Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Γιάννης Ρουμελιώτης


Γλυκά ήντα


Γιατί κλαις μικρή μου ?

- με άφησε

Ποιος καλή μου ?

- ο πόνος

Ποιος πόνος για πες μου


- ο πόνος της γλύκας του έρωτα
καλέ κύριε
Πως θα ζήσω εγώ τώρα δίχως πόνο !
μου λες ?

Μέγας είσαι κύριε
Παιδί μου είσαι στα καλά σου ?
θέλεις σώνει και καλά να πονάς ?

- μα ναι έχω εθιστεί
Τι έχεις κάνει λέει ?
- έχω εθιστεί

Το συνήθισες δηλαδή
- μα ναι τι σας λέω τόση ώρα !

Εντάξει
- τι εντάξει καλέ ?
εδώ σας λέω δεν πονάω

Βρε μανία !!!
Να σου πάρω έναν άλλο πόνο ?
- όχι εγώ θέλω του έρωτα

Για πες μου κάτι άλλο
πόσο χρονών είσαι εσύ παιδί μου ?
και έχεις μπλέξει και με έρωτες ...


- ήντα και , καλέ κύριε
γιατί παίζει κανένα ρόλο ?

Απ' ότι βλέπω απολύτως
όχι

Γιάννης Δ. Ρουμελιώτης

Γιάννης Ρουμελιώτης


9 Ιουλίου



Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Το τραγούδι της νεκρής μάνας....


Το τραγούδι της νεκρής μάνας....

1
Αχ και να ' ρχόταν μια στιγμή, να την ξαναγκαλιάσω,
να της ειπώ γλυκόλογα, να της ειπώ χαρούλες.
Στάλα τη στάλα λιώνουνε, τα χιόνια στα κλαράκια
και συ μανούλα μου γλυκιά, ακόμα δεν εφάνεις,
να σε αρπάξω αγκαλιά, μέσα μου να σε λιάσω,
οι πόνοι που 'χω στην καρδιά, να γίνουν ζαχαρούλες,
να γίνουνε γοργόφτερα, να φύγουν αεράκια,
έλα και είμαι μόνος μου, την θλίψη μου να γιάνεις.

2
Πάει καιρός που σ' έχασα κι' η λύπη με τρυγάει,
που 'ναι εκείνα τα ζεστά, τα χαρωπά ματάκια,
τιτίβισμα γλυκόλογο, που 'βγαζε η φωνή σου,
τα χείλη σου μιαν αρμαθιά, γλυκιές ευχές αγγέλων,
βλογούσανε την σκέψη μου, την κάναν να ριγάει,
στην λίμνη του Αχέροντα, συ λούζεις τα μαλάκια,
εκείνα τ' ασημόμαλλα, που 'πλεκες μοναχή σου
και τ' άπλωνες μες στη ποδιά, κοτσίδες αρχαγγέλων.

3
Έλα να 'δω τα χέρια σου, μην είναι μαραμένα,
μη κι' ο χρόνος έσβησε, τους κόπους της δουλειάς σου,
εσύ που ξενοδούλευες, μονάχη σου και χήρα,
στα χρόνια τα παράκαιρα, ολόρθο το κορμί σου,
για να τρανέψεις δυό παιδιά, μόνα κι' ορφανεμένα,
έλα να 'δω τα στήθια σου, που ήταν τα χαλιά σου,
κει πάνω το γλυκόγαλο, λεχούδι πρωτοπήρα,
έλα να δω μες στο λαιμό, την υστερνή πνοή σου.

4
Να 'ταν να 'ρχόσουν μιά στιγμή και μέσα στ' όνειρό μου,
να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, που 'ναι στεφανωμένα,
με δύο κλώνους ερημιάς και με θολή ζαλάδα,
στείρα τα χρόνια που 'ζησα, τόσο καιρό που λείπεις
και οι δροσούλες της αυγής, απ' το παράθυρό μου,
χάμω στην γη κυλίστηκαν, δάκρυα λασπωμένα,
σβηστήκανε τα ίχνη σου, στης ρούγας την απλάδα
κι' έμεινε να με κυβερνά, η μυρωδιά της λύπης.

5
Στον άνεμο εγίνηκα, το ουρλιαχτό του λύκου,
στους πέντε δρόμους έκλαψα, πέρα στις δύο στράτες,
στ' ανθόνερα δεν θέλησα, ποτές να κολυμπήσω,
να πιώ νερό της φαμιλιάς, πάντα μαζί με σένα,
για μένα είσαι μάνα μου, το μάνταλο του κρίκου
κι' όπου βροντούν κι' όπου χτυπούν, οι συμφορές τρεχάτες,
στον λογισμό μου σ' έχω γω, κλειδί να σ' ασφαλίσω,
μέσα στην άμοιρη ψυχή, βαθιά μαζί με μένα.

6
Στις στάχτες των ονείρων μου, μια φυλουριά φυτρώνει,
που 'χει και τ' ανασάλεμα, τ' αγέρα στα κλαδιά της,
έχει και κειο το κλάδεμα, απάνω της σημάδι,
μικρό παιδί σαν ήμουνα, με πήγαινες κοντά της,
με άφηνες στον ίσκιο της, στο διπλανό κοτρόνι,
μάζευες τις αγριελιές, ζητώντας την λαδιά της,
εσκούπιζες την μύτη μου, στη μπούκα μ' ένα χάδι,
άρπαζες απ' την άγρια γη, τα πλέρια υφαντά της.

7
Αλώνιζες ανηφοριές, λόγγους και λαγκαδάκια,
στους κήπους επερπάταγες, κι' όλο χαμογελούσες,
μες στ' αντρικά τα χέρια σου, ρόζοι είχαν φυτρώσει,
της άνοιξης την ομορφιά, φορούσες στην θωριά σου,
πουλιά ολόγιομα χαρά, επάνω στα κλαδάκια,
φωνάζανε μες την καρδιά, στο σπίτι σαν γυρνούσες,
τον στεναγμό δεν άφηνες, το στρώμα μου 'χες στρώσει,
κι' αναπαμό δεν έβρισκε, ποτέ της η πλωριά σου.

8
Εστέρεψαν τα λόγια μου και τ' αναφιλητά μου,
τις νύχτες να σου τραγουδώ, τις μέρες να σιωπαίνω,
να βγαίνουν απ' τα χείλη μου, θρήνοι και μοιρολόγια,
αδράχτια να τυλίγουνε, της μοναξιάς το νήμα,
λουλούδια νεκρολούλουδα, τα μόνα τα φυτά μου,
να 'χω παρέα συντροφιά, τον τάφο σου να ραίνω,
να σκύβω πάνω του γλυκά και να σου λέω λόγια,
κείνα τα λόγια π' άκουγα, πριν να διαβείς στο μνήμα.

9
Το κοντοσκούφι σου φορώ, το μαύρο τ' αγιασμένο,
το 'χω πάνω μου φυλαχτό, δροσιά απ' την ψυχή μου,
μάνα μου που τ' αρνήθηκες, μαζί σου να το πάρεις,
ανάμα το 'χες πάνω σου, γιατί 'ταν του αντρός σου,
τ' ακούμπησες στα χέρια μου και μου 'πες "γιε προσμένω,
τον χάροντα που θε να 'ρθει, άντε με την ευχή μου,
να το φοράς παντοτινά, βλογιά αυτής της χάρης,
να 'σαι για πάντα άνθρωπος, να 'ναι κι' αυτό γιατρός σου".

10
Λάμνω μέσα στα κύματα, της άσπιλης μορφής σου,
αποκούμπι της ορφάνιας, πάντα σε φορώ ρούχο,
πάνω μου να 'χω φυλαχτό, ανέσπερο γλυκό φως,
αδιάλλακτη αγάπη μου, μοναδική μου στέψη,
απόρθητή μου πεθυμιά, το χάδι της αφής σου,
μες στη ψυχή μου βάλσαμο, εικόνισμά μου σου 'χω,
στους αχρείους κάτω κόσμους, που σε πήραν λυκόφως,
αγαπημένη μου μάνα, παντοτινή μου σκέψη.

11
Παράκληση στους ουρανούς, στον Θεό μου 'κει πάνω,
είν' η φωνή μου μιά σταλιά, μπροστά στην Αγιοσύνη,
έρμος και μόνος περπατώ, χαμένος μες τα πλήθη,
την μορφή σου αναζητώ, μη και την ανταμώσω,
μέσα στο διάβα μου αυτό, τρεις ικεσίες κάνω,
η ανάσα μου μιά φωτιά, μιά ελεημοσύνη,
ανάσασμά μ' ατέλειωτο, στης μοναξιάς τη λήθη,
ελπίδα και παρηγοριά, κοντά σου να σιμώσω.

12
Έτσι να έρθω μιά στιγμή, φυλλορροής ανάσα,
να έχεις χτενίσει τα μαλλιά, με τα χρυσά σου χτένια,
λουλούδια να' χεις πάνω τους, υφάδια ξακουσμένα,
να 'χεις και τα στερνόφιλα, στο μέτωπο στεφάνια,
που πήρες όταν έφυγες, για φυλαχτό στην κάσα,
να 'χεις μανούλα μου γλυκιά, θωριά μαλαματένια,
στο πρόσωπό σου τ' άχραντο, να είναι κρεμασμένα,
τα μάτια μου καρτερικά, στη κόμη σου γιορντάνια.

13
Να 'ρθω να δω της άνοιξης, μοσχοβολιές 'κει πάνω,
να δω και τα τριαντάφυλλα, που είχες στις αγκάλες,
στου παραδείσου τα νερά, να μπω να κολυμπήσω,
να πιάσω με τα χέρια μου, σταγόνες που μαγεύουν,
τα χερουβείμ να προσκυνώ, μετάνοιες να τα κάνω,
μη λυπηθούν κι' ανοίξουνε, τις πόρτες τις μεγάλες
και φύγουμε μανούλα μου, πίσω να σε γυρίσω,
στο σπίτι μας στη ρούγα μας, που χρόνια σε γυρεύουν.

14
Να δεις και τις χαμομηλιές, πως θέριεψαν στη πόρτα,
στο κατωθύρι φύτρωσαν και μέσα στο κατώγι,
τα γιούλια τώρα στέκονται, στις γλάστρες μαραμένα,
νεκρολουλούδια γίνηκαν, με το μπλαβί τους χρώμα,
πάμε να δουν τα μάτια σου, εκείνα τ' αγριοχόρτα,
που μάζευες ολότρεμη, στο ξέπνοο τ' απόγι,
πάμε να δεις και τις ιτιές, πως σειόνται λυπημένα,
πως θλίβονται και σκύβουνε, τα φύλλα τους στο χώμα.

15
Πάμε να δεις την σκοτεινή, την άδεια κάμαρά σου,
που ήταν πάντα ανοιχτή, γιομάτη απ' το φως σου,
να δεις το προσκεφάλι σου, τ' ασημοκεντημένο,
πως έρμο κάθεται πουλί, σε κλώνο μοναχό του,
να δεις τα χρυσοστόλιστα, που ήταν η χαρά σου,
πάνω στους τοίχους κρέμεται, το κάθε τι δικό σου,
έλα μανούλα μου να δεις κι' αυτό το δακρυσμένο,
το καντηλάκι στη γωνιά κι' άκου τον μυχό του.

16
Έλα μανούλα μου να δεις, το έρμο σπιτικό σου,
που 'ρημωσε σε μια νυχτιά, σαν 'χάθει η πνοή σου,
να βγάλεις από πάνω σου, το νεκροσάβανό σου,
να νίψεις τα ματάκια σου, τα κρασοποτισμένα,
να πλύνεις το κορμάκι σου και με το νυχτικό σου,
να στρώσεις για να κοιμηθείς και στην αναπνοή σου,
να φαίνεται μια ραθυμιά, στο φωτοστέφανό σου,
που 'χες απλώσει στα μαλλιά, λουλούδια μυρωμένα.

17
Έλα κι' ο πόνος με τρυγά, όλες τις έρμες νύχτες,
μονάχος μου να περπατώ, μονάχος να διαβαίνω,
στο σπίτι μέσα τ' αδειανό, ήλιος που δεν το βλέπει,
έλα να φέξει μια χαρά κι οι σκοτεινιές να φύγουν,
να πάνε πέρα στα βουνά, μακριά 'κει πέρα ρίχτες,
έλα σαν φως σε καρτερώ, έλα και σε προσμένω,
να 'ρθεις και να 'ρθει η χαρά, για μένα γίνε σκέπη,
για μένα γίνε προσταγή, οι ερημιές με πνίγουν.

18
Εχτές αργά στον ύπνο μου, σε είδα στ' όνειρό μου,
να με φιλάς στ' ακρόχερα, κρινάκια να μου δίνεις,
για να στολίσω τ' ορφανό, το έρμο τ' ανθογυάλι,
που 'χες μανούλα μου στερνά, εσύ ανθοστολίσει.
Είδα τα χείλη σου ωχρά, στο μάτι το υγρό μου,
μιαν έρημη απελπισιά, ξάφνου πως αναδίνεις,
ν' απλώνεις γύρω την ματιά, κύμα σε ακρογιάλι,
να πεταρίζουν γύρω σου, αγγέλοι σε ξωκκλήσι.

19
Καντήλια μες στο πρόσωπο, να φέγγουν αναμμένα,
οι καμπανιές ν' αχοβολούν, οι ψαλμωδιές να κρένουν,
με την ηχώ τους να κερνούν, θυμιάμα στους αγίους,
η Παναγιά η Δέσποινα, μπρος στη μεγαλοσύνη,
να στέκει και να καρτερά, να σκύψεις προς τα μένα,
ν' απλώσεις τα χεράκια σου, που αγιασμό πια ραίνουν,
να νίψουν τα ματάκια μου, με δεύτερους πλαγίους,
τους ήχους τους βυζαντινούς, μπροστά στη Δεσποσύνη

20
και γίνηκε μανούλα μου, το ιερό της θάμα,
ανασασμός ακούστηκε, η πλάκα εκουνήθη,
τ' αγέρι γύρω χύθηκε, κι' απλώθη στα μνημεία,
το χώμα να σηκώθηκε, ανάριεψαν τα ίτσια,
τα χερουβείμ εφώναξαν, πως έγινε το τάμα,
τις πόρτες τις ανοίξανε κι' απόμεινε η λήθη,
να περπατάει μοναχή, λες κι' ήταν μόνο μία,
μέσα στις τόσες συμφορές, σαν όμορφα κορίτσια.

21
Εψές το βράδυ ζωντανή, σε είδα στ' όνειρό μου,
να βγαίνεις και να περπατάς, με τέσσερους αγγέλους,
να ροβολάς περήφανη, μέσα στην άδεια στράτα,
τα χέρια σου αερικά, τα πόδια σου αέρας,
περπάτημα ολόστρατο, σαν να 'ταν τυχερό μου,
σ' αυτό το συναπάντημα, να βλέπω αρχαγγέλους,
να σου μυρώνουν το στρατί και στα μαλλιά τ' αφράτα,
να στέκονται περήφανα, φτερά μιας περιστέρας

22
κι εκεί που σε πρωτόδα, σταλαγματιά της ζήσης,
απρόσμενα να ξεκινάς, στο σπίτι να πηγαίνεις,
μέσα στη νύχτα μοναχή, με το λυτό τσεμπέρι,
τσέργα στις πλάτες φόραγες, στου δρόμου την κρυάδα
κι είχες στην όψη σου χαλί, το θρόισμα της φύσης,
αγιασμός η ανάσα σου, σημάδι ν' απομένεις,
πάνω στο βλέμμα που θωρεί, το λατρευτό χαμπέρι,
χάθηκες απ' τα μάτια μου, κρυμμένη στην χλωμάδα.

23
Εξύπνησα λαχτάρα μου και ήμουν μοναχός μου, 
στο δώμα μέσα ορφανός και καταφρονεμένος,
τους τοίχους πάλι να κοιτώ, τα γείσα να ρωτάω,
γρέκι μου γίνηκε ξανά, το σπίτι μία στάλα,
εφώναξα και ούρλιαξα, τριγύρω της ηχώς μου,
η αντιλαλιά μου μήνυσε, πως είμαι ξεχασμένος
κι έτσι πως ήμουνα σκυφτός, στο μνήμα ξανά πάω
και ψάχνω μες στα σκοτεινά, μην είσαι μες στη σάλα.

24
Απίστομα κυλίστηκα, στου κρεβατιού την κόρα,
που 'γινε τόσο πια σκληρή, από τα δάκρυά μου,
το εικόνισμα στην γωνιά, κοιτώ απελπισμένα
κι απ' τα στήθη μου βαθιά, βγαίνει μιαν απορία,
γιατί γλυκιά μου Παναγιά, γιατί αυτή την ώρα,
να φύγει έτσι ξαφνικά, πάλι από κοντά μου,
τ' όνειρο το χρυσόνειρο, να φύγει από μένα,
τώρα που είχα μια χαρά, μιαν άπλετη εφορία;

25
Γιατί το φως που έλαμψε, ξανά στο φτωχικό μου,
έστω για λίγο μια στιγμή, γλυκά μες στ' όνειρό μου,
να σβήσει έτσι στο φευγιό, στου φεγγαριού τη χάρη,
στο ξύπνημα του λογισμού, στο πέρασμα τ' ανέμου,
στην θάλασσα θε να ριχτεί, έρμο μοναχικό μου,
το φως που ήτανε για με, κάστρο και οχυρό μου,
στερνή κρυφή ανασαιμιά, της άνοιξης κλωνάρι,
του Μάη φωτοστολιδιά, αχ κρυφέ καημέ μου;

26
Να πω τραγούδι θλιβερό, στερέψανε τα λόγια,
να πω γλυκόπικρο σκοπό, ξανά δεν ματαλέω,
χαλεύω να 'ρθω να σε δω, κανένας δεν με φέρνει,
στη χαλασιά που μου 'γινε, φαρμάκι ποτισμένο,
άνοιξη δεν μοσχοβολά, μονάχα μοιρολόγια,
τα χείλη μου που 'ναι στεγνά, δροσίζουν όταν κλαίω,
στα στήθια μου μια παγωνιά, την ζέστη σου μου παίρνει,
απόστασα στο μνήμα σου, που είναι δακρυσμένο

27
να στέκομαι και να κοιτώ τα νέκρολουλουδά μου,
στα μάτια μου θολόχρωμες, σταγόνες δυστυχίας,
να πέφτουν να ποτίζουνε, το καθισμένο χώμα,
να νίβουν τον απόηχο, της στερνής σου ανάσας.
Κουράστηκα μανούλα μου, μες στα ματόκλαδά μου,
να κλώθουν λήθες έρημες, της πρώτης ευτυχίας,
θέλω να μείνω δίπλα σου, ροδόσταμο στο στόμα,
φύλακας να 'μαι πλάι σου, σύντροφος της κάσας.

28
Παντέρημος θα περπατώ, μες στης ζωής τη φέξη,
θα σέρνομαι μονάχος μου, στης ρότας τ' απονέρια,
θα θυροδέρνω στα σκαλιά, να βρω λεημοσύνη,
τους άδειους τοίχους θα κοιτώ, μήπως και σ' ανταμώσω,
έστω για λίγο μια στιγμή, στα μάτια μου να φέξει,
κείνο το χρώμα τ' ακριβό, που ήταν σαν τ' αστέρια,
που 'χες στην όψη σου ψηλά, θωριά στην αγιοσύνη,
έλα μανούλα μου να δώ κι αγάπη να μαζώσω.

29
Το ξέρω μάνα μου γλυκιά, ο χάρος όποιον πάρει,
σαν άνεμος θε να χαθεί, στης λησμονιάς τη πόρτα,
οι μνήμες μόνο θα βλογούν, πίσω στην καταφρόνια,
στου κόσμου τον κατατρεγμό, στην άπονη ορφάνια,
θα γίνει κύμα θαλερό και στου γιαλού με χάρη,
θα σβήσει και θα ξεχαστεί, αντάμα με τα χόρτα,
που βγαίνουν έρμα μοναχά, εδώ και τόσα χρόνια
και καρτερούν τα μυστικά και μένουν στην αφάνεια.

30
Λάμνω μέσα στα κύματα, της άσπιλης μορφής σου,
αποκούμπι της ορφάνιας, πάντα σε φορώ ρούχο,
πάνω μου να 'χω φυλαχτό, ανέσπερο γλυκό φως,
αδιάλλακτη αγάπη μου, μοναδική μου στέψη,
απόρθητή μου πεθυμιά, το χάδι της αφής σου,
μες στη ψυχή μου βάλσαμο, εικόνισμά μου σου 'χω,
στους αχρείους κάτω κόσμους, που σε πήραν λυκόφως,
αγαπημένη μου μάνα, παντοτινή μου σκέψη...!

Καραθύμιος Θανάσης Σεκλιζιώτης 
"ανατριχιές" υπό έκδοση

Κουκίδου Πελαγία « Ροζ Κιμονό »


« Ροζ Κιμονό »

ροζ κιμονό ξεδιάντροπο και μέσα η αμαρτία
χαμένη η Ασιάτισσα εσένανε κοιτά
χαϊδεύει το στηθάκι της με ψεύτικη λαγνεία
μα να τελειώνει γρήγορα ενδόμυχα διψά 

μπλε κιμονό ζημιάρικο και σου φωνάζει έλα
χαμόγελο αμήχανο για χάδια λαχταρά
όχι δικά σου φουκαρά μα`κείνα της μητέρας
που`σφαξε το χαμόγελο για να`χει τον παρά

φούξια καπούλια φάνηκαν στο βρώμικο σοκάκι
και μία τσίχλα έσκασε και κόλλησε στη μύτη
ο μπάτσος ήρθε κι άστραψε και χάρισε ένα αστράκι
έπαθλο για "επίδοση" από νταβά κοπρίτη

κι εσύ μιλάς για τουρισμό και τρέχουνε τα σάλια
τυφλώνοντας τη μνήμη σου άλλο να μη θρηνεί
έναν σακάτη ανδρισμό και μια λαμέ βεντάλια
που βύζαξε τον έρωτα με ψεύτικη ηδονή..
Φωτογρ. Rita Senger July, 1920 for Vogue

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Χάρης Μελιτάς, Το ποίημα του Σαββάτου. LEXOTANIL




Το ποίημα του Σαββάτου.


LEXOTANIL


Tο Σάββατο

στη Γάζα οι νεκροί

θα υπερβούν τις δυόμισι χιλιάδες

εκ των οποίων

οι μισοί ξυπόλητοι ιππότες

και οι λοιποί γυναίκες και παιδιά.

Στα καθ' ημάς
οι διαδηλωτές
περίπου δυόμισι εκατομμύρια
εκ των οποίων
οι μισοί στις παραλίες
και οι λοιποί στα μπαρ και στα καφέ.

Ο ψυχολόγος πάντως είχε έμπνευση
έγραψε ποίημα στη συνταγή μου.
Το τιτλοφόρησε Lexotanil.

''ανέκδοτο''



Αλεξάνδρα Μπακονίκα




Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετερίες.
Σ' αυτόν τον χώρο συνωστιζόταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι η τρυφηλη ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ' αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με λαχτάρα και δέος.

( ΓΛΥΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ συλ. "Το γυμνό ζευγάρι" )





Το μυστικό κι ανεκδήλωτο πάθος του
γι' αυτήν θεριεύει.
Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.
Έγινε άλλος άνθρωπος.
Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή
τώρα χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται.

( συλ. "Παρακαταθήκη ηδυπάθειας" εκδ. Εντευκτηρίου)



Μάριον Μίντση, ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΜΟΥ…



ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΜΟΥ…

Αναρωτιέμαι μερικές φορές.....Οδυσσέας Ελύτης

Αναρωτιέμαι μερικές φορές:
Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά ,πως η ζωή μου είναι μία;
Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές.

Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
Και να μη βλέπεις ,πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους.
Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται.
Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.

Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.
Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.
Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.
Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω.

Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ.
Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.

Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα, πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.
(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)*** *** ***


*

Μάριον Μίντση, ΛΑΤΡΕΜΕΝΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ




ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΛΑΤΡΕΜΕΝΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ...Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Αμάν βρε παιδιά, πάλι τον καυγά βγάλατε σεργιάνι;
Μα και βέβαια το βλέπω. Εσείς μαζί δεν κάνετε και χώρια δεν μπορείτε.
Αυτό, το άκουσα πολλές φορές. Απ΄ό,τι βλέπω όμως, εσείς... όλα μαζί τ΄απολαμβάνετε,
αλυσοδεμένοι στην ευτυχισμένη ήττα.
.

Δέκα χρόνια, είμαστε μαζί, μου λες. Κι αν με ρωτήσεις το ''γιατί'', ούτε και γω το ξέρω.
Εσύ μπορεί να μην το ξέρεις, το ξέρω όμως εγώ που είμαι οικειοθελώς παθούσα.

Πως να μην είσαστε μαζί, αφού την
ΠΑΓΙΔΑ την διαλέξατε παρέα.
Στο παραθύρι, στήσατε το Μίσος.
Στην πόρτα την Αγάπη!
Στην ματιά θρονιασμένη η Διαφωνία,
στα χείλη το τρυφερό νεύμα της Ψυχής!
Στο σεντόνι η Ηδονή,
στο προσκεφάλι η μουρμούρα και το παθιάρικο Φιλί.

Να η αρνητική ισορροπία. Η καθημερινή σας Σύγκρουση, το Μόνιασμα, η Γκρίνια,
ο Έρωτας, η Απιστία και του συμβιβασμού η Ανοχή, έδεσαν κόμπο του δεσμού σας την Ουσία.
Μια ουσία που χαρίζει στον λατρεμένο
ΤΥΡΡΑΝΟ, την Αρμονία.

Δυο άνθρωποι που αγαπιούνται, για να ενωθούν στο τέλος με τον χορό του Ησαϊα, υπογράφουν μέσα τους, τη μυστική τους συμφωνία.
Όχι, όχι γι΄αυτά που ορκίστηκαν, ούτε γι΄αυτά που
είπαν, μα για κείνα που εσιώπησαν μέσα από την λαλίστατη γλώσσα της σιωπής.
Αρνητικοί και θετικοί πόλοι, που μαγνήτισαν
τις δυο υπάρξεις σε μια συντροφική πορεία.

-Πάρε τα μάτια μου, μου λες, να δεις τι βλέπουν!!!
Συμφωνώ. Μέσα από τα μάτια της αγάπης, μαγικά θέλουν να τα βλέπουν.


Η ασχήμια, υποκλίθηκε στην ομορφιά κι η ομορφάδα ρούφηξε αχόρταγα το μέλι από το στόμα.
Η αδυναμία συγκλονίστηκε από τη δύναμη και η δύναμη προστάτεψε την ανημπόρια στην δική της αγκαλιά.

Έτσι, τα διαφορετικά σας χουγια, κολύμπησαν με μιας ευτυχισμένα στα δικά σας μαγνητικά ρευστά!
Να γιατί η εκλογή του συντρόφου μας, δεν είναι ποτέ τυχαία.
Θυμάσαι τι έλεγε η σοφία της γιαγιάς;
Μόνο όταν κυλήσει ο ντέτζερης και βρει το δικό του το καπάκι
τότε μόνο η σχέση, είναι ιδανική.

Αχ βρε έρωτα! Αρρώστια μου και ίαση μαζί!
Απ΄το κεντρί σου βγάζεις μέλι
κι απ΄το μέλι την πληγή.
Μα σαν τρυπώσεις μες τα στήθια
απ΄τον ιό σου,
δεν θέλει ποτέ κανείς να γιατρευτεί!

ΛΑΤΡΕΜΕΝΕ ΜΟΥ ΤΥΡΑΝΝΕ, ΕΣΥ!!!

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ Β. ΣΠΡΑΝΓΚΕΡ
''Αφροδίτη και Άδωνις'' ************

Μάριον Μίντση

17 Αυγούστου 2012 ·