Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Γιώργος Τζανέρης



Χρόνια το φιλοξενούσε προσεκτικά στην τσάντα της και όλα αυτά τα χρόνια αυτός ο μικρός γυάλινος μαχαραγιάς φιλοξενούσε το άρωμά της!

Εδώ και πολλά χρόνια φιλοξενεί τις μνήμες μου.


Yiorgos Tzaneris


3 Σεπτεμβρίου στις 2:45 μ.μ. · 

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Το νερό της βρύσης…


Το νερό της βρύσης…

Μια κόρη λεβεντόκορμη από μεγάλο σόι,
μια κόρη περδικόθωρη στεκότανε στη χλόη,
εκεί στης βρύσης το νερό κοντά σε μία δράνα
και φώναζε περήφανη κρατώντας μία στάμνα:
~
"Εγώ 'μαι μιαν αρχόντισσα, μια κόρη παινεμένη,
που έχω στα σεντούκια μου φλοκάτα 'ραδιασμένα
για προίκα έχω πλουμιστά δεν είμαι παντρεμένη,
έχω και χίλια πρόβατα στο κάμπο απλωμένα,
~
και νιο γυρεύω για να βρω, άντρα μου να τον κάνω
να μου γλυκάνει το καημό που 'χω στα στήθια μέσα,
δεκάξι χρόνων κορασιά, το πόθο μου να γιάνω
τα στήθια μου τριζοβολούν αχ πίσω απ' τη τρέσα,
~
σε κάθε μιά μ' ανασαιμιά τα ρίγη με τυλίγουν,
στο σώμα μου γυροβολιά πλανιέται η φαντασία,
του έρωτα λαβωματιά τα χείλη μου ανοίγουν
λες κι είναι τριαντάφυλλα τ' Απρίλη ορτανσία,
~
εγώ δεν θέλω γι' άντρα μου λεβέντη ζηλεμένο, 
να 'χει τα χίλια πρόβατα τα δυό χιλιάδες γίδια,
και να 'χει στο κρεβάτι του κορίτσι φιλεμένο
εγώ ζητώ για ταίρι μου, δεντρί με τα στολίδια,
~
να με αρπάζει αγκαλιά να 'μαι το φόρεμά του,
στον ίσκιο του να τραγουδώ αγάπης παραμύθια
τα βράδια κει στ' ακρόκλωνα να λέω τ' όνομά του,
έτσι που θα λιγώνομαι φιλώντας με στα στήθια".
~
Κι ως έσκυβε η μορφονιά τη στάμνα να γιομίσει,
τα στήθια της εφάνηκαν στης βρύσης το καθρέφτη,
ταράχτηκε σαν άκουσε βουή από μελίσσι
που 'χε σταθεί στη πλατανιά και άρχισε να πέφτει.
~
Της βρύσης το νερό, θολό σα ν' άρχισε να τρέχει,
η γης αμέσως σείστηκε, βρυχιέται η νερομάνα,
στις ριζιμιές των πλατανιών, χώμα θαρρείς πως βρέχει
φωνή βραχνή ακούγεται, σπάει η δόλια στάμνα:
~
"Εσύ μικρή μ' αρχόντισσα και παινεμένη κόρη,
που 'χεις τα χίλια πρόβατα στο κάμπο απλωμένα,
κι έχεις στο χρυσομέτωπο θωριά 'πο βλαχοχώρι,
και στων βυζιών σου τις ελιές δυο ρίγη σκαλωμένα,

δεν άκουσες για παντρειά πως έχω εγώ το γιο μου,
το γιο μου τον μονάκριβο που έφυγε στα ξένα,
κι έχω χρόνους να τον ιδώ και μήνους τ' ακριβό μου
να του χαιδέψω τα μαλλιά που θα 'ναι χιονισμένα,
~
να του ειπώ γλυκόλογα και να τον νανουρίσω,
μες στη φτωχή μου αγκαλιά ξανά να τον εσφίξω
να τον χορτάσω με φιλιά να τον γαμπροστολίσω,
να τον γεμίσω με πλουμιά, και ρύζια να του ρίξω;"
~
Η κόρη ανατρίχιασε π' ακούει το μοιρολόι
τα πόδια της κολλήσανε στης βρύσης το αλώνι,
τα μάτια της εστάθηκαν για μια στιγμή στη χλόη
κι αμέσως αποκρίθηκε στη μάνα σαν τελειώνει:
~
"Εγώ κυρά μ' δεν ήξερα το γιο σου κει στα ξένα,
μα σα θελήσει δω να 'ρθει να με προϋπαντήσει,
να τον γνωρίσω 'πο κοντά να έρθει για τα μένα,
νυφούλα γω θε να ντυθώ να με κορφολογήσει, 
~
σ' ανθόκλωνα θα κοιμηθώ μαζί του για να γιάνω
το πόθο που 'χω στη καρδιά μη τύχει κι αποθάνω,
και φύγω έτσι μοναχή αλώβητη παρθένα
εγώ το γιο σου γι άντρα μου τον παίρνω για τα μένα."
~
Τα λόγια τούτα έκραξε η άμοιρη κοπέλα,
τρεμάμενη σαν λεμονιά 'πο φόβο λιγωμένη,
και πίσω πίσω έκανε και μισοχαμογέλα
με τη ματιά της να θωρεί τη βρύση μαργωμένη.
~
Ξανά φωνή ακούστηκε βραχνή της νερομάνας,
λες κι έσβηνε μέσα βαθιά στα σωθικά της μάνας:
"Κόρη μ' εσύ του λογισμού νύφη μου δεν θα γίνεις,
γιατί ο γιος μου πέθανε και το νερό του πίνεις…."

Θανάσης Σεκλιζιώτης
Δημώδες 15σύλλαβος 
απ' τη συλλογή μου "επιστολές στην αγάπη"

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

H Νικολέττα Μαγεμέλι φωτογραφίζει και γράφει




Δέκα μέρες το δεξί μου μάτι έχει σπασμούς. Κάτι θα δω, σκέφτηκα στην αρχή. Κάποιον από τα παλιά ή από τα καινούρια. Και είδα κι άκουσα κι εξακολουθεί. Είναι που συνάντησα. Που επικοινώνησα. Που έκανα πολλά χιλιόμετρα στο άγνωστο. Είναι που πρόσφατα διάβασα για ένα ζεύγος εξαθλιωμένων Ρουμάνων με ένα ακόμα παιδί στα σπάργανα. Είναι που ακόμα αιμορραγούν οι γάζες, που οι ενέργειες έχουν πιάσει πάτωμα και το ταβάνι έγινε χαλί αυγουστιάτικο με κρόσσια από δάνεια, ένφια, ένδεια, ενταφιασμούς αλήθειας. Είναι που όσο μεγαλώνω, βαθαίνει ο καρκίνος κι η ευλογία της ευαισθησίας, μέσα στα ρυάκια και τα ποτάμια μου. Είναι που ελάχιστοι σέβονται. Τους χρόνους, τα πιστεύω, τις λεπτές χροιές, τις ώρες κοινής ησυχίας. Ακόμα λιγότεροι τη σιωπή εντός. Ψιλά γράμματα. Είναι που ο γείτονας χτυπά -λεκτικά και κυριολεκτικά- ένα παιδί με «μικρό» διανοητικό πρόβλημα. Του φταίει το δύσπεπτο «ελαττωματικό» βλέπεις. Διότι δάσκαλος στο επάγγελμα και το κοριτσάκι ανήκει στο κτηματολόγιό του. Έβαλε τα υγρά κάποτε κι έκτοτε τιμά το θαύμα της πατρότητας αξιωματικά. Είναι που δεν έχεις δικαίωμα, να τον κάνεις να μην ξαναδεί τα υπόλοιπα παιδιά του, το ψυχαναγκαστικό γκαζόν του, καθώς και τον πίνακα του σχολείου με τις λευκές κιμωλίες. Εκεί όπου νέα φιντάνια αποκτούν γερές ρίζες και διδάσκονται την μη βία, κάθε μορφής. Γιατί κοινωνικά οφείλεις ευλαβική απάθεια. Υποταγή στον ατάραχο καθρέφτη της λίμνης του θυμού σου. Για να είσαι αρεστός, αποδεκτός από όλους τους ανεγκέφαλους μουγκούς, που ξέρουν να κραυγάζουν με τα γκολ και για φιγούρα. Είναι που η φωνή μου, έκλεισε από το ουρλιαχτό και τις ύβρεις, γιατί ήταν το λιγότερο που είχα να κάνω και δε θα μείνω εκεί, να είσαι σίγουρος κύριε φερέφωνο και κάθε φερέφωνο. Είναι γιατί μεγάλωσα κι έζησα μισή ζωή με μια ανάπηρη αδελφή. Που έκανε φασαρία, που άλλαξε την υπόλοιπη ζωή μου ποικιλοτρόπως, που δεν διανοήθηκα ποτέ να σηκώσω χέρι, παρά μόνο για να την χαϊδέψω, με τα μάτια, τα χέρια, την αύρα, τις προσευχές. Γιατί πέρασαν αυτά. Τα δικά μου. Κι ατσάλωσα παρόλα αυτά. Κι η πάστα μου, καθώς κι η πάστρα μου, αντέχει την αγνωμοσύνη. Ανέχεται τις τακτικές των τσιφλικάδων που δεν ξέρουν τίποτε άλλο από τα προγράμματα. Υπομένει τα κοάσματα των απολίτιστων. Λαμβάνει τα κύματα της κακεντρέχειας. Αλλά ανθρωπάκο, σε περιμένει στη γωνία. Κι η γωνία είναι πάντοτε αιχμηρή. Κι αλίμονο, αν παίξει το αριστερό μου μάτι…
Νικολέττα Μαγεμέλι
19 Αυγούστου στις 8:36 μ.μ.




Νικολέττα Μαγεμέλι
12 Αυγούστου στις 8:40 μ.μ.

Αλλόκοτος κόσμος κύριε Fisher King. Mια Cadillac σε Σκοτεινό Θάλαμο. Σε ένα σπίτι που απέξω γράφει «Το κλουβί με τις τρελές».

Αλλόκοτος κόσμος Μy Captain. Θα σε βρω στον παράδεισο. Ίσως. Κάποτε. Υποδυόμενος μιαν οικονόμο, θα παίζεις με τα παιδιά το παιχνίδι της ζούγκλας. Γιατί ο κόσμος τέτοιος ήταν, τέτοιος είναι και θα είναι. Ζούγκλα. Απρόβλεπτος, με ψυχή σκέτη άβυσσο ή χωρίς ψυχή. Δίχως όρια. Που ψάχνει, σπάει, αντέχει, ρημάζει, χάνεται…
Αλλόκοτος κόσμος. Πίσω απ΄το γέλιο, δάκρυ. Πίσω από τη θλίψη η ελπίδα. Ποιος ξέρει αληθινά τον άλλον, αφού δε θα γνωρίσει ποτέ τον εαυτό του. Ποιος ανέχεται, δέχεται. Ποιος ακούει την προτροπή στο βάθος. Την περίπου φωνή, την σχεδόν απόκοσμη: Carpe Diem. Άδραξε τη μέρα. Κι ας φεύγει. Κι ας αρπάζει. Κι ας τρέχουν σαρκοβόρα ρήματα πίσω της. Κι άλλα τόσα. Ζωντανά, ερειπωμένα, κατά φαντασία, κατ΄εικόνα. Καθ΄ ομοίωση;
Άδραξε τη μέρα. Αποδημούμε ένας-ένας χωριστά και μαζικά. Ως ένα άλλο είδος πουλιών. Δίχως φτερά στο γυρισμό. Έχοντας ζήσει τη ζωή κάποιου άλλου. Με όσκαρ απουσίας. Οι περγαμηνές μένουν πάντα μόνες...
Νάνου νάνου κύριε Ρόμπι και κάθε κύριε Ρόμπι της μοναξιάς.
Αλλόκοτος κόσμος, μα λέω να το παλέψουμε.
Να μην πούμε αντίο. Όχι ακόμα. Τι λες κι εσύ;


Ν.




Νικολέττα Μαγεμέλι
24 Ιουλίου ·

Δε συμπαθούσες ιδιαίτερα το πράσινο. Έτσι δεν ψώνιζα απ΄τους αγρούς φορέματα. Δεν έβαφα τα μάτια μου με χλωροφύλλη. Δυσκολευόμουν στη φωτοσύνθεση κι είχα ναρκωμένη την νεράιδα στο μπουκάλι. Κλεισμένη με κόκκινο βουλοκέρι.

Σε διψούσα, όπως έλεγε ο ποιητής σε άλλο χρόνο. Κι έπαθα άσθμα στην ελπίδα να γεράσω μαζί σου. Για να δέομαι στο άγιο ανέφικτο, έχτισα εικονοστάσι στη χάρη σου. Από Άνοιξη σε κλείσιμο το χαζεύω. Φευγαλέα. Δίχως να σταματώ πια, για να σ΄ ανάψω.
Ούτως ή άλλως σ’ έχω δεμένο αμάραντο στο προσκεφάλι κι ένα καντήλι να τρέμει μέρα νύχτα στ΄όνομά σου. Να ξερες τι λένε για σένα οι περαστικοί. Πως είσαι τάχα ζωντανός νεκρός. Πως συμφωνήσαμε να σε σκοτώσω, για να ζήσεις. Λόγια... Τις νύχτες κοιμάμαι απαλλαγμένη από κάθε φθόγγο, μ΄ένα τρελόχαρτο σεντόνι. Μια μέρα -θυμάμαι- μ΄έπιασε η καλοκαιριά να σκαλίζω ένα ξέμπαρκο σύννεφο και μού τσουρούφλισε τα χέρια. Χωρίσαμε. Σκυθρώπιασα. Δεν είπαμε τίποτα σχετικό από τότε. Μόνο σε όνειρο, πίνουμε αψέντι κατάχαμα στο χνούδι, πλάι στον πάπυρο που ο ήχος του μοιάζει βρόχινος. Τρώμε ελιές και κοιταζόμαστε μ΄ένα τρόπο που μόνο οι Ακακίες μπορούν να περιγράψουν. Με θέα τα κυπαρίσσια. Με το βούισμα των πεύκων που κόψαμε, για να μη θυμίζει απόηχο αδιάβατων λεωφόρων. Τόσο ψηλά. Τόσο θάνατος. Ύστερα ξυπνώ ή ξανακοιμάμαι. Δε θυμάμαι. Μόνο όταν γίνομαι φύση κι όταν αδειάζω ύλη με κρατάει στη διαφορά κι αν... Όσο για το σεντόνι, έλειωσε στη ρίζα των ευκαλύπτων. Έγινε σώμα στο σώμα. Γι αυτό αν κάποιο ξημέρωμα ακούσεις σούσουρο στα φύλλα, θα ναι τα γράμματα που δε βολεύονται .
Υπάρχει μια μυστική έξοδος για όλα. Ένα κοινό μυστικό. Λένε. Τα πάντα γύρω το αποκαλύπτουν ακατάπαυστα. Αλλά πόσες γλώσσες πέρα από την ανθρώπινη μάθαμε;
Δε συμπαθούσες ιδιαίτερα το πράσινο. Κι είναι κρίμα, αδιάφορο ή απλά έτσι έπρεπε. Να περνώ μια περίοδο ναυτίας στις σκουληκκότρυπες. Και πότε-πότε να ψωνίζω απ΄τους αγρούς φορέματα και ποτέ την Κυριακή. Τις Κυριακές προσεύχομαι να σ΄έχει η αγάπη και στη θάλασσα μέσα μου.


N.


Νικολέττα Μαγεμέλι
13 Ιουλίου

Για μερικά τραύματα δεν αρκεί μία και μόνο Γάζα. Πόλεμος, προδοσία, υπεκφυγή, ''εγώ''. Όλα τα αντίθετα, εσύ.

Λείπεις κάτω απ΄τα τραπέζια κι εύχομαι τα καλύτερα στο άγνωστο. Ορκίζομαι στην ιδανική σου αναγκαιότητα, στις ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες και στον ναό της Αρτέμιδος. Την ονόμασα αγάπη και στην παρέδωσα άθικτη, χωρίς φόβο και πάθος. Το τελευταίο, ψέμα στην αλήθεια. Πόθος πες, σταθερά. Κι ύστερα πάλι -και πάντα- αγάπη. Οι καθαρές συλλαβές δεν αλλάζουν με την απουσία.
Εξακολουθώ να ριγώ έξω από τα τσιμέντα. Για δικούς μου λόγους. Θες γιατί λέγονται άθλοι, θες άθλιοι. Μη σκοτίζεσαι. Άφησέ το στους ώμους μου, που λάμπουν το βράδυ σε πείσμα, γιατί άργησαν οι φάροι κι οι πυγολαμπίδες. Καταφέρνω την μη σύνθλιψη. Ή τας ή επί ταν. Έπειτα νόστος, σιωπή και μολών λαβέ.
Εξακολουθώ να περνώ κάτω από τη γέφυρα. Μερικές φορές συνεχίζω. Άλλες χαζεύω -τάχα αδιάφορα- τα παροπλισμένα ταξίδια μέσα από τ΄αγκάθια. Πεταμένα σκουπίδια, πλεούμενα, μοναχικές καρέκλες δίχως ψαράδες σε βιομηχανικές περιοχές υψηλής μόλυνσης. Εμένα ανάμεσα σε κλειδωνιές, φυλλώματα, κάστρα κι άστρα που κάνουν θόρυβο.
Φυσάει απέξω προς τα μέσα αναποτελεσματική Όστρια. Σαν να λέμε στερητικό σύνδρομο δίχως δέρμα. Κάποιες λέξεις καρπίζουν, άλλες σαπίζουν εξαιρετικά γρήγορα. Λίπασμα, προσάναμμα ή και τα δύο στο βωμό του πλανήτη κατακαλόκαιρο. Δάση και γράμματα καίγονται εξίσου κι εμείς, για να σπάσουμε το φράγμα του ήχου, κωφεύουμε εσωτερικά.
Δεν με πειράζει που στοιχειώνεις, έχω πολύ χώρο για σένα. Χωράω άλλο ένα συκώτι, άλλη μία σπλήνα, μια δεύτερη καρδιά, στομάχι, το τρίτο σου μάτι και πάει λέγοντας. Μόνο που να, έκοψα το κρέας πριν καιρό κι ακόμα τρώγομαι…

Ν.




Νικολέττα Μαγεμέλι
11 Ιουλίου


Έχω φωτογραφίσει τόσους κύκλους, που στο τέλος θα μου ζητηθούν
πνευματικά δικαιώματα. Από φεγγάρια, ώρες, διαδρομές, τα μάτια σου...
Κι ας είναι ελλείψεις.



Νικολέττα Μαγεμέλι
9 Ιουλίου


Μη χαζεύεις
πεθαίνουν οι μέλισσες...



Νικολέττα Μαγεμέλι
9 Ιουλίου

O δικός μου Rothko τραγουδά στα σύρματα
Στέκεται ηλιοβασίλεμα στο στάχυ
Πίνει τρελαμένα κάδρα
Τεθλασμένες, οξείες
Τέμνει και τέμνεται
Χάνει μέτρημα

Επιστρέφει γυμνός
σε θάλασσες αισθήσεων
Καταπίνει χρωμάτων ζεύξεις στη δύση
Ένας χορός με τα σπλάχνα δίχως...
Ο δικός μου ο Rothko
Αισθάνεται.

Ν.



Νικολέττα Μαγεμέλι
26 Ιουνίου
Η Αχμάτοβα καρτερεί την μούσα, κάπου στην οδό Μαγιακόφσκι. Ήταν κάποτε η αγαπημένη του Ελυάρ, πριν δέσει στον λαιμό της το κομμένο σχοινί του Μπρεχτ. «Εκεί που μ΄άφησες –του είχε πει- δεν πρόκειται ποτέ να με ξαναβρείς…» Ύστερα άφησε το μονόγραμμά της στην άμμο του χρόνου κι έφυγε για τη γυάλινη σιωπή. Κάποτε έσπασε: «Σου γράφω από έναν τόπο μακρινό, του Ανρί Μίσυ.» «Αύριο ποιος ξέρει που θα βρίσκομαι; Ίσως-ίσως εκεί που δε θα μείνει στη νύχτα παρά μοναχά ένα αστέρι ή σε τόπο ανήλιο, όπου οι πολλοί θα μιλούν για κάποιον Αυτόχειρα του Μπόρχες…».
Θα φωτίσει. Το νιώθω. Θα φωτίσει. Η Ηλιόπερτα του Οκτάβιο θα γίνει πιο ελαφριά, δίχως να χάσει ίχνος απ΄τη βαρύτητά της. Τ΄ακούς Τόμας; Χωρίς να είμαστε τίποτε άλλο παρά μόνο άνθρωποι, θα βαδίζουμε ανάμεσα στα Άνθη του Κακού και θα ξερνάμε μοναχά Στεφανωτές και Δυόσμο.
Διαβάζω όλο και πιο σπάνια για αποχαιρετισμούς. Σφίγγω το χέρι του Φρεντερίκο τόσο δυνατά που μελανιάζει η θύμηση. Φοβάμαι -βλέπεις- μη χάσω το θαύμα των αγαλμάτινων ματιών του. Μη στερέψουν τα πηγάδια. Κι ελπίζω. Ελπίζω αθεράπευτα να ευλογήσει τον επίλογο τούτον ένα γράμμα για τον νέο ποιητή. Αξίζει μια επίγεια βόλτα στον παράδεισο, με πι μικρό μα όχι ανάπηρο. Δε συμφωνείτε φίλτατε Ρίλκε;
Συννεφιάζει σκόνη και θραύσματα νύχτας. Πέρασα να πω ένα γεια και να φύγω. Να πω πως παραείμαι καθαρή για τα μελάνια σας. Να σπάσω τα νύχια μου. Ν΄απαρνηθώ σκόνη και στείρες σκέψεις. Να τρώω στις ακτές ροδάκινα, μαδώντας σελίδες από τον Άμλετ. Στο πορτ-παγκάζ να φυλώ το ξεφλούδισμα των ευκαλύπτων και μια μέλισσα για αντίδοτο. Όταν διψώ την αλμύρα, να ορμώ στη θάλασσα με το γέλιο των ματιών. Κι ένας ήλιος γδάρτης να ρωτά την αντανάκλασή του στην κοιλιά του γλάρου:

«Έι, εσύ ασπρόχαρε, να μπλε κανείς ή να μη μπλε;»


Ν.

Γιάννης Ρουμελιώτης


Γλυκά ήντα


Γιατί κλαις μικρή μου ?

- με άφησε

Ποιος καλή μου ?

- ο πόνος

Ποιος πόνος για πες μου


- ο πόνος της γλύκας του έρωτα
καλέ κύριε
Πως θα ζήσω εγώ τώρα δίχως πόνο !
μου λες ?

Μέγας είσαι κύριε
Παιδί μου είσαι στα καλά σου ?
θέλεις σώνει και καλά να πονάς ?

- μα ναι έχω εθιστεί
Τι έχεις κάνει λέει ?
- έχω εθιστεί

Το συνήθισες δηλαδή
- μα ναι τι σας λέω τόση ώρα !

Εντάξει
- τι εντάξει καλέ ?
εδώ σας λέω δεν πονάω

Βρε μανία !!!
Να σου πάρω έναν άλλο πόνο ?
- όχι εγώ θέλω του έρωτα

Για πες μου κάτι άλλο
πόσο χρονών είσαι εσύ παιδί μου ?
και έχεις μπλέξει και με έρωτες ...


- ήντα και , καλέ κύριε
γιατί παίζει κανένα ρόλο ?

Απ' ότι βλέπω απολύτως
όχι

Γιάννης Δ. Ρουμελιώτης

Γιάννης Ρουμελιώτης


9 Ιουλίου



Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Το τραγούδι της νεκρής μάνας....


Το τραγούδι της νεκρής μάνας....

1
Αχ και να ' ρχόταν μια στιγμή, να την ξαναγκαλιάσω,
να της ειπώ γλυκόλογα, να της ειπώ χαρούλες.
Στάλα τη στάλα λιώνουνε, τα χιόνια στα κλαράκια
και συ μανούλα μου γλυκιά, ακόμα δεν εφάνεις,
να σε αρπάξω αγκαλιά, μέσα μου να σε λιάσω,
οι πόνοι που 'χω στην καρδιά, να γίνουν ζαχαρούλες,
να γίνουνε γοργόφτερα, να φύγουν αεράκια,
έλα και είμαι μόνος μου, την θλίψη μου να γιάνεις.

2
Πάει καιρός που σ' έχασα κι' η λύπη με τρυγάει,
που 'ναι εκείνα τα ζεστά, τα χαρωπά ματάκια,
τιτίβισμα γλυκόλογο, που 'βγαζε η φωνή σου,
τα χείλη σου μιαν αρμαθιά, γλυκιές ευχές αγγέλων,
βλογούσανε την σκέψη μου, την κάναν να ριγάει,
στην λίμνη του Αχέροντα, συ λούζεις τα μαλάκια,
εκείνα τ' ασημόμαλλα, που 'πλεκες μοναχή σου
και τ' άπλωνες μες στη ποδιά, κοτσίδες αρχαγγέλων.

3
Έλα να 'δω τα χέρια σου, μην είναι μαραμένα,
μη κι' ο χρόνος έσβησε, τους κόπους της δουλειάς σου,
εσύ που ξενοδούλευες, μονάχη σου και χήρα,
στα χρόνια τα παράκαιρα, ολόρθο το κορμί σου,
για να τρανέψεις δυό παιδιά, μόνα κι' ορφανεμένα,
έλα να 'δω τα στήθια σου, που ήταν τα χαλιά σου,
κει πάνω το γλυκόγαλο, λεχούδι πρωτοπήρα,
έλα να δω μες στο λαιμό, την υστερνή πνοή σου.

4
Να 'ταν να 'ρχόσουν μιά στιγμή και μέσα στ' όνειρό μου,
να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, που 'ναι στεφανωμένα,
με δύο κλώνους ερημιάς και με θολή ζαλάδα,
στείρα τα χρόνια που 'ζησα, τόσο καιρό που λείπεις
και οι δροσούλες της αυγής, απ' το παράθυρό μου,
χάμω στην γη κυλίστηκαν, δάκρυα λασπωμένα,
σβηστήκανε τα ίχνη σου, στης ρούγας την απλάδα
κι' έμεινε να με κυβερνά, η μυρωδιά της λύπης.

5
Στον άνεμο εγίνηκα, το ουρλιαχτό του λύκου,
στους πέντε δρόμους έκλαψα, πέρα στις δύο στράτες,
στ' ανθόνερα δεν θέλησα, ποτές να κολυμπήσω,
να πιώ νερό της φαμιλιάς, πάντα μαζί με σένα,
για μένα είσαι μάνα μου, το μάνταλο του κρίκου
κι' όπου βροντούν κι' όπου χτυπούν, οι συμφορές τρεχάτες,
στον λογισμό μου σ' έχω γω, κλειδί να σ' ασφαλίσω,
μέσα στην άμοιρη ψυχή, βαθιά μαζί με μένα.

6
Στις στάχτες των ονείρων μου, μια φυλουριά φυτρώνει,
που 'χει και τ' ανασάλεμα, τ' αγέρα στα κλαδιά της,
έχει και κειο το κλάδεμα, απάνω της σημάδι,
μικρό παιδί σαν ήμουνα, με πήγαινες κοντά της,
με άφηνες στον ίσκιο της, στο διπλανό κοτρόνι,
μάζευες τις αγριελιές, ζητώντας την λαδιά της,
εσκούπιζες την μύτη μου, στη μπούκα μ' ένα χάδι,
άρπαζες απ' την άγρια γη, τα πλέρια υφαντά της.

7
Αλώνιζες ανηφοριές, λόγγους και λαγκαδάκια,
στους κήπους επερπάταγες, κι' όλο χαμογελούσες,
μες στ' αντρικά τα χέρια σου, ρόζοι είχαν φυτρώσει,
της άνοιξης την ομορφιά, φορούσες στην θωριά σου,
πουλιά ολόγιομα χαρά, επάνω στα κλαδάκια,
φωνάζανε μες την καρδιά, στο σπίτι σαν γυρνούσες,
τον στεναγμό δεν άφηνες, το στρώμα μου 'χες στρώσει,
κι' αναπαμό δεν έβρισκε, ποτέ της η πλωριά σου.

8
Εστέρεψαν τα λόγια μου και τ' αναφιλητά μου,
τις νύχτες να σου τραγουδώ, τις μέρες να σιωπαίνω,
να βγαίνουν απ' τα χείλη μου, θρήνοι και μοιρολόγια,
αδράχτια να τυλίγουνε, της μοναξιάς το νήμα,
λουλούδια νεκρολούλουδα, τα μόνα τα φυτά μου,
να 'χω παρέα συντροφιά, τον τάφο σου να ραίνω,
να σκύβω πάνω του γλυκά και να σου λέω λόγια,
κείνα τα λόγια π' άκουγα, πριν να διαβείς στο μνήμα.

9
Το κοντοσκούφι σου φορώ, το μαύρο τ' αγιασμένο,
το 'χω πάνω μου φυλαχτό, δροσιά απ' την ψυχή μου,
μάνα μου που τ' αρνήθηκες, μαζί σου να το πάρεις,
ανάμα το 'χες πάνω σου, γιατί 'ταν του αντρός σου,
τ' ακούμπησες στα χέρια μου και μου 'πες "γιε προσμένω,
τον χάροντα που θε να 'ρθει, άντε με την ευχή μου,
να το φοράς παντοτινά, βλογιά αυτής της χάρης,
να 'σαι για πάντα άνθρωπος, να 'ναι κι' αυτό γιατρός σου".

10
Λάμνω μέσα στα κύματα, της άσπιλης μορφής σου,
αποκούμπι της ορφάνιας, πάντα σε φορώ ρούχο,
πάνω μου να 'χω φυλαχτό, ανέσπερο γλυκό φως,
αδιάλλακτη αγάπη μου, μοναδική μου στέψη,
απόρθητή μου πεθυμιά, το χάδι της αφής σου,
μες στη ψυχή μου βάλσαμο, εικόνισμά μου σου 'χω,
στους αχρείους κάτω κόσμους, που σε πήραν λυκόφως,
αγαπημένη μου μάνα, παντοτινή μου σκέψη.

11
Παράκληση στους ουρανούς, στον Θεό μου 'κει πάνω,
είν' η φωνή μου μιά σταλιά, μπροστά στην Αγιοσύνη,
έρμος και μόνος περπατώ, χαμένος μες τα πλήθη,
την μορφή σου αναζητώ, μη και την ανταμώσω,
μέσα στο διάβα μου αυτό, τρεις ικεσίες κάνω,
η ανάσα μου μιά φωτιά, μιά ελεημοσύνη,
ανάσασμά μ' ατέλειωτο, στης μοναξιάς τη λήθη,
ελπίδα και παρηγοριά, κοντά σου να σιμώσω.

12
Έτσι να έρθω μιά στιγμή, φυλλορροής ανάσα,
να έχεις χτενίσει τα μαλλιά, με τα χρυσά σου χτένια,
λουλούδια να' χεις πάνω τους, υφάδια ξακουσμένα,
να 'χεις και τα στερνόφιλα, στο μέτωπο στεφάνια,
που πήρες όταν έφυγες, για φυλαχτό στην κάσα,
να 'χεις μανούλα μου γλυκιά, θωριά μαλαματένια,
στο πρόσωπό σου τ' άχραντο, να είναι κρεμασμένα,
τα μάτια μου καρτερικά, στη κόμη σου γιορντάνια.

13
Να 'ρθω να δω της άνοιξης, μοσχοβολιές 'κει πάνω,
να δω και τα τριαντάφυλλα, που είχες στις αγκάλες,
στου παραδείσου τα νερά, να μπω να κολυμπήσω,
να πιάσω με τα χέρια μου, σταγόνες που μαγεύουν,
τα χερουβείμ να προσκυνώ, μετάνοιες να τα κάνω,
μη λυπηθούν κι' ανοίξουνε, τις πόρτες τις μεγάλες
και φύγουμε μανούλα μου, πίσω να σε γυρίσω,
στο σπίτι μας στη ρούγα μας, που χρόνια σε γυρεύουν.

14
Να δεις και τις χαμομηλιές, πως θέριεψαν στη πόρτα,
στο κατωθύρι φύτρωσαν και μέσα στο κατώγι,
τα γιούλια τώρα στέκονται, στις γλάστρες μαραμένα,
νεκρολουλούδια γίνηκαν, με το μπλαβί τους χρώμα,
πάμε να δουν τα μάτια σου, εκείνα τ' αγριοχόρτα,
που μάζευες ολότρεμη, στο ξέπνοο τ' απόγι,
πάμε να δεις και τις ιτιές, πως σειόνται λυπημένα,
πως θλίβονται και σκύβουνε, τα φύλλα τους στο χώμα.

15
Πάμε να δεις την σκοτεινή, την άδεια κάμαρά σου,
που ήταν πάντα ανοιχτή, γιομάτη απ' το φως σου,
να δεις το προσκεφάλι σου, τ' ασημοκεντημένο,
πως έρμο κάθεται πουλί, σε κλώνο μοναχό του,
να δεις τα χρυσοστόλιστα, που ήταν η χαρά σου,
πάνω στους τοίχους κρέμεται, το κάθε τι δικό σου,
έλα μανούλα μου να δεις κι' αυτό το δακρυσμένο,
το καντηλάκι στη γωνιά κι' άκου τον μυχό του.

16
Έλα μανούλα μου να δεις, το έρμο σπιτικό σου,
που 'ρημωσε σε μια νυχτιά, σαν 'χάθει η πνοή σου,
να βγάλεις από πάνω σου, το νεκροσάβανό σου,
να νίψεις τα ματάκια σου, τα κρασοποτισμένα,
να πλύνεις το κορμάκι σου και με το νυχτικό σου,
να στρώσεις για να κοιμηθείς και στην αναπνοή σου,
να φαίνεται μια ραθυμιά, στο φωτοστέφανό σου,
που 'χες απλώσει στα μαλλιά, λουλούδια μυρωμένα.

17
Έλα κι' ο πόνος με τρυγά, όλες τις έρμες νύχτες,
μονάχος μου να περπατώ, μονάχος να διαβαίνω,
στο σπίτι μέσα τ' αδειανό, ήλιος που δεν το βλέπει,
έλα να φέξει μια χαρά κι οι σκοτεινιές να φύγουν,
να πάνε πέρα στα βουνά, μακριά 'κει πέρα ρίχτες,
έλα σαν φως σε καρτερώ, έλα και σε προσμένω,
να 'ρθεις και να 'ρθει η χαρά, για μένα γίνε σκέπη,
για μένα γίνε προσταγή, οι ερημιές με πνίγουν.

18
Εχτές αργά στον ύπνο μου, σε είδα στ' όνειρό μου,
να με φιλάς στ' ακρόχερα, κρινάκια να μου δίνεις,
για να στολίσω τ' ορφανό, το έρμο τ' ανθογυάλι,
που 'χες μανούλα μου στερνά, εσύ ανθοστολίσει.
Είδα τα χείλη σου ωχρά, στο μάτι το υγρό μου,
μιαν έρημη απελπισιά, ξάφνου πως αναδίνεις,
ν' απλώνεις γύρω την ματιά, κύμα σε ακρογιάλι,
να πεταρίζουν γύρω σου, αγγέλοι σε ξωκκλήσι.

19
Καντήλια μες στο πρόσωπο, να φέγγουν αναμμένα,
οι καμπανιές ν' αχοβολούν, οι ψαλμωδιές να κρένουν,
με την ηχώ τους να κερνούν, θυμιάμα στους αγίους,
η Παναγιά η Δέσποινα, μπρος στη μεγαλοσύνη,
να στέκει και να καρτερά, να σκύψεις προς τα μένα,
ν' απλώσεις τα χεράκια σου, που αγιασμό πια ραίνουν,
να νίψουν τα ματάκια μου, με δεύτερους πλαγίους,
τους ήχους τους βυζαντινούς, μπροστά στη Δεσποσύνη

20
και γίνηκε μανούλα μου, το ιερό της θάμα,
ανασασμός ακούστηκε, η πλάκα εκουνήθη,
τ' αγέρι γύρω χύθηκε, κι' απλώθη στα μνημεία,
το χώμα να σηκώθηκε, ανάριεψαν τα ίτσια,
τα χερουβείμ εφώναξαν, πως έγινε το τάμα,
τις πόρτες τις ανοίξανε κι' απόμεινε η λήθη,
να περπατάει μοναχή, λες κι' ήταν μόνο μία,
μέσα στις τόσες συμφορές, σαν όμορφα κορίτσια.

21
Εψές το βράδυ ζωντανή, σε είδα στ' όνειρό μου,
να βγαίνεις και να περπατάς, με τέσσερους αγγέλους,
να ροβολάς περήφανη, μέσα στην άδεια στράτα,
τα χέρια σου αερικά, τα πόδια σου αέρας,
περπάτημα ολόστρατο, σαν να 'ταν τυχερό μου,
σ' αυτό το συναπάντημα, να βλέπω αρχαγγέλους,
να σου μυρώνουν το στρατί και στα μαλλιά τ' αφράτα,
να στέκονται περήφανα, φτερά μιας περιστέρας

22
κι εκεί που σε πρωτόδα, σταλαγματιά της ζήσης,
απρόσμενα να ξεκινάς, στο σπίτι να πηγαίνεις,
μέσα στη νύχτα μοναχή, με το λυτό τσεμπέρι,
τσέργα στις πλάτες φόραγες, στου δρόμου την κρυάδα
κι είχες στην όψη σου χαλί, το θρόισμα της φύσης,
αγιασμός η ανάσα σου, σημάδι ν' απομένεις,
πάνω στο βλέμμα που θωρεί, το λατρευτό χαμπέρι,
χάθηκες απ' τα μάτια μου, κρυμμένη στην χλωμάδα.

23
Εξύπνησα λαχτάρα μου και ήμουν μοναχός μου, 
στο δώμα μέσα ορφανός και καταφρονεμένος,
τους τοίχους πάλι να κοιτώ, τα γείσα να ρωτάω,
γρέκι μου γίνηκε ξανά, το σπίτι μία στάλα,
εφώναξα και ούρλιαξα, τριγύρω της ηχώς μου,
η αντιλαλιά μου μήνυσε, πως είμαι ξεχασμένος
κι έτσι πως ήμουνα σκυφτός, στο μνήμα ξανά πάω
και ψάχνω μες στα σκοτεινά, μην είσαι μες στη σάλα.

24
Απίστομα κυλίστηκα, στου κρεβατιού την κόρα,
που 'γινε τόσο πια σκληρή, από τα δάκρυά μου,
το εικόνισμα στην γωνιά, κοιτώ απελπισμένα
κι απ' τα στήθη μου βαθιά, βγαίνει μιαν απορία,
γιατί γλυκιά μου Παναγιά, γιατί αυτή την ώρα,
να φύγει έτσι ξαφνικά, πάλι από κοντά μου,
τ' όνειρο το χρυσόνειρο, να φύγει από μένα,
τώρα που είχα μια χαρά, μιαν άπλετη εφορία;

25
Γιατί το φως που έλαμψε, ξανά στο φτωχικό μου,
έστω για λίγο μια στιγμή, γλυκά μες στ' όνειρό μου,
να σβήσει έτσι στο φευγιό, στου φεγγαριού τη χάρη,
στο ξύπνημα του λογισμού, στο πέρασμα τ' ανέμου,
στην θάλασσα θε να ριχτεί, έρμο μοναχικό μου,
το φως που ήτανε για με, κάστρο και οχυρό μου,
στερνή κρυφή ανασαιμιά, της άνοιξης κλωνάρι,
του Μάη φωτοστολιδιά, αχ κρυφέ καημέ μου;

26
Να πω τραγούδι θλιβερό, στερέψανε τα λόγια,
να πω γλυκόπικρο σκοπό, ξανά δεν ματαλέω,
χαλεύω να 'ρθω να σε δω, κανένας δεν με φέρνει,
στη χαλασιά που μου 'γινε, φαρμάκι ποτισμένο,
άνοιξη δεν μοσχοβολά, μονάχα μοιρολόγια,
τα χείλη μου που 'ναι στεγνά, δροσίζουν όταν κλαίω,
στα στήθια μου μια παγωνιά, την ζέστη σου μου παίρνει,
απόστασα στο μνήμα σου, που είναι δακρυσμένο

27
να στέκομαι και να κοιτώ τα νέκρολουλουδά μου,
στα μάτια μου θολόχρωμες, σταγόνες δυστυχίας,
να πέφτουν να ποτίζουνε, το καθισμένο χώμα,
να νίβουν τον απόηχο, της στερνής σου ανάσας.
Κουράστηκα μανούλα μου, μες στα ματόκλαδά μου,
να κλώθουν λήθες έρημες, της πρώτης ευτυχίας,
θέλω να μείνω δίπλα σου, ροδόσταμο στο στόμα,
φύλακας να 'μαι πλάι σου, σύντροφος της κάσας.

28
Παντέρημος θα περπατώ, μες στης ζωής τη φέξη,
θα σέρνομαι μονάχος μου, στης ρότας τ' απονέρια,
θα θυροδέρνω στα σκαλιά, να βρω λεημοσύνη,
τους άδειους τοίχους θα κοιτώ, μήπως και σ' ανταμώσω,
έστω για λίγο μια στιγμή, στα μάτια μου να φέξει,
κείνο το χρώμα τ' ακριβό, που ήταν σαν τ' αστέρια,
που 'χες στην όψη σου ψηλά, θωριά στην αγιοσύνη,
έλα μανούλα μου να δώ κι αγάπη να μαζώσω.

29
Το ξέρω μάνα μου γλυκιά, ο χάρος όποιον πάρει,
σαν άνεμος θε να χαθεί, στης λησμονιάς τη πόρτα,
οι μνήμες μόνο θα βλογούν, πίσω στην καταφρόνια,
στου κόσμου τον κατατρεγμό, στην άπονη ορφάνια,
θα γίνει κύμα θαλερό και στου γιαλού με χάρη,
θα σβήσει και θα ξεχαστεί, αντάμα με τα χόρτα,
που βγαίνουν έρμα μοναχά, εδώ και τόσα χρόνια
και καρτερούν τα μυστικά και μένουν στην αφάνεια.

30
Λάμνω μέσα στα κύματα, της άσπιλης μορφής σου,
αποκούμπι της ορφάνιας, πάντα σε φορώ ρούχο,
πάνω μου να 'χω φυλαχτό, ανέσπερο γλυκό φως,
αδιάλλακτη αγάπη μου, μοναδική μου στέψη,
απόρθητή μου πεθυμιά, το χάδι της αφής σου,
μες στη ψυχή μου βάλσαμο, εικόνισμά μου σου 'χω,
στους αχρείους κάτω κόσμους, που σε πήραν λυκόφως,
αγαπημένη μου μάνα, παντοτινή μου σκέψη...!

Καραθύμιος Θανάσης Σεκλιζιώτης 
"ανατριχιές" υπό έκδοση

Κουκίδου Πελαγία « Ροζ Κιμονό »


« Ροζ Κιμονό »

ροζ κιμονό ξεδιάντροπο και μέσα η αμαρτία
χαμένη η Ασιάτισσα εσένανε κοιτά
χαϊδεύει το στηθάκι της με ψεύτικη λαγνεία
μα να τελειώνει γρήγορα ενδόμυχα διψά 

μπλε κιμονό ζημιάρικο και σου φωνάζει έλα
χαμόγελο αμήχανο για χάδια λαχταρά
όχι δικά σου φουκαρά μα`κείνα της μητέρας
που`σφαξε το χαμόγελο για να`χει τον παρά

φούξια καπούλια φάνηκαν στο βρώμικο σοκάκι
και μία τσίχλα έσκασε και κόλλησε στη μύτη
ο μπάτσος ήρθε κι άστραψε και χάρισε ένα αστράκι
έπαθλο για "επίδοση" από νταβά κοπρίτη

κι εσύ μιλάς για τουρισμό και τρέχουνε τα σάλια
τυφλώνοντας τη μνήμη σου άλλο να μη θρηνεί
έναν σακάτη ανδρισμό και μια λαμέ βεντάλια
που βύζαξε τον έρωτα με ψεύτικη ηδονή..
Φωτογρ. Rita Senger July, 1920 for Vogue

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Χάρης Μελιτάς, Το ποίημα του Σαββάτου. LEXOTANIL




Το ποίημα του Σαββάτου.


LEXOTANIL


Tο Σάββατο

στη Γάζα οι νεκροί

θα υπερβούν τις δυόμισι χιλιάδες

εκ των οποίων

οι μισοί ξυπόλητοι ιππότες

και οι λοιποί γυναίκες και παιδιά.

Στα καθ' ημάς
οι διαδηλωτές
περίπου δυόμισι εκατομμύρια
εκ των οποίων
οι μισοί στις παραλίες
και οι λοιποί στα μπαρ και στα καφέ.

Ο ψυχολόγος πάντως είχε έμπνευση
έγραψε ποίημα στη συνταγή μου.
Το τιτλοφόρησε Lexotanil.

''ανέκδοτο''