Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΕΔΡΑ Σ’ ΕΝΑ ΗΡΩΙΚΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΔΗΜΑΡΧΟ (του Γιώργου Π. Ιατρού)





Η "Φοράδα" του ζωγράφου Γιάννη Δημητράκη



150 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του στρατηγού Μακρυγιάννη, επίσης πέρασαν 150 χρόνια από την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.

Όμως πόσοι γνωρίζουν ότι 150 χρόνια συμπληρώνονται και από την φονική ενέδρα στον Δήμαρχο τότε Λαυρίου, τον Κερατιώτη Λουκά Π. Aθανασίου (Παπαθανασίου) που είναι – πιθανόν - το πρώτο θύμα δήμαρχος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα;

Αλλά θα πρέπει να γυρίσουμε στο 1864 στην εξαιρετικά ταραγμένη εκείνη εποχή – μη ξεχνάμε ότι το 1862 έως το 1864 είναι τα χρόνια της έξωσης του Όθωνα – και να ακολουθήσουμε με τα βήματα του δημάρχου που με τη φοράδα του έρχεται στην Κερατέα από το έρημο τότε Λαύριο. Η πόλη του Λαυρίου δεν έχει δημιουργηθεί, θα ξεκινήσει ακριβώς στο χρόνο μετά το 1865.



Το σπίτι του δημάρχου Λουκά Π.Αθανασίου στην Κερατέα (ανήκει στο δήμο Λαυρεωτικής)

Ο Δήμος Λαυρίου (η ονομασία από το αρχαίο Λαύριο) σχηματίστηκε με Β.Δ. του 1835, με πληθυσμό 1238 κατοίκους, περιελάμβανε τότε την Κερατέα (έδρα του Δήμου), τον Κουβαρά, Εννέα Πύργους, Ανάβυσσο, Όλυμπο, Ντάρδεζα κτλ. Μεταγενέστερες προσαρτήσεις έγιναν με το βασιλικό διάταγμα του έτους 1840 «περί συγχωνεύσεως Δήμων Επαρχίας Αττικής» και ήταν τα Καλύβια, Θoρικό, Βίγλα, Καμάριζα, Σούνιο, Πασά, Ελένη (Μακρόνησος), Αγ Γεώργιος (νησί), Εργαστήριον.

Για να το καταλάβουμε με τα σημερινά δεδομένα ήταν οι Δήμοι Λαυρεωτικής και Σαρωνικού μαζί ως ένας Δήμος με έδρα την Κερατέα. Και αντί 51.000 κατοίκους που έχουν σήμερα, το 1861 τρία χρόνια πριν την ενέδρα ήταν 2.338 μόνο. Με ένα φυσικό περιβάλλον, εννοείται που δεν έχει καμία σχέση με το σημερινό.

Ο Δήμαρχος λοιπόν Λουκάς Π. Αθανασίου το καλοκαίρι (Ιούλιο, Αύγουστο) ή αρχές του Σεπτέμβρη του 1864 ανεβαίνει με τη φοράδα του από το έρημο Λαύριο στην Κερατέα. Στη γέφυρα Αδάμη στο σημερινό δρόμο Πλάκας – Λαυρίου στήθηκε η ενέδρα. Άγνωστοι παραμονεύουν και τον χτυπούν με κάλτσες γεμάτες άμμο, η φοράδα γυρίζει μόνη στο σπίτι στην Κερατέα, οι οικείοι του ανησύχησαν κι ένας γυρολόγος πραματευτής της εποχής ο Νικήτας τον φέρνει λιπόθυμο στο χωριό. Μεταφέρεται στην Αθήνα, κατονομάζει τους δράστες αλλά πεθαίνει σύντομα από εσωτερική αιμορραγία. Αυτό λέει η προφορική παράδοση στην Κερατέα και δυστυχώς στην πλούσια βιβλιογραφία της νεότερης ιστορίας της Λαυρεωτικής το γεγονός δεν είναι καταγεγραμμένο με λεπτομέρειες.

«Ιστορία είναι ότι γράφεται και όχι ότι γίνεται» είναι ένα βασικό αξίωμα για τους ιστορικούς. Πολλά σπουδαία γεγονότα που δεν καταγράφηκαν για διάφορους λόγους είναι σαν να μην έγιναν.

Η διήγηση ενός παππού στη γειτονιά μου στα πάνω καφενεία της Κερατέας το 1985, η σπηλαιώδης φωνή του, τα ξεκάθαρα Ελληνικά του, ο σεβασμός που μου ενέπνεε, η καταπληκτική ιστορία του με «στοιχειώνει». Ο μπάρμπα Γιώργης Ρώμας (1884 – 1987) είχε τελειώσει Σχολαρχείο και τα ήξερε πολύ καλά. Κυρίως δεν έλεγε ψέματα.



Το κτίριο Δροσόπουλου στην Κερατέα που στεγάζει το Δημοτικό Ωδείο Κερατέας και την Παιδική-Εφηβική Βιβλιοθήκη. Ανήκε στον δήμαρχο(1870-1882) Δροσόπουλο συνεργάτη του Σερπιέρι



Σύμφωνα με την αφήγηση αυτή την εποχή που ήρθε ο Σερπιέρι για να δημιουργήσει την Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρείου ο δήμαρχος Λουκάς Π. Αθανασίου τον συνάντησε και του έθεσε τρείς όρους για να προχωρήσει στην συμφωνία και να παραχωρηθούν τα εδάφη που ανήκαν στην Κοινότητα Κερατέας.

1. Η Εταιρεία να καταβάλλει δημόσιο και δημοτικό φόρο.

2. Η Εταιρεία να αναλάβει να σπουδάσει τα ικανά παιδιά της Κοινότητας στην Γαλλία.

3. Η Εταιρεία να μεριμνήσει για την υγεία των κατοίκων όταν στηθούν οι εγκαταστάσεις κι αρχίσουν οι εργασίες.

Η συμφωνία των δυο ανδρών όμως δεν τηρείται και ακολουθεί το γεγονός της ενέδρας.

Πώς όμως όλη αυτή η ιστορία αποδεικνύεται;

Είναι θρύλος η ιστορία του δημάρχου ή πραγματικότητα;

Το 2002 στην Ι’ Επιστημονική Συνάντηση ΝΑ Αττικής στα Καλύβια παρουσιάζω τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία στην ανακοίνωσή μου με τίτλο «1862 – 1866. Η αντίσταση των κατοίκων της Κερατέας στον Σερπιέρι. Ο ρόλος του Δημάρχου Λουκά Π. Αθανασίου».

Τα κυριότερα στοιχεία της έρευνας μου είναι:

- - Στα «Έγγραφα αφορώντα τας μολυβδούχους σκωρίας και τα μεταλλεία Λαυρείου από το 1860 μέχρι το 1865», του ιδρυτή του νεώτερου Λαυρείου μεταλλειολόγου Ανδρέα Κορδέλλα (εκδ 1870) στις σελ. 15 – 16 ανακαλύπτουμε την καταγγελία του δημάρχου Λαυρείου Λουκά Π. Αθανασίου κατά Γ. Παχύ (εκπροσώπου τότε του Σερπιέρι και την Γαλλική Εταιρείας) «όστις προτίθεται να αναγείρει εργολαβικό κατάστημα εν Κυπριανό του Θορικού ...».

Η ημερομηνία είναι «Εν Κερατέα 12 Σεπτεμβρίου 1863 και απευθύνεται στην Νομαρχία Αττικοβοιωτίας. Την καταγγελία αυτή συμμερίζεται και ο Ανδρέας Κορδέλλας με αναφορές του 2 Οκτωβρίου και 24 Οκτωβρίου 1863.

- - Στο βιβλίο των Εντμοντ Αμπου – Σαρλ Λεντου «Η επιχείρηση του Λαυρίου» Παρίσι 1872 (που δεν έχει κυκλοφορήσει μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τα Γαλλικά) αναφέρεται η συμφωνία αυτή πριν την ενέδρα. Και μάλιστα αναφέρεται ότι υπογράφτηκε το συμφωνητικό Κυριακή (άνοιξη του 1864;) μπροστά στην εκκλησία παρουσία του παππά κι όλων των κατοίκων της Κερατέας που είχαν συγκεντρωθεί. Περιγράφουν το γραφικό κουστούμι των παλληκαριών, άσπρη φουστανέλα, πλατιά ζώνη που περιέκλειε τον καπνό και τα όπλα και πουκάμισα κεντημένα με χρυσή ή ασημένια κλωστή. Οι γυναίκες στέκονταν πιο πίσω με μακρύ βαμβακερό πουκάμισο ενώ το κεφάλι και το στήθος τους ήταν σκεπασμένο από μεγάλα κομμάτια ασημιού (νομίσματα). Έπεσαν πυροβολισμοί, χόρεψαν για ώρες, έτρωγαν το αρνί χωρίς πιρούνια « a la pallikare» και ήπιαν άφθονη ρετσίνα.

- -Η έρευνά μου αποδίδει καρπούς κυρίως στην Γεννάδιο Βιβλιοθήκη της Αθήνας όπου ανακάλυψα την ρήξη των δυο ανδρών στα «Έγγραφα μεταξύ Ελληνικής και Γαλλικής Εταιρείας» (σελίδες 136). Εκεί υπάρχει η μήνυση Ιωάννου Β. Σερπιέρι «κάτοικου Μασσαλίας και διαμένοντας ενταύθα παριστώντας την Εταιρεία «Ιλαρίωνος Ρου και Σια» (Γαλλική Εταιρεία) κατά Λουκά Παπαθανασίου και άλλων δέκα κατοίκων του δήμου». Ημερομηνία 20 Ιουνίου 1864. Ο Σερπιέρι τους κατηγορεί ότι την 15 Ιουνίου 1864 μετέβησαν στη θέση Εργαστηριάκια όπου ειργάζοντο άνθρωποι της Εταιρείας του και δι’ απειλών και βιαιοπραγιών υποχρέωσαν τούτους να παύσωσι την εργασία των και κατέστρεψαν όλους τους πόλους και τα σήματα της Εταιρείας.

Επίσης υπάρχει και η αθώωση 12 Σεπτεμβρίου 1864 του Συμβουλίου την Εν Αθήναις Πλημμελειοδικών του Λουκά Παπαθανασίου και άλλων 10 κατοίκων της Κερατέας.

- Τέλος αξίζει να αναφέρω σύντομα ότι στη δίκη που έγινε το 1866 μεταξύ Ελληνικής και Γαλλικής Εταιρείας φαίνεται σαφώς ότι συνεχίζονται τα επεισόδια. Μάλιστα επιστρατεύονται και ένοπλοι υπό τον ατρόμητο καπετάνιο Μήτζα κατά των Κερατιωτών. Τα αντίπαλα στρατόπεδα είναι δυο η Ελληνική Εταιρεία, Πετρόπουλος – Ανδρικόπουλος – Ρόδιος όπου δυο χρόνια μετά το 1866 υποστηρίζουν ο αδερφός του δημάρχου Μήτρος Παπαθανασίου και οι δέκα δημότες που υποστήριζαν τον αδερφό του Λουκά και τον Δ. Καλλιφρονά το 1864 κι από την άλλη η Γαλλική Εταιρεία «Ιλαρίων Ρου και Σια» του Σερπιέρι με υποστηριχτή τον μετέπειτα δήμαρχο Π. Δροσόπουλο κι άλλους 13 Κερατιώτες που αναφέρονται. Η Κερατέα έχει διαιρεθεί στα δυο λοιπόν και κάπου στα πρακτικά της δίκης, διαβάζουμε ότι τον Σεπτέμβρη του 1864 αναφέρεται ως Δήμαρχος ο μάρτυς Αθανάσιος Λάμπρου που σημαίνει ότι η ενέδρα που ανέφερε ο μπάρμπα Γ. Ρώμας και επιβεβαίωσαν τα δισέγγονα του Λουκά Π. Αθανασίου (Κ Μπία, Σπ Παναγιώτου) έγινε Ιούλιο – Αύγουστο – Σεπτέμβριο 1864.

Στο τέλος της έρευνας μου είχα αναφερθεί και στο βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη «ο Χαρταετός» (Εστία 2002) που ασχολείται με τα «Λαυρεωτικά». Στο πρόλογο η συγγραφέας γράφοντας για την μεγαλύτερη επένδυση του 19ου αιώνα στην Ελλάδα στο Λαύρειο, αναρωτιέται γιατί να υπάρχει αυτή η εχθρική διάθεση και δαιμονοποίηση του Σερπιερι ως σήμερα.

Είχα γράψει τότε δυο λόγια για αυτό. «Υπάρχει δαιμονοποίηση χωρίς λόγο; Μπορεί κάποιος όσο και μεγάλη επένδυση να κάνει δίνοντας εργασία στον κόσμο να ξεπερνάει κάθε ηθικό φραγμό; Είναι τα εύλογα ερωτήματα που απευθύνονται από εμάς, από την ιδιαίτερη πατρίδα του Λ. Παπαθανασίου την Κερατέα».

Η κ. Αθηνά Κακούρη* όταν διάβασε την μελέτη μου αυτή μου απάντησε. Την επιστολή της αυτή δημοσιεύω χωρίς σχόλια γιατί βοηθάει στο διάλογο και την έρευνά που εξελίσσεται και θα ολοκληρωθεί ελπίζω με την έκδοση ενός βιβλίου με τίτλο «ΕΝΕΔΡΑ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΟ».

Αθήνα 4 Νοεμβρίου 2009

«…Διάβασα με προσοχή το άρθρο του κύριου Ιατρού, που είχατε την καλοσύνη να μου δώσετε. Είναι προσεκτικά γραμμένο και παρουσιάζει μια σχετικά άγνωστη φάση αυτής της ιστορίας. Έχει λοιπόν μεγάλο ενδιαφέρον.

Το βασικό κακό σ’ αυτήν την υπόθεση, είναι ότι δεν είχαμε τότε κτηματολόγιο. Και το κακό αυτό συνεχίζεται. Καταφέραμε ακόμη και χρηματοδοτούμενοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση, να μην φτιάξουμε κτηματολόγιο. Οι ατελεύτητες δικαστικές διαμάχες για την κυριότητα της γης είναι πράγματα αδιανόητα – και ακατανόητα – σε άλλες χώρες. Σε μας μερικοί έξυπνοι πλουτίζουν καταπατώντας. Αλλά το κράτος ζημιώνει και το κύρος της χώρας στραπατσάρεται. Αυτό είναι ένα δεδομένο πολύ θλιβερό και έπαιξε μεγάλο ρόλο στην υπόθεση του Λαυρείου.

Τώρα το όλο ζήτημα που κατέληξε να ονομάζεται «τα Λαυρεωτικά» δεν είναι μόνον πολύ περίπλοκο αλλά έχει και πολλές όψεις. Το της ιδιοκτησίας της γης είναι ένα. Το της ασφάλειας είναι άλλο. Το της βλαβερής πολιτικής διαμάχης, άλλο. Η αξία του μολύβδου, άλλη, καθώς και αποτίμηση των εκβολάδων και των σκωριών. (Προτιμώ να της λέω σκωρίες και όχι σκουριές, γιατί το ένα αναφέρεται σαφώς σε μετάλλευμα ενώ το άλλο μπορεί να είναι ακόμη κι η σκουριά στα κάγκελα του σπιτιού σας.) Το εργατικό, όπως οξύνθηκε μάλιστα αργότερα, είναι κι αυτό άλλο.

Εμένα, στον Χαρταετό, με ενδιέφερε αφ’ενός η άγονη – και επιβλαβής για τα συμφέροντα της χώρας – πολιτική διαμάχη και αφ’ετέρου τα αποτελέσματα της απληστίας, που δημιούργησαν την τρέλα των μετοχών.

Προσπάθησα να ελέγξω τα στοιχεία μου όσο πιο ευσυνείδητα μπορούσα, στα σημεία όπου επικεντρώνομαι. Προσπάθησα να εξακριβώσω ποια ήταν ακριβώς η αξία του ορυκτού πλούτου του Λαυρίου και αν υπήρχαν υπερβολικές εκτιμήσεις. Και προσπάθησα να μη ξεχνώ ποια ήταν παγκοσμίως τα συστήματα της βιομηχανίας τότε, καθώς επίσης και η ζωή στο ελληνικό χωριό. Νομίζω πως, με την εκ των υστέρων ψυχραιμία, πρέπει να τα ζυγιάζουμε καλά όλα.

Εντούτοις, κάποιος άλλος, με διαφορετικό στόχο, θα μπορούσε να γράψει ένα άλλο – και πιο συναρπαστικό μάλιστα, μια και θα μπλέκονται ληστές – μυθιστόρημα για τον φόνο του Δημάρχου και τους ενόχους εάν, φυσικά, μπορεί να εξακριβώσει τα στοιχεία που θα μεταχειριστεί, να αποδείξει τις πηγές του αξιόπιστες και να αχθεί στην καταδίκη – πέραν πάσης αμφιβολίας – του υπόπτου.

Στο ερώτημα του κυρίου Ιατρού «υπάρχει δαιμονοποίηση χωρίς λόγο;» απαντώ ν α ί, βεβαίως και υπάρχει! Ας θυμηθεί (μεταξύ χιλιάδων άλλων) την υπόθεση Ντρέυφους – ακόμη και η δίκη του Χριστού τι άλλο ήταν;

Επί πλέον, ακριβώς η πιθανότης ακόμη και μια νομότυπη δίκη να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, οδήγησε και στην κατάργηση της θανατικής ποινής. Εξακολουθώ να νομίζω πως καλύτερα είναι να τριγυρίζει ελεύθερος ένας φονιάς, παρά να κρεμαστεί ένας αθώος.»

Φιλικότατα Αθηνά Κακούρη

Παρουσίασα τα πιο κύρια στοιχεία στην υπόθεση αυτή.Υπάρχουν και πολλά άλλα ενώ η έρευνα συνεχίζεται. Παρακαλώ όσους ασχολούνται και έχουν κάτι έστω το παραμικρό να με ενημερώσουν.

Γιώργος Π. Ιατρού



Ο μπάρμπα Γιώργης Ρώμας (1884-1987) αφηγητής της ιστορίας μας

*Η Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας, κυρίως ιστορικών μυθιστορημάτων

Πηγή :
http://www.forkeratea.com/2014/09/150.html

Υ.Γ. Από Πετρούλα Σίνη : Πολύ χαίρομαι που οι συζητήσεις μας ως ομάδα στα μαθήματα δημιουργικής γραφής άρχισαν να πραγματώνονται και μια έρευνα του συμμαθητή μου Γιώργου Π. Ιατρού θα εκδοθεί σε βιβλίο με τίτλο «ΕΝΕΔΡΑ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΟ». Το 2002 στην Ι’ Επιστημονική Συνάντηση ΝΑ Αττικής στα Καλύβια αφού τελείωσε την παρουσίαση του με τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία στην ανακοίνωσή του με τίτλο «1862 – 1866. Η αντίσταση των κατοίκων της Κερατέας στον Σερπιέρι. Ο ρόλος του Δημάρχου Λουκά Π. Αθανασίου», έτυχε να κάθομαι δίπλα του όπου μου είπε ότι διάβαζε κι ανέτρεχε ακόμα και σε παλιά συμβόλαια από το Υποθηκοφυλακείο! Και καθώς διαβάσατε και προηγούμενα και σε πολλές βιβλιοθήκες και αρχεία ... τέτοια είναι η έρευνα και βαθιά μελέτη χρόνων στο θέμα που παρουσιάζει και κάνει έκκληση για βοήθεια και των κατοίκων της Κερατέας για περισσότερα στοιχεία που τυχόν γνωρίζουν . Οι επόμενες συναντήσεις μας σίγουρα θα είναι ακόμα πιο επικοδομητικές με τη βοήθεια πρωτίστως του δασκάλου μας Βαγγέλη Ραπτόπουλου



Το βιογραφικό του καθηγητή μαθηματικών και συγγραφέα Γιώργου Π. Ιατρού από τη βάση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου :

Ιατρού, Γιώργος Π.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2010) Η νήσος του Πατρόκλου του Δήμου Κερατέας, Δήμος Κερατέας

(2006) Το κινηματογραφικό πλατώ της Λαυρεωτικής, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής

(2003) Σούνιο. Λαύριο. Κερατέα, Toubi's
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2010) Το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Πρίφτη από την Κερατέα Αττικής, ΑΩ Εκδόσεις


Λοιποί τίτλοι

(2014) Ciampi, Paolo, Η καραβάνα στον βυθό της θάλασσας, Χρυσή Τομή [επιμέλεια]

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΔΙΨΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ!!! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ



ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΣΑΝ ΔΙΨΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ!!! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Σαν διψάσεις για Αγάπη, στύψε το Αγιοπότηρο του φεγγαριού και μέθα με την Θεία Κοινωνίας της, ως την ύστατη γουλιά!

Ο αντίποδας όμως, δεν μου είχε περάσει ποτέ από τον νου. Ίσως γιατί όλοι λίγο πολύ, έχουμε γαλουχηθεί με το εγωϊστικό αίσθημα της κατοχής.
Είχε έρθει στο γραφείο μου, γιατί είχε λέει, κάτι να μου πει.
Όμορφη και πρωτοπόρα με κείνην την αναλλοίωτη αυτοπεποίθηση, όπως τότε, που γράφαμε ραβασάκια και σκονάκια στην φοιτητική αυλή!
-Άσε με βρε φιλενάδα, της είπα κάποια στιγμή κι εγώ. Νοσταλγίας κέρασμα, ήρθες να με τρατάρεις πρωϊ πρωϊ;

Το παρελθόν το κατοικούν, εκείνοι που δεν έχουν μέλλον.

-Έλα, πες μου, τι κάνει ο δικός σου;
-Ο δικός μου; Τι θα πει ‘’δικός μου’’ είπε, ρίχνοντάς μου ειρωνική ματιά. Τι είναι μωρέ ο άνθρωπος, αντικείμενο για να σηκώνει κατοχή; Αλλά μια και με ρωτάς, φαντάζομαι καλά, αφού χθες βράδυ τον συνέλαβα να ‘’συνδιαλέγεται’’ με άλλη.
-Τι; Δεν είναι δυνατόν ούρλιαξα, αυτός δεν είχε μάτια παρά μοναχά για σένα.
-Και συνεχίζει να τα έχει, μου είπε με επιτηδευμένη ανωτερότητα, αφού λίγο αργότερα με διαβεβαίωσε, ότι το ‘’είναι’’ του, είναι σφραγισμένο με τη δική μου ζωή!
Τι δηλαδή, επειδή μια νύχτα διέθεσε το κορμί του αλλού, το κορμί που του ανήκει, εγώ πρέπει να σβήσω μια σχέση τόσο αληθινή; Μα τότε, δεν θα ήταν έρωτας, θα ήταν δεσμώτης κατοχής. Όταν μετατρέπεις το ταίρι σου σε προσωπικό πιόνι, τότε το μισείς, το καταστρέφεις, το δολοφονείς.

Τα είχα χαμένα. ‘’Αυτή τώρα’’, έλεγα και ξανάλεγα από μέσα μου, ή με δουλεύει, ή ήρθε για κόντρα ρελάνς, γιατί ήξερε ότι εγώ στη θέση της…
Πρώτα θα τον έπνιγα, στην συνέχεια θα τον μαστίγωνα και στο τέλος θα τον χώριζα, έτσι… για να΄χει να θυμάται.
-Μα γιατί απορείς, ξανάπε συμβουλευτικά. Δεν βλέπεις γύρω σου ζευγάρια; Είναι τα περισσότερα τόσα μαραμένα απ΄τη σύγκρουση της ιδιοκτησίας, που στο τέλος καταντάνε δυο άνθρωποι άβουλοι, δυο άνθρωποι νεκροί.

Είχα απομείνει εκεί, ασάλευτη να την κοιτάω, ενώ δυο θυμωμένες γόπες συνωστίζονταν στα δάχτυλά μου τώρα.
-Απ΄ό,τι κατάλαβα δηλαδή εσείς, ‘’αλλού τρώτε κι αλλού πίνετε’’ και στο κρεββάτι σας αμάσητο το καταπίνετε… ντεμέκ, ότι αγαπιόσαστε ακόμα;
- Ε, όχι δα, δεν είναι το ίδιο, είπε με ύφος βολεμένης κακομοίρας. Δεν είδες πόσες φορές με πήρε για να ελέγξει αν είμαι εδώ;
Βιδωμένος κι αυτός στην φαλλοκρατούμενη αρχή. Να κινεί τα δικά μου νήματα, για να στηρίζει πάνω τους την εξουσία της υπεροχής.

-Και όλα αυτά, τα δέχεσαι εσύ; Μήπως να σου θυμίσω μια σκηνή;
Είχες πεταχτεί όρθια και με κείνο το εκρηκτικό σου ταμπεραμέντο φώναξες:
-Κύριε καθηγητά, πόσο μισογύνης πρέπει να είναι ο συγγραφέας Σασά Γκιτρύ για να δηλώνει….
’’O λόγος που κάνει μια γυναίκα να μένει με έναν άπιστο άντρα, είναι ο φόβος, ότι εκείνος γρήγορα θα παρηγορηθεί,’’
ενώ εκείνη, είχα ρωτήσει εγώ σαρκαστικά, θα ψάχνει τον έρωτα στου καφέ την παρηγόρια?
Στην Αγάπη, δεν χωράει μοιρασιά!

Γύρισα και την κοίταξα. Την είδα να λακίζει με ταπεινωμένα τα φτερά, αφήνοντας τη σκέψη μου να φτερουγίζει σε καινούργιο προβληματισμό.

Πώς να συγχωρήσει ο άντρας, της συντρόφου του την απιστία; Έτσι και χάσει την ατομική του ιδιοκτησία, θα μείνει ο φουκαράς λειψός. Και τι θα γίνει όταν το συρματόπλεγμα στο τέλος, στραγγαλίσει και τους δυο;
Μήπως πράγματι, ελεύθερη πρέπει να αφήνεις την αγάπη από της ιδιοκτησίας το λαιμό;
Ελεύθερη όμως…για ποιον; Μόνο για τον άντρα και δεσμευτική πάλι για το θηλυκό; Αυτή η υποτελής δήλωση….
’’αντρας είναι, πάλι σε μένα θα ξαναγυρίσει’’ μήπως κρύβει ανασφάλεια, ότι, ενώ εκείνος θα αλωνίζει, εσύ θα συνουσιάζεσαι με της μοναξιάς σου τον καημό;

Mη με ρωτάς, δεν ξέρω. Δεν με τιμάει να το ξέρω. Αυτό όμως που στ΄αλήθεια ξέρω, είναι ότι αυτή η κατάρα της διπλοπρόσωπης ηθικής, θα έπρεπε εδώ κι αιώνες απ΄την Αξιοπρέπεια της γυναίκας να είχε εξοριστεί!

Ξέρω τι θα πεις.
Και η γυναίκα τώρα, ουυυυυ, έχει βγάλει την απιστία στο κλαρί.
‘’Το πουλάκι τσίου’’ ασχέτως αν εκείνοι την κουτσουλιά την μυρίζουν τελευταίοι, όχι μόνο γιατί ακράδαντα πιστεύουν, ότι δεν υπάρχει από δαύτους πιο μεγάλος εραστής, αλλά γιατί αυτή μέσα από την ευφυϊα της, ξέρει να κρυφτεί.


Και το σπίτι αφάγωτο Και ο εραστής χορτάτος…

Έρμη ΑΓΑΠΗ! Γιατί θρηνείς με σπαραγμό;
Ίσως να κοίταξες λάθος ουρανό.
Ίσως να λάθεψες προσμένοντας,
Του Σπάνιου Αστεριού το Φως!!!

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Yπερρεαλισμός

André Masson, «Αυτόματη Ζωγραφική», μελάνι σε χαρτί (1924)
[πηγή: Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη].

Υπερρεαλιστές ζωγράφοι.

ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, όνομα αρσ. Αυτοματισμός ψυχικός καθαρός με τον οποίο προτίθεται κανείς να εκφράσει είτε προφορικά είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης, με την απουσία κάθε ελέγχου απ’ τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική.

ΕΓΚΥΚΛ. Φιλοσ. Ο σουρρεαλισμός στηρίζεται στην πίστη στην ανώτερη πραγματικότητα ορισμένων τύπων συσχετισμών αγνοημένων ως τώρα, στην παντοδυναμία του ονείρου, στο αδιάφορο παιγνίδι της σκέψης. Τείνει να καταλύσει οριστικά όλους τους άλλους ψυχικούς μηχανισμούς και να υποκατασταθεί στη θέση τους στη λύση των κυριότερων προβλημάτων της ζωής. […]

André Breton, «Μανιφέστο του σουρρεαλισμού (1924)», Μανιφέστα του σουρρεαλισμού, μτφ. Ελένη Μοσχονά, Βιβλιοπωλείο «Δωδώνη», Αθήνα 1972, 29.


Ο σουρρεαλισμός, όπως τον όρισε ο Breton, προοριζόταν να αναθεωρήσει τον ορισμό της πραγματικότητας. Τα μέσα που χρησιμοποίησε, αυτοματική γραφή, καταγραφή ονείρων, αφηγήσεις σε κατάσταση ύπνωσης, ποιήματα και πίνακες δημιουργημένα από τυχαίες επιρροές, τέχνη που απεικόνιζε σκηνές παράδοξες και ονειρικές, όλα είχαν επινοηθεί για την εξυπηρέτηση του ίδιου θεμελιώδους σκοπού — την αλλαγή της αντίληψής μας για τον κόσμο κι ως εκ τούτου και την αλλαγή του ίδιου του κόσμου. […]

C.W.E. Bigsby, Νταντά και Σουρρεαλισμός, μτφ. Ελένη Μοσχονά, Ερμής, Αθήνα 1989 (3η έκδ.), 60-61 (Η γλώσσα της Κριτικής, 12).




Ο υπερρεαλισμός γεννήθηκε στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου βρέθηκαν οι περισσότεροι από τους κατοπινούς υπερρεαλιστές, είτε συναντήθηκαν είτε όχι: ο André Breton, ο μελλοντικός «πάπας» (όπως ειρωνικά θα τον ονομάζουν) του κινήματος, ο Louis Aragon, ο Philippe Soupault, ο Theodore Fraenkel, ο Benjamin Pérret, αλλά και ο Jacques Vaché, η αιρετική μορφή και ο πρώιμος θάνατος του οποίου θα σφραγίσουν τον ίδιο τον Breton και το κίνημα — χωρίς αυτόν θα είχα γίνει ποιητής, θα πει, εκφράζοντας ανάγλυφα την απέχθεια των υπερρεαλιστών για την παραδεδομένη, λογική λειτουργία της λογοτεχνίας. Νέοι, όλοι, στρατεύτηκαν αναγκαστικά, είδαν το αίμα να κυλάει ποτάμι και, επιστρέφοντας από το μέτωπο, αμφισβητούν ριζικά το status quo που οδήγησε στο σφαγείο του πολέμου, αλλά και τον Λόγο, που δεν μπόρεσε να εμποδίσει το μακελειό ούτε να περιγράψει τη φρίκη του, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τη λογική πάνω απ’ όλα, που τις σκέπει. Αμφισβητούν τις μεταπολεμικές πολιτικές επιλογές που επιδιώκουν να αλλάξουν τα πάντα, ώστε να παραμείνουν ίδια. Θα συνταχθούν με το Νταντά, ενάντια σε όλους και σε όλα, για να στηλιτεύσουν την «παγκόσμια χρεοκοπία ενός πολιτισμού που στρέφεται ενάντια στον εαυτό του και τον κατασπαράζει». Θα το αφήσουν πίσω τους, ακολουθώντας την προτροπή του Breton: «Παρατείστε τα όλα. Παρατείστε το Νταντά. Παρατείστε τη γυναίκα σας. Παρατείστε τη φίλη σας. Παρατείστε τις ελπίδες και τους φόβους σας. Παρατείστε τα παιδιά σας στο δάσος. Παρατείστε το γάμο για να πάτε για πουρνάρια. Παρατείστε στην ανάγκη την άνετη ζωή σας, παρατείστε ό,τι σας δίνουν για μια θέση με μέλλον. Πάρτε τους δρόμους». […]

Τιτίκα Δημητρούλια, «Υπερρεαλισμός / Λογοτεχνία», περ. Σύγχρονα Θέματα, τχ. 118-119 (Ιούλ.-Δεκ. 2012) 20-21.



Ο υπερρεαλισμός ως κίνημα διαμορφώνει έναν επαναστατικό χαρακτήρα, ο οποίος γίνεται αντιληπτός και εκτός Γαλλίας, σε ευρωπαϊκά συμφραζόμενα που διαθέτουν διαφορετική παράδοση. […] Ο υπερρεαλισμός δημιουργεί ή υιοθετεί μια σειρά από έννοιες, με τις οποίες επιδιώκει τον επαναπροσδιορισμό των όρων της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής παραγωγής, και παράλληλα κατασκευάζει μια παράδοση, μια γραμμή θετικών αναφορών σε κείμενα της ευρωπαϊκής γραμματείας, η οποία λειτουργεί ως πλαίσιο των δικών του επιδιώξεων. Επομένως, το πρώτο αίτημά του είναι η κατασκευή μιας παράδοσης, η οποία διαφοροποιείται από την κατασκευή που προτείνεται από τη γαλλική αστική τάξη στον μεσοπόλεμο. Η έννοια που διαμορφώνει, και μέσω της οποίας επιχειρεί να προσδιορίσει τους όρους, βάσει των οποίων κατασκευάζεται η παράδοση, είναι αυτής της ανώτερης πραγματικότητας, της υπερ-πραγματικότητας (surréalité), η οποία συνδέεται με την παντοδυναμία του ονείρου (toute-puissance de rêve). Όπως γράφει ο Μπρετόν: «Πιστεύω στη μελλοντική λύση αυτών των δύο καταστάσεων, κατ’ επίφαση τόσο αντιφατικών, που είναι το όνειρο και η πραγματικότητα, σ’ ένα είδος απόλυτης πραγματικότητας, υπερ-πραγματικότητας, αν μπορεί να πει κανείς κάτι τέτοιο». Η αιχμή του υπερρεαλισμού για την επίτευξη των στόχων του είναι η τεχνική της αυτόματης γραφής (écriture automatique), που ενισχύεται από την ψυχαναλυτική θεωρία περί του ονείρου, διά της οποίας γίνεται δεκτή η διάκριση μεταξύ της συνείδησης ή του συνειδητού, αφενός, και ασυνειδήτου, αφετέρου, προκειμένου να δοθεί η πρωτοκαθεδρία στο ασυνείδητο. Παράλληλα καταργούνται οι κανόνες της κρατούσας ηθικής και αισθητικής κατά την άσκηση της αυτοματικής συγγραφικής πράξης, ώστε να διαθέτει τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία. […]

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, «Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι». Ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2012, 48-50.


Στο επίκεντρο της αυτοματικής λειτουργίας βρίσκεται η ποιητική εικόνα. Για τους υπερρεαλιστές η παραγωγή (αλλά και η ανάγνωση) της ποιητικής εικόνας είναι η ουσία της αυτοματικής εμπειρίας και ταυτόχρονα αποτελεί την κυριότερη διαφορά του υπερρεαλισμού από προηγούμενα λογοτεχνικά κινήματα. Πράγματι στην αυτόματη γραφή εκείνο που δημιουργεί την αίσθηση της ετερότητας και της αυτονομίας του υπερρεαλιστικού λόγου δεν είναι τόσο η μη σύνδεση των φράσεων μεταξύ τους όσο η τολμηρότητα των εικόνων και των μεταφορών συνακόλουθα. Η διαδικασία παραγωγής τους εκτός από τις ψυχαναλυτικές αφετηρίες παραπέμπει επίσης και σε θεωρητικές, πράγμα που δείχνει πως για τους υπερρεαλιστές η ποιητική εικόνα δεν ήταν απλώς ένα προϊόν μιας ποιητικής ρητορείας, αλλά η βάση και ο σκοπός των αναζητήσεών τους.


Ήδη στο Α΄ Μανιφέστο, ο Breton εντοπίζει την ιδιαιτερότητα της εικόνας μέσα στην αυτόματη γραφή, παραπέμποντας στο ιστορικό πια κείμενο του Pierre Reverdy, δημοσιευμένο στα 1918, στο περιοδικό Nord-Sud, και το οποίο γίνεται εφεξής το κυριότερο σημείο αναφοράς για την ανάλυση και ερμηνεία των αυτοματικών ποιητικών εικόνων.


Στο κείμενο αυτό ο Reverdy έγραφε πως: «η εικόνα είναι μια καθαρή δημιουργία του πνεύματος. Δεν μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση αλλά από την προσέγγιση δύο ή λιγότερο μακρινών πραγματικοτήτων. Όσο περισσότερο οι σχέσεις των δύο «πλησιασμένων» πραγματικοτήτων θα είναι μακρινές κι ακριβείς, τόσο περισσότερο η εικόνα θα είναι έντονη — τόσο περισσότερο θα έχει δύναμη συγκινησιακή και πραγματικότητα ποιητική».


Στα παραπάνω θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα την έννοια των μακρινών πραγματικοτήτων. Εκεί βρίσκεται κατά την γνώμη μου το κλειδί για την προσέγγιση των αυτοματικών κειμένων. […]

Ζ.Ι. Σιαφλέκης, Από τη νύχτα των αστραπών στο ποίημα-γεγονός. Συγκριτική ανάγνωση Ελλήνων και Γάλλων υπερρεαλιστών, Επικαιρότητα, Αθήνα 1989, 35-36.



[…] Βάζοντας κατά μέρος τα εργαλεία και τις συνταγές των διαφόρων σχολών καθώς και τα παραδείγματα των μεγάλων ή μικρών ποιητών, [ο Σουρρεαλιστής ποιητής] αντί να περιγράψη ένα όνειρο όπως θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος, το ζει από τη στιγμή που περιέλθει σ’ αυτή την κατάσταση της αφαίρεσης που δικαιούμαστε σήμερα να ονομάσουμε σουρρεαλιστική. Δηλαδή παραδέχεται πως είναι φορέας και σκηνή συνάμα του ποιήματος όπως και του ονείρου, και γράφοντας ή λέγοντας χωρίς να γράφη το ποίημά του, δεν μας περιγράφει τίποτε, μα μας το παρουσιάζει όπως υπάρχει μέσα στο γίγνεσθαί του, όπως συμβαίνει όταν ονειρευόμαστε, ενώ ο μη σουρρεαλιστής ποιητής γράφοντας ένα ποίημα κάνει το πολύ-πολύ ό,τι κάνουμε εμείς όταν ξυπνήσουμε και θέλουμε να εκφράσουμε σε άλλους αυτό που είδαμε στον ύπνο μας. […]


Έτσι, […] η ποίηση που συνηθίσαμε να θεωρούμε ως έργο ιδιοφυίας, ως προνόμιο της εξαιρετικής ευαισθησίας, ως μονοπώλιο ενός θιάσου ολίγων θεανθρώπων, αλλάζει στρατόπεδο και από κλασσική, ρωμαντική, συμβολική, καθαρή, έντεχνη ή μη αναπαράσταση αισθημάτων ή γεγονότων διά του μόνου γνωστού ως χτες μέσου της ενσυνειδήτου συναρμολογήσεως λέξεων και εικόνων, γίνεται σήμερα χάρη στον Σουρρεαλισμό όχι μόνο ποίηση-μέσον εκφράσεως, μα ποίηση-ενέργεια, ποίηση-λειτουργία του πνεύματος, ποίηση-ζωή. Και η νέα αυτή ποίηση είναι πια στη διάθεση όποιου επιθυμεί να την γράψη, και όποιου επιθυμεί να την κάμη με όλη την κυριολεξία της λέξεως αυτής, φτάνει ο ποιητής να μην περιφρονήση τα απλούστατα μέσα που του προσφέρει ο Σουρρεαλισμός, φτάνει να μην ντραπή την ενδόμυχή του αλήθεια, φτάνει να μην κωφεύση στην σουρρεαλιστική φωνή που πάντοτε αντηχεί εντός μας, στην φωνή που είπε τόσο σωστά ο Μπρετόν πως εξακολουθεί να ψάλλη και στις παραμονές του θανάτου και απάνου από τις τρικυμίες.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Περί σουρρεαλισμού. Η διάλεξη του 1935, εισαγ.-επιμ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009, 71-72 & 75-76.


Είναι προφανές ότι μια τέτοια αντιμετώπιση της ποιητικής δημιουργίας ανατρέπει εντελώς την παραδοσιακή άποψη περί λογοτεχνίας και τέχνης, περί ατόμου και κοινωνίας. Ανατρέπει επίσης όλους τους προηγούμενους τρόπους και μεθόδους προσέγγισης της λογοτεχνίας, αφού στην περίπτωση του ποιητικού αυτοματισμού έχουμε ταυτόχρονα το θάνατο του συγγραφέα (ως κοινωνικά προσδιορίσιμου ατόμου) και την εκδηλωμένη αχρονικότητα του ίδιου του κειμένου. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού ο αναγνώστης διερωτάται συνεχώς «ποιός γράφει» και το κυριώτερο: «πότε γράφει». Όμως αυτή ακριβώς η έλλειψη αρχετυπικής αναφορικότητας είναι το κατεξοχή μοντερνιστικό στοιχείο αυτής της γραφής. Εδώ ακριβώς δίνεται η δυνατότητα και η ευκαιρία στο υποκείμενο να δημιουργήσει ένα κείμενο-γεγονός, ένα κείμενο-ρήξη με την προηγούμενη λογοτεχνική και αναγνωστική εμπειρία, ένα χώρο ανίχνευσης αλλά και αμφισβήτησης αυτής της ίδιας της λογοτεχνικής πράξης.

Ζ.Ι. Σιαφλέκης, Από τη νύχτα των αστραπών στο ποίημα-γεγονός. Συγκριτική ανάγνωση Ελλήνων και Γάλλων υπερρεαλιστών, Επικαιρότητα, Αθήνα 1989, 37.


Οι περισσότεροι ιστορικοί τοποθετούν, σαν χρονιά πρώτης εμφάνισης του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, το 1930. Είναι η χρονιά που κυκλοφόρησε η μικρή ποιητική συλλογή του μέχρι και σήμερα άγνωστου ποιητή Θεόδωρου Ντόρρου Στου γλυτωμού το χάζι. Κι ενώ απ’ όλους αμφισβητήθηκε η λογοτεχνική αξία της, ωστόσο της απόδωσαν το χαρακτήρα προδρομικής για την Ελλάδα, υπερρεαλιστικής γραφής.


Μια χρονιά αργότερα θα οργανωθεί, από το περιοδικό Λόγος που διεύθυνε ο Άγγελος Τερζάκης, η ιστορική διάλεξη του Δημήτρη Μεντζέλου για τον υπερρεαλισμό. Ο Μεντζέλος, που πέθανε δυο χρόνια αργότερα, μόλις 23 χρονών, είχε γνωρίσει τον υπερρεαλισμό σ’ ένα σανατόριο της Ελβετίας, από τον ποιητή René Crevel. Το καθαρά πληροφοριακό ύφος της και μια μάλλον σκεπτική στάση του ομιλητή για το θέμα του, δεν μπορούν φυσικά να θεωρηθούν φορείς ενός επαναστατικού μηνύματος. Αντίθετα, μένουμε περισσότερο με την εντύπωση ενός φιλολογικού βραδυνού, που ίσως το αντικείμενό του τάραξε λίγο περισσότερο τα νερά.


Ωστόσο, οι χρονολόγοι του ελληνικού υπερρεαλισμού δεν μνημονεύουν μια μικρή πρόζα του Γιάννη Μπεράτη, με τίτλο Διασπορά, που κυκλοφόρησε στα 1930 και μίλησε άψογα τη γλώσσα του υπερρεαλισμού· πρόκειται για ένα κείμενο εξαίρετης τέχνης, που ποτέ ωστόσο, απ’ όσο ξέρουμε, δεν πέρασε στα υπερρεαλιστικά μητρώα των γραμματολογιών μας. Και τούτο, φυσικά, δε μαρτυράει παρά μιαν αμηχανία της κριτικής της εποχής, στην απονομή του τίτλου του υπερρεαλιστή, αμηχανία που άλλωστε συνεχίστηκε ως το τέλος.

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Ελληνικός υπερρεαλισμός. Επεισόδια μιας περιπέτειας», περ. Ηριδανός, τχ. 4 (Φλεβ.-Μάρτ. 1976) 36.



Παρασκήνιο. Ελληνικός υπερρεαλισμός.
Το επεισόδιο της εκπομπής «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» με τίτλο «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ» είναι αφιερωμένο στο κίνημα του υπερρεαλισμού ή σουρεαλισμού και τη διάδοσή του στον ελληνικό χώρο. Το κίνημα ξεκίνησε από το χώρο της λογοτεχνίας και εξελίχθηκε σε πολιτικό και καλλιτεχνικό ρεύμα. Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ, αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιλάει για τα πρώτα βήματα του κινήματος στο Παρίσι και τη διάδοση σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, τις κοινωνικοπολιτικές βάσεις του, τις φάσεις και τα χαρακτηριστικά του, τις επιρροές του, τους στόχους του, τους κύριους εκπροσώπους σε εξωτερικό και Ελλάδα. Εκτενής λόγος γίνεται για την απήχηση του υπερρεαλισμού στις εικαστικές τέχνες, τις διαφορές του από τα υπόλοιπα λογοτεχνικά ρεύματα, το νέο τρόπο ζωής (modus vivendi) που προτείνει. Ο Γάλλος λογοτέχνης ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ υπήρξε ένας από τους καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν το κίνημα, ενώ και άλλοι καλλιτέχνες δέχθηκαν έντονες επιδράσεις στο έργο τους (ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ, ΣΑΛΒΑΔΟΡ ΝΤΑΛΙ, ΠΑΜΠΛΟ ΠΙΚΑΣΣΟ). Κύριοι εκφραστές του κινήματος στην Ελλάδα υπήρξαν οι ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ (ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ), ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΝΤΕΛΟΣ, ΝΤΟΡΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ, ενώ από το κίνημα αυτό επηρεάστηκε και ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Η συγκεκριμένη ομάδα είχε υποστεί έντονη κριτική από τους Νεοσυμβολιστές και τους Παλαμιστές ποιητές, αφού οι αντιθέσεις τους ήταν πολλές. Στη συνέχεια, οι ποιητές ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ και ΤΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ επισημαίνουν την προσφορά του συγκεκριμένου κινήματος στο λογοτεχνικό χώρο, τους σκοπούς του, τα καινοτόμα χαρακτηριστικά και προτάσεις του, την καθιέρωσή του στην Ελλάδα και τις δυσκολίες αποδοχής του, την αντιμετώπισή του από τους αριστερούς λογοτέχνες. Έπειτα, ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΡΑΚΛΗΣ, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, επισημαίνει την αξία του έργου του ΕΛΥΤΗ και διαβάζει απόσπασμα από το ποίημά του «Η ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ». Τέλος, διαβάζονται αποσπάσματα από το ποιητικό και λογοτεχνικό έργο των προαναφερθέντων Ελλήνων υπερρεαλιστών («ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ» του ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ, «ΜΠΟΛΙΒΑΡ» του ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ, κ. α.), προβάλλονται ζωγραφικοί πίνακες του ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ και αρχειακά πλάνα από επίσημες κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Αθήνα το διάστημα 1930-1940.


Ας δηλωθεί και προκαταρκτικά ότι ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975) με την παραγωγή του έως το 1945, ο Μ. Σπιέρος ως μαρξιστής ή και φροϋδομαρξιστής κριτικός στην Ελλάδα από το 1929 έως το 1934, ή Νίκος Καλαμάρης (1907-1988) —που είναι το οικογενειακό του όνομα— ως υπερρεαλιστής δοκιμιογράφος από το 1935 έως το 1938, ή Νικήτας Ράντος ως ποιητής στον μεσοπόλεμο και μετά, ή Nicolas Calas —και στα ελληνικά Νικόλας Κάλας, όνομα με το οποίο αναφέρεται εδώ— ως δοκιμιογράφος στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1938 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1940, και ο Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985) με την παραγωγή του μέχρι και τον Μπολιβάρ (1944), αποτελούν τα πρόσωπα, τα οποία δραστηριοποιούνται ως υπερρεαλιστές, αποκλειστικά στην Ελλάδα οι Εμπειρίκοςκαι Εγγονόπουλος και εν μέρει ο Κάλας. Η δυναμική που δημιουργείται από αυτούς τους τρεις στη δεκαετία του 1930 σε επίπεδο προσωπικών παρεμβάσεων, δραστηριοτήτων ή των κειμένων τους, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Η δυναμική αυτή, επειδή είναι οι μόνοι που δηλώνουν υπερρεαλιστές στον μεσοπόλεμο και που επιχειρούν να διαμορφώσουν συνθήκες ανάλογες του γαλλικού κινήματος, συνίσταται στην κριτική στο θετικισμό και δη στον γλωσσικό, στη διαμόρφωση ενός τρόπου του «ποιητικώς ζην», στην ανάπτυξη μιας θεωρίας για τηναυτόματη γραφή, με την οποία καταλύονται τα όρια μεταξύ ζωής αφενός και τέχνης ή λογοτεχνίας αφετέρου και επανεξετάζεται το ζήτημα τι είναι τέχνη και λογοτεχνία και τι καθημερινή εμπειρία, και στην άρθρωση ενός λόγου για το πολιτικό πεδίο. Στόχος τους είναι η διαμόρφωση μιας νέας πρότασης για την παράδοση και τη λογοτεχνική εξέλιξη. Οι τρεις αυτοί υπερρεαλιστές λειτουργούν, παράλληλα, σε διαφορετικά του υπερρεαλισμού συμφραζόμενα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου καθίστανται εναργέστερα λόγω και της εκ των υστέρων γνώσης: γράφουν δοκίμια, ιστορία και κριτική της τέχνης, ψυχαναλυτικές μελέτες, ποίηση και πεζογραφία, και ζωγραφίζουν.


Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, «Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι». Ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2012, 94-95.



Το 1935 δεν είχε μόνο ένα μήνα «σκληρό» αλλά πολλούς και αλλεπάλληλους, καθώς τα πολιτικά γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία, αμέσως μετά το (Βενιζελικό) κίνημα: Κατάλυση ουσιαστικά του Συντάγματος, επικράτηση των στρατιωτικών, εξορίες πολιτικών και διανοουμένων (Γληνός, Βάρναλης), νόθο δημοψήφισμα και επάνοδος της βασιλείας.


Όλος αυτός ο σάλος περιόρισε, βέβαια, αλλά δεν εκμηδένισε τη δράση της λογοτεχνίας: Σε μια κατάμεστη αίθουσα ξενοδοχείου, ο Αντρέας Εμπειρίκος μιλά για τον υπερρεαλισμό, συγχρόνως εκδίδονται τα πρώτα «καθαρά» υπερρεαλιστικά ποιήματά του με τίτλο Υψικάμινος, ενώ από τις σελίδες του πρωτοεμφανιζόμενου περιοδικού Τα Νέα Γράμματα εμφανίζεται ένας νέος ποιητής που παίρνει το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης. […]


Η συρροή τόσων δεδομένων της νεωτερικής γραφής με προσανατολισμό τον υπερρεαλισμό αφήνει την εντύπωση ότι το 1935 αποτελεί έτος γενέσεως του ελληνικού υπερρεαλισμού, παρά την ύπαρξη και προηγούμενων ποιημάτων ή και μεταφρασμάτων που μπορεί να κριθούν ως υπερρεαλιστικά. Αυτή η διευκρίνιση αρκεί για να μας απομακρύνει από μονοσήμαντες εμμονές σε αμετακίνητα σημεία αναφοράς που δεν έχουν και βαθύτερη σημασία. Θέλω να πω ότι μπορεί η Υψικάμινος από το 1935 να εξάντλησε το τιράζ της, όμως ο υπερρεαλισμός δεν είχε περάσει ακόμα ως παράμετρος στην ποιητική μας γραμματεία.



Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του μεσοπολέμου (1918-1940), τ. Α΄, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2001, 532-533.


Εγγονόπουλος – Εμπειρίκος (βίντεο).


Ελληνικός υπερρεαλισμός (αφιέρωμα).


Η υπερρεαλιστική επανάσταση, πάντως, εκδηλώθηκε στην Ελλάδα σε μια εποχή που οι συνθήκες δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές για μια ευρύτερη αλλαγή, δηλαδή μια ανατροπή που να συμπεριλαμβάνει και την πολιτική. Οι στόχοι του κινήματος περιορίστηκαν έτσι στο ατομικό επίπεδο και ουδέποτε επεκτάθηκαν στο κοινωνικό. Ένα χρόνο αργότερα, το 1936, η δικτατορία δεν θα ανεχόταν οποιαδήποτε δημόσια αμφισβήτηση της εξουσίας της δίχως σοβαρές συνέπειες. Η αποχή από κάθε πολιτική νύξη είναι φανερή και στην επιλογή εκείνης της μικρής ομάδας που το 1938 τυπώνει ένα φυλλάδιο με τον τίτλο Υπερεαλισμός Α΄ το οποίο κυκλοφορεί από τον αριστερό εκδότη Γκοβόστη και περιλαμβάνει κείμενα εν μέρει πρωτότυπα και εν μέρει μεταφρασμένα, στα οποία αποφεύγονται επιμελώς οι κοινωνιστικές κακοτοπιές. Το 1940 δημοσιεύεται μια μικρή συλλογή, Έδρεψε τα Όστρακα των Διθυράμβων, που φέρει την υπογραφή του εξωτικού ονόματος Ταυρία Σοφένκο· πρόκειται για κείμενα που προτίθενται μάλλον να παρωδήσουν τον υπερρεαλισμό, ιδίως τον Εμπειρίκο, παρά να ακολουθήσουν τις αρχές του με θετικές προθέσεις.


Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 438-439.


[…] Η επίθεση που εξαπέλυσαν οι [φιλολογικοί και παραφιλολογικοί] κύκλοι […] εναντίον των εκπροσώπων του κινήματος [του υπερρεαλισμού] υπήρξε πρωτοφανής και υπερέβη τα όρια μιας συνήθους φιλολογικής διαμάχης. Μετά από την έκδοση της Υψικαμίνου, και για το χρονικό διάστημα μιας πενταετίας, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο της εποχής παρουσιάζεται μια σειρά κειμένων σχετικών κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο με τον υπερρεαλισμό. Η κίνηση αυτή αναζωπυρώνεται, όπως είναι φυσικό, ύστερα από την εμφάνιση του Ελύτη και του Εγγονόπουλου και αναστέλλεται, χωρίς να διακοπεί, με την κήρυξη του Πολέμου. Τα κείμενα αυτά μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: εκείνα που απορρίπτουν τον υπερρεαλισμό επιχειρώντας μια θεωρητική προσέγγισή του· εκείνα που τον αντιμετωπίζουν εφεκτικά διατυπώνοντας επιφυλακτικές απόψεις· εκείνα, τέλος, που δεν ξεφεύγουν από τα όρια του λιβελλογραφήματος ή της παρωδίας, που είναι και τα περισσότερα.


Χαρακτηριστικό όλων αυτών των κειμένων είναι η σύγχυση, η άγνοια και η καχυποψία. Την εποχή εκείνη όσοι δεν χρησιμοποιούν τους παραδοσιακούς εκφραστικούς τρόπους βαφτίζονται υπερρεαλιστές και αναθεματίζονται. Αφού μάλιστα λείπει ο αντίλογος, ο λόγος που επιχειρούν να αρθρώσουν τα κείμενα αυτά κατρακυλάει σε απίστευτα χαμηλό επίπεδο, καθώς μεταχειρίζεται λοιδορίες, χλευασμούς, ύβρεις και χυδαιολογίες. Η λέξη «σουρρεαλισμός», που αρέσκονται να χρησιμοποιούν, γίνεται λέξη του συρμού και η λέξη σουρρεαλιστής περίπου συνώνυμη με ύβρι.


[…] Θα χρειαστεί να εμφανιστεί, μετά από τον πόλεμο, μια νέα ποιητική γενιά, η πρώτη μεταπολεμική, η οποία θα υιοθετήσει πολλά από τα διδάγματα του υπερρεαλισμού και θ’ αποκαταστήσει σταδιακά το χαμένο του κύρος. […]

Σωτήρης Τριβιζάς, Το Σουρρεαλιστικό Σκάνδαλο. Χρονικό της υποδοχής του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005 (2η έκδ.), 29-31.

Πηγή :
http://www.greek-language.gr/Resources/literature/education/literature_history/search.html?details=83

Λεόντιος Πετμεζάς Η αισθητική ενατένιση του Κώστα Ευαγγελάτου Δοκίμιο εικαστικού ήθους




Η αισθητική ενατένιση του Κώστα Ευαγγελάτου
Δοκίμιο εικαστικού ήθους
Λεόντιος Πετμεζάς

Συλλογές, 2001
79 σελ.
ISBN 960-7463-31-5, ISBN-13 978-960-7463-31-9, [Κυκλοφορεί]
Ζωγραφική - Λόγοι, δοκίμια, διαλέξεις [DDC: 750]




Από τις εκδόσεις «Συλλογές - Αργύρης Βουρνάς» (Σολωμού 29), το δοκίμιο του Λεόντιου Πετμεζά, με τίτλο «Η αισθητική ενατένιση του Κώστα Ευαγγελάτου».

Ο Λ. Πετμεζάς, ιστορικός της τέχνης και επιμελητής εκθέσεων, σκιαγραφεί την εικαστική και λογοτεχνική πορεία του καλλιτέχνη. Το βιβλίο προλογίζει η συγγραφέας Ι. Καρατζαφέρη, η οποία γράφει: «Μία κατάθεση που δημιουργεί ενδιαφέρον, υποβάλλει και προτρέπει τον αναγνώστη να έρθει σε επαφή ο ίδιος με το πολύπτυχο ταλέντο του καλλιτέχνη και να το γνωρίσει».
Η έκδοση περιλαμβάνει 31 μαυρόασπρες φωτογραφίες έργων του Ευαγγελάτου, καθώς και αποσπάσματα από συνεντεύξεις του. Ο Λ. Πετμεζάς επισημαίνει στον πρόλογο του δοκιμίου, που είναι και η πρώτη συγγραφική εργασία του: «Ο Κ. Ευαγγελάτος συντηρεί το μύθο που δημιούργησε εδώ και χρόνια, προβάλλοντας μια διαφορετική εκφραστική τεχνική, που αποκαλύπτει τη γνησιότητα μιας πρωτοποριακά γόνιμης εικαστικής πορείας».

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ποίημα της Κατερίνας Καραγιάννη - Ιατροπούλου από το μυθιστόρημά της το Ψώνιο εκδόσεις Λιβάνης.


Ανεβαίνω στο τόξο της Ίριδας

Θρυμματίζω το βιτρό του ουρανού

Ανασαίνω τον αέρα της δύναμης

Απ' τον αιθέρα της ψυχής,

Και μέσα απ τα Υπόγεια της Δύσης

παίρνω το δρόμο για τον Οίκο της Θεάς.



Από πάνω Γαλάζιοι Αετοί Μου δείχνουν τον δρόμο

Μια τρελή μάγισσα μου γνέφει:

Δεν έκανα λάθος.



Μπροστά μου το κόκκινο τούνελ

Εκεί που ανοίγεται η απέραντη Υγρή Φωτιά Εκεί που ο αέρας παρασύρει από κάτω προς τα πάνω

Εκεί που τα μυστικά της πέτρας Μιλάνε τη γλώσσα των σπηλαίων.



Εκεί, η Πύλη που χωρίζει το έξω από το μέσα,

Γκρεμίζεται.

Όλα έχουν μια πρωτόγευστη

Μοβ Μυρωδιά.



Και από κάτω, οι Λευκοί Κύκνοι,

Γλιστρούν στις μαλακές λίμνες.



* Άραγε λοιπόν, είναι η ματιά μου που βλέπει τα πράγματα ανατρεπτικά, αλλιώτικα, απρόοπτα, απροσδόκητα, άλλοτε καταμόβ, άλλοτε κατακόκκινα; * Ή είναι τα ίδια αυτά, τα πράγματα, έτσι που πέφτουν επάνω μας πια, που μετατρέπονται σε ανοιχτές πύλες και με καλούν να τα αφουγκραστώ οπτικά; * Είναι άραγε το Φως, ή μήπως η απόσταση που δημιουργεί την ‘Ελξη, ανάμεσα στον Παρατηρητή και το Παρατηρούμενο; * Ίσως όμως, πίσω από όλα αυτά, είσαι Εσύ τελικά, που κοιτάζεις αυτό που βλέπω κι απ αυτή την επαφή γεννιέται κάτι πάνω σε άγραφη λευκή επιφάνεια, το οποίο ως τότε δεν υπήρχε, μήτε στη Φύση, μήτε στην ως εκείνη τη στιγμή, γνωστή ζωή μας, έτσι όπως αυτή διεξάγεται πλέον.

* Κι αυτό, ακόμη το ψάχνω..

-----------------------------------------------------------
Ποίημα της Κατερίνας Καραγιάννη από το μυθιστόρημά της το Ψώνιο εκδόσεις Λιβάνης.
Φωτογραφία του βιβλίου από
http://despinarion.files.wordpress.com/2010/07/p1010087.jpg

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Πετρούλα Σίνη, " όσο απομακρυνόμαστε δείχνει πιο κακός "

Πίνακας της Κατερίνας Καραγιάννη Ιατροπούλου 
"όσο απομακρυνόμαστε δείχνει πιο αυστηρός"Δημήτρης Ιατρόπουλος
Πίνακας της Κατερίνας Καραγιάννη Ιατροπούλου που στάθηκε πηγή έμπνευσής μου
O τίτλος του ποιήματός μου παραφράζοντας τα λόγια του Δημήτρη Ιατρόπουλου " όσο απομακρυνόμαστε δείχνει πιο αυστηρός "
δείχνοντας μου τον πίνακα της συντρόφου του στην έκθεση του ΠΕΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ.





Το παρακαλώ έχει δυο παραπάνω Α
κι ένα συγγνώμη στο Ο του κύκλου  λείπει να ολοκληρωθεί


Προκαλώ να φυλακίσεις τα σύννεφα
Μπορείς;
http://www.chemamadoz.com/c.html




H πάχνη πια εξανεμίστηκε  στον ήλιο
Η άνοιξη φεύγει κι εσύ εκεί με τις εμμονές σου
Όλα καταγράφηκαν και καταγράφονται
Τα λάθη πληρώνονται
Οι αλήθειες πονάνε επίσης
Τα ψεύτικα σενάρια και οι πισώπλατες μαχαιριές
κάποτε γυρνούν μπούμερανγκ
οι εξευτελισμοί και προσβολές στο πρόσωπο που τις κάνει

Τον πάγο που έφτιαξες να λιώσεις
Μπορείς;
Πόσες σφραγίδες πρέπει να ανοιχτούν ακόμη κατεβαίνοντας στην κόλαση σου ;
Πόσος κατακερμαρτισμός για να μάθεις τον άλλο σου εαυτό;
Ακόμα δεν βαρέθηκες
Ω εσύ ξένε ποιός είσαι ;
Που παρακαλάς για αφοσίωση
Υ.Γ. Ω ναι θα μου πείτε : και ο "Κύριος" δεν φόρεσε ποτέ κοστούμι!
Πετρούλα Σίνη 

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Αρχιμανδρίτη Δοσιθέου «Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο»



Τη 6η Σεπτεμβρίου του 1955

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΡΧΙΜ. ΔΟΣΙΘΕΟΣ
Ηγούμενος της Ι. Μ. ΤΑΤΑΡΝΗΣ


Έχω ακούσει πολλές διηγήσεις για θαύματα πού γίνονταν και γίνονται στην Πόλη.
Μεταφέρω εδώ την προσωπική μαρτυρία ενός κατά πάντα σεβαστού και αξιόπιστου, πρεσβυτέρου της Πόλεως. Η διήγησις είναι μαγνητοφωνημένη και βιντεοσκοπημένη. Δεν προσθέτω ουδέ κεραίαν. Απλώς απομαγνητοφωνώ. Προσθέτω μόνον ότι ο ναός είναι των Αγίων Θεοδώρων Βλάγκας. Έχει σημασία αυτό.
«Εδώ ήμασταν, ακριβώς, εμείς που ζήσαμε την νύχτα των γεγονότων πιο έντονα από κάθε άλλον. Εμείς ήμασταν εδώ πέρα, εδώ ήταν το κελλί μου, εδώ μέσα, και μέναμε εδώ πέρα και σε μία στιγμή… Εδώ μέσα, από αύτη την πλευρά, άλλος τόσος κόσμος, μαινόμενος, ρήμαζε, χτύπαγε, έσπαγε, στο τέλος βάλανε και φωτιά, βγάλανε ένα λαμπτήρα, βάλανε μια δέσμη κεριά, δημιούργησαν βραχυκύκλωμα και πήραν αμέσως, οι εγκαταστάσεις ήταν παλιές, είχαν ξεραθεί τα καλώδια, δεν ήταν σαν τα τωρινά τα πλαστικά…
Εμείς ήμασταν μέσα. Ευτυχώς, ο Πέργης εκείνη την βραδιά ήταν στο Πατριαρχείο, διάκονος της σειράς μου φαίνεται ότι ήτανε, και ήταν της υπηρεσίας, είχε μείνει μέσα μαζί με τον Πατριάρχη, τότε εκείνος δεν ήτανε εδώ πέρα, κατά θεϊκή σύμπτωση δύο μέρες προηγουμένως, Πέμπτη έγιναν τα γεγονότα, Τρίτη έφυγε η κόρη μου με την πεθερά μου και δεν ήταν εδώ πέρα, ήταν μικρή τότε η κόρη μου, ήταν τεσσάρων χρονών, πέντε περίπου, έφυγαν εκείνοι και ήμασταν εδώ πέρα ο πεθερός μου, η πρεσβυτέρα και εγώ, η αδελφή του Αγίου Πέργης και εγώ.
Λοιπόν για μια στιγμή παραβίασαν αυτή την κάτω πόρτα, αυτοί, παραβίασαν την σιδερένια πόρτα, κατάφεραν και μπήκαν μέσα, μετά ανεβήκανε πάνω και η πάνω η πόρτα πραγματικά ήταν -αν και ξύλινη- από τις πόρτες τις απαραβίαστες -παλιό ξύλο χοντρό- τόσο και όμως και αυτή την σπάσανε και μπήκανε μέσα. Αυτός πού έσπασε την πόρτα κράταγε ένα τόσο κομμάτι ξύλο από γαλαζιανό, και η πρεσβυτέρα νόμιζε ότι επρόκειτο περί ανθρώπων πού θα έχουνε ίσως και ένα ίχνος ευσπλαγχνίας κ.λπ. και κοιτούσε να προστατεύσει τον… -γιατί στόχος αυτών ήταν οι κληρικοί και οι εκκλησίες- κυρίως τον πατέρα της, βέβαια έστω και εμένα και της δίνει εκείνος με κείνο το… μία στο κεφάλι…
Εκείνη, ευτυχώς, από Θεού, είχε την ετοιμότητα και έσκυψε και την πήρε λίγο εδώ, την έσκισε μόνο (δείχνει στο πλάι του λαιμού). Εγώ εκείνη την ώρα είπα στον πενθερό μου ότι, πάει η Άννα, εγώ νόμιζα ότι από το χτύπημα έπεσε, με τέτοιο χτύπημα αν έπεφτε εκεί δεν θα σηκωνόταν. Τέλος πάντων, μετά εδώ πέρα είχε μία πολύ ωραία… τώρα πώς το λέτε εσείς στην Αθήνα (ξύνει το κεφάλι) το σαλκίνι, ένα πού μυρίζει, πού έχει στην σχολή, εκείνο πού είναι στην είσοδο της σχολής.
Ένα τέτοιο είχε εδώ πέρα. Οπότε άρχισε από εδώ πέρα η φωτιά (δείχνει μέσα στο ναό και προς τα έξω) μεταδόθηκε σε κείνο (δείχνει το μέρος της αυλής πού ήταν το φυτό) και αυτό άρχισε να καίει τα παράθυρα εκεί πέρα, αλλά η πυροσβεστική δεν μπορούσε να κάνει τίποτα διότι αλλού, ο κόσμος ανέτρεψε τις αντλίες για να μην πάνε στον προορισμό τους και αλλού με το ξυράφι έσχισαν την σωλήνα για να μή δώσουν νερό.
Για μια στιγμή, από δώ κάτω στην γωνία υπάρχει ένας φούρνος και είπαν και μείς θα πάρουμε φωτιά και έτσι επείσθηκαν να ρίξουν νερό. Η εκκλησία είχε καεί, σε 20 λεπτά ήταν… για μια στιγμή έπεσε και η στέγη• τότε ήταν η κάμινος πραγματικά πού εξεκαύθη επταπλασίως, τότε έπεσε εκείνη όλη η στέγη το βάρος των κεραμιδιών, μία ζέστη, μία λάμψη, τώρα εκεί τι να κάνουμε, πώς να μείνουμε, γιατί θα καιγόμαστε. Τέλος πάντων κάπως κατεβήκαμε από εδώ πέρα, είπαμε να φύγουμε. Πού να πάμε όμως; Παντού γύρω-γύρω είχε κόσμο ακούγαμε και από όσους μένανε τριγύρω τις φωνές για βοήθεια – σε ποιόν να πάς να ζητήσεις και σύ άσυλο. Εμείς κατεβήκαμε εδώ πέρα (και δείχνει την είσοδο του σπιτιού του).
Τώρα εγώ το αποδίδω σε θαύμα των Αγίων Θεοδώρων, εσείς πώς το ερμηνεύετε αυτό είναι άλλο θέμα. Μόλις βγήκαμε εδώ κάτω μαινόμενοι ούτοι με ρόπαλα στα χέρια, με σίδερα, με λοστούς, με κάτι άλλα ξύλα με καρφιά μπηγμένα στις άκρες, ό,τι φαντασθείτε, ό,τι φονικό όπλο «μετά μαχαιρών και ξύλων» αυτό ήταν πραγματικά. Ίσως αυτοί ήταν το χιλιαπλάσιο αυτών πού πήγανε στο Χριστό μετά μαχαιρών και ξύλων. Εμείς τώρα τι να κάνουμε, φτάσαμε εδώ πέρα… εδώ δίπλα μας ήταν ο αστυνομικός σταθμός, να πάμε στον αστυνομικό σταθμό, να ζητήσουμε άσυλο, αν και η αστυνομία δεν μας δεχτεί τότε θα υποστούμε αυτό πού…
Βγήκαμε εδώ πέρα σε αυτό τον κόσμο μέσα πού κυριολεκτικά βελόνι να έριχνες δεν θα έπεφτε, κάπου θα σκάλωνε, δεν υπήρχε χώρος άδειος. Μόλις βγήκαμε στην πόρτα, εδώ πέρα, έρχονται δύο νεαροί καλοντυμένοι, χωρίς να κρατούν όπλα, ούτε ξύλα, ούτε τίποτα, πολύ καλοντυμένοι, γραβατωμένοι. Μας πλησίασαν:
- Πού θέλετε να σας πάμε; μας είπαν, πού θέλετε να σας πάμε;
- Στην αστυνομία να μας πάτε.
- Εντάξει, ελάτε.
Και αυτός ο κόσμος ο οποίος ήτανε εναντίον μας και εμάς είχε στόχο – αυτοί φώναζαν και έλεγαν:
- Ανοίξτε δρόμο να περάσουν οι Ιερείς.
Και όλοι παραχώρησαν και περάσαμε και πήγαμε στην αστυνομία. Λοιπόν, εγώ λέγω ότι ήταν οι άγιοι Θεόδωροι οπωσδήποτε, δεν μπορούσε να ήταν άλλος κανείς, οι Άγιοι Θεόδωροι ήταν, η επέμβαση, η αποστολή των Αγίων Θεοδώρων για να μπορέσουμε να σωθούμε και σωθήκαμε. Όταν γυρίσαμε πίσω την άλλη μέρα το σπίτι ήταν κατεστραμμένο, λεηλατημένο, τίποτε, τα πάντα είχαν καταστραφεί. Εγώ δεν είχα ούτε παπούτσια να φορέσω, ούτε λεφτά μας είχαν μείνει, τα πάντα τα πήρανε, τα καταστρέψανε όλα.
Ήμασταν και νιόπαντροι τότε και είχαμε εδώ πέρα τα γυαλικά… και πατούσαμε και όσα γυαλικά είχανε μείνει γερά τα σπάγαμε εμείς, γιατί δεν μπορούσαμε, πατούσαμε εκεί πέρα. Και ύστερα από όλα αυτά, αφού καταστράφηκε όλο το σπιτικό μας, με τον άγιο Πέργης μας έδωσαν αποζημίωση 5.000 λίρες τότες και με αυτές κάναμε από ένα παλτό. Μόνο αυτή ήταν η αποζημίωση».

Από το βιβλίο του αρχιμ. Δοσιθέου: «Θέλω να πιω όλο το Βόσπορο»,
Εκδοτική παραγωγή: www.eptalofos.gr
Πηγή από :


Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο
Αρχιμ. Δοσιθέου
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας, 2007
419 σελ.
ISBN 978-960-88553-4-2, [Κυκλοφορεί]
Κωνσταντινούπολη - Προσωπικές αφηγήσεις [DDC: 949.618] 


Για την πέμπτη έκδοση

Η σπίθα ήταν κρυμμένη στην στάχτη. Μια λανθάνουσα αγάπη προς την Πόλι, την πολυαγαπημένη. Κι όταν η δική μου αγάπη έγινε βιβλίο, τότε πολλών η αγάπη φούντωσε, έγινε φλόγα και φωτιά.

Κάποιοι το διάβασαν σε μια νύχτα. Άλλοι το διάβασαν και το ξαναδιάβασαν. Όλοι όμως έκλαψαν. Το διάβασαν άραγε ένεκα της λογοτεχνικής του αξίας; Όχι, βέβαια. Είναι απλώς καταγραφή αισθημάτων συγκινήσεως ή και λυγμών. Γι' αυτό χτύπησε στο κέντρο. Στην καρδιά. Στην καρδιά όσων αισθάνονταν "Ρωμηοί, άλλα δεν ήξεραν το γιατί. Στην καρδιά όσων ήθελαν να έχουν και μάνα και πατέρα.

Ήξεραν ότι κάπου έπρεπε να υπάρχουν. Αλλά δεν γνώριζαν που. Ανεκάλυψαν, λοιπόν, μέσ' απ' αυτό το βιβλίο ότι μάνα τους είναι η εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, "η Μήτηρ Εκκλησία" και πατέρας τους ο Οικουμενικός Πατριάρχης.

Γι' αυτούς γίνεται η παρούσα πέμπτη έκδοσις και σ' αυτούς αφιερώνεται με πολλή αγάπη.

Πηγή http://www.biblionet.gr/book/

Δοσίθεος, Αρχιμανδρίτης

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2013) Ιερόν τρίπτυχον, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
(2010) Οψοποιών μαγγανείαι ήγουν καλογηρική μαγειρική, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη
(2010) Τυπικόν του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός Ημών Σάββα του Ηγιασμένου, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
(2009) Εγκόλπιον ημερολόγιον 2010, Οικουμενικό Πατριαρχείο
(2009) Οψοποιών μαγγανείαι ήγουν καλογηρική μαγειρική και ζαχαροπλαστική, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
(2007) Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
(2005) Ορθοδοξία και φυσικόν περιβάλλον, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
(2005) Ορθόδοξος πίστις και ζωή, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
(2004) Greek Monastery Cookery, Επτάλοφος

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2011) Θεραπείαν προσάγοντες, Αρμός

Μεταφράσεις
(2013) Ψύχας, Βασίλειος Χ., Εσταυρώθης δι' εμέ, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
(2012) Ηλίας Μηνιάτης, Επίσκοπος Κερκίνης και Καλαβρύτων, Οδός σωτηρίας, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας

Λοιποί τίτλοι
(2013) Εγκόλπιον ημερολόγιον 2014, Οικουμενικό Πατριαρχείο [επιμέλεια]
(2012) Εγκόλπιον ημερολόγιον 2013, Οικουμενικό Πατριαρχείο [επιμέλεια]
(2011) Εγκόλπιον ημερολόγιον 2012, Οικουμενικό Πατριαρχείο [επιμέλεια]
(2010) Εγκόλπιον ημερολόγιον 2011, Οικουμενικό Πατριαρχείο [επιμέλεια]
(2008) Εγκόλπιον ημερολόγιον 2009, Οικουμενικό Πατριαρχείο [επιμέλεια]

Πηγή http://www.biblionet.gr/author/