωής, όπως πιστεύω, το νόημά της δε φτάνει να καλύψει όλα τα σημεία του ποιήματος, με αποτέλεσμα ορισμένα χωρία του να μη φωτίζονται όσο θα έπρεπε» (Ν. Βαγενάς).

Στις παραπάνω και τις όμοιές τους στρουκτουραλιστικές και ιμπρεσιονιστικές «κριτικές» προσεγγίσεις στο ποιητικό και, γενικότερα, το λογοτεχνικό έργο θα πρέπει ν' αντιταχτεί μια συνθετική γραμματολογική μέθοδος, στην οποία θ' αξιοποιούνται ερμηνευτικά τα πιο διαφορετικά, ενδοκειμενικά και εξωκειμενικά, τεκμήρια και ευρήματα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή μιας τέτοιας συνθετικής μεθόδου θα ήταν η επαρκής γνώση εκ μέρους του μελετητή και δη του νεοελληνιστή όχι μόνο λ.χ. του συνολικού έργου του Σεφέρη, αλλά και της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και της ποιητικής θεωρίας των δύο τελευταίων τουλάχιστον αιώνων. Για την «εικονογράφηση» των παραπάνω θεωρητικών θέσεων θα επιχειρήσω την επισήμανση ενός στοιχείου της ποιητικής του Σεφέρη στο παραπάνω δυσερμήνευτο ποίημα, που έχει προξενήσει αμηχανία στους μελετητές του:

Η «Στέρνα» (1932), όπως την ξέρουμε σήμερα, είναι ένα μακρό, για τα δεδομένα της νεότερης και της μοντέρνας λυρικής ποίησης, ποίημα 115 στίχων, αριθμημένων από τον φιλολογικό εκδότη των «Ποιημάτων» (8η έκδ.: 1972) του Σεφέρη Γ. Π. Σαββίδη και οργανωμένων σε 23 πεντάστιχες στροφές. Ανάμεσα στις στροφές 21 και 22 υπάρχει ένα φιλολογικό παράδοξο, ένα unicum σ' ολόκληρη την ποίηση του Σεφέρη, που έχει μείνει απαρατήρητο και, πάντως, ασχολίαστο και ανερμήνευτο ακόμα και από τους συστηματικότερους μελετητές του: πέντε σειρές με τελείες, που φαίνονται σαν να υποκαθιστούν και να υποδηλώνουν μιαν ελλείπουσα στροφή του ποιήματος ­ μια στροφή, που δεν γράφτηκε ίσως ποτέ. Αυτό λοιπόν το φιλολογικό παράδοξο μπορεί να μας αποκαλύψει, ακριβώς χάρη στη μοναδικότητά του στο ποιητικό corpus του Σεφέρη, ένα «υφολογικό» στοιχείο της ποιητικής του, που μπορεί να μας οδηγήσει πολύ πέρα από τις μορφολογικές μας διαπιστώσεις: Μια πρώτη έξωθεν καλή μαρτυρία μάς κληροδότησε ο Γ. Π. Σαββίδης (1987), που δεν μπόρεσε όμως να την αξιοποιήσει φιλολογικά-ερμηνευτικά ο ίδιος: «Ή μήπως (θα βάλουμε χέρι) στους στίχους του Σεφέρη, που παρενέβαλε στην Στέρνα ολόκληρη στροφή αποσιωπητικά, επειδή, όπως μου εξήγησε, του χρειαζόταν μια σιωπή πέντε στίχων;».

Το στοιχείο αυτό της ποιητικής του Σεφέρη παραπέμπει, απαραγνώριστα, στο αντίστοιχο «υφολογικό» στοιχείο του ποιητικού αποσπάσματος στον Σολωμό της ώριμης κερκυραϊκής περιόδου, όπως το γνωρίζουμε από την έκδοση των «Ευρισκομένων» (1859) του ποιητή από τον Πολυλά και τους νεότερους φιλολογικούς εκδότες του. Την αναγωγή αυτή στον μεγάλο, τον «εθνικό», ποιητικό του πρόγονο μας την υποδείκνυε ο ίδιος ο Σεφέρης (1964) μια υπόδειξη, που έμεινε και αυτή, εννοείται, αναξιοποίητη από τους μελετητές του: «Από τα λίγα που έχω γράψει για την πολύ μεγάλη φυσιογνωμία του Σολωμού, πιστεύω να έχει φανεί πως τα χάσματα που μας άφησε μ' ενδιαφέρουν το ίδιο όσο και τ' αποσπάσματά του. Τ' αποσπάσματα του Σολωμού είναι δείκτες. [...] Πάντα, με κάποιον τρόπο, μας σπρώχνουν προς τις σιωπές που τους περιβάλλουν: τα κενά τους».

Εκτός όμως από τον Σολωμό, για την έκφραση του «υφολογικού» στοιχείου της «σιωπής» μέσω του ποιητικού αποσπάσματος, ο Σεφέρης είχε και έναν άλλο οδηγό, τον Ρ. Valéry, έναν από τους πρώτους ευρωπαίους δασκάλους του· το «αποτύπωμα του Valéry» σ' αυτήν ακριβώς την ελλείπουσα στροφή της «Στέρνας» είχε επισημάνει έγκαιρα (1963) ο έγκυρος μεταφραστής του F. Μ. Pontani ­ και η «σιωπή» ως «υφολογικό στοιχείο» στην, αποσπασματική, ποίηση του Valéry είναι στο μεταξύ ένα από τα νεότερα πορίσματα της μελέτης του αποσπασματικού ποιήματος σ' ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στάση ζωής

Οι παραπάνω επισημάνσεις επιβάλλουν ήδη μερικές καθαρά φιλολογικές συνέπειες για τον φιλολογικό εκδότη, τον ερμηνευτή και τον κοινό αλλ' επαρκή αναγνώστη του Σεφέρη. Πρώτα πρώτα: Σε μια μελλοντική, «επανορθωμένη», έκδοση της «Στέρνας», στη στιχαρίθμηση του ποιήματος πρέπει να συναριθμηθούν και οι πέντε «σειρές» (= στίχοι) της ελλείπουσας στροφής, έτσι ώστε το ποίημα ν' αποτελείται συνολικά από 120 ­ αντί των 115 ­ στίχους. Την ­ αναξιοποίητη από τους μελετητές του ­ πληροφορία ότι «το ποίημα προοριζόταν να έχει εκατόν είκοσι στίχους, δηλαδή είκοσι τέσσερις στροφές, όσες ακριβώς είχε ο Ερωτικός λόγος και όσες ενότητες θα έχει το Μυθιστόρημα», είχε δώσει ο ίδιος ο ποιητής του.

Επειτα: Για την πραγματοποίηση της καλλιτεχνικής βούλησης του ποιητή του ο αναγνώστης του ποιήματος πρέπει να κάνει μια ­ βουβή ­ παύση στο σημείο της ελλείπουσας στροφής, ενώ, πολύ περισσότερο, κατά την απαγγελία του ποιήματος ο «εκφωνητής» του πρέπει να «πραγματοποιήσει» ένα χρονικό διάστημα σιωπής μιας πεντάστιχης στροφής, όπως γίνεται, προγραμματικά, σε μερικές μουσικές συνθέσεις. Τέλος: Για την ερμηνευτική σύνθεση, η επισήμανση του μοτίβου «σιωπή» στον Σεφέρη πρέπει να επεκταθεί σε ολόκληρο το ποιητικό του έργο: Πραγματικά, η έννοια «σιωπή» επανέρχεται, μαζί με τη συνώνυμή της «σιγή», εκτός από τη «Στέρνα» (14η στροφή), με καταπληκτική συχνότητα σ' ολόκληρο το ποιητικό του corpus. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η έννοια «σιωπή» παραπέμπει πολύ πέρα από την ποίηση και την ποιητική του Σεφέρη: στην ίδια τη βιοθεωρία και την ιδεολογία του. Η ευγλωττότερη μαρτυρία προέρχεται και πάλι από τον ίδιο τον ποιητή: Πρόκειται για τη γνωστή «Δήλωσή» του κατά τη διάρκεια της Απριλιανής Δικτατορίας (28.3.1969) ­ δήλωση, που του είχε αποσπάσει «η πίεση των πνευματικών του φίλων και συναδέλφων του»· τη δήλωσή του αυτή ο Σεφέρης την έκλεινε με την αντιδήλωση: «τώρα επιστρέφω στη ΣΙΩΠΗ μου».

Η «σιωπηρή» αυτή μαρτυρία του Σεφέρη παίρνει την πραγματική νοηματική της διάσταση, όταν διασταυρωθεί με τη μεταγενέστερη μαρτυρία του Μ. Θεοδωράκη, στην αντιπαράθεσή του με τη χήρα του ποιητή («Τα Νέα», 23.8.1986, σ. 18), στην οποία η έννοια «σιωπή» προσλαμβάνει την πραγματική, πολιτική, σημασία της: «[...] ο Στρατής Τσίρκας, ο οποίος προσπαθούσε να κινητοποιήσει τους πνευματικούς μας ανθρώπους, για να παλέψουν όχι με τη ΣΙΩΠΗ, η οποία καταντούσε εύκολη λύση, αλλά με συγκεκριμένες ενέργειες και έργα...».

Αυτή η «σιωπή», την οποία «έσπασε» για πρώτη και τελευταία φορά ο Σεφέρης στα 69 του χρόνια, χαρακτήριζε ολόκληρη τη ζωή του με τη στάση του απέναντι στα δικτατορικά και αυταρχικά καθεστώτα (Πάγκαλος, Κονδύλης, Μεταξάς, Γεώργιος Β´) από την αρχή της διπλωματικής του καριέρας (1926), τα οποία είχε υπηρετήσει «φανατικά ως πρεσβευτής» ο Σεφέρης, όπως παρατηρεί ο Μ. Θεοδωράκης για το εκλογικό πραξικόπημα του 1961.

Αλλά γι' αυτήν την πολιτική «σιωπή» του διπλωμάτη-ποιητή θα χρειαστούμε μιαν άλλη, διεξοδικότερη, έρευνα και μελέτη. *

* Ο κ. Γιώργος Βελουδής είναι καθηγητής της Νεοελληνικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Πηγή : http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=128746
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 10/12/2000 00:00

"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη (από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)


"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη 
(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989) 



Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον, 
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω, 
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν. 

ΠΙΝΔΑΡΟΣ 

Α' 
Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις 
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί 
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις 
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί. 

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση 
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός 
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει 
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός. 

Β' 
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια 
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. 
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια... 
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό 
ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα 
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί... 
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα 
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή! 

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα 
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού, 
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα 
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού... 

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη, 
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό, 
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι 
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό. 

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες 
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός 
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες 
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. 

Γ' 
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα! 
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής 
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα 
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς 
τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη 
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς 
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη 
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς. 

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο 
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί. 
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο 
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή: 

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο 
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει 
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο 
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι. 

Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα 
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια 
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα 
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια. 

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος 
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος 
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος 
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος. 

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση 
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου 
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση 
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..." 

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη 
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού. 
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι 
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού. 

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει 
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς 
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει 
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς... 

Δ' 
Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια 
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών, 
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια 
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων. 

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη 
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί 
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι 
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή. 

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι 
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές 
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη 
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές... 

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει 
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή. 
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση 
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή. 

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια 
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς) 
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια 
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς. 

Ε' 
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; 
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός; 
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει 
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός; 

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα 
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά 
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα 
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά 

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, 
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός 
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας 
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός. 

Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30 
http://www.sarantakos.com/seferis/erotik_logos.htm



Γιώργος Σεφέρης, Διάλειμμα Χαρᾶς



Διάλειμμα Χαρᾶς

Πεντέλη, ἄνοιξη

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι ἐκεῖνο τὸ πρωὶ
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες τὰ φύλλα τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔνοιές μας καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ
ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια κοιτάζοντας
τὸν ἀρχάγγελο νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-
«Ἀνεξήγητο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς ἀνθρώπους
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα
εἶναι ὅλοι τους μαῦροι».

Κική Δημουλά, “ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ” από τη συλλογή “ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ”




“Κάθε φιλί που δίνεται, μα κάθε ανεξαιρέτως
ένα τοις εκατό αποτελείται
από αιωνιότητα
κι όλο το άλλο από τον κίνδυνο
να είναι το τελευταίο.”

Αλλά και το τελευταίο
ακόμα πιο φιλί θα λέγεται

όσο καιρό τουλάχιστον
θα το τραβολογάνε
η μνήμη από τη μία μεριά
η λήθη από την άλλη
η καθεμιά δικό της θεωρώντας το

ώσπου ο δίκαιος Σολομών
για να φανεί ποιανής δικό της είναι
στη μέση θα απειλήσει να το κόψει
μισό να πάρει η μια μισό η άλλη

κι όποια από τις δύο κάθε φορά
-ποτέ δεν είναι η ίδια-
ουρλιάξει μη.

Κάθε φιλί
αποτελείται εξολοκλήρου από τον κίνδυνο
να είναι το τελευταίο.

Διαρκές είναι μόνο
εκείνο το φιλί που ουδέποτε εδόθη.
Σοφές, ειρηνικά το νέμονται
η αναμονή και η παραίτηση

άνθη αντίπαλα οι δυο τους
σε κοινό συμβιβασμένο ανθοδοχείο
κενοτάφιο στολίζουν.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ “ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ”
από τη συλλογή “ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ”

Μάνος Χατζιδάκις - Το πρόσωπο του τέρατος

https://www.youtube.com/watch?v=n7jFqtRrx2A