Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης (μυθιστόρημα)



Εξώφυλλο Α' τόμου του μυθιστορήματος "Τα παιδιά της Νιόβης"

Συγγραφέας Τάσος Αθανασιάδης
Είδος μυθιστόρημα, Εκδότης Εκδοτικός Οίκος Εστία, Γλώσσα ελληνικά, Πρώτη έκδοση 1988


Τα παιδιά της Νιόβης είναι ένα τετράτομο μυθιστόρημα του συγγραφέα Τάσου Αθανασιάδη.[1] Στο έργο του αυτό ο Αθανασιάδης περιγράφει τον τρόπο ζωής των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, μέσω του παραδείγματος της κλειστής κοινωνίας του Σαλιχλίου. Το έργο πιθανότατα έχει πάρει τον τίτλο του από τον μύθο της Νιόβης. Το 2003 έγινε τηλεοπτική μεταφορά του έργου.[2]

Μέθοδος εξιστόρησης

Η εξιστόρηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο από τον συγγραφέα, αλλά και σε πρώτο πρόσωπο από τον Στέργιο Αναστασιάδη. Αν και με την τοποθέτηση πολλών χαρακτήρων ο συγγραφέας τοποθετεί την ιστορία του έργου στο επίκεντρο, εντούτοις με την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από τον μικρό Στέργιο μάς δίνει μια πιο αθώα και αρκετές φορές αφελή και εγωιστική περιγραφή κάποιων γεγονότων με την οικογένεια του Σαρρή στο επίκεντρο. Τέλος, σε αρκετά κεφάλαια του έργου έχουμε περιγραφή κάποιων γεγονότων μέσα από τις καταχωρίσεις του Τρύφωνα Ιωαννίδη στο προσωπικό του ημερολόγιο, που με τον ορθολογισμό του και τον ρόλο του στα περισσότερα γεγονότα ως παρατηρητής, βοηθάει τον αναγνώστη να εστιάσει στην ουσία των γεγονότων και να τα τοποθετήσει χρονικά. Η ιστορία του έργου αρχίζει την 26η Ιουνίου 1917, ενώ ο Τρύφωνας Ιωαννίδης αρχίζει τις ημερολογιακές εγγραφές του από την 27η Ιουνίου 1917.
Υπόθεση και πλοκή
Α’ Μέρος
Υπόθεση Α’ Μέρους

Στα δώδεκα κεφάλαια του πρώτου μέρους του έργου περιγράφεται η ζωή ακριβώς πριν την έλευση του Ελληνικού Στρατού στο Σαλιχλί.[3] Στην πλειάδα των μικρών και μεγάλων πρωταγωνιστών, ο συγγραφέας πιο κεντρικό ρόλο δίνει στην οικογένεια του Μιχαλάκη Αναστασιάδη ή Σαρρή, δημογέροντα και τραπεζίτη του Σαλιχλίου, ηλικίας 40-50 ετών, ο οποίος θα ερωτευθεί παράφορα - «έτσι όπως ερωτεύονται μόνον οι 50άρηδες» - την Ταρσή, μια 16χρονη χριστιανοπούλα που αρνείται να παντρευτεί τον γιο ενός πλούσιου Τούρκου επιχειρηματία (γαιοκτήμονα στη σειρά), στη δούλεψη του οποίου βρίσκονταν. Οι έφοδοι της τουρκικής χωροφυλακής και ο τρόμος που προκαλούσαν στους Ρωμιούς, η στενή σχέση Τούρκων και Ελλήνων όσο ο ένας δεν ένιωθε απειλή από τον άλλο, οι κρυφές ελπίδες για τις καλύτερες μέρες που θα ακολουθούσαν και η εκτεταμένη ενεργοποίηση της κοινότητας με την ανοχή των αρχών, οι καθημερινές παρασπονδίες που οφείλονται στην ανθρώπινη αδυναμία και συχνά οδηγούν σε απροσδόκητη δυστυχία, κυρίως έχοντας ως επίκεντρο το πάθος του παντρεμένου - με τέσσερα μεγάλα παιδιά και ένα ακόμα από τον πρώτο του γάμο - Σαρρή για την ερωτική, πανέμορφη, αισθησιακή 16χρονη Ελληνοπούλα Ταρσή, όλα αυτά συνθέτουν το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος και οριοθετούνται από αναφορές σε πραγματικά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα.
Πλοκή Α’ Μέρους

O Εστρέφ μπέης ενημερώνει τον Σαρρή για τις εφόδους της χωροφυλακής για Έλληνες λιποτάκτες. Ο Στέργιος, γιος του Σαρρή, πηγαίνει στο σπίτι μιας οικογένειας που κρύβει ένα λιποτάκτη για να τους ειδοποιήσει. Εκεί κάνει κρυφά έρωτα - για πρώτη φορά στη ζωή του - με τη Λενιώ, μια νεαρή υπηρέτρια. Την άλλη μέρα η Χαρμανταλού λέει στους δημογέροντες πως συνέλαβαν τον γιο της τον Χαρίλαο. Οι δημογέροντες έχουν συμβούλιο για την επίσκεψη του οικείου Μητροπολίτη Φιλαδελφείας. Το βράδυ γίνεται τραπέζι στο σπίτι του Σαρρή για τον Μητροπολίτη, στο οποίο αποκαλύπτεται η αιτία της επισκέψεως, δηλαδή η ανάγκη σωτηρίας της Ταρσής. Ο Μητροπολίτης και οι Δημογέροντες πηγαίνουν στα γειτονικά Κούλα. Εκεί συναντιούνται με τον Μεχμέτ - πατέρα του Τούρκου - και τη φλογερή Ταρσή, για την οποία ο Σαρρής νιώθει άμεσα μιαν έντονη ερωτική έλξη. Λαμβάνεται η απόφαση να την φυγαδεύσουν στο Σαλιχλί. Στην επιστροφή, καθώς είναι ξαπλωμένοι στο πίσω μέρος του κάρου που τους μεταφέρει, ο Σαρρής έχει μια προσωπική στιγμή και μια γεμάτη λάγνες σκηνές παθιασμένη σωματική επαφή με την Ταρσή. Περνούν τη νύχτα σε ένα χάνι λόγω μιας βροχής (στη σειρά η Ταρσή πηγαίνει στο δωμάτιο του Σαρρή, οπού και κάνουν έρωτα για πρώτη φορά, σε μια πολύ αισθησιακή σκηνή όπου η Ταρσή εμφανίζεται αρχικά γυμνόστηθη και μετά ολόγυμνη). O Σαρρής θα τη φιλοξενήσει στην εξοχική του κατοικία, ξεκινώντας μια μυστική σεξουαλική σχέση παράφωνου πάθους μαζί της. Η κόρη του η Τασώ γυρίζει από τη Σμύρνη εν τω μεταξύ. Η Σαρρίνα αποφασίζει να πάει με την οικογένειά της στο εξοχικό για να μπορεί να προσέχει καλύτερα τον άντρα της, υποψιαζόμενη την απιστία λόγω της αδιαφορίας του στο κρεβάτι. Εκεί συναντούν για πρώτη φορά την Ταρσή, η οποία έλκει άμεσα τον Στέργιο. Στη σειρά ο Σαρρής φιλοξενεί την Ταρσή για μήνες και την επισκέπτεται κάθε μέρα και κάνουν έρωτα. Η Ταρσή δεν θέλει τον γιο της Χαρμανταλούς τον οποίο της προξενεύει για σύζυγό της η Σαρρίνα, που νοιώθει να απειλείται από τη νεαρή καλλονή. Ένα βράδυ ο Σαρρής έχει μια κρυφή προσωπική συνάντηση με την Ταρσή σε ένα ξεροπήγαδο στο κτήμα του εξοχικού, κατά τη διάρκεια της οποίας κάνουν παθιασμένο έρωτα, «φέρνοντας την απόλαυσή του στα όρια της φρενίτιδας». Τελικά η Ταρσή αλλάζει γνώμη και δέχεται τον Χαρίλαο, αλλά ο Σαρρής, άρρωστος από το πάθος του, βάζει δύο Τούρκους και χαλάνε τον γάμο. Η Ταρσή, νομίζοντας πως τον γάμο τον χάλασε ο Ραούλ, ο Τούρκος από τα Κούλα, δραπετεύει προς τον σιδηροδρομικό σταθμό με προορισμό τη Σμύρνη. Στη σειρά ο Χαρίλαος αυτοκτονεί, πέφτοντας στις γραμμές του τρένου, μετά την εξαφάνιση της Ταρσής. Ένας όμορφος νεαρός Σουηδός αρχαιολόγος ονόματι Σβεν, για τον οποίο η Ταρσή νοιώθει μιαν έλξη, τη βρίσκει στο τρένο από το Σαλιχλί. Την πηγαίνει στα ερείπια των αρχαίων Σάρδεων όπου κάνει ανασκαφές και μετά από μια νύχτα που την περνούν χωρίς έρωτα, προς απογοήτευση της Ταρσής, η κοπέλα παίρνει το τρένο για τη Σμύρνη. Ο Σαρρής καταρρέει ενθυμούμενος τις στιγμές της λαγνείας τους κατά τις κρυφές συναντήσεις τους στο ξεροπήγαδο και σε διάφορα σημεία του κτήματος του εξοχικού. Ο γιατρός Σούνιος βρίσκει την όραση της Ρόης προβληματική και η Σαρρίνα αποφασίζει να πάει στη Μαγνησία με την κόρη της για να της αγοράσει γυαλιά. Ο στρατός αναλαμβάνει τον έλεγχο των διοικητικών υπηρεσιών. Ο Σαρρής πληροφορείται πως ο ληστής Τσάκιτζης έχει εγκατασταθεί στον κουλά του και ζητάει να τον δει. Όταν φτάνει στο κτήμα θυμάται «το μελαμψό κορμί της Ταρσής, ολόγυμνο, αφημένο στα φιλιά του». Ο αρχιληστής του λέει πως θέλει να γίνει χριστιανός και του ζητά να γίνει ο νονός του. Τελείται η βάπτιση. Στη σειρά αυτά συμβαίνουν πριν την αναχώρηση της Ταρσής, η οποία βλέποντας τη βάπτιση εξοργίζεται και αρνείται να συνεχίσει τη σχέση της με τον Σαρρή. Τότε ο Σαρρής επιχειρεί να της κάνει έρωτα δια της βίας κι εκείνη αντιστέκεται, αλλά τελικά υποκύπτει - όμως αυτό την κάνει να δεχτεί τον Χαρίλαο. Γίνονται έφοδοι σε σπίτια για παράνομα όπλα. Ο Θεόφιλος Σοφιανόπουλος, πρώτη αγάπη της Ρόης, σκοτώνεται σε ατύχημα στη Μαγνησία. Ο γιατρός Κόκκινος βρίσκει πως η Ρόη έχει διφθερίτη. Όταν χειροτερεύει και ο φαρμακοποιός Τσαμπάζης της κάνει απόξεση, τραυματίζεται ο λάρυγγάς της. Η Ρόη δεν μπορεί να μιλήσει και ο Κόκκινος συστήνει να την πάνε σε ειδικό στη Σμύρνη. Ο Τσάκιτζης, τραυματισμένος, φιλοξενείται από τον Εστρέφ Μπέη. Τον επισκέπτεται ο Σαρρής. Του ζητά παπά να τον μεταλάβει, αλλά πεθαίνει. Ο συνοδός του βλέπει πως ήταν χριστιανός από ένα σταυρό που φορούσε και καίει το εξοχικό του Σαρρή. Ο Σαρρής πάει στη Σμύρνη για την αποζημίωση. Εκεί αρρωσταίνει και πεθαίνει. Στη σειρά συναντά την Ταρσή, πρώτη φορά μετά από δυο χρόνια, να τον περιμένει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του κρυμμένη κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού. Φιλιούνται με πάθος και κάνουν έρωτα, αλλά όταν η Ταρσή φεύγει, ο Σαρρής δολοφονείται από άγνωστους με ένα μαξιλάρι την ώρα που κοιμόταν. Οι Σοφιανόπουλοι φεύγουν για τη Σμύρνη. Ο Αντώναγας βρίσκεται δολοφονημένος. Η Τουρκία υπογράφει ανακωχή. Συμμαχικά και ελληνικά πολεμικά πλοία αγκυροβολούν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Στέργιος με τη μητέρα του πηγαίνουν στη Σμύρνη να εισπράξουν την ασφάλεια ζωής του Σαρρή. Η Σαρρίνα βάφει την πρόσοψη του σπιτιού της στο χρώμα της ελληνικής σημαίας. Βρίσκουν τον Εστρέφ κρεμασμένο από ένα δέντρο. Ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη. Οι δημογέροντες επισκέπτονται τον Τούρκο έπαρχο και του ζητούν να εγγυηθεί για την ασφάλεια των Ελλήνων. Στο Σαλιχλί φθάνει ο Μουσταφά πασάς. Βρίσκει υποστηρικτές για το κίνημά του και συνεχίζει την περιοδεία του προς την Ανατολή. Οι Τούρκοι αποφασίζουν να δωροδοκήσουν τη Γαλλίδα αριστοκράτισσα μαντάμ Ζιζή, για να γίνει κατάσκοπός τους.
Β’ Μέρος
Υπόθεση Β’ Μέρους

Στα δώδεκα κεφάλαια του δεύτερου μέρους του έργου περιγράφεται η ζωή κατά την ελληνική κατοχή έως και την Καταστροφή της Σμύρνης.[4] Μετά τον θάνατο του Σαρρή η οικογένεια του Στέργιου χάνει ελαφρά την πρωταγωνιστική της θέση στην ιστορία. Τα όνειρα των Ελλήνων για ελευθερία που τώρα πια γίνονταν πραγματικότητα, η επαφή των Μικρασιατών Ελλήνων με τους Έλληνες στρατιώτες που κατέλαβαν το Σαλιχλί, οι λάθος χειρισμοί ιδιαίτερα μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, το υπόγειο σύστημα κατασκοπείας και υπονόμευσης που οι Τούρκοι είχαν στήσει στη δυτική Μικρά Ασία και τέλος η κατάρρευση του μετώπου και οι καταστροφικές συνέπειες που αυτό είχε για τους Μικρασιάτες, όλα αυτά εκτίθενται από τον Αθανασιάδη στο δεύτερο μέρος του έργου του και συνδυάζονται ιδανικά με πραγματικά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα.
Πλοκή Β’ Μέρους

Ο Ελληνικός Στρατός καταλαμβάνει το Σαλιχλί και αναλαμβάνει τον έλεγχο του Διοικητηρίου. Η Σαρρίνα με την οικογένειά της επιστρέφουν από τη Μαγνησία οπού βρίσκονταν για διακοπές. Η Ταρσή επισκέπτεται το Σαλιχλί με τον Ιταλό άντρα της, με κρυφό σκοπό να μιλήσει με τον Χαρίλαο. Επισκέπτεται την οικογένεια της Σαρρίνας για να εκφράσει στη χήρα Αναστασιάδη τα συλλυπητήριά της για το θάνατο του άντρα της για τον οποίο μόλις είχε μάθει και την ευγνωμοσύνη της για την καλοσύνη που της είχε δείξει ο Σαρρής. Ζητά συγγνώμη από τον Χαρίλαο και έχει μια προσωπική στιγμή μαζί του. Το άλλο πρωί ο Χαρίλαος αυτοκτονεί, πέφτοντας στις γραμμές του τρένου της Ταρσής και του Ιταλού. Ο Βαχάν φέρνει το νέο της δολοφονικής απόπειρας εναντίον του Βενιζέλου. Ο Ύπατος Αρμοστής στέλνει εκπρόσωπό του στο Σαλιχλί, ο οποίος και καταφέρνει να απελευθερωθούν Τούρκοι αντάρτες. Συλλαμβάνεται η Ζιζή για κατασκοπεία. Πεθαίνει η Χαρμανταλού. Ο Τούρκος επιχειρηματίας Αμπετίν Ραχμή ανακοινώνει πως θα φτιάξει εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρισμού στο Σαλιχλί. Έχει οργανώσει ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών, προς όφελος των επαναστατών του Κεμάλ. Ως σύνδεσμο στο Σαλιχλί διαλέγει τον Εβραίο Γιακόβ Ναχμία. Ο Ραχμή παραγγέλνει στον Ναχμία κασμίρι για διακόσιες στολές. Η γυναίκα του Ναχμία τον ενημερώνει πως η κόρη τους είχε κλεφτεί. Υποψιάζεται σωστά τον Τζαννή Καντάρογλου, που θα έφευγε για την Ελλάδα για να καταταγεί. Το άλλο πρωινό η Σάρρα επιστρέφει με τον θείο της από τον Κασαμπά μετανιωμένη. Η Σαρρίνα φιλοξενεί στο σπίτι της τον Μιχαήλ Καλοδούκα, αρχισυντάκτη της «Ακρόπολις», για τον οποίο νοιώθει μια σωματική έλξη. Φτάνει η είδηση πως στις εκλογές νίκησαν οι βασιλικοί και θα προκηρυσσόταν δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου. Η Ζιζή επιστρέφει στο Σαλιχλί, αφού το προξενείο της στη Σμύρνη κατάφερε να την απαλλάξει από την κατηγορία της κατασκοπείας. Παντρεύεται η Μόσχα Ωνάση τον ίλαρχο Αβροτέλη. Ηλεκτροδοτείται το Σαλιχλί. Η ύπατη αρμοστεία της Σμύρνης εγκαθιστά στο Σαλιχλί αντιπρόσωπο τον Μίνωα Μανωλεδάκη. Η Παντελιώ βιάζεται από Τούρκους που ήταν σταλμένοι από τον Ναχμία. Στην έκκληση προς τον αντιπρόσωπο της αρμοστείας για τιμωρία των βιαστών, οι δημογέροντες δεν βρίσκουν ανταπόκριση. Η Ρόη απορρίπτει την πρόταση γάμου του Ζαχαρία Λάμπογλου, με τον οποίο είχε ανταλλάξει παλιότερα το πρώτο της φιλί. Ο Ιωσήφ Καμπουράκης αποφασίζει να κλειστεί σε μοναστήρι μετά από ένα προφητικό όνειρο που είδε με το Σαλιχλί να καίγεται. Ο Στέργιος ανεβαίνει στον Τμώλο, για μία προσκοπική εκδρομή. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πρωθυπουργός Γούναρης σταθμεύουν για λίγο στο Σαλιχλί, κατευθυνόμενοι προς το μέτωπο. Επιστρέφει ο Τζαννής Καντάρογλου, ακρωτηριασμένος και στα δυο πόδια από τη μάχη. Αποφασίζει να σπουδάσει στην Αθήνα για να γίνει καθηγητής πανεπιστημίου. Δύο Τούρκοι, σταλμένοι από τον Ναχμία, απαγάγουν τον Τζαννή και τον απελευθερώνουν αφού εισπράττουν διακόσιες χρυσές λίρες ως λύτρα. Ακούγονται φήμες για αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από τη Σμύρνη. Φτάνει στο Σαλιχλί ο Μητροπολίτης Φιλαδελφείας. Ενημερώνει τους δημογέροντες για τη δύσκολη κατάσταση και για την κίνηση προκρίτων από τη Σμύρνη να οργανώσουν τη «Μικρασιατική Άμυνα». Τα νέα για υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού που έρχονται από τη Σμύρνη είναι πολύ άσχημα. Ο γιατρός Κόκκινος παθαίνει εγκεφαλικό και αυτοκτονεί. Ο αντιπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης εγκαταλείπει το Σαλιχλί και τον ακολουθεί η Χωροφυλακή. Τρένα γεμάτα στρατό κατευθύνονται προς τη Σμύρνη. Γίνεται μάχη στο Σαλιχλί. Η Τασώ σώζεται τελευταία στιγμή από τον ίδιο τον Πλαστήρα, που την ανεβάζει στο τρένο για τη Σμύρνη. Οι Τούρκοι προχωρούν σε αντίποινα. Οι Σαλιχλιώτες εγκαταλείπουν μαζικά τον τόπο τους, περισώνοντας ο καθένας ό,τι μπορεί, με κατεύθυνση τη Σμύρνη και από εκεί την Ελλάδα. Τελικά η Σαρρίνα και τα παιδιά της, μετά από πολλές περιπέτειες σώζονται από την Ταρσή, που έχει γίνει σύζυγος του Αμερικανού υποπρόξενου στη Σμύρνη.

Στο τέλος του δεύτερου μέρους ο συγγραφέας σημειώνει: ΤΕΛΟΣ Εκάλη Ιούλιος 1984 – Ιούλιος 1987.
Γ’ και Δ' Μέρος

Στα οκτώ κεφάλαια του τρίτου μέρους (1ο έως 8ο) και στα επτά κεφάλαια του τέταρτου μέρους (9ο έως 15ο) του έργου, περιγράφεται η προσφυγική ζωή στην Ελλάδα μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Στον τρίτο τόμο υπάρχει αφιέρωση του συγγραφέα «Στις αείμνηστες αδελφές μου, Στάσα, Αλέκα, Καλλιρρόη».[5] [6]

Στο τέλος του τέταρτου μέρους ο συγγραφέας σημειώνει: ’’ΤΕΛΟΣ «ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΗΣ ΝΙΟΒΗΣ» Ιανουάριος 1992 – Ιανουάριος 1995’’.
Χαρακτήρες

Το έργο δεν έχει κάποιον βασικό πρωταγωνιστή. Υπάρχουν πολλοί χαρακτήρες, άλλοι με μικρό και άλλοι με μεγαλύτερο ρόλο στην πλοκή. Σχεδόν όλοι οι βασικοί χαρακτήρες εμφανίζονται στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του έργου.

Οι βασικότεροι χαρακτήρες είναι:
Μιχαλάκης Αναστασιάδης ή Σαρρής: Μεσήλικος οικογενειάρχης, δημογέροντας και τραπεζίτης, με πυρρόξανθα μαλλιά και αδυναμία στο ωραίο φύλο. Έχει πολλές ερωμένες, κυρίως θεατρίνες στη Σμύρνη. Ασυναγώνιστος εραστής, που παρασύρεται από τον έρωτά του για μια παρθένα 16χρονη χριστιανοπούλα, την Ταρσή, την οποία σώζει από τα χέρια ενός Τούρκου και από τον αναγκαστικό εξισλαμισμό. Όταν το κορίτσι φεύγει από το Σαλιχλί, θα προσπαθήσει να την ξεχάσει φλερτάροντας με άλλες γυναίκες, κυρίως νεαρές Τουρκάλες εργάτριες στο κτήμα του αλλά και τη μαντάμ Ζιζή, ωστόσο θα παραμείνει ερωτευμένος μαζί της μέχρι τον θάνατό του.
Ταρσή: Μια 16χρονη - 17χρονη στη σειρά - χριστιανοπούλα από τα Κούλα. Ψηλή, μελαχρινή, προκλητική κοπέλα, με μακριά, κατάμαυρα μαλλιά, μακριά, απολαυστικά πόδια και μελαψό κορμί, πανέμορφο πρόσωπο, ποθητό στήθος, κόρφο, γάμπες και γλουτούς, ηδονικές λαγόνες, διεγερτική μυρωδιά μαλλιών και κορμιού, αισθησιακή φωνή και χαμόγελο. Μια πραγματική καλλονή με φυσικό χάρισμα στην αποπλάνηση και στην ερωτική πράξη, ερωμένη του Σαρρή - ο οποίος την αποκαλεί «Ουρί του» αλλά και δαίμονα - και τελικά σύζυγος του Αμερικανού υποπρόξενου στη Σμύρνη και μητέρα του παιδιού τους. Εμφανίζεται ακόμα και ολόγυμνη κατά τη διάρκεια των παθιασμένων κι έντονα περιγραφόμενων ερωτικών της συνευρέσεων με τον Σαρρή, στον οποίο ασκεί απόλυτη δύναμη, ως σύμβολο της πρόωρα ανεπτυγμένης και ολοκληρωμένης θηλυκότητας, του γυναικείου αισθησιασμού, του ερωτισμού, του σαρκικού πάθους, της φιλοδοξίας και του θανάσιμου θηλυκού.
Στέργιος: Γιος του Σαρρή, το μικρότερο παιδί του. Βιώνει την ερωτική αφύπνιση, είτε με συνομήλικα κορίτσια είτε με μεγαλύτερες κοπέλες όπως την Ταρσή, την οποία θα ονειρευθεί ολόγυμνη. Είναι αχώριστος με τη Ρόη.
Ρόη: Η 12χρονη μικρή κόρη του Σαρρή. Πολύ ρομαντική φύση και άριστη μαθήτρια, μετά την απελευθέρωση του Σαλιχλί και σε ηλικία 16 ετών θα γίνει νοσοκόμα οπότε και θα γνωρίσει τον Γιώργο, ένα νεαρό τραυματισμένο Έλληνα στρατιώτη τον οποίο θα περιποιηθεί και θα ερωτευθεί και αργότερα θα του δοθεί, προκαλώντας την οργή της μητέρας της και την παιδιάστικη ζήλια του αδελφού της.
Αλέξα: Η μεσαία κόρη του Σαρρή με ταλέντο στη ζωγραφική
Τασώ: Η μεγάλη κόρη του Σαρρή. Σπουδάζει στη Σμύρνη νομικά. Θα δουλέψει ως γραμματέας για τον Ύπατο Αρμοστή Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη. Μετά την καταστροφή θα αναγκαστεί να δουλέψει σκληρά για να στηρίξει τη μητέρα της στον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης στην προσφυγική ζωή στην Ελλάδα.
Χρυσάνθη (ή Σαρρίνα): Η 35χρονη όμορφη μελαχρινή γυναίκα του Σαρρή. Αναγκάστηκε να τον παντρευτεί στα 16 της, τελικά όμως τον αγάπησε αληθινά. Γυναίκα έξυπνη που όμως έχει επιλέξει να στέκεται στη σκιά του άντρα της, θαυμάζοντάς τον αλλά και νιώθοντας κάποτε την αίσθηση της παραμέλησης και της ζήλιας. Μετά το θάνατό του θα ανακαλύψει την απιστία του με τη μικρή από τα Κούλα, αλλά θα διατηρήσει μέσα της τη μνήμη του αναλλοίωτη. Στη σειρά, μετά τον θάνατο του Σαρρή η Χρυσάνθη αναλαμβάνει τις επιχειρήσεις του και βλέπει το αληθινό πρόσωπο του Αμπετίν Ραχμή, δήθεν φίλου του άντρα της. Κατά την καταστροφή και τη νέα ζωή στην Ελλάδα η Σαρρίνα είναι πλέον η αρχηγός της οικογένειας, αγωνιζόμενη με αξιοπρέπεια και αυτοθυσία για τα παιδιά της.
Εστρέφ Μπέης: Τούρκος γαιοκτήμονας και αδελφικός φίλος του Σαρρή
Βασίλης Ωνάσης: Δημογέροντας, πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας του Σαλιχλί και αργυραμοιβός
Μόσχα: Κόρη του Ωνάση. Θα παντρευτεί τον ίλαρχο Αβροτέλη, πρώτο Έλληνα που μπήκε στο Σαλιχλί.
Πατήρ Καλλίνικος: Ο ιερέας του Σαλιχλί. Κατέφυγε στη Μικρά Ασία μετά από φόνο που φημολογείται ότι διέπραξε στην πατρίδα του τη Ρούμελη για λόγους τιμής.
Αρτίν: Αρμένης και ιδιοκτήτης καφενείου
Μεριέμ: Κόρη του Αρτίν. 16 ετών. Αντικείμενο του πόθου του γυναικά Σαρρή - που τη χαρακτηρίζει Ουρί - και του Τζαννή Καντάρογλου.
Βαχάν: Αρμένης. Οδηγείται στα Τάγματα Εργασίας, αλλά καταφέρνει να το σκάσει και μετά από αρκετές περιπέτειες να γυρίσει στη γυναίκα του, την οποία όμως έχει απατήσει με μια νεαρή Κούρδισα χήρα και μητέρα ενός μωρού - και με έναν καταπιεστικό και ανάπηρο πεθερό - που συνάντησε στην επιστροφή. Η αμνησία που έπαθε μετά, θα θεραπευθεί με υπνωτισμό από τον Τρύφωνα Ιωαννίδη.
Κωστής Σοφιανόπουλος: Δημογέροντας και χαλέμπορος
Θεόφιλος: Γιος του Σοφιανόπουλου
Νιόβη: Κόρη του Σοφιανόπουλου
Ζαχαρίας Λάμπογλου: Φίλος του Θεόφιλου
Τρύφων Ιωαννίδης: Δημογέροντας και αντιπρόσωπος ραπτομηχανών Σίνγκερ, με γνώσεις υπνωτισμού. Θα μεταβληθεί από χρήστη της Καθαρεύουσας σε φανατικό οπαδό της Δημοτικής.
Χατζής Αυγουστής: Δημογέροντας και ιδιοκτήτης εκκοκκιστηρίου βαμβακιού
Χατζής Λεοντής: Δημογέροντας, θείος της Σαρρίνας και μεγαλομπακάλης. Λίγο πριν την καταστροφή θα δώσει όλη του την περιουσία στην ανιψιά του.
Αντώναγας: Εισαγγελέας και μεγαλέμπορος καπνών
Παντελής Κόκκινος: Γιατρός και δημογέροντας
Ιφιγένεια: Κόρη του γιατρού Κόκκινου
Ανάργυρος Κοντογιαννάκης: Φαρμακοποιός - στη σειρά είναι δικηγόρος -, αρραβωνιαστικός και μετέπειτα σύζυγος της Ιφιγένειας
Χαρμανταλού: Πρώην δασκάλα
Χαρίλαος: Γιος της Χαρμανταλούς. Ο μοιραίος έρωτάς του για την Ταρσή θα τον οδηγήσει στο φόνο ενός Τούρκου που την προσέβαλλε, στη φυλακή από την οποία θα βγει με παρέμβαση της Ταρσής - που είχε παντρευτεί τον γιο του Ιταλού πρέσβη στην Πόλη - και τελικά στην αυτοκτονία στα 22 του χρόνια.
Μαντάμ Ζιζή: Γαλλίδα αριστοκράτισσα, η 40χρονη όμορφη χήρα Γάλλου αρχαιολόγου που έκανε ανασκαφές στις Σάρδεις από τις οποίες - στη σειρά - βγήκαν στο φως σπουδαία χρυσά κοσμήματα της αρχαίας Ιωνίας.
Γιατρός Σούνιος
Κυριάκος Τσαμπάζης: Δημογέροντας που αντικατέστησε τον Σοφιανόπουλο και φαρμακοποιός
Τσάκιτζης: Τούρκος αρχιληστής
Ισμαήλ: Ερημίτης και προφήτης. Θα προφητεύσει στον Κεμάλ τα μελλοντικά του έργα και στη Σαρρίνα ότι «ένα από τα παιδιά της θα συναντηθεί με τον αετό».
Μάνθος Κεραμιδάς: Δημογέροντας που αντικατέστησε τον Αναστασιάδη και ιδιοκτήτης αλευρόμυλου
Ιωσήφ Καμπουράκης: Συνταξιούχος δάσκαλος
Αμπετίν Ραχμή: Τούρκος επιχειρηματίας. Στη σειρά είναι φαινομενικά φίλος και συνέταιρος του Σαρρή σε διάφορες δουλειές, ήταν ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Έλληνα δημογέροντα στη Σμύρνη. Φανατικός κεμαλιστής, λειτουργώντας για λογαριασμό ίδιων και ιταλικών συμφερόντων, πλήρωσε Τούρκους για να σκοτώσουν τον Σαρρή τη νύχτα που κοιμόταν σε ξενοδοχείο της Σμύρνης, μετά από μια αναπάντεχη, τελευταία και γεμάτη πάθος ερωτική συνάντηση με την αγαπημένη του Ταρσή.
Γιακόβ Ναχμίας: Εβραίος υφασματέμπορος
Τζαννής Καντάρογλου: Γιος του Παντελή Καντάρογλου, ενός μεγάλου κτηματομεσίτη. Πολύ νεαρής ηλικίας. Ο Δον Ζουάν του Σαλιχλί.
Γιλμάζ Νταϊκάλ: Στη σειρά είναι Τούρκος λοχαγός, φανατικός εθνικιστής και υποστηρικτής του Κεμάλ. Διώκτης των Ελλήνων αλλά και άνθρωπος με κάποια ηθική και στοιχειώδη αίσθηση του δικαίου. Ερωτεύεται σφόδρα τη χήρα Χρυσάνθη Αναστασιάδη. Ποτέ δεν θα καταφέρει ωστόσο να ολοκληρώσει τον έρωτά του μαζί της, καθώς εκείνη θα φύγει με την οικογένειά της, διωγμένοι από τις εστίες τους, κατά την Καταστροφή της Σμύρνης.


http://el.wikipedia.org/wiki/

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

150 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΕΔΡΑ Σ’ ΕΝΑ ΗΡΩΙΚΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΔΗΜΑΡΧΟ (του Γιώργου Π. Ιατρού)





Η "Φοράδα" του ζωγράφου Γιάννη Δημητράκη



150 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του στρατηγού Μακρυγιάννη, επίσης πέρασαν 150 χρόνια από την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.

Όμως πόσοι γνωρίζουν ότι 150 χρόνια συμπληρώνονται και από την φονική ενέδρα στον Δήμαρχο τότε Λαυρίου, τον Κερατιώτη Λουκά Π. Aθανασίου (Παπαθανασίου) που είναι – πιθανόν - το πρώτο θύμα δήμαρχος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα;

Αλλά θα πρέπει να γυρίσουμε στο 1864 στην εξαιρετικά ταραγμένη εκείνη εποχή – μη ξεχνάμε ότι το 1862 έως το 1864 είναι τα χρόνια της έξωσης του Όθωνα – και να ακολουθήσουμε με τα βήματα του δημάρχου που με τη φοράδα του έρχεται στην Κερατέα από το έρημο τότε Λαύριο. Η πόλη του Λαυρίου δεν έχει δημιουργηθεί, θα ξεκινήσει ακριβώς στο χρόνο μετά το 1865.



Το σπίτι του δημάρχου Λουκά Π.Αθανασίου στην Κερατέα (ανήκει στο δήμο Λαυρεωτικής)

Ο Δήμος Λαυρίου (η ονομασία από το αρχαίο Λαύριο) σχηματίστηκε με Β.Δ. του 1835, με πληθυσμό 1238 κατοίκους, περιελάμβανε τότε την Κερατέα (έδρα του Δήμου), τον Κουβαρά, Εννέα Πύργους, Ανάβυσσο, Όλυμπο, Ντάρδεζα κτλ. Μεταγενέστερες προσαρτήσεις έγιναν με το βασιλικό διάταγμα του έτους 1840 «περί συγχωνεύσεως Δήμων Επαρχίας Αττικής» και ήταν τα Καλύβια, Θoρικό, Βίγλα, Καμάριζα, Σούνιο, Πασά, Ελένη (Μακρόνησος), Αγ Γεώργιος (νησί), Εργαστήριον.

Για να το καταλάβουμε με τα σημερινά δεδομένα ήταν οι Δήμοι Λαυρεωτικής και Σαρωνικού μαζί ως ένας Δήμος με έδρα την Κερατέα. Και αντί 51.000 κατοίκους που έχουν σήμερα, το 1861 τρία χρόνια πριν την ενέδρα ήταν 2.338 μόνο. Με ένα φυσικό περιβάλλον, εννοείται που δεν έχει καμία σχέση με το σημερινό.

Ο Δήμαρχος λοιπόν Λουκάς Π. Αθανασίου το καλοκαίρι (Ιούλιο, Αύγουστο) ή αρχές του Σεπτέμβρη του 1864 ανεβαίνει με τη φοράδα του από το έρημο Λαύριο στην Κερατέα. Στη γέφυρα Αδάμη στο σημερινό δρόμο Πλάκας – Λαυρίου στήθηκε η ενέδρα. Άγνωστοι παραμονεύουν και τον χτυπούν με κάλτσες γεμάτες άμμο, η φοράδα γυρίζει μόνη στο σπίτι στην Κερατέα, οι οικείοι του ανησύχησαν κι ένας γυρολόγος πραματευτής της εποχής ο Νικήτας τον φέρνει λιπόθυμο στο χωριό. Μεταφέρεται στην Αθήνα, κατονομάζει τους δράστες αλλά πεθαίνει σύντομα από εσωτερική αιμορραγία. Αυτό λέει η προφορική παράδοση στην Κερατέα και δυστυχώς στην πλούσια βιβλιογραφία της νεότερης ιστορίας της Λαυρεωτικής το γεγονός δεν είναι καταγεγραμμένο με λεπτομέρειες.

«Ιστορία είναι ότι γράφεται και όχι ότι γίνεται» είναι ένα βασικό αξίωμα για τους ιστορικούς. Πολλά σπουδαία γεγονότα που δεν καταγράφηκαν για διάφορους λόγους είναι σαν να μην έγιναν.

Η διήγηση ενός παππού στη γειτονιά μου στα πάνω καφενεία της Κερατέας το 1985, η σπηλαιώδης φωνή του, τα ξεκάθαρα Ελληνικά του, ο σεβασμός που μου ενέπνεε, η καταπληκτική ιστορία του με «στοιχειώνει». Ο μπάρμπα Γιώργης Ρώμας (1884 – 1987) είχε τελειώσει Σχολαρχείο και τα ήξερε πολύ καλά. Κυρίως δεν έλεγε ψέματα.



Το κτίριο Δροσόπουλου στην Κερατέα που στεγάζει το Δημοτικό Ωδείο Κερατέας και την Παιδική-Εφηβική Βιβλιοθήκη. Ανήκε στον δήμαρχο(1870-1882) Δροσόπουλο συνεργάτη του Σερπιέρι



Σύμφωνα με την αφήγηση αυτή την εποχή που ήρθε ο Σερπιέρι για να δημιουργήσει την Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρείου ο δήμαρχος Λουκάς Π. Αθανασίου τον συνάντησε και του έθεσε τρείς όρους για να προχωρήσει στην συμφωνία και να παραχωρηθούν τα εδάφη που ανήκαν στην Κοινότητα Κερατέας.

1. Η Εταιρεία να καταβάλλει δημόσιο και δημοτικό φόρο.

2. Η Εταιρεία να αναλάβει να σπουδάσει τα ικανά παιδιά της Κοινότητας στην Γαλλία.

3. Η Εταιρεία να μεριμνήσει για την υγεία των κατοίκων όταν στηθούν οι εγκαταστάσεις κι αρχίσουν οι εργασίες.

Η συμφωνία των δυο ανδρών όμως δεν τηρείται και ακολουθεί το γεγονός της ενέδρας.

Πώς όμως όλη αυτή η ιστορία αποδεικνύεται;

Είναι θρύλος η ιστορία του δημάρχου ή πραγματικότητα;

Το 2002 στην Ι’ Επιστημονική Συνάντηση ΝΑ Αττικής στα Καλύβια παρουσιάζω τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία στην ανακοίνωσή μου με τίτλο «1862 – 1866. Η αντίσταση των κατοίκων της Κερατέας στον Σερπιέρι. Ο ρόλος του Δημάρχου Λουκά Π. Αθανασίου».

Τα κυριότερα στοιχεία της έρευνας μου είναι:

- - Στα «Έγγραφα αφορώντα τας μολυβδούχους σκωρίας και τα μεταλλεία Λαυρείου από το 1860 μέχρι το 1865», του ιδρυτή του νεώτερου Λαυρείου μεταλλειολόγου Ανδρέα Κορδέλλα (εκδ 1870) στις σελ. 15 – 16 ανακαλύπτουμε την καταγγελία του δημάρχου Λαυρείου Λουκά Π. Αθανασίου κατά Γ. Παχύ (εκπροσώπου τότε του Σερπιέρι και την Γαλλική Εταιρείας) «όστις προτίθεται να αναγείρει εργολαβικό κατάστημα εν Κυπριανό του Θορικού ...».

Η ημερομηνία είναι «Εν Κερατέα 12 Σεπτεμβρίου 1863 και απευθύνεται στην Νομαρχία Αττικοβοιωτίας. Την καταγγελία αυτή συμμερίζεται και ο Ανδρέας Κορδέλλας με αναφορές του 2 Οκτωβρίου και 24 Οκτωβρίου 1863.

- - Στο βιβλίο των Εντμοντ Αμπου – Σαρλ Λεντου «Η επιχείρηση του Λαυρίου» Παρίσι 1872 (που δεν έχει κυκλοφορήσει μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τα Γαλλικά) αναφέρεται η συμφωνία αυτή πριν την ενέδρα. Και μάλιστα αναφέρεται ότι υπογράφτηκε το συμφωνητικό Κυριακή (άνοιξη του 1864;) μπροστά στην εκκλησία παρουσία του παππά κι όλων των κατοίκων της Κερατέας που είχαν συγκεντρωθεί. Περιγράφουν το γραφικό κουστούμι των παλληκαριών, άσπρη φουστανέλα, πλατιά ζώνη που περιέκλειε τον καπνό και τα όπλα και πουκάμισα κεντημένα με χρυσή ή ασημένια κλωστή. Οι γυναίκες στέκονταν πιο πίσω με μακρύ βαμβακερό πουκάμισο ενώ το κεφάλι και το στήθος τους ήταν σκεπασμένο από μεγάλα κομμάτια ασημιού (νομίσματα). Έπεσαν πυροβολισμοί, χόρεψαν για ώρες, έτρωγαν το αρνί χωρίς πιρούνια « a la pallikare» και ήπιαν άφθονη ρετσίνα.

- -Η έρευνά μου αποδίδει καρπούς κυρίως στην Γεννάδιο Βιβλιοθήκη της Αθήνας όπου ανακάλυψα την ρήξη των δυο ανδρών στα «Έγγραφα μεταξύ Ελληνικής και Γαλλικής Εταιρείας» (σελίδες 136). Εκεί υπάρχει η μήνυση Ιωάννου Β. Σερπιέρι «κάτοικου Μασσαλίας και διαμένοντας ενταύθα παριστώντας την Εταιρεία «Ιλαρίωνος Ρου και Σια» (Γαλλική Εταιρεία) κατά Λουκά Παπαθανασίου και άλλων δέκα κατοίκων του δήμου». Ημερομηνία 20 Ιουνίου 1864. Ο Σερπιέρι τους κατηγορεί ότι την 15 Ιουνίου 1864 μετέβησαν στη θέση Εργαστηριάκια όπου ειργάζοντο άνθρωποι της Εταιρείας του και δι’ απειλών και βιαιοπραγιών υποχρέωσαν τούτους να παύσωσι την εργασία των και κατέστρεψαν όλους τους πόλους και τα σήματα της Εταιρείας.

Επίσης υπάρχει και η αθώωση 12 Σεπτεμβρίου 1864 του Συμβουλίου την Εν Αθήναις Πλημμελειοδικών του Λουκά Παπαθανασίου και άλλων 10 κατοίκων της Κερατέας.

- Τέλος αξίζει να αναφέρω σύντομα ότι στη δίκη που έγινε το 1866 μεταξύ Ελληνικής και Γαλλικής Εταιρείας φαίνεται σαφώς ότι συνεχίζονται τα επεισόδια. Μάλιστα επιστρατεύονται και ένοπλοι υπό τον ατρόμητο καπετάνιο Μήτζα κατά των Κερατιωτών. Τα αντίπαλα στρατόπεδα είναι δυο η Ελληνική Εταιρεία, Πετρόπουλος – Ανδρικόπουλος – Ρόδιος όπου δυο χρόνια μετά το 1866 υποστηρίζουν ο αδερφός του δημάρχου Μήτρος Παπαθανασίου και οι δέκα δημότες που υποστήριζαν τον αδερφό του Λουκά και τον Δ. Καλλιφρονά το 1864 κι από την άλλη η Γαλλική Εταιρεία «Ιλαρίων Ρου και Σια» του Σερπιέρι με υποστηριχτή τον μετέπειτα δήμαρχο Π. Δροσόπουλο κι άλλους 13 Κερατιώτες που αναφέρονται. Η Κερατέα έχει διαιρεθεί στα δυο λοιπόν και κάπου στα πρακτικά της δίκης, διαβάζουμε ότι τον Σεπτέμβρη του 1864 αναφέρεται ως Δήμαρχος ο μάρτυς Αθανάσιος Λάμπρου που σημαίνει ότι η ενέδρα που ανέφερε ο μπάρμπα Γ. Ρώμας και επιβεβαίωσαν τα δισέγγονα του Λουκά Π. Αθανασίου (Κ Μπία, Σπ Παναγιώτου) έγινε Ιούλιο – Αύγουστο – Σεπτέμβριο 1864.

Στο τέλος της έρευνας μου είχα αναφερθεί και στο βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη «ο Χαρταετός» (Εστία 2002) που ασχολείται με τα «Λαυρεωτικά». Στο πρόλογο η συγγραφέας γράφοντας για την μεγαλύτερη επένδυση του 19ου αιώνα στην Ελλάδα στο Λαύρειο, αναρωτιέται γιατί να υπάρχει αυτή η εχθρική διάθεση και δαιμονοποίηση του Σερπιερι ως σήμερα.

Είχα γράψει τότε δυο λόγια για αυτό. «Υπάρχει δαιμονοποίηση χωρίς λόγο; Μπορεί κάποιος όσο και μεγάλη επένδυση να κάνει δίνοντας εργασία στον κόσμο να ξεπερνάει κάθε ηθικό φραγμό; Είναι τα εύλογα ερωτήματα που απευθύνονται από εμάς, από την ιδιαίτερη πατρίδα του Λ. Παπαθανασίου την Κερατέα».

Η κ. Αθηνά Κακούρη* όταν διάβασε την μελέτη μου αυτή μου απάντησε. Την επιστολή της αυτή δημοσιεύω χωρίς σχόλια γιατί βοηθάει στο διάλογο και την έρευνά που εξελίσσεται και θα ολοκληρωθεί ελπίζω με την έκδοση ενός βιβλίου με τίτλο «ΕΝΕΔΡΑ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΟ».

Αθήνα 4 Νοεμβρίου 2009

«…Διάβασα με προσοχή το άρθρο του κύριου Ιατρού, που είχατε την καλοσύνη να μου δώσετε. Είναι προσεκτικά γραμμένο και παρουσιάζει μια σχετικά άγνωστη φάση αυτής της ιστορίας. Έχει λοιπόν μεγάλο ενδιαφέρον.

Το βασικό κακό σ’ αυτήν την υπόθεση, είναι ότι δεν είχαμε τότε κτηματολόγιο. Και το κακό αυτό συνεχίζεται. Καταφέραμε ακόμη και χρηματοδοτούμενοι από την Ευρωπαϊκή Ένωση, να μην φτιάξουμε κτηματολόγιο. Οι ατελεύτητες δικαστικές διαμάχες για την κυριότητα της γης είναι πράγματα αδιανόητα – και ακατανόητα – σε άλλες χώρες. Σε μας μερικοί έξυπνοι πλουτίζουν καταπατώντας. Αλλά το κράτος ζημιώνει και το κύρος της χώρας στραπατσάρεται. Αυτό είναι ένα δεδομένο πολύ θλιβερό και έπαιξε μεγάλο ρόλο στην υπόθεση του Λαυρείου.

Τώρα το όλο ζήτημα που κατέληξε να ονομάζεται «τα Λαυρεωτικά» δεν είναι μόνον πολύ περίπλοκο αλλά έχει και πολλές όψεις. Το της ιδιοκτησίας της γης είναι ένα. Το της ασφάλειας είναι άλλο. Το της βλαβερής πολιτικής διαμάχης, άλλο. Η αξία του μολύβδου, άλλη, καθώς και αποτίμηση των εκβολάδων και των σκωριών. (Προτιμώ να της λέω σκωρίες και όχι σκουριές, γιατί το ένα αναφέρεται σαφώς σε μετάλλευμα ενώ το άλλο μπορεί να είναι ακόμη κι η σκουριά στα κάγκελα του σπιτιού σας.) Το εργατικό, όπως οξύνθηκε μάλιστα αργότερα, είναι κι αυτό άλλο.

Εμένα, στον Χαρταετό, με ενδιέφερε αφ’ενός η άγονη – και επιβλαβής για τα συμφέροντα της χώρας – πολιτική διαμάχη και αφ’ετέρου τα αποτελέσματα της απληστίας, που δημιούργησαν την τρέλα των μετοχών.

Προσπάθησα να ελέγξω τα στοιχεία μου όσο πιο ευσυνείδητα μπορούσα, στα σημεία όπου επικεντρώνομαι. Προσπάθησα να εξακριβώσω ποια ήταν ακριβώς η αξία του ορυκτού πλούτου του Λαυρίου και αν υπήρχαν υπερβολικές εκτιμήσεις. Και προσπάθησα να μη ξεχνώ ποια ήταν παγκοσμίως τα συστήματα της βιομηχανίας τότε, καθώς επίσης και η ζωή στο ελληνικό χωριό. Νομίζω πως, με την εκ των υστέρων ψυχραιμία, πρέπει να τα ζυγιάζουμε καλά όλα.

Εντούτοις, κάποιος άλλος, με διαφορετικό στόχο, θα μπορούσε να γράψει ένα άλλο – και πιο συναρπαστικό μάλιστα, μια και θα μπλέκονται ληστές – μυθιστόρημα για τον φόνο του Δημάρχου και τους ενόχους εάν, φυσικά, μπορεί να εξακριβώσει τα στοιχεία που θα μεταχειριστεί, να αποδείξει τις πηγές του αξιόπιστες και να αχθεί στην καταδίκη – πέραν πάσης αμφιβολίας – του υπόπτου.

Στο ερώτημα του κυρίου Ιατρού «υπάρχει δαιμονοποίηση χωρίς λόγο;» απαντώ ν α ί, βεβαίως και υπάρχει! Ας θυμηθεί (μεταξύ χιλιάδων άλλων) την υπόθεση Ντρέυφους – ακόμη και η δίκη του Χριστού τι άλλο ήταν;

Επί πλέον, ακριβώς η πιθανότης ακόμη και μια νομότυπη δίκη να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, οδήγησε και στην κατάργηση της θανατικής ποινής. Εξακολουθώ να νομίζω πως καλύτερα είναι να τριγυρίζει ελεύθερος ένας φονιάς, παρά να κρεμαστεί ένας αθώος.»

Φιλικότατα Αθηνά Κακούρη

Παρουσίασα τα πιο κύρια στοιχεία στην υπόθεση αυτή.Υπάρχουν και πολλά άλλα ενώ η έρευνα συνεχίζεται. Παρακαλώ όσους ασχολούνται και έχουν κάτι έστω το παραμικρό να με ενημερώσουν.

Γιώργος Π. Ιατρού



Ο μπάρμπα Γιώργης Ρώμας (1884-1987) αφηγητής της ιστορίας μας

*Η Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας, κυρίως ιστορικών μυθιστορημάτων

Πηγή :
http://www.forkeratea.com/2014/09/150.html

Υ.Γ. Από Πετρούλα Σίνη : Πολύ χαίρομαι που οι συζητήσεις μας ως ομάδα στα μαθήματα δημιουργικής γραφής άρχισαν να πραγματώνονται και μια έρευνα του συμμαθητή μου Γιώργου Π. Ιατρού θα εκδοθεί σε βιβλίο με τίτλο «ΕΝΕΔΡΑ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΟ». Το 2002 στην Ι’ Επιστημονική Συνάντηση ΝΑ Αττικής στα Καλύβια αφού τελείωσε την παρουσίαση του με τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία στην ανακοίνωσή του με τίτλο «1862 – 1866. Η αντίσταση των κατοίκων της Κερατέας στον Σερπιέρι. Ο ρόλος του Δημάρχου Λουκά Π. Αθανασίου», έτυχε να κάθομαι δίπλα του όπου μου είπε ότι διάβαζε κι ανέτρεχε ακόμα και σε παλιά συμβόλαια από το Υποθηκοφυλακείο! Και καθώς διαβάσατε και προηγούμενα και σε πολλές βιβλιοθήκες και αρχεία ... τέτοια είναι η έρευνα και βαθιά μελέτη χρόνων στο θέμα που παρουσιάζει και κάνει έκκληση για βοήθεια και των κατοίκων της Κερατέας για περισσότερα στοιχεία που τυχόν γνωρίζουν . Οι επόμενες συναντήσεις μας σίγουρα θα είναι ακόμα πιο επικοδομητικές με τη βοήθεια πρωτίστως του δασκάλου μας Βαγγέλη Ραπτόπουλου



Το βιογραφικό του καθηγητή μαθηματικών και συγγραφέα Γιώργου Π. Ιατρού από τη βάση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου :

Ιατρού, Γιώργος Π.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2010) Η νήσος του Πατρόκλου του Δήμου Κερατέας, Δήμος Κερατέας

(2006) Το κινηματογραφικό πλατώ της Λαυρεωτικής, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής

(2003) Σούνιο. Λαύριο. Κερατέα, Toubi's
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2010) Το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Πρίφτη από την Κερατέα Αττικής, ΑΩ Εκδόσεις


Λοιποί τίτλοι

(2014) Ciampi, Paolo, Η καραβάνα στον βυθό της θάλασσας, Χρυσή Τομή [επιμέλεια]

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΔΙΨΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ!!! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ



ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΣΑΝ ΔΙΨΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ!!! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Σαν διψάσεις για Αγάπη, στύψε το Αγιοπότηρο του φεγγαριού και μέθα με την Θεία Κοινωνίας της, ως την ύστατη γουλιά!

Ο αντίποδας όμως, δεν μου είχε περάσει ποτέ από τον νου. Ίσως γιατί όλοι λίγο πολύ, έχουμε γαλουχηθεί με το εγωϊστικό αίσθημα της κατοχής.
Είχε έρθει στο γραφείο μου, γιατί είχε λέει, κάτι να μου πει.
Όμορφη και πρωτοπόρα με κείνην την αναλλοίωτη αυτοπεποίθηση, όπως τότε, που γράφαμε ραβασάκια και σκονάκια στην φοιτητική αυλή!
-Άσε με βρε φιλενάδα, της είπα κάποια στιγμή κι εγώ. Νοσταλγίας κέρασμα, ήρθες να με τρατάρεις πρωϊ πρωϊ;

Το παρελθόν το κατοικούν, εκείνοι που δεν έχουν μέλλον.

-Έλα, πες μου, τι κάνει ο δικός σου;
-Ο δικός μου; Τι θα πει ‘’δικός μου’’ είπε, ρίχνοντάς μου ειρωνική ματιά. Τι είναι μωρέ ο άνθρωπος, αντικείμενο για να σηκώνει κατοχή; Αλλά μια και με ρωτάς, φαντάζομαι καλά, αφού χθες βράδυ τον συνέλαβα να ‘’συνδιαλέγεται’’ με άλλη.
-Τι; Δεν είναι δυνατόν ούρλιαξα, αυτός δεν είχε μάτια παρά μοναχά για σένα.
-Και συνεχίζει να τα έχει, μου είπε με επιτηδευμένη ανωτερότητα, αφού λίγο αργότερα με διαβεβαίωσε, ότι το ‘’είναι’’ του, είναι σφραγισμένο με τη δική μου ζωή!
Τι δηλαδή, επειδή μια νύχτα διέθεσε το κορμί του αλλού, το κορμί που του ανήκει, εγώ πρέπει να σβήσω μια σχέση τόσο αληθινή; Μα τότε, δεν θα ήταν έρωτας, θα ήταν δεσμώτης κατοχής. Όταν μετατρέπεις το ταίρι σου σε προσωπικό πιόνι, τότε το μισείς, το καταστρέφεις, το δολοφονείς.

Τα είχα χαμένα. ‘’Αυτή τώρα’’, έλεγα και ξανάλεγα από μέσα μου, ή με δουλεύει, ή ήρθε για κόντρα ρελάνς, γιατί ήξερε ότι εγώ στη θέση της…
Πρώτα θα τον έπνιγα, στην συνέχεια θα τον μαστίγωνα και στο τέλος θα τον χώριζα, έτσι… για να΄χει να θυμάται.
-Μα γιατί απορείς, ξανάπε συμβουλευτικά. Δεν βλέπεις γύρω σου ζευγάρια; Είναι τα περισσότερα τόσα μαραμένα απ΄τη σύγκρουση της ιδιοκτησίας, που στο τέλος καταντάνε δυο άνθρωποι άβουλοι, δυο άνθρωποι νεκροί.

Είχα απομείνει εκεί, ασάλευτη να την κοιτάω, ενώ δυο θυμωμένες γόπες συνωστίζονταν στα δάχτυλά μου τώρα.
-Απ΄ό,τι κατάλαβα δηλαδή εσείς, ‘’αλλού τρώτε κι αλλού πίνετε’’ και στο κρεββάτι σας αμάσητο το καταπίνετε… ντεμέκ, ότι αγαπιόσαστε ακόμα;
- Ε, όχι δα, δεν είναι το ίδιο, είπε με ύφος βολεμένης κακομοίρας. Δεν είδες πόσες φορές με πήρε για να ελέγξει αν είμαι εδώ;
Βιδωμένος κι αυτός στην φαλλοκρατούμενη αρχή. Να κινεί τα δικά μου νήματα, για να στηρίζει πάνω τους την εξουσία της υπεροχής.

-Και όλα αυτά, τα δέχεσαι εσύ; Μήπως να σου θυμίσω μια σκηνή;
Είχες πεταχτεί όρθια και με κείνο το εκρηκτικό σου ταμπεραμέντο φώναξες:
-Κύριε καθηγητά, πόσο μισογύνης πρέπει να είναι ο συγγραφέας Σασά Γκιτρύ για να δηλώνει….
’’O λόγος που κάνει μια γυναίκα να μένει με έναν άπιστο άντρα, είναι ο φόβος, ότι εκείνος γρήγορα θα παρηγορηθεί,’’
ενώ εκείνη, είχα ρωτήσει εγώ σαρκαστικά, θα ψάχνει τον έρωτα στου καφέ την παρηγόρια?
Στην Αγάπη, δεν χωράει μοιρασιά!

Γύρισα και την κοίταξα. Την είδα να λακίζει με ταπεινωμένα τα φτερά, αφήνοντας τη σκέψη μου να φτερουγίζει σε καινούργιο προβληματισμό.

Πώς να συγχωρήσει ο άντρας, της συντρόφου του την απιστία; Έτσι και χάσει την ατομική του ιδιοκτησία, θα μείνει ο φουκαράς λειψός. Και τι θα γίνει όταν το συρματόπλεγμα στο τέλος, στραγγαλίσει και τους δυο;
Μήπως πράγματι, ελεύθερη πρέπει να αφήνεις την αγάπη από της ιδιοκτησίας το λαιμό;
Ελεύθερη όμως…για ποιον; Μόνο για τον άντρα και δεσμευτική πάλι για το θηλυκό; Αυτή η υποτελής δήλωση….
’’αντρας είναι, πάλι σε μένα θα ξαναγυρίσει’’ μήπως κρύβει ανασφάλεια, ότι, ενώ εκείνος θα αλωνίζει, εσύ θα συνουσιάζεσαι με της μοναξιάς σου τον καημό;

Mη με ρωτάς, δεν ξέρω. Δεν με τιμάει να το ξέρω. Αυτό όμως που στ΄αλήθεια ξέρω, είναι ότι αυτή η κατάρα της διπλοπρόσωπης ηθικής, θα έπρεπε εδώ κι αιώνες απ΄την Αξιοπρέπεια της γυναίκας να είχε εξοριστεί!

Ξέρω τι θα πεις.
Και η γυναίκα τώρα, ουυυυυ, έχει βγάλει την απιστία στο κλαρί.
‘’Το πουλάκι τσίου’’ ασχέτως αν εκείνοι την κουτσουλιά την μυρίζουν τελευταίοι, όχι μόνο γιατί ακράδαντα πιστεύουν, ότι δεν υπάρχει από δαύτους πιο μεγάλος εραστής, αλλά γιατί αυτή μέσα από την ευφυϊα της, ξέρει να κρυφτεί.


Και το σπίτι αφάγωτο Και ο εραστής χορτάτος…

Έρμη ΑΓΑΠΗ! Γιατί θρηνείς με σπαραγμό;
Ίσως να κοίταξες λάθος ουρανό.
Ίσως να λάθεψες προσμένοντας,
Του Σπάνιου Αστεριού το Φως!!!

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Yπερρεαλισμός

André Masson, «Αυτόματη Ζωγραφική», μελάνι σε χαρτί (1924)
[πηγή: Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη].

Υπερρεαλιστές ζωγράφοι.

ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, όνομα αρσ. Αυτοματισμός ψυχικός καθαρός με τον οποίο προτίθεται κανείς να εκφράσει είτε προφορικά είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης, με την απουσία κάθε ελέγχου απ’ τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική.

ΕΓΚΥΚΛ. Φιλοσ. Ο σουρρεαλισμός στηρίζεται στην πίστη στην ανώτερη πραγματικότητα ορισμένων τύπων συσχετισμών αγνοημένων ως τώρα, στην παντοδυναμία του ονείρου, στο αδιάφορο παιγνίδι της σκέψης. Τείνει να καταλύσει οριστικά όλους τους άλλους ψυχικούς μηχανισμούς και να υποκατασταθεί στη θέση τους στη λύση των κυριότερων προβλημάτων της ζωής. […]

André Breton, «Μανιφέστο του σουρρεαλισμού (1924)», Μανιφέστα του σουρρεαλισμού, μτφ. Ελένη Μοσχονά, Βιβλιοπωλείο «Δωδώνη», Αθήνα 1972, 29.


Ο σουρρεαλισμός, όπως τον όρισε ο Breton, προοριζόταν να αναθεωρήσει τον ορισμό της πραγματικότητας. Τα μέσα που χρησιμοποίησε, αυτοματική γραφή, καταγραφή ονείρων, αφηγήσεις σε κατάσταση ύπνωσης, ποιήματα και πίνακες δημιουργημένα από τυχαίες επιρροές, τέχνη που απεικόνιζε σκηνές παράδοξες και ονειρικές, όλα είχαν επινοηθεί για την εξυπηρέτηση του ίδιου θεμελιώδους σκοπού — την αλλαγή της αντίληψής μας για τον κόσμο κι ως εκ τούτου και την αλλαγή του ίδιου του κόσμου. […]

C.W.E. Bigsby, Νταντά και Σουρρεαλισμός, μτφ. Ελένη Μοσχονά, Ερμής, Αθήνα 1989 (3η έκδ.), 60-61 (Η γλώσσα της Κριτικής, 12).




Ο υπερρεαλισμός γεννήθηκε στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου βρέθηκαν οι περισσότεροι από τους κατοπινούς υπερρεαλιστές, είτε συναντήθηκαν είτε όχι: ο André Breton, ο μελλοντικός «πάπας» (όπως ειρωνικά θα τον ονομάζουν) του κινήματος, ο Louis Aragon, ο Philippe Soupault, ο Theodore Fraenkel, ο Benjamin Pérret, αλλά και ο Jacques Vaché, η αιρετική μορφή και ο πρώιμος θάνατος του οποίου θα σφραγίσουν τον ίδιο τον Breton και το κίνημα — χωρίς αυτόν θα είχα γίνει ποιητής, θα πει, εκφράζοντας ανάγλυφα την απέχθεια των υπερρεαλιστών για την παραδεδομένη, λογική λειτουργία της λογοτεχνίας. Νέοι, όλοι, στρατεύτηκαν αναγκαστικά, είδαν το αίμα να κυλάει ποτάμι και, επιστρέφοντας από το μέτωπο, αμφισβητούν ριζικά το status quo που οδήγησε στο σφαγείο του πολέμου, αλλά και τον Λόγο, που δεν μπόρεσε να εμποδίσει το μακελειό ούτε να περιγράψει τη φρίκη του, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τη λογική πάνω απ’ όλα, που τις σκέπει. Αμφισβητούν τις μεταπολεμικές πολιτικές επιλογές που επιδιώκουν να αλλάξουν τα πάντα, ώστε να παραμείνουν ίδια. Θα συνταχθούν με το Νταντά, ενάντια σε όλους και σε όλα, για να στηλιτεύσουν την «παγκόσμια χρεοκοπία ενός πολιτισμού που στρέφεται ενάντια στον εαυτό του και τον κατασπαράζει». Θα το αφήσουν πίσω τους, ακολουθώντας την προτροπή του Breton: «Παρατείστε τα όλα. Παρατείστε το Νταντά. Παρατείστε τη γυναίκα σας. Παρατείστε τη φίλη σας. Παρατείστε τις ελπίδες και τους φόβους σας. Παρατείστε τα παιδιά σας στο δάσος. Παρατείστε το γάμο για να πάτε για πουρνάρια. Παρατείστε στην ανάγκη την άνετη ζωή σας, παρατείστε ό,τι σας δίνουν για μια θέση με μέλλον. Πάρτε τους δρόμους». […]

Τιτίκα Δημητρούλια, «Υπερρεαλισμός / Λογοτεχνία», περ. Σύγχρονα Θέματα, τχ. 118-119 (Ιούλ.-Δεκ. 2012) 20-21.



Ο υπερρεαλισμός ως κίνημα διαμορφώνει έναν επαναστατικό χαρακτήρα, ο οποίος γίνεται αντιληπτός και εκτός Γαλλίας, σε ευρωπαϊκά συμφραζόμενα που διαθέτουν διαφορετική παράδοση. […] Ο υπερρεαλισμός δημιουργεί ή υιοθετεί μια σειρά από έννοιες, με τις οποίες επιδιώκει τον επαναπροσδιορισμό των όρων της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής παραγωγής, και παράλληλα κατασκευάζει μια παράδοση, μια γραμμή θετικών αναφορών σε κείμενα της ευρωπαϊκής γραμματείας, η οποία λειτουργεί ως πλαίσιο των δικών του επιδιώξεων. Επομένως, το πρώτο αίτημά του είναι η κατασκευή μιας παράδοσης, η οποία διαφοροποιείται από την κατασκευή που προτείνεται από τη γαλλική αστική τάξη στον μεσοπόλεμο. Η έννοια που διαμορφώνει, και μέσω της οποίας επιχειρεί να προσδιορίσει τους όρους, βάσει των οποίων κατασκευάζεται η παράδοση, είναι αυτής της ανώτερης πραγματικότητας, της υπερ-πραγματικότητας (surréalité), η οποία συνδέεται με την παντοδυναμία του ονείρου (toute-puissance de rêve). Όπως γράφει ο Μπρετόν: «Πιστεύω στη μελλοντική λύση αυτών των δύο καταστάσεων, κατ’ επίφαση τόσο αντιφατικών, που είναι το όνειρο και η πραγματικότητα, σ’ ένα είδος απόλυτης πραγματικότητας, υπερ-πραγματικότητας, αν μπορεί να πει κανείς κάτι τέτοιο». Η αιχμή του υπερρεαλισμού για την επίτευξη των στόχων του είναι η τεχνική της αυτόματης γραφής (écriture automatique), που ενισχύεται από την ψυχαναλυτική θεωρία περί του ονείρου, διά της οποίας γίνεται δεκτή η διάκριση μεταξύ της συνείδησης ή του συνειδητού, αφενός, και ασυνειδήτου, αφετέρου, προκειμένου να δοθεί η πρωτοκαθεδρία στο ασυνείδητο. Παράλληλα καταργούνται οι κανόνες της κρατούσας ηθικής και αισθητικής κατά την άσκηση της αυτοματικής συγγραφικής πράξης, ώστε να διαθέτει τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία. […]

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, «Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι». Ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2012, 48-50.


Στο επίκεντρο της αυτοματικής λειτουργίας βρίσκεται η ποιητική εικόνα. Για τους υπερρεαλιστές η παραγωγή (αλλά και η ανάγνωση) της ποιητικής εικόνας είναι η ουσία της αυτοματικής εμπειρίας και ταυτόχρονα αποτελεί την κυριότερη διαφορά του υπερρεαλισμού από προηγούμενα λογοτεχνικά κινήματα. Πράγματι στην αυτόματη γραφή εκείνο που δημιουργεί την αίσθηση της ετερότητας και της αυτονομίας του υπερρεαλιστικού λόγου δεν είναι τόσο η μη σύνδεση των φράσεων μεταξύ τους όσο η τολμηρότητα των εικόνων και των μεταφορών συνακόλουθα. Η διαδικασία παραγωγής τους εκτός από τις ψυχαναλυτικές αφετηρίες παραπέμπει επίσης και σε θεωρητικές, πράγμα που δείχνει πως για τους υπερρεαλιστές η ποιητική εικόνα δεν ήταν απλώς ένα προϊόν μιας ποιητικής ρητορείας, αλλά η βάση και ο σκοπός των αναζητήσεών τους.


Ήδη στο Α΄ Μανιφέστο, ο Breton εντοπίζει την ιδιαιτερότητα της εικόνας μέσα στην αυτόματη γραφή, παραπέμποντας στο ιστορικό πια κείμενο του Pierre Reverdy, δημοσιευμένο στα 1918, στο περιοδικό Nord-Sud, και το οποίο γίνεται εφεξής το κυριότερο σημείο αναφοράς για την ανάλυση και ερμηνεία των αυτοματικών ποιητικών εικόνων.


Στο κείμενο αυτό ο Reverdy έγραφε πως: «η εικόνα είναι μια καθαρή δημιουργία του πνεύματος. Δεν μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση αλλά από την προσέγγιση δύο ή λιγότερο μακρινών πραγματικοτήτων. Όσο περισσότερο οι σχέσεις των δύο «πλησιασμένων» πραγματικοτήτων θα είναι μακρινές κι ακριβείς, τόσο περισσότερο η εικόνα θα είναι έντονη — τόσο περισσότερο θα έχει δύναμη συγκινησιακή και πραγματικότητα ποιητική».


Στα παραπάνω θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα την έννοια των μακρινών πραγματικοτήτων. Εκεί βρίσκεται κατά την γνώμη μου το κλειδί για την προσέγγιση των αυτοματικών κειμένων. […]

Ζ.Ι. Σιαφλέκης, Από τη νύχτα των αστραπών στο ποίημα-γεγονός. Συγκριτική ανάγνωση Ελλήνων και Γάλλων υπερρεαλιστών, Επικαιρότητα, Αθήνα 1989, 35-36.



[…] Βάζοντας κατά μέρος τα εργαλεία και τις συνταγές των διαφόρων σχολών καθώς και τα παραδείγματα των μεγάλων ή μικρών ποιητών, [ο Σουρρεαλιστής ποιητής] αντί να περιγράψη ένα όνειρο όπως θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος, το ζει από τη στιγμή που περιέλθει σ’ αυτή την κατάσταση της αφαίρεσης που δικαιούμαστε σήμερα να ονομάσουμε σουρρεαλιστική. Δηλαδή παραδέχεται πως είναι φορέας και σκηνή συνάμα του ποιήματος όπως και του ονείρου, και γράφοντας ή λέγοντας χωρίς να γράφη το ποίημά του, δεν μας περιγράφει τίποτε, μα μας το παρουσιάζει όπως υπάρχει μέσα στο γίγνεσθαί του, όπως συμβαίνει όταν ονειρευόμαστε, ενώ ο μη σουρρεαλιστής ποιητής γράφοντας ένα ποίημα κάνει το πολύ-πολύ ό,τι κάνουμε εμείς όταν ξυπνήσουμε και θέλουμε να εκφράσουμε σε άλλους αυτό που είδαμε στον ύπνο μας. […]


Έτσι, […] η ποίηση που συνηθίσαμε να θεωρούμε ως έργο ιδιοφυίας, ως προνόμιο της εξαιρετικής ευαισθησίας, ως μονοπώλιο ενός θιάσου ολίγων θεανθρώπων, αλλάζει στρατόπεδο και από κλασσική, ρωμαντική, συμβολική, καθαρή, έντεχνη ή μη αναπαράσταση αισθημάτων ή γεγονότων διά του μόνου γνωστού ως χτες μέσου της ενσυνειδήτου συναρμολογήσεως λέξεων και εικόνων, γίνεται σήμερα χάρη στον Σουρρεαλισμό όχι μόνο ποίηση-μέσον εκφράσεως, μα ποίηση-ενέργεια, ποίηση-λειτουργία του πνεύματος, ποίηση-ζωή. Και η νέα αυτή ποίηση είναι πια στη διάθεση όποιου επιθυμεί να την γράψη, και όποιου επιθυμεί να την κάμη με όλη την κυριολεξία της λέξεως αυτής, φτάνει ο ποιητής να μην περιφρονήση τα απλούστατα μέσα που του προσφέρει ο Σουρρεαλισμός, φτάνει να μην ντραπή την ενδόμυχή του αλήθεια, φτάνει να μην κωφεύση στην σουρρεαλιστική φωνή που πάντοτε αντηχεί εντός μας, στην φωνή που είπε τόσο σωστά ο Μπρετόν πως εξακολουθεί να ψάλλη και στις παραμονές του θανάτου και απάνου από τις τρικυμίες.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Περί σουρρεαλισμού. Η διάλεξη του 1935, εισαγ.-επιμ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009, 71-72 & 75-76.


Είναι προφανές ότι μια τέτοια αντιμετώπιση της ποιητικής δημιουργίας ανατρέπει εντελώς την παραδοσιακή άποψη περί λογοτεχνίας και τέχνης, περί ατόμου και κοινωνίας. Ανατρέπει επίσης όλους τους προηγούμενους τρόπους και μεθόδους προσέγγισης της λογοτεχνίας, αφού στην περίπτωση του ποιητικού αυτοματισμού έχουμε ταυτόχρονα το θάνατο του συγγραφέα (ως κοινωνικά προσδιορίσιμου ατόμου) και την εκδηλωμένη αχρονικότητα του ίδιου του κειμένου. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού ο αναγνώστης διερωτάται συνεχώς «ποιός γράφει» και το κυριώτερο: «πότε γράφει». Όμως αυτή ακριβώς η έλλειψη αρχετυπικής αναφορικότητας είναι το κατεξοχή μοντερνιστικό στοιχείο αυτής της γραφής. Εδώ ακριβώς δίνεται η δυνατότητα και η ευκαιρία στο υποκείμενο να δημιουργήσει ένα κείμενο-γεγονός, ένα κείμενο-ρήξη με την προηγούμενη λογοτεχνική και αναγνωστική εμπειρία, ένα χώρο ανίχνευσης αλλά και αμφισβήτησης αυτής της ίδιας της λογοτεχνικής πράξης.

Ζ.Ι. Σιαφλέκης, Από τη νύχτα των αστραπών στο ποίημα-γεγονός. Συγκριτική ανάγνωση Ελλήνων και Γάλλων υπερρεαλιστών, Επικαιρότητα, Αθήνα 1989, 37.


Οι περισσότεροι ιστορικοί τοποθετούν, σαν χρονιά πρώτης εμφάνισης του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, το 1930. Είναι η χρονιά που κυκλοφόρησε η μικρή ποιητική συλλογή του μέχρι και σήμερα άγνωστου ποιητή Θεόδωρου Ντόρρου Στου γλυτωμού το χάζι. Κι ενώ απ’ όλους αμφισβητήθηκε η λογοτεχνική αξία της, ωστόσο της απόδωσαν το χαρακτήρα προδρομικής για την Ελλάδα, υπερρεαλιστικής γραφής.


Μια χρονιά αργότερα θα οργανωθεί, από το περιοδικό Λόγος που διεύθυνε ο Άγγελος Τερζάκης, η ιστορική διάλεξη του Δημήτρη Μεντζέλου για τον υπερρεαλισμό. Ο Μεντζέλος, που πέθανε δυο χρόνια αργότερα, μόλις 23 χρονών, είχε γνωρίσει τον υπερρεαλισμό σ’ ένα σανατόριο της Ελβετίας, από τον ποιητή René Crevel. Το καθαρά πληροφοριακό ύφος της και μια μάλλον σκεπτική στάση του ομιλητή για το θέμα του, δεν μπορούν φυσικά να θεωρηθούν φορείς ενός επαναστατικού μηνύματος. Αντίθετα, μένουμε περισσότερο με την εντύπωση ενός φιλολογικού βραδυνού, που ίσως το αντικείμενό του τάραξε λίγο περισσότερο τα νερά.


Ωστόσο, οι χρονολόγοι του ελληνικού υπερρεαλισμού δεν μνημονεύουν μια μικρή πρόζα του Γιάννη Μπεράτη, με τίτλο Διασπορά, που κυκλοφόρησε στα 1930 και μίλησε άψογα τη γλώσσα του υπερρεαλισμού· πρόκειται για ένα κείμενο εξαίρετης τέχνης, που ποτέ ωστόσο, απ’ όσο ξέρουμε, δεν πέρασε στα υπερρεαλιστικά μητρώα των γραμματολογιών μας. Και τούτο, φυσικά, δε μαρτυράει παρά μιαν αμηχανία της κριτικής της εποχής, στην απονομή του τίτλου του υπερρεαλιστή, αμηχανία που άλλωστε συνεχίστηκε ως το τέλος.

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Ελληνικός υπερρεαλισμός. Επεισόδια μιας περιπέτειας», περ. Ηριδανός, τχ. 4 (Φλεβ.-Μάρτ. 1976) 36.



Παρασκήνιο. Ελληνικός υπερρεαλισμός.
Το επεισόδιο της εκπομπής «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» με τίτλο «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ» είναι αφιερωμένο στο κίνημα του υπερρεαλισμού ή σουρεαλισμού και τη διάδοσή του στον ελληνικό χώρο. Το κίνημα ξεκίνησε από το χώρο της λογοτεχνίας και εξελίχθηκε σε πολιτικό και καλλιτεχνικό ρεύμα. Ο ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ, αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιλάει για τα πρώτα βήματα του κινήματος στο Παρίσι και τη διάδοση σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, τις κοινωνικοπολιτικές βάσεις του, τις φάσεις και τα χαρακτηριστικά του, τις επιρροές του, τους στόχους του, τους κύριους εκπροσώπους σε εξωτερικό και Ελλάδα. Εκτενής λόγος γίνεται για την απήχηση του υπερρεαλισμού στις εικαστικές τέχνες, τις διαφορές του από τα υπόλοιπα λογοτεχνικά ρεύματα, το νέο τρόπο ζωής (modus vivendi) που προτείνει. Ο Γάλλος λογοτέχνης ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ υπήρξε ένας από τους καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν το κίνημα, ενώ και άλλοι καλλιτέχνες δέχθηκαν έντονες επιδράσεις στο έργο τους (ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ, ΣΑΛΒΑΔΟΡ ΝΤΑΛΙ, ΠΑΜΠΛΟ ΠΙΚΑΣΣΟ). Κύριοι εκφραστές του κινήματος στην Ελλάδα υπήρξαν οι ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ (ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ), ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΝΤΕΛΟΣ, ΝΤΟΡΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ, ενώ από το κίνημα αυτό επηρεάστηκε και ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. Η συγκεκριμένη ομάδα είχε υποστεί έντονη κριτική από τους Νεοσυμβολιστές και τους Παλαμιστές ποιητές, αφού οι αντιθέσεις τους ήταν πολλές. Στη συνέχεια, οι ποιητές ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ και ΤΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ επισημαίνουν την προσφορά του συγκεκριμένου κινήματος στο λογοτεχνικό χώρο, τους σκοπούς του, τα καινοτόμα χαρακτηριστικά και προτάσεις του, την καθιέρωσή του στην Ελλάδα και τις δυσκολίες αποδοχής του, την αντιμετώπισή του από τους αριστερούς λογοτέχνες. Έπειτα, ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΡΑΚΛΗΣ, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, επισημαίνει την αξία του έργου του ΕΛΥΤΗ και διαβάζει απόσπασμα από το ποίημά του «Η ΤΡΕΛΗ ΡΟΔΙΑ». Τέλος, διαβάζονται αποσπάσματα από το ποιητικό και λογοτεχνικό έργο των προαναφερθέντων Ελλήνων υπερρεαλιστών («ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ» του ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ, «ΜΠΟΛΙΒΑΡ» του ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ, κ. α.), προβάλλονται ζωγραφικοί πίνακες του ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ και αρχειακά πλάνα από επίσημες κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Αθήνα το διάστημα 1930-1940.


Ας δηλωθεί και προκαταρκτικά ότι ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975) με την παραγωγή του έως το 1945, ο Μ. Σπιέρος ως μαρξιστής ή και φροϋδομαρξιστής κριτικός στην Ελλάδα από το 1929 έως το 1934, ή Νίκος Καλαμάρης (1907-1988) —που είναι το οικογενειακό του όνομα— ως υπερρεαλιστής δοκιμιογράφος από το 1935 έως το 1938, ή Νικήτας Ράντος ως ποιητής στον μεσοπόλεμο και μετά, ή Nicolas Calas —και στα ελληνικά Νικόλας Κάλας, όνομα με το οποίο αναφέρεται εδώ— ως δοκιμιογράφος στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1938 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1940, και ο Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985) με την παραγωγή του μέχρι και τον Μπολιβάρ (1944), αποτελούν τα πρόσωπα, τα οποία δραστηριοποιούνται ως υπερρεαλιστές, αποκλειστικά στην Ελλάδα οι Εμπειρίκοςκαι Εγγονόπουλος και εν μέρει ο Κάλας. Η δυναμική που δημιουργείται από αυτούς τους τρεις στη δεκαετία του 1930 σε επίπεδο προσωπικών παρεμβάσεων, δραστηριοτήτων ή των κειμένων τους, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Η δυναμική αυτή, επειδή είναι οι μόνοι που δηλώνουν υπερρεαλιστές στον μεσοπόλεμο και που επιχειρούν να διαμορφώσουν συνθήκες ανάλογες του γαλλικού κινήματος, συνίσταται στην κριτική στο θετικισμό και δη στον γλωσσικό, στη διαμόρφωση ενός τρόπου του «ποιητικώς ζην», στην ανάπτυξη μιας θεωρίας για τηναυτόματη γραφή, με την οποία καταλύονται τα όρια μεταξύ ζωής αφενός και τέχνης ή λογοτεχνίας αφετέρου και επανεξετάζεται το ζήτημα τι είναι τέχνη και λογοτεχνία και τι καθημερινή εμπειρία, και στην άρθρωση ενός λόγου για το πολιτικό πεδίο. Στόχος τους είναι η διαμόρφωση μιας νέας πρότασης για την παράδοση και τη λογοτεχνική εξέλιξη. Οι τρεις αυτοί υπερρεαλιστές λειτουργούν, παράλληλα, σε διαφορετικά του υπερρεαλισμού συμφραζόμενα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου καθίστανται εναργέστερα λόγω και της εκ των υστέρων γνώσης: γράφουν δοκίμια, ιστορία και κριτική της τέχνης, ψυχαναλυτικές μελέτες, ποίηση και πεζογραφία, και ζωγραφίζουν.


Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, «Εκατό χρόνια πέρασαν και ένα καράβι». Ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2012, 94-95.



Το 1935 δεν είχε μόνο ένα μήνα «σκληρό» αλλά πολλούς και αλλεπάλληλους, καθώς τα πολιτικά γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία, αμέσως μετά το (Βενιζελικό) κίνημα: Κατάλυση ουσιαστικά του Συντάγματος, επικράτηση των στρατιωτικών, εξορίες πολιτικών και διανοουμένων (Γληνός, Βάρναλης), νόθο δημοψήφισμα και επάνοδος της βασιλείας.


Όλος αυτός ο σάλος περιόρισε, βέβαια, αλλά δεν εκμηδένισε τη δράση της λογοτεχνίας: Σε μια κατάμεστη αίθουσα ξενοδοχείου, ο Αντρέας Εμπειρίκος μιλά για τον υπερρεαλισμό, συγχρόνως εκδίδονται τα πρώτα «καθαρά» υπερρεαλιστικά ποιήματά του με τίτλο Υψικάμινος, ενώ από τις σελίδες του πρωτοεμφανιζόμενου περιοδικού Τα Νέα Γράμματα εμφανίζεται ένας νέος ποιητής που παίρνει το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης. […]


Η συρροή τόσων δεδομένων της νεωτερικής γραφής με προσανατολισμό τον υπερρεαλισμό αφήνει την εντύπωση ότι το 1935 αποτελεί έτος γενέσεως του ελληνικού υπερρεαλισμού, παρά την ύπαρξη και προηγούμενων ποιημάτων ή και μεταφρασμάτων που μπορεί να κριθούν ως υπερρεαλιστικά. Αυτή η διευκρίνιση αρκεί για να μας απομακρύνει από μονοσήμαντες εμμονές σε αμετακίνητα σημεία αναφοράς που δεν έχουν και βαθύτερη σημασία. Θέλω να πω ότι μπορεί η Υψικάμινος από το 1935 να εξάντλησε το τιράζ της, όμως ο υπερρεαλισμός δεν είχε περάσει ακόμα ως παράμετρος στην ποιητική μας γραμματεία.



Αλέξανδρος Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στα χρόνια του μεσοπολέμου (1918-1940), τ. Α΄, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2001, 532-533.


Εγγονόπουλος – Εμπειρίκος (βίντεο).


Ελληνικός υπερρεαλισμός (αφιέρωμα).


Η υπερρεαλιστική επανάσταση, πάντως, εκδηλώθηκε στην Ελλάδα σε μια εποχή που οι συνθήκες δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές για μια ευρύτερη αλλαγή, δηλαδή μια ανατροπή που να συμπεριλαμβάνει και την πολιτική. Οι στόχοι του κινήματος περιορίστηκαν έτσι στο ατομικό επίπεδο και ουδέποτε επεκτάθηκαν στο κοινωνικό. Ένα χρόνο αργότερα, το 1936, η δικτατορία δεν θα ανεχόταν οποιαδήποτε δημόσια αμφισβήτηση της εξουσίας της δίχως σοβαρές συνέπειες. Η αποχή από κάθε πολιτική νύξη είναι φανερή και στην επιλογή εκείνης της μικρής ομάδας που το 1938 τυπώνει ένα φυλλάδιο με τον τίτλο Υπερεαλισμός Α΄ το οποίο κυκλοφορεί από τον αριστερό εκδότη Γκοβόστη και περιλαμβάνει κείμενα εν μέρει πρωτότυπα και εν μέρει μεταφρασμένα, στα οποία αποφεύγονται επιμελώς οι κοινωνιστικές κακοτοπιές. Το 1940 δημοσιεύεται μια μικρή συλλογή, Έδρεψε τα Όστρακα των Διθυράμβων, που φέρει την υπογραφή του εξωτικού ονόματος Ταυρία Σοφένκο· πρόκειται για κείμενα που προτίθενται μάλλον να παρωδήσουν τον υπερρεαλισμό, ιδίως τον Εμπειρίκο, παρά να ακολουθήσουν τις αρχές του με θετικές προθέσεις.


Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 438-439.


[…] Η επίθεση που εξαπέλυσαν οι [φιλολογικοί και παραφιλολογικοί] κύκλοι […] εναντίον των εκπροσώπων του κινήματος [του υπερρεαλισμού] υπήρξε πρωτοφανής και υπερέβη τα όρια μιας συνήθους φιλολογικής διαμάχης. Μετά από την έκδοση της Υψικαμίνου, και για το χρονικό διάστημα μιας πενταετίας, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο της εποχής παρουσιάζεται μια σειρά κειμένων σχετικών κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο με τον υπερρεαλισμό. Η κίνηση αυτή αναζωπυρώνεται, όπως είναι φυσικό, ύστερα από την εμφάνιση του Ελύτη και του Εγγονόπουλου και αναστέλλεται, χωρίς να διακοπεί, με την κήρυξη του Πολέμου. Τα κείμενα αυτά μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: εκείνα που απορρίπτουν τον υπερρεαλισμό επιχειρώντας μια θεωρητική προσέγγισή του· εκείνα που τον αντιμετωπίζουν εφεκτικά διατυπώνοντας επιφυλακτικές απόψεις· εκείνα, τέλος, που δεν ξεφεύγουν από τα όρια του λιβελλογραφήματος ή της παρωδίας, που είναι και τα περισσότερα.


Χαρακτηριστικό όλων αυτών των κειμένων είναι η σύγχυση, η άγνοια και η καχυποψία. Την εποχή εκείνη όσοι δεν χρησιμοποιούν τους παραδοσιακούς εκφραστικούς τρόπους βαφτίζονται υπερρεαλιστές και αναθεματίζονται. Αφού μάλιστα λείπει ο αντίλογος, ο λόγος που επιχειρούν να αρθρώσουν τα κείμενα αυτά κατρακυλάει σε απίστευτα χαμηλό επίπεδο, καθώς μεταχειρίζεται λοιδορίες, χλευασμούς, ύβρεις και χυδαιολογίες. Η λέξη «σουρρεαλισμός», που αρέσκονται να χρησιμοποιούν, γίνεται λέξη του συρμού και η λέξη σουρρεαλιστής περίπου συνώνυμη με ύβρι.


[…] Θα χρειαστεί να εμφανιστεί, μετά από τον πόλεμο, μια νέα ποιητική γενιά, η πρώτη μεταπολεμική, η οποία θα υιοθετήσει πολλά από τα διδάγματα του υπερρεαλισμού και θ’ αποκαταστήσει σταδιακά το χαμένο του κύρος. […]

Σωτήρης Τριβιζάς, Το Σουρρεαλιστικό Σκάνδαλο. Χρονικό της υποδοχής του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005 (2η έκδ.), 29-31.

Πηγή :
http://www.greek-language.gr/Resources/literature/education/literature_history/search.html?details=83

Λεόντιος Πετμεζάς Η αισθητική ενατένιση του Κώστα Ευαγγελάτου Δοκίμιο εικαστικού ήθους




Η αισθητική ενατένιση του Κώστα Ευαγγελάτου
Δοκίμιο εικαστικού ήθους
Λεόντιος Πετμεζάς

Συλλογές, 2001
79 σελ.
ISBN 960-7463-31-5, ISBN-13 978-960-7463-31-9, [Κυκλοφορεί]
Ζωγραφική - Λόγοι, δοκίμια, διαλέξεις [DDC: 750]




Από τις εκδόσεις «Συλλογές - Αργύρης Βουρνάς» (Σολωμού 29), το δοκίμιο του Λεόντιου Πετμεζά, με τίτλο «Η αισθητική ενατένιση του Κώστα Ευαγγελάτου».

Ο Λ. Πετμεζάς, ιστορικός της τέχνης και επιμελητής εκθέσεων, σκιαγραφεί την εικαστική και λογοτεχνική πορεία του καλλιτέχνη. Το βιβλίο προλογίζει η συγγραφέας Ι. Καρατζαφέρη, η οποία γράφει: «Μία κατάθεση που δημιουργεί ενδιαφέρον, υποβάλλει και προτρέπει τον αναγνώστη να έρθει σε επαφή ο ίδιος με το πολύπτυχο ταλέντο του καλλιτέχνη και να το γνωρίσει».
Η έκδοση περιλαμβάνει 31 μαυρόασπρες φωτογραφίες έργων του Ευαγγελάτου, καθώς και αποσπάσματα από συνεντεύξεις του. Ο Λ. Πετμεζάς επισημαίνει στον πρόλογο του δοκιμίου, που είναι και η πρώτη συγγραφική εργασία του: «Ο Κ. Ευαγγελάτος συντηρεί το μύθο που δημιούργησε εδώ και χρόνια, προβάλλοντας μια διαφορετική εκφραστική τεχνική, που αποκαλύπτει τη γνησιότητα μιας πρωτοποριακά γόνιμης εικαστικής πορείας».

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ποίημα της Κατερίνας Καραγιάννη - Ιατροπούλου από το μυθιστόρημά της το Ψώνιο εκδόσεις Λιβάνης.


Ανεβαίνω στο τόξο της Ίριδας

Θρυμματίζω το βιτρό του ουρανού

Ανασαίνω τον αέρα της δύναμης

Απ' τον αιθέρα της ψυχής,

Και μέσα απ τα Υπόγεια της Δύσης

παίρνω το δρόμο για τον Οίκο της Θεάς.



Από πάνω Γαλάζιοι Αετοί Μου δείχνουν τον δρόμο

Μια τρελή μάγισσα μου γνέφει:

Δεν έκανα λάθος.



Μπροστά μου το κόκκινο τούνελ

Εκεί που ανοίγεται η απέραντη Υγρή Φωτιά Εκεί που ο αέρας παρασύρει από κάτω προς τα πάνω

Εκεί που τα μυστικά της πέτρας Μιλάνε τη γλώσσα των σπηλαίων.



Εκεί, η Πύλη που χωρίζει το έξω από το μέσα,

Γκρεμίζεται.

Όλα έχουν μια πρωτόγευστη

Μοβ Μυρωδιά.



Και από κάτω, οι Λευκοί Κύκνοι,

Γλιστρούν στις μαλακές λίμνες.



* Άραγε λοιπόν, είναι η ματιά μου που βλέπει τα πράγματα ανατρεπτικά, αλλιώτικα, απρόοπτα, απροσδόκητα, άλλοτε καταμόβ, άλλοτε κατακόκκινα; * Ή είναι τα ίδια αυτά, τα πράγματα, έτσι που πέφτουν επάνω μας πια, που μετατρέπονται σε ανοιχτές πύλες και με καλούν να τα αφουγκραστώ οπτικά; * Είναι άραγε το Φως, ή μήπως η απόσταση που δημιουργεί την ‘Ελξη, ανάμεσα στον Παρατηρητή και το Παρατηρούμενο; * Ίσως όμως, πίσω από όλα αυτά, είσαι Εσύ τελικά, που κοιτάζεις αυτό που βλέπω κι απ αυτή την επαφή γεννιέται κάτι πάνω σε άγραφη λευκή επιφάνεια, το οποίο ως τότε δεν υπήρχε, μήτε στη Φύση, μήτε στην ως εκείνη τη στιγμή, γνωστή ζωή μας, έτσι όπως αυτή διεξάγεται πλέον.

* Κι αυτό, ακόμη το ψάχνω..

-----------------------------------------------------------
Ποίημα της Κατερίνας Καραγιάννη από το μυθιστόρημά της το Ψώνιο εκδόσεις Λιβάνης.
Φωτογραφία του βιβλίου από
http://despinarion.files.wordpress.com/2010/07/p1010087.jpg

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Πετρούλα Σίνη, " όσο απομακρυνόμαστε δείχνει πιο κακός "

Πίνακας της Κατερίνας Καραγιάννη Ιατροπούλου 
"όσο απομακρυνόμαστε δείχνει πιο αυστηρός"Δημήτρης Ιατρόπουλος
Πίνακας της Κατερίνας Καραγιάννη Ιατροπούλου που στάθηκε πηγή έμπνευσής μου
O τίτλος του ποιήματός μου παραφράζοντας τα λόγια του Δημήτρη Ιατρόπουλου " όσο απομακρυνόμαστε δείχνει πιο αυστηρός "
δείχνοντας μου τον πίνακα της συντρόφου του στην έκθεση του ΠΕΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ.





Το παρακαλώ έχει δυο παραπάνω Α
κι ένα συγγνώμη στο Ο του κύκλου  λείπει να ολοκληρωθεί


Προκαλώ να φυλακίσεις τα σύννεφα
Μπορείς;
http://www.chemamadoz.com/c.html




H πάχνη πια εξανεμίστηκε  στον ήλιο
Η άνοιξη φεύγει κι εσύ εκεί με τις εμμονές σου
Όλα καταγράφηκαν και καταγράφονται
Τα λάθη πληρώνονται
Οι αλήθειες πονάνε επίσης
Τα ψεύτικα σενάρια και οι πισώπλατες μαχαιριές
κάποτε γυρνούν μπούμερανγκ
οι εξευτελισμοί και προσβολές στο πρόσωπο που τις κάνει

Τον πάγο που έφτιαξες να λιώσεις
Μπορείς;
Πόσες σφραγίδες πρέπει να ανοιχτούν ακόμη κατεβαίνοντας στην κόλαση σου ;
Πόσος κατακερμαρτισμός για να μάθεις τον άλλο σου εαυτό;
Ακόμα δεν βαρέθηκες
Ω εσύ ξένε ποιός είσαι ;
Που παρακαλάς για αφοσίωση
Υ.Γ. Ω ναι θα μου πείτε : και ο "Κύριος" δεν φόρεσε ποτέ κοστούμι!
Πετρούλα Σίνη 

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014