Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ΤΟ ΨΟΦΙΜΙ



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 99-101
ΤΟ ΨΟΦΙΜΙ

― Παρακαλῶ, κύριε ἀστυφύλακα· ἐδῶ ἀπάνω, στὸ φράχτη, κοντὰ στὸν δρόμο, ἔχουν ρίψει ἕνα ψοφίμι, ἕνα μεγάλο σκυλί… Μὲ τέτοια ζέστη, Ἰούλιον μῆνα… Θὰ μᾶς κολλήσῃ πανούκλα ὅλους ἐδῶ… Ἴσα-ἴσα στὸ ψήλωμα, ἐδῶ, ποὺ εἶν᾿ ἐξοχικὸ μέρος… ὅπου ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι νὰ πάρουν λίγον ἀέρα καθαρόν.

Ὁ ὁμιλῶν ―ὁ κύριος Α.― ἦτο παχύμισθος ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δημόσιον τοῦ ἔδιδε, διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις του, ὑπὲρ τὰς τριακοσίας δραχμὰς τὸν μῆνα. Ἀλλὰ τὰς δραχμὰς αὐτὰς τὰς ἐθεώρει ὡς ἱερὰς καὶ δὲν ἀπεφάσιζε ν᾿ ἀποκόψῃ λεπτὰ δι᾿ ἕνα πτωχὸν λοῦστρον, ὅπως σκάψῃ λάκκον καὶ θάψῃ τὸ ψοφίμι. Τοιαύτη θυσία θὰ τοῦ ἐφαίνετο ἴσως μᾶλλον ἱεροσυλία. Ἡ δὲ οἰκία του ἔκειτο πλησιέστατα ἐκεῖ, καὶ ἦτο ὁ πρῶτος ἐνδιαφερόμενος.

Ὅθεν ἀπηυθύνθη εἰς τὸν ὑπ᾿ ἀριθ. 3 χιλιάδας τόσα ἀστυφύλακα. Ὁ ἀστυφύλαξ ἐφόρει λευκά, κ᾿ ἐσύχναζεν εἰς τὸ ἐγγὺς καφενεδάκι. Ἀπήντησε δὲ λίαν προθύμως καὶ φιλοφρόνως:

― Μάλιστα· τώρα, νὰ ποῦμε εἰς ἕνα ἀστυφύλακα ―μπορῶ νὰ πάω κ᾿ ἐγώ― νὰ πάρῃ κ᾿ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν νὰ τὸ πετάξουν ἀποκεῖ.

Κ᾿ ἐκάθισε στὸ καφενεδάκι, διὰ νὰ διαβάσῃ τὰ νέα τῆς ἡμέρας.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κύριος Α. ἀπηυθύνθη, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ καφετζῆ, πρὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦ καφενείου, καὶ τοῦ εἶπε:

― Δὲν σᾶς ἦρθε σᾶς ἡ βρώμα;… Εἰπὲ τοῦ κὺρ Τάσου (τὸ ὄνομα τοῦ καφετζῆ) νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του… διὰ νὰ μὴν ἀρρωστήσῃ ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος ποὺ ἔρχεται νὰ πάρῃ τὸν ἀέρα του ἐδῶ ἐπάνω.

Ὁ μικρὸς ὑπάλληλος ἔσεισε τὴν κεφαλήν, ὡς νὰ ἦθελε νὰ εἴπῃ:

«Δὲν βαριέσθε: Καὶ ποιὸς θὰ φροντίσῃ; Ὅ,τι ἐφροντίσατε σεῖς, ὁ πρῶτος ποὺ ἀνεκαλύψατε αὐτὸ τὸ σπάνιον φαινόμενον».

*
* *

Ὁ ἀστυφύλαξ, ὡς νὰ ἐκεντρίσθηκε ἀπὸ τὴν δευτέραν αὐτὴν ἀναψηλάφησιν τοῦ ζητήματος, ἐσηκώθη, ἐκοίταξε τριγύρω, καὶ εὐτυχῶς ἐξάνοιξε μακρὰν ἕνα συνάδελφόν του, βαίνοντα εἰς πλάγιόν τινα δρόμον. Τὸν ἔκραξε, κ᾿ ἐκεῖνος ἦλθε.

― Νὰ σοῦ πῶ, τοῦ λέγει: πᾷς στὸ Τμῆμα, νὰ πῇς τοῦ σκοποῦ, νὰ πῇ τοῦ σταθμάρχη, νὰ στείλῃ ἕνα ἀστυφύλακα, νὰ βρῇ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν ἐδῶ παραπάνω, ποὺ λέει ὁ κύριος ἐδῶ… εἶν᾿ ἕνα σκυλὶ ψόφιο… νὰ τὸ πάρουν ἀπ᾿ ἐκεῖ, νὰ τὸ πετάξουν πουθενά;

― Καλά.

Καὶ ὁ β´ ἀστυφύλαξ ἐκινήθη βραδύς, κατερχόμενος τὸν δρόμον.

*
* *

Τὴν νύκτα, ὅταν ὁ κ. Α. ἀπεσύρετο διὰ νὰ ἀπέλθῃ οἴκαδε, εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης, ἔστρεψε τὰ ὄμματα καὶ τὴν ρῖνα πρὸς τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἰδεῖ τὸ δυσάρεστον πρᾶγμα τὸ πρωί. Τὸ ψοφίμι ἦτο ἀκόμη ἐκεῖ, ἀναδίδον λοιμώδη ὀσμήν.

Ὁ ἄνθρωπος, ἐν μεγάλῃ ἀδημονίᾳ, ἔκλεισε τὰ παράθυρά του, κ᾿ ἐκοιμήθη. Τὴν ἄλλην πρωίαν, εἰς τὸ μικρὸν καφενεῖον ηὗρε πάλιν τὸν ἀστυφύλακα.

― Δὲν ἐκάματε τίποτε γιὰ τὸ ψοφίμι ποὺ σᾶς εἶπα;

― Μάλιστα· ἔστειλα εἴδηση στὸν σκοπό… ν᾿ ἀναφέρῃ στὸν σταθμάρχη… νὰ στείλῃ ἕνα ἀστυφύλακα ―μποροῦσα νὰ πάω κ᾿ ἐγώ― νὰ πάρῃ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν νὰ λάβουν μέτρα… Καὶ δὲν τὸ πέταξαν;

― Πεταμένο εἶναι ἀπὸ προχθές· μᾶλλον ἔπρεπε νὰ τὸ θάψουν.

― Ἂς εἶναι, θὰ φροντίσω· τώρα πάω στὸ τμῆμα.

Τὴν ἑσπέραν, ὅταν ὁ κυβερνητικὸς ὑπάλληλος ἐπανήρχετο εἰς τὴν οἰκίαν του, τὸ ψοφίμι ἦτο πάντοτε ἐκεῖ, δηλητηριάζον τὸν ἀέρα μὲ τὴν δυσωδίαν του.

Τὸ πρωί, ὁ κ. Α. πρὸς τὸν α´ ἀστυφύλακα:

― Μὰ δὲν ἔγινε τίποτε γιὰ τὸ ψοφίμι… Ζήτημα, βλέπω, κατήντησε κι αὐτό… Καλὰ ποὺ δὲν συνεδριάζει πλέον ἡ Βουλή, διὰ νὰ γίνῃ ἐπερώτησις.

― Τί; Δὲν τὸ σήκωσαν ἀποκεῖ; Περίεργο! Ἐγὼ ἔλαβα μέτρα. Ἂς εἶναι, ἡσυχάσατε. Σήμερα, χωρὶς ἄλλο. Πάω ἐπίτηδες νὰ τοὺς βιάσω, νὰ στείλουν ἕνα ἀστυφύλακα ―μπορῶ νὰ πάω καὶ μόνος μου― μὲ ἕνα σκουπιδιάρη.

*
* *

Τὴν ἑπομένην νύκτα, ἀκόμη τὸ ψοφίμι ἦτο ἐκεῖ. Εὐτυχῶς εἶχε συννεφιάσει, καὶ ἤστραπτε ραγδαίως πρὸς τὸν Μαΐστρον, εἰς τὰ ΒΔ τοῦ ὁρίζοντος. Ὁ κ. Α. μόλις ἐπρόλαβε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν οἰκίαν, νὰ κλείσῃ τὰ παράθυρα, κ᾿ ἐνέσκηψε σφοδροτάτη θύελλα, ἄνεμος καὶ βροχή, δροσιστικὴ καὶ παρήγορος.

Τὸ πρωί, ἀνάμεσα εἰς τὸ ἠλλοιωμένον ὑγρὸν ἔδαφος, μόλις ἐφαίνοντο πλέον τὰ ἴχνη τοῦ θνησιμαίου σκύλου, ὀλίγα μόνον γυμνὰ κόκκαλα τοῦ σκελετοῦ· ἡ ραγδαία βροχὴ εἶχε παρασύρει τὰς σαπρὰς σάρκας, καὶ εἶχε διαλύσει τὴν δυσοσμίαν.

Κ᾿ ἔτσι δὲν ἔγινεν ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλήν. Μόνον ἔγινε χρονογράφημα εἰς ἐφημερίδα.

(1906)
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/361-04-11-to-psofimi-1906

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο Αλιβάνιστος


Ο Αλιβάνιστος
Το διήγημα γράφτηκε το 1903.

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θεια Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν* και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς* και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα* εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμειγνύεται με το λάλον* μινύρισμα* των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής,* εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου δια να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, δια να τα γεμίσουν. Είτα αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

— Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

— Νύχτωσε, θα πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

— Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κι αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, δια να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί και τινα άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθει, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανεί ακόμη.

— Είναι αργοστόλιστος, θα πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

— Ναι, είδες πώς αργεί να ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματρίζενας. Και καμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον*. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθει από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, δια να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθεί το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν δια να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

— Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα, είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε κι ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

— Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κι αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κι έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

— Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράματα, θάματα... κοιτάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

— Α! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθει προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρίζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

— Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

— Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης που 'μαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου το 'ριξα στην ποδιά σου σ' ετρόμαξα.

— Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα, θα μεταλάβου!

— Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

— Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

— Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

— Να καβουρώσεις και κάβουρας να γένεις! απήντησεν η Αφέντρα.

— Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν της Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα της Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα της Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

— Ζουρλάθηκες, βλέπω· δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν* ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

— Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

— Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα* εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποίαν άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή· εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται:

— Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ανταμώσω στη βρύση.

— Ποιον ηύρες; είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο*, ή τον Αράπη,* ή τον Εξαποδώ;*

— Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

— Αλήθεια; για πες μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κι ετάχθη εξ αριστερών του Σταμάτη, δια ν' ακούση καλύτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν της ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθει εις την πόλιν, κι εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανέναν άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

— Άμα με είδε, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θεια Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

— Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσεν, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με τη φαμίλια του, κι ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό* του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κι εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κι εκοίταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, δια να είναι μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση εις εν δυτικόν σημείον, δια να φέξη. Κι επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, δια να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθει.

— Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα*... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Να το 'ξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα,* είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

— Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη, θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κοιτάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχον αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γίνει άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβεί υψηλά εις το βουνόν, δια να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν* εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζί του από τον περίβολον.

— Τι τρέχει;

— Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθιά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

— Τι να είναι;

— Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

— Τι θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

— Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια κι υστέρα έπεσε μέσα στ' ορμάνι* κι εχάθηκε.



Οι δύο βοσκοί κι ο Σταμάτης κι ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν* του βουνού και απήντησαν δια φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

— Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

— Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

— Θα έχουν πέσει μέσα σε κακοτοπιά, στον ίσκιο του βουνού, το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

— Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κι έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάριον αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεροι και τέλος εφάνη ο παπάς ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

— Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

—Ο Αλιβάνιστος!

— Μεγάλο θάμα! είπεν ο Μπαρέκος.



— Πώς έκαμες, βλοημένε, κι έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο... απ' τα Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι... είπε να το σπείρει, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κι εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσοι μήνες τώρα. Ας είναι καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω κι ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον) και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο!... Ας έχει την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

— Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμουμε Ανάσταση μαζί!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλια, άρχισε με το φανάρι το οποίον εκράτει, να κάμνη κινήματα ως να ελιβάνιζε προς το βάθος, εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμη μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος κι ήθελε να φύγη.

— Αφ' σε με να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάσταση να κάμού 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάσταση. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον:

— Να 'χης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα!... Να πάρης ευλογία!... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικείς τον εαυτόν σου! Μην κάνεις του εχτρού το θέλημα!... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα, Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίσει!

Ο μπαρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέπετο. Επαραξενεύετο πολύ, θα επεθύμει να τον απήγον δια της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα της ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες,* έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.



Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, κι ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε.

— Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία της ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδεία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κι εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλώνια της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκοίταζε με άπληστον περιέργειαν.

— Τι έπαθες, θεια Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

— Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα δια πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα. Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζί με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κι αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κι εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων δια τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψει», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζί του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κοιτάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, δια να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα της Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι αυτή το «Χριστός Ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματρίζαινας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον της Μολώτας.

— Γιατί δεν έρχεσαι μες στην εκκλησιά; της είπε· λεχώνα είσαι;

— Σύλε, πιδί μ', ακούσεις καλό λόγο*, της είπεν η Μολώτα. Αφ' σ' εμένα.

— Μα τι έχεις;

— Τίποτα.

Επέμεινε:

— Θα μου πεις τι έχεις;

Η γραία ανένευσε* και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού κι ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

— Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

— Γιατί; τι τρέχει;

— Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάσταση;

— Ναι.

— Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

— Πώς θα πας; Με τα ποδάρια, σ', είπεν η Αφέντρα.

— Είδες κείνον άθλωπο;

— Ποιον;

— Κόλια;

— Τον Αλιβάνιστο; Ε, τι;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

— Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστεί φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κι εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην)· μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

— Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καημό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα (το κρίμα);

Η Αφέντρα εννόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

— Ε, καλά, είπε, να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάσταση. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθείς, να το πεις του παπά και θα σ' αφήσει να μεταλάβεις.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν της Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν. Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζί με τας άλλας γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε* το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

— Χριστός ανέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήταν που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

— Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

(1903)

ένθεν και ένθεν: από το ένα και από το άλλο μέρος.
κισσοστεφής: στεφανωμένος με κισσό.
νάμα, το: το νερό (επίσης το κρασί της μεταλήψεως).
λάλος: φλύαρος.
μινύρισμα: σιγανό κελάηδημα.
αναψυχή: ανακούφιση.
φελόνιον: ιερατικό άμφιο χωρίς μανίκια.
εκολάφισεν: ρ. κολαφίζω· χαστουκίζω, χτυπώ.
πάραυτα: αμέσως.
Μπαμπάος, Αράπης, Εξαποδώ: πρόσωπα των παραμυθιών μας.
όρδινο: ετοιμασίες (και ορδινιά).
φλάσκα: μικρό δοχείο για νερό ή κρασί, από ξύλο ή κολυκύθα· η φράση ανήκει στην παροιμία: «όπως δείχνουν τα κουκιά κι όπως μολογάει η φλάσκα, ούτε φέτος Πασκαλιά ούτε του χρόνου Πάσχα».
χώρα: η πόλη.
ένευσεν: ρ. νεύω· κάνω νεύμα, κάνω νόημα.
ορμάνι: (λ. τουρκ.), δάσος.
οφρύς: φρύδι.
ημισπουδάζοντες: μισοσοβαρά.
καλός λόγος: ο λόγος της Αναστάσεως, το Χριστός Ανέστη, η Ανάσταση.
ανένευσε: αρνήθηκε.
μινυρίζω: μουρμουρίζω.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3561,14821/

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Χωρίς στεφάνι"



Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στό σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.

Κι ετήρει όλα τά χρέη της τά κοινωνικά, καί μετήρχετο τά οικιακά έργα της, καλύτερ᾽ από καθεμίαν. Είχε δέ μεγάλην καθαριότητα εις τό σπίτι της, κι εις τά κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾽ ασπρίζει καί νά σφουγγαρίζει χωρίς ποτέ νά βαρύνεται, καί χωρίς νά δεικνύει τήν παραξενιάν εκείνην, ήτις είναι συνήθης εις όλας τάς γυναίκας τάς αγαπώσας μέχρις υπερβολής τήν καθαριότητα. Καί όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τ᾽ ασπρίσματα καί τά πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε τό πάτωμα ν᾽ αστράφτει, καί τόν τοίχον νά ζηλεύει τό πάτωμα.

Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη καί αυτή άναφτε τήν φωτιάν της, έστηνε τήν χύτραν της, κι έβαπτε κατακόκκινα τά πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε τήν λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρείς φορές τ᾽ αλεύρι, κι εζύμωνε καθαρά καί τεχνικά τίς κουλούρες, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τά κόκκινα αυγά.

Καί τό βράδυ, όταν ενύχτωνε, δέν ετόλμα νά πάγει ν᾽ ανακατωθεί μέ τάς άλλας γυναίκας διά ν᾽ ακούσει τά Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε νά ήτον τρόπος νά κρυβεί οπίσω από τά νώτα καμιάς υψηλής καί χονδρής, ή εις τήν άκραν ουράν όλου τού στίφους τών γυναικών, κολλητά μέ τόν τοίχον, αλλ᾽ εφοβείτο μήπως γυρίσουν καί τήν κοιτάξουν.

Τήν Μεγάλην Παρασκευήν όλην τήν ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τά νιάτά της, καί τά φίλτατά της όσα είχε χάσει, καί ονειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε νά πάγει κι αυτή τό βράδυ πρίν αρχίσει η Ακολουθία ν᾽ ασπασθεί κλεφτά-κλεφτά τόν Επιτάφιον, καί νά φύγει, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα τήν ίασίν της από τόν Χριστόν. Αλλά τήν τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε νά σκοτεινιάζει, τής έλειπε τό θάρρος, καί δέν απεφάσιζε νά υπάγει. Τής ήρχετο παλμός.



Αργά τήν νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών καί λαβάρων καί κηρίων εξήρχετο τού ναού, εν μέσω ψαλμών καί μολπών καί φθόγγων εναλλάξ τής μουσικής τών ορφανών Χατζηκώστα, καί θόρυβος καί πλήθος καί κόσμος εις τό σκιόφως πολύς, τότε ο Γιαμπής ο επίτροπος προέτρεχε νά φθάση εις τήν οικίαν του, διά νά φορέσει τόν μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον, καί κρατών τό ηλέκτρινον κομβολόγιόν του, νά εξέλθει εις τόν εξώστην, μέ τήν ματαιουμένην από έτους εις έτος ελπίδα ότι οι ιερείς θ᾽ απεφάσιζον νά κάμουν στάσιν καί ν᾽ αναπέμψουν δέησιν υπό τόν εξώστην του· τότε καί η πτωχή αυτή η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως τήν έλεγαν έναν καιρόν εις τήν γειτονιάν) εις τό μικρόν παράθυρον τής οικίας της μισοκρυμμένη όπισθεν τού παραθυροφύλλου εκράτει τήν λαμπαδίτσαν της μέ τό φώς ίσα μέ τήν παλάμην της, κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις τό πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τό μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τά αρώματα καί τά δάκρυα τής αμαρτωλού, καί μή τολμώσα εγγύτερον νά προσέλθει καί ασπασθεί τούς αχράντους καί ηλοτρήτους καί αιμοσταγείς πόδας Του.

*
* *

Καί τήν Κυριακήν τό πρωί, βαθιά μετά τά μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις τό παράθυρον, κρατούσα τήν ανωφελή καί αλειτούργητην λαμπάδα της, καί ήκουε τάς φωνάς τής χαράς καί τούς κρότους, κι έβλεπε κ᾽ εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρού-φρού από τήν εκκλησίαν, φέρουσαι τάς λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως τό σπίτι, ευτυχείς, καί μέλλουσαι νά διατηρήσωσι δι᾽ όλον τόν χρόνον τό άγιον φώς τής Αναστάσεως. Καί αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε τήν φθαρείσαν νεότητά της.

*
* *

Μόνον τό απόγευμα τής Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες τών ναών διά τήν Αγάπην, τήν Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα νά εξέλθη από τήν οικίαν, αθορύβως καί ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τόν τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, μέ σχήμα καί μέ τρόπον τοιούτον ως νά έμελλε νά εισέλθει διά τι θέλημα εις τήν αυλήν καμιάς γειτονίσσης. Καί από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις τήν βόρειον πλευράν τού ναού, καί διά τής μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά καί κλεφτά έμβαινε μέσα.

Εις τάς Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι γιά τίς κυράδες, η δευτέρα γιά τίς δούλες. Η Χριστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τάς νύκτας νά υπάγει εις τήν Εκκλησίαν, μήπως τήν κοιτάξουν, καί δέν εφοβείτο τήν ημέραν, νά μήν τήν ιδούν. Διότι οι κυράδες τήν εκοίταζαν, οι δούλες τήν έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δέ ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δέν ήθελεν ή δέν ημπορούσε νά έρχεται εις επαφήν μέ τάς κυρίας, καί υπεβιβάζετο εις τήν τάξιν τών υπηρετριών. Αυτή ήτο η τύχη της.

*
* *

Ωραίον καί πολύ ζωντανόν, καί γραφικόν καί παρδαλόν, ήτο τό θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τά Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι μέ τό Ευαγγέλιον καί τήν Ανάστασιν επί τών στέρνων, τελούντες τόν Ασπασμόν.

Οι δούλες μέ τάς κορδέλας των καί μέ τάς λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά καί αριστερά, κι εφλυάρουν πρός αλλήλας, χωρίς νά προσέχουν εις τήν ιεράν ακολουθίαν. Οι παραμάνες οδήγουν από τήν χείρα τριετή καί πενταετή παιδία καί κοράσια, τά οποία εκράτουν τάς χρωματιστάς λαμπάδας των, κι έκαιον τά χρυσόχαρτα μέ τά οποία ήσαν στολισμέναι, κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των, κι εζητούσαν νά καύσουν όπισθεν τά μαλλιά τού πρό αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός τού ναού, καί κατετρόμαζον τές δούλες. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τούς εκυνηγούσε, αλλ᾽ αυτοί έφευγαν από τήν μίαν πλαγινήν θύραν, κι ευθύς επανήρχοντο διά τής άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τούς δίσκους κι έρραινον μέ ανθόνερον τές παραμάνες.

Δύο ή τρείς νεαραί μητέρες τής κατωτέρας τάξεως τού λαού, επτά ή οκτώ παραμάνες, εκρατούσαν πεντάμηνα καί επτάμηνα βρέφη εις τάς αγκάλας. Τά μικρά ήνοιγον τεθηπότα τούς γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως τό φώς τών λαμπάδων, τών πολυελέων καί μανουαλίων, τούς κύκλους καί τά νέφη τού ανερχομένου καπνού τού θυμιάματος καί τό κόκκινον καί πράσινον φώς τό διά τών υάλων τού ναού εισερχόμενον, τό ανεμίζον ράσον τού εκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος μέσα-έξω εις διάφορα θελήματα, τά γένια τών παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν τής κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν τών χειλέων, διά νά επαναλάβουν εις όλους τό Χριστός ανέστη· βλέποντα καί θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τά στίλβοντα κομβία καί τά στριμμένα μουστάκια τού αστυφύλακος, τούς λευκούς κεφαλοδέσμους τών γυναικών, καί τούς στοίχους τών άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς καί πόρρω· παίζοντα μέ τούς βοστρύχους τής κόμης τών βασταζουσών, καί ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.

Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τάς αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον μέ ώμον πλησίον μιάς κολώνας, μόλις είδαν τό έν τό άλλο, καί πάραυτα εγνωρίσθησαν καί συνήψαν σχέσεις, καί τό έν, ωραίον καί καλόν καί εύθυμον, έτεινε τήν μικράν απαλήν χείρά του πρός τό άλλο, καί τό είλκε πρός εαυτό, καί εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.

*
* *

Αλλ᾽ η φωνή τού βρέφους ήτο λιγεία, καί ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω, καί ο Γιαμπής ο επίτροπος δέν ηγάπα ν᾽ ακούει θορύβους. Εις όλας τάς νυκτερινάς ακολουθίας τών Παθών πολλάκις είχε περιέλθει τάς πυκνάς τών γυναικών τάξεις διά νά επιπλήξη πτωχήν τινα μητέρα τού λαού, διότι είχε κλαυθμυρίσει τό τεκνίον της. Ο ίδιος έτρεξε καί τώρα νά επιτιμήσει καί αυτήν τήν πτωχήν μητέρα διά τούς ακάκους ψελλισμούς τού βρέφους της.

Τότε η Χριστίνα η Δασκάλα, ήτις ίστατο ολίγον παρέκει, οπίσω από τόν τελευταίον κίονα, κολλητά μέ τόν τοίχον, σύρριζα εις τήν γωνίαν, εσκέφθη ακουσίως της ―καί τό εσκέφθη όχι ως δασκάλα, αλλ᾽ ως αμαθής καί ανόητος γυνή οπού ήτον― ότι, καθώς αυτή ενόμιζε, κανείς, άς είναι καί επίτροπος ναού, δέν έχει δικαίωμα νά επιπλήξει πτωχήν νεαράν μητέρα διά τούς κλαυθμηρισμούς τού βρέφους της, καθώς δέν έχει δικαίωμα νά τήν αποκλείσει τού ναού διότι έχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινώς δέν μεταδίδουν τήν θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα; Καί πρέπει νά τά αποκλείσουν τής θείας μεταλήψεως διότι κλαίουν; Έως πότε όλη η αυστηρότης τών «αρμοδίων» θά διεκδικείται καί θά ξεθυμαίνει μόνον εις βάρος τών πτωχών καί τών ταπεινών;

Εκ τού μικρού τούτου περιστατικού, η Χριστίνα έλαβεν αφορμήν νά ενθυμηθεί ότι πρό χρόνων, μίαν νύκτα, κατά τήν ύψωσιν τού Σταυρού, όταν επήγε νά εκκλησιασθεί εις τόν ναΐσκον τού Αγίου Ελισσαίου, παρά τήν Πύλην τής Αγοράς, ενώ ο αναγνώστης έλεγε τόν Απόστολον, όταν απήγγειλε τάς λέξεις «τά μωρά τού κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν, από τόν γυναικωνίτην έν βρέφος ήρχισε νά ψελλίζη μεγαλοφώνως, αμιλλώμενον πρός τήν φωνήν τού αναγνώστου. Καί οποίαν γλυκύτητα είχε τό παιδικόν εκείνο κελάδημα! Τόσον ωραίον πρέπει νά ήτο τό Ωσαννά τό οποίον έψαλλον τό πάλαι οι παίδες τών Εβραίων πρός τόν ερχόμενον Λυτρωτήν. «Εκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον, ένεκα τών εχθρών σου, τού καταλύσαι εχθρόν καί εκδικητήν.»

Τοιαύτα ανελογίζετο η Χριστίνα, σκεπτομένη ότι καμία μήτηρ δέν θά ήτο τόσον αφιλότιμος ώστε νά μή στενοχωρείται, καί νά μή σπεύδει νά κατασιγάσει τό βρέφος της, καί νά μή παρακαλεί ν᾽ ανοιχθεί πλησίον της εις τόν τοίχον, διά θαύματος, θύρα, διά νά εξέλθει τό ταχύτερον. Περιτταί δέ ήσαν αι νουθεσίαι τού επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, καί αφού πρός βρέφος θηλάζον όλα τά συνήθη μέσα τής πειθούς είναι ανίσχυρα, μόνη δέ η μήτηρ είναι κάτοχος άλλων μέσων πειθούς, τήν χρήσιν τών οποίων περιττόν νά έλθη τρίτος τις διά νά τής υπενθυμίσει. Κι έπειτα λέγουν ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τάς γυναίκας!

Ούτω εφρόνει η Χριστίνα. Αλλά τί νά είπη; Αυτής δέν τής έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η δασκάλα, όπως τήν έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δέν είχε διά νά φοβείται τάς επιπλήξεις τού επιτρόπου. Τά παιδία της τά είχε θάψει, χωρίς νά τά έχει γεννήσει. Καί ο ανήρ τόν οποίον είχε δέν ήτο σύζυγός της.

Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι.

*
* *

Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!…

Αλλά δέν πρόκειται νά κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής καί ηθικής, διά νά είναι τουλάχιστον συνεπείς πρός εαυτούς καί λογικοί, οφείλουν νά ψηφίσωσι τόν πολιτικόν γάμον.

*
* *

Από τόν καιρόν οπού είχεν ανάγκην από τάς συστάσεις τών κομματαρχών διά νά διορίζεται δασκάλα, είς τών κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνάρης, τήν είχεν εκμεταλλευθή. Άμα ήλλαξε τό υπουργείον, καί δέν ίσχυε πλέον νά τήν διορίσει, τής είπεν: «Έλα νά ζήσουμε μαζί, κι αργότερα θά σέ στεφανωθώ». Πότε; Μετ᾽ ολίγους μήνας, μετά έν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον.

Έκτοτε παρήλθον χρόνοι καί χρόνοι, κι εκείνος ακόμη είχε μαύρα τά μαλλιά, κι αυτή είχεν ασπρίσει. Καί δέν τήν εστεφανώθη ποτέ.

Αυτή δέν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε καί άλλας ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα μέ αυτάς.

Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τά νόθα τού αστεφανώτου ανδρός της εις τό σπίτι, τά εθέρμαινεν εις τήν αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τά επονούσε. Καί τά ανέσταινε, κι επάσχιζε νά τά μεγαλώσει. Καί όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, καί τά είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από τήν οστρακιάν, τήν ευλογιάν, καί άλλας δυσμόρφους συντρόφους… καί τής τά έπαιρνεν από τήν αγκαλιάν της.

Τρία ή τέσσαρα παιδία τής είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών.

Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε καί άσπριζε. Κι έκλαιε τά νόθα τού ανδρός της ως νά ήσαν γνήσια ιδικά της. Κ᾽ εκείνα τά πτωχά, τά μακάρια, περιΐπταντο εις τά άνθη τού παραδείσου, εν συντροφία μέ τ᾽ αγγελούδια τά εγχώρια εκεί.

Εκείνος ουδέ λόγον τής έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δέν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή.

Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τόν χρόνον. Τήν Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ᾽ αυγά τά κόκκινα. Καί τάς καλάς ημέρας δέν είχε τόλμης πρόσωπον νά υπάγει κι αυτή εις τήν εκκλησίαν.

Μόνον τό απόγευμα τού Πάσχα, εις τήν ακολουθίαν τής Αγάπης, κρυφά καί δειλά εισείρπεν εις τόν ναόν, διά ν᾽ ακούση τό «Αναστάσεως ημέρα» μαζί μέ τίς δούλες καί τίς παραμάννες.

Αλλ᾽ Εκείνος, όστις ανέστη «ένεκα τής ταλαιπωρίας τών πτωχών καί τού στεναγμού τών πενήτων», όστις εδέχθη τής αμαρτωλής τά μύρα καί τά δάκρυα καί τού ληστού τό Μνήσθητί μου, θά δεχθεί καί αυτής τής πτωχής τήν μετάνοιαν, καί θά τής δώσει χώρον καί τόπον χλοερόν, καί άνεσιν καί αναψυχήν εις τήν βασιλείαν Του τήν αιωνίαν.

http://sarantakos.wordpress.com/2014/04/20/xwristefani/

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Σωτήρη Παστάκα ΤΟΠΟΙ ΤΟΠΙ


Το περιοδικό και οι εκδόσεις Bibliotheque σας προσκαλούν στην παρουσίαση της συλλογής
του Σωτήρη Παστάκα ΤΟΠΟΙ ΤΟΠΙ.

H παρουσίαση θα γίνει την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου στις 9:00 μ.μ. στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη
Στουρνάρη 11Εξάρχεια τηλ. 210-3300423

Για το βιβλίο θα μιλήσει :
ο Διονύσης Μαρίνος
ο Δημήτριος Μουζάκης
και η Πόλυ Μαμακάκη

ποιήματα θα διαβάσει
ο Σωτήρης Παστάκας

Τα έντεκα εκτεταμένα ποιήματα της συλλογής, θα μπορούσαμε να τα πούμε περιστασιακά, με την έννοια που ο Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ έλεγε πως: Εγώ είμαι εγώ κι οι περιστάσεις μου. Το εγώ του ποιήματος απορροφά από το σκηνικό της περιρρέουσας του τόπου για να στηρίξει μια θεμελιώδη διάθεση κάθε φορά. Οι Τόποι είναι εκεί όχι για να τους επισκεφτούμε για να το επιβεβαιώσουμε αλλά για να τους πάρουμε μιαν ομιλία σαν να είναι γραπτά παλίμψηστα που καλούν μια φωνή να ζωντανέψει από τα στρώματα γραφής που κρατούν βουβά μέσα τους. Το Τόπι που κυλάει είναι η διαθεσιμότητα αυτού που αναλαμβάνει το λόγο των τόπων. Είναι η παιγνιώδης διάθεση ενός εγώ που έχει κερδίσει τη δύναμη να μην παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του και γι αυτό να ανοίγεται σε ό,τι από τους τόπους του χαρίζεται για να το ονομάσει. Θα μπορούσαν και να διαβαστούν σαν παραλλαγές στους τόπους των Τεσσάρων Κουαρτέτων του Έλιοτ αλλά στον εύχαρη τόπο μετά το μοντερνισμό που έχει σπάσει όλα τα μνημεία.
Sotirios Pastakas

Bibliotheque
Mavromateon str. 16,
6th floor
10682 Athens
Greece

tel. +30-2108223067
bibliotheque.open@gmail.com
info@bibliotheque.gr



Παστάκας, Σωτήρης

Ο Σωτήρης Παστάκας γεννήθηκε στη Λάρισα, στις 13 Δεκεμβρίου 1954. Σπούδασε ιατρική στη Ρώμη και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική στο ΨΝΑ (Δαφνί).
Από το 1985 εργάζεται ως ψυχίατρος στην Αθήνα. Είναι από τα ιδρυτικά μέλη της "Εταιρείας Έρευνας της Συμπεριφοράς" και το 1996 εξελέγη
αναπληρωματικό μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Το 1981 δημοσίευσε για πρώτη φορά τέσσερα ποιήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό "Το Δέντρο" (τεύχ. 20, Απρίλιος 1981), του οποίου υπήρξε
τακτικός συνεργάτης μέχρι το 1987. Από το 1988 είναι τακτικός συνεργάτης
του λογοτεχνικού περιοδικού "Πλανόδιον". Έχει δημοσιεύσει επίσης συνεργασίες
στα περιοδικά "Τετράδια Ψυχιατρικής", "Ο κόσμος του βιβλίου", "Το παραμιλητό", "Σπαρμός", "Ποίηση", "Μανδραγόρας", "Νέα Εστία" καθώς και στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Μεταθέσεις". Το 1994 εξελέγη μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Τον Ιούνιο 2001 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ίδρυση της "Παγκόσμιας Ποιητικής Ακαδημίας" (World Poetry Academy), στην πόλη της Βερόνας, υπό την αιγίδα της Ουνέσκο. Τον Σεπτέμβριο 2001 έτυχε φιλοξενίας στο Hawthornden Castle, Inernational Retreat for Writers, κοντά στο Εδιμβούργο. To 2002 δημιούργησε, και έκτοτε διευθύνει, τη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης www.poiein.gr.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Τόποι τόπι, Bibliotheque
(2012) Παραπάτημα στη χαρά, Μετρονόμος
(2012) Συσσίτιο, Σαιξπηρικόν
(2012) Τριλογία, Παρουσία
(2011) Προσευχές για φίλους, Σαιξπηρικόν
(2011) σώμαΜεσώμα, Απλές Εκδόσεις
(2010) Ύποπτος φυγής, Σαιξπηρικόν
(2010) Χαμένο κορμί, Μελάνι
(2009) Νήσος Χίος, Οδός Πανός
(2009) Όρος Αιγάλεω, Ενδυμίων
(2008) Χόρχε, Μελάνι
(2007) Προσευχές για φίλους, Heteron
(2006) Η μάθηση της αναπνοής σε τρεις κινήσεις, Μελάνι
(2002) Νήσος Χίος, Πλανόδιον
(2002) Ο κοινωνός των αποστάσεων, Πλανόδιον
(2001) Η μάθηση της αναπνοής, Πλανόδιον
(2001) Το αθόρυβο γεγονός, Πλανόδιον
(1999) Η μάθηση της αναπνοής, Πλανόδιον
(1997) Ο κοινωνός των αποστάσεων, Νεφέλη

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2013) Η μπάρα, Θράκα
(2011) Poste Restante, Ενδυμίων

Μεταφράσεις
(2011) Συλλογικό έργο, Ανθολογία ιταλικής ποίησης, Οδός Πανός [ανθολόγηση, μετάφραση, επιμέλεια]
(2003) Leoni, Cristiana, Η Αθήνα του Περικλή με ξεναγό τον Σωκράτη, Toubi's

Λοιποί τίτλοι
(2013) Συλλογικό έργο, Αλμανάκ Ποιείν 2012, Μετρονόμος [επιμέλεια]
(2012) Συλλογικό έργο, Αλμανάκ Ποιείν 2011, Μετρονόμος [επιμέλεια, ανθολόγηση]
(2009) Συλλογικό έργο, Ποιείν Αλμανάκ 2009, Περιοδικό "Ποιείν" [επιμέλεια]


Κριτικογραφία
Μάρτυς μου ο Θεός [Μάκης ΤσίταςΜάρτυς μου ο Θεός], http://www.poiein.gr, 12.10.2014Αγάπη γι' αυτούς που φεύγουν… [Γιώργος ΚαρτάκηςΤώρα που τα σύννεφα], "Το Ποντίκι", 12.2.2014Το παραμύθι της τετράγωνης λογικής [Χρίστος Γ. ΠαπαδόπουλοςΤο παραμύθι της τετράγωνης λογικής], diastixo.gr, 25.11.2013Έρωτας για τον ψυχίατρο [Καίτη ΒασιλάκουΑγαπημένε μου ψυχίατρε], "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", 17.8.2013Αγαπημένε μου ψυχίατρε [Καίτη ΒασιλάκουΑγαπημένε μου ψυχίατρε], diastixo.gr, 30.4.2013Η χάρη του βλέμματος [Sandro PennaΟ σκονισμένος ποδηλάτης], Περιοδικό "Ποιητική", τχ. 11, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2013Ο Συνταγματάρχης Θάνατος: η χρήση και κατάχρηση του αλκοόλ στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν, http://bibliotheque.gr, 18.2.2013Μία μοναχική αγριόχηνα: Ρένος Αποστολίδης [ΡένοςΟυλάν Μπατόρ], http://bibliotheque.gr, 21.1.2013Το κέρασμα που άργησε [Τάσος ΜελίτηςΤο κέρασμα που άργησε], diastixo.gr, 16.12.2012
http://www.biblionet.gr

Παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη με τίτλο "Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ"



"Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ",Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη

Το Βιβλιοπωλείο-café Booktalks και ο Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη έχουν την ευχαρίστηση να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη με τίτλο

"Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ"

την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014, στις 19:30,
στο χώρο του βιβλιοπωλείου
(Αρτέμιδος 47 και  Αγ. Αλεξάνδρου 58, Π. Φάληρο).

Για το βιβλίο θα συνομιλήσουν η Βιβή Γεωργαντοπούλου,
συντονίστρια της Λέσχης Ανάγνωσης Degas,
και η συγγραφέας.

Αποσπάσματα θα διαβάσει
ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Παναγιώτης Βασιλείου.

Πληροφορίες: Βιβλιοπωλείο Booktalks, τηλ.: 210 9802520.

Βιβλιοπωλείο Cafe-Booktalks (Αρτέμιδος 47 και Αγ. Αλεξάνδρου 58, Π. Φάληρο)


"H Mάχρια της Λήθης"
 Πετροπούλου-Κουντούρη Ρένα
ISBN: 978-960-14-2844-4
Αρ. σελίδων: 354
Εκδόσεις Λιβάνη
Κρήτη 1867, Λασίθι. Μες στην καρδιά της Κρητικής επανάστασης γεννιέται ένα κορίτσι, άνομος καρπός της κόρης ενός άρχοντα της περιοχής κι ενός αντάρτη.

Το νεογέννητο δίνεται για υιοθεσία σε ζευγάρι Τούρκων, εν αγνοία της οικογένειας, ενώ ο παππούς του βρέφους του χαρίζει ένα βαρύτιμο μινωικό κόσμημα, με την ευχή και την κατάρα να μην το αποχωριστεί ποτέ.

Είναι συνυφασμένο με τη μοίρα του...

Έτσι ξεκινάει η ιστορία της πανέμορφης Μάχρια, που θ’ απλωθεί στη συνέχεια και θ’ αγκαλιάσει την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β΄, την Έφεσο, το Αιγαίο πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας, τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ.

Ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, πρωτότυπο σε δομή και σύλληψη, με μια πλειάδα ηρώων, που αναπνέουν στον κοφτό ρυθμό της ιστορίας –έρμαια των παθών και των λαθών τους–, ανάμεσα από συγκλονιστικούς έρωτες, τεκμηριωμένα ιστορικά γεγονότα, περιπέτειες, ίντριγκες, μάχες και ναυμαχίες, αλλά και παριζιάνικα μπιστρό, πολυτελείς επαύλεις και αίθουσες τέχνης, συνθέτοντας την ολοζώντανη νωπογραφία μιας ολόκληρης εποχής που σημάδεψε τα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζει…


Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη
Η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης.

Είναι καθηγήτρια Σχεδίου Μόδας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Από το 2001 και μετά έχουν εκδοθεί δεκατέσσερα βιβλία της, μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιητικές συλλογές, παιδικά βιβλία (απόσπασμα βιβλίου της διδάσκεται στην Ε΄ Δημοτικού) και παιδικό θέατρο. Είναι συντονίστρια του Λογοτεχνικού Κύκλου Ηρακλείου. Τηλεόραση, ραδιόφωνο, άρθρα, βιβλιοκριτικές, παρουσιάσεις έργων Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών και συνεχείς επισκέψεις σε σχολεία συγκαταλέγονται στο ενεργητικό της.
Πρόσφατα το παραμύθι της Αζίρ (συμμετοχή στο πρόγραμμα του Δήμου Ηρακλείου και της ομάδας βιβλίου του Συλλόγου Εκπαιδευτικών «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος», με θέμα το σχολικό εκφοβισμό) έγινε ταινία μικρού μήκους από τους μαθητές της Στ’ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Μεγάλης Βρύσης Ηρακλείου.

Έργα της:
Μυθιστορήματα
Με τον Ίσκιο σου Αντήλιο (2001)
Απορρίπτεστε Λόγω Πάχους (2002)
Ζωή Ερήμην (2004)
Στο Δρόμο με τις Πικροδάφνες (2007)

Παιδική λογοτεχνία

Σοφούλης ο Ψαλιδούλης - Μια Φοβερή Ανακάλυψη (2003)
Σοφούλης ο Ψαλιδούλης - Οι Ολυμπιακοί Αγώνες (2003)
Σοφούλης ο Ψαλιδούλης - Αποστολή στο Διάστημα (2003)
Σοφούλης ο Ψαλιδούλης - Η Περιπέτεια του Αϊ-Βασίλη (2003)


Διηγήματα

Μια Σοκολάτα Αμυγδάλου Σού Φέρνει Ευτυχία (2009)

Ποίηση

Έρωτας σε Χρόνια Οδύνης (2006)
Όνειρα Ασύνορα (2009)
Στον Κήπο της Μνήμης (2011)
Τα Νεαρά Ποιήματα (2013)
Τα Χαϊκού Μιας Μέρας
και Μιας Νύχτας (2013)

Θεατρικό έργο για παιδιά

Τα Επαγγέλματα που Χάνονται (2003)

Επικοινωνία με τη συγγραφέα:
Ε-mail: renapetropoulou@gmail.com
http://renapetropoulou.blogspot.com

Βιβλιογραφία
H Mάχρια της Λήθης
H Mάχρια της Λήθης (ψηφιακό βιβλίο)

"Η Μάχρια της Λήθης",Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη
δημοσίευση στο blog Λέσχη ανάγνωσης Degas http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr από τη  Βιβή Γ. 

Βιβή Γεωργαντοπούλου  :
Όταν η ιστορία δεν γράφεται,γίνεται παραμύθι.Γίνεται όνειρο με θαμμένους θησαυρούς,με πετρωμένους ναούς,ναυάγια και μάχες,ώσπου κάποτε με την σκαπάνη της μελέτης και της γραφίδας βγαίνει τ΄όνειρο αληθινό και το παραμύθι γίνεται μυθιστορία.(Ρ.Π.Κ)



Πράγματι,δεν είναι καθόλου εύκολο να γράψει κάποιος,όσο ταλαντούχος κι αν είναι,ένα μεστό και σοβαρό ιστορικό ερωτικό μυθιστόρημα κρατώντας όχι την επιβεβλημένη φόρμα ή τους ποικίλους τεχνικούς κανόνες του,μα ισορροπία και μέτρο σε όλα εκείνα που εκ των πραγμάτων πρέπει συνεχώς να ενώνει,τις ιστορικές αλήθειες δηλαδή και το δικό του υλικό,αυτό που γεννά η φαντασία και το ταλέντο του .
Δεν είναι καθόλου εύκολο να είναι αισθησιακή και ερωτική, όχι όμως χυδαία, η γραφή του όταν αναφέρεται στους έρωτες ανθρώπων που στην πορεία της ζωής τους όντας στο μέσο ιστορικών γεγονότων δοκιμάζονται σκληρά.Δεν είναι καθόλου εύκολο να είναι άμεση και ανθρωποκεντρική και όχι ένα ακόμα βαρετό,εθνικοπατριωτικό μελό βγαλμένο από κονσέρβες χιλιανοιγμένες ήδη από δεκάδες άλλους.Δεν είναι καθόλου εύκολο να μπορεί να σκιαγραφήσει πειστικά μια γυναίκα που έζησε σε εποχές συνταρακτικές ενώ ακόμα (και) στον (δυτικό κόσμο) η χειραφέτησή της δεν ήταν κάτι δεδομένο.
Η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη ανήκει στην κατηγορία εκείνων των λογοτεχνών που δεν τους περιορίζουν οι Συμπληγάδες του είδους.Συνθέτει ένα ισορροπημένο και καλά δομημένο έργο αδιαφορώντας για συνταγές και κλισέ επιτυχίας και εστιάζοντας με διεισδυτικότητα στην ζωή της νεαρής ηρωίδας της.Της αξίζει κάθε έπαινος για την καθαρή της ματιά,αυτή που διατρέχει όλο το κείμενο και με την οποία φιλτράρει στοχαστικά την εκτεταμένη χρονικά εποχή-περίπου τριάντα ολόκληρα χρόνια- στην οποία τοποθετεί τα καταιγιστικά δρώμενα.
Η συγγραφέας ενώνει πολύ επιδέξια ιστορία και μύθο,αλήθεια και φαντασία πλάθοντας ήρωες που αν και έρχονται από συγκυρίες αλλοτινές-το ιστορικό παρελθόν θα είναι πάντα ελκυστικό σαν αφορμή για καλή λογοτεχνία-είναι εν τούτοις σοφά ενταγμένοι σε μια αφηγηματική ροή που το ενδιαφέρον της δεν μειώνεται πουθενά.Μάλιστα ο σημερινός αναγνώστης ο οποίος οφείλει να είναι αυστηρός και απαιτητικός εκ των πραγμάτων και λόγω της εκδοτικής πλημμυρίδας που μπορεί να τον αποπροσανατολίσει,θα νιώσει οικείους τους ήρωες και με κάποιους από αυτούς θα ταυτιστεί.Η ταύτιση είναι βεβαίως πάντα ένα βασικό ζητούμενο αλλά μαζί είναι και μεγάλη παγίδα.Θέλει μέτρο και μαστοριά και η συγγραφέας τα διαθέτει αμφότερα.

Η γοητεία της γραφής βρίσκεται κατ΄εμέ κυρίως στην θεατροποίηση-ας το πω αδόκιμα έτσι-της όλης ιδέας κι αυτή η θεατροποίηση είναι,αν την εκλάβουμε ως τεχνική αφήγησης,μια δύσκολη τεχνική που συνεπάγεται άμεση ταύτιση ,προκαλεί έντονη ανάπτυξη συναισθημάτων στον αναγνώστη που φτάνει στο να συμπάσχει στα των ηρώων και αυτήν την φόρμα αφήγησης πρόκρινε έναντι όσων έχουμε συνηθίσει η συγγραφέας ρισκάροντας και τελικά κερδίζοντας τις εντυπώσεις : βάζει τους ήρωές της-alter ego σε πολλές περιπτώσεις ο ένας του άλλου, έρμαια κι αφέντες ταυτοχρόνως του ίδιου τους του είναι-σαν ηθοποιούς πάνω σε σκηνή θεάτρου να αφηγούνται με τις οδηγίες της μα σε πρώτο δικό τους πρόσωπο ,εκφέροντας τον δικό τους λόγο, που είναι ανάλογος με την προσωπικότητα και την κοινωνική θέση που έχει καθένας στην δεδομένη ιστορική συγκυρία κι αυτό γίνεται με εναλλασσόμενους,πυκνούς μονολόγους που δεν πλατιάζουν σε κανένα σημείο.Τα κείμενα συνδέονται μεταξύ τους αρμονικά και οι λίγοι διάλογοι ενσωματώνονται σ΄αυτά,απορροφώνται θαρρείς,αποτελώντας το αλατοπίπερο όταν και όπου χρειάζεται.


Η λεπτεπίλεπτη κεντρική ηρωίδα,η Μάχρια,κουβαλάει ένα βαρύ παρελθόν στην διαμόρφωση του οποίου η βούλησή της δεν έπαιξε κανένα ρόλο,άλλοι όρισαν την μοίρα της και μ΄αυτό σαν καλό και συνάμα κακό εφόδιο βυθίζεται σ΄έναν έρωτα σκοτεινό,εκείνον της προσκόλλησης σ΄έναν άντρα που δεν μπορεί να την νιώσει και να την (εκ)τιμήσει σωστά γιατί κι αυτός κουβαλάει μια κουλτούρα,που παρά τα σημεία υπεροχής απέναντι στην δική της-έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε κάθε τι ανατολίτικο φολκλόρ μεν οπισθοδρόμηση δε -γίνεται βαρίδι στην ζωή του και τον τραβάει κι εκείνον χαμηλά.
Η κάποτε εύθραυστη κοπελίτσα γλυτώνει από τον φερετζέ και όχι μόνον απ΄αυτόν χάρη σ΄έναν άντρα -τον θετό της θείο κι αργότερα πατριό,τον ανοιχτόμυαλο πολυταξιδεμένο Τούρκο καπετάνιο Σουκρού -φοράει μέχρι και φίνα,αποκαλυπτικά παριζιάνικα φουστάνια,μαθαίνει γλώσσες και γράμματα κόντρα σε προκαταλήψεις πολλών αιώνων,επαναστατεί,ανακαλύπτει εξαίσιους κόσμους μα επίσης εξαιτίας ενός άντρα- τον υποτίθεται άλλης νοοτροπίας Γάλλο διπλωμάτη Ζακ Μερσό-πέφτει σε αντιφάσεις συμπεριφοράς, έξεις και ποικίλες αδυναμίες από τον έρωτά της γι αυτόν,αρχικά διαψεύδεται και ηττάται κατά κάποιον τρόπο ευρισκόμενη στην δεινή θέση να δοκιμάζεται ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο κουλτούρες που συγκρούονται σφοδρά αλλά παραδόξως συγκλίνουν σε κάτι: στις ίδιες ρατσιστικές απέναντι στις γυναίκες προκαταλήψεις, αν και τις εκφράζουν διαφορετικά η κάθε μια.
Ο Ζακ του μυθιστορήματος,ένας γοητευτικός Παριζιάνος ,γνήσιος μποέμ της εποχής του ως το κόκαλο,ηδονιστής,μπον βιβέρ,διανοούμενος,ιδιοτελής και μαζί τρωτός κι ο ίδιος και τόσο μα τόσο ανθρώπινος κι αυτός με οδήγησε σχεδόν από την αρχή της σκιαγράφησής του στον Λιούις της εξαιρετικής νουβέλας του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα Πωλ Μοράν, "Λιούις και Ειρήνη" και ιδού γιατί θεωρώ την κάθε ανάγνωση σαν ένα ξεχωριστό μονοπάτι που οδηγεί σ΄ένα άλλο και αυτό σ΄ένα τρίτο και πάει λέγοντας ή μάλλον διαβάζοντας!
Είναι εκπληκτικό το πως επικοινωνούν τα βιβλία κι οι ήρωές τους, δηλαδή οι κόσμοι και οι εποχές των ανθρώπων και η σοφία τους,η εμπειρία,η γνώση,ζυμωμένα κι εκφρασμένα μέσα από την Τέχνη σαν ελάχιστη αποτύπωση ,ξόρκι και φυλαχτό μα και ύψωση αναστήματος απέναντι στα κοινά και σπουδαία που τους ενώνουν και τους χωρίζουν στο πέρασμά τους από το τεράστιο, μυστηριακό, υπέροχο Σύμπαν μας :την ζωή και τον θάνατο.
Στον αντίποδα του Ζακ και γενικότερα των ανδρών και γυναικών του Παρισιού και την κυρίαρχη αντίληψη για το γυναικείο φύλο-οι γυναίκες κι εκεί διεκπεραιώνουν ρόλους,είναι δηλαδή σύζυγοι ή δούλες ή ερωμένες,κοινωνοί και οι ίδιες αυτής της εναντίον τους στρεφόμενης ανδροκρατικής σκέψης-βρίσκεται η Μάχρια,εκλεπτυσμένη,γυναικεία φιγούρα,που εκείνη τελικά παρά τις περιπέτειές της βρίσκει την εσωτερική δύναμη να κατανοήσει βαθύτερα τον κόσμο,την ζωή και τον θάνατο ή τουλάχιστον να παλέψει μη σταματώντας να κάνει το πιο βασικό:να μαθαίνει,να αποζητά εμπειρίες,να σκέφτεται,να επεξεργάζεται κριτικά την πολύτιμη ελευθερία,που η ίδια με τις δικές της πράξεις και τις συνέπειές τους αποκτά.

Επιστρατεύοντας την οξυδερκή ματιά της χειραφετημένης γυναίκας της εποχής μας,που μπορεί να είναι και δυναμική και ευαίσθητη και παράλληλα να μην διαπραγματεύεται την θηλυκότητά της,η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη προσφέρει στο κοινό ένα πολύπτυχο ιστορικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Λιβάνη* εμπνεόμενη από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους στα Βαλκάνια αρχίζοντας από την Κρήτη και πετυχαίνει με αβίαστη γλωσσική άνεση να εμφυσήσει πνοή στα πρόσωπα της δικής της αφήγησης,αυτά που υποφέρουν σε ατομικό επίπεδο πολλαπλάσια την βία και τις αντιφάσεις των καιρών τους,γιατί αφήνονται σε καταστάσεις και οδηγούνται από συμπτώσεις και πάθη ,σε άλλες περιπτώσεις στην τελική λύτρωση και άλλες,τις περισσότερες, στην καταστροφή.

Με κέρδισε λοιπόν η έντιμη,η στρωτή,ευφάνταστη και χωρίς επιθετικούς διαλόγους,η γενναιόδωρη προς το ευρύ αναγνωστικό κοινό** αυτή γραφή και με συγκίνησαν και πολλά-λιγότερο φανερά- στοιχεία της γραφής,για παράδειγμα το ότι η συγγραφέας δεν προσπάθησε να παλαιώσει το κείμενό της τεχνηέντως με μεγαλόστομες, ακαταλαβίστικες λέξεις που θα "φώναζαν" τις γνώσεις που από την πασίδηλη έρευνα που έχει προηγηθεί αποκόμισε αλλά που θα υπονόμευαν την μυθοπλασία και επέλεξε να συγγράψει κείμενο που ανασαίνει και βγάζει διαρκώς στην επιφάνεια την κριτική διάθεση που χρειάζεται η ανάγνωση της ιστορίας από την θέση του ανθρώπου του 21ου αιώνα.Το θεωρώ όλο αυτό λογοτεχνική αρετή και συγγραφική τόλμη.

Πιστή στην Βιβλιονέτ και στον μόχθο και το μεράκι που των ανθρώπων που την κρατούν προσβάσιμη και λειτουργική αντιγράφω απ΄αυτήν εν είδει περίληψης το σχετικό κείμενο που φιλοξενείται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Κρήτη 1867, Λασίθι. Μες στην καρδιά της Κρητικής επανάστασης γεννιέται ένα κορίτσι,άνομος καρπός της κόρης ενός άρχοντα της περιοχής κι ενός αντάρτη. Το νεογέννητο δίνεται για υιοθεσία σε ζευγάρι Τούρκων,εν αγνοία της οικογένειας,ενώ ο παππούς του βρέφους τού χαρίζει ένα βαρύτιμο μινωικό κόσμημα,με την ευχή και την κατάρα να μην το αποχωριστεί ποτέ.Είναι συνυφασμένο με τη μοίρα του...Έτσι ξεκινάει η ιστορία της πανέμορφης Μάχρια, που θ' απλωθεί στη συνέχεια και θ' αγκαλιάσει την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β΄, την Έφεσο, το Αιγαίο πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας,τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ.
Στο προλογικό της σημείωμα η Ρένα Πετροπούλου γράφει και φυσικά την τιμά που είναι τόσο ξεκάθαρη:

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι προϊόν μυθοπλασίας, όπως και η πλοκή.Όπου εμφιλοχωρούν πραγματικά γεγονότα ή πρόσωπα,έχει γίνει προσπάθεια να ανταποκρίνονται με όσο το δυνατόν περισσότερη ακρίβεια στην ιστορική πραγματικότητα.Προς χάριν της αφήγησης προκρίθηκε ένας ουσιαστικός αναχρονισμός,που αφορά την ανασκαφή στην αρχαία Ελεύθερνα (νεκρόπολη πρωτομινωκών και αρχαϊκών χρόνων,η οποία βρίσκεται στο Ρέθυμνο,στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη).Στην πραγματικότητα,πρόκειται για πολύ μεταγενέστερη ανασκαφική εργασία.
Η συγγραφέας είναι πολυγραφότατη (θα αναφερθώ σύντομα και στα ωραία ποιήματά της,που μου ζέσταναν απίστευτα την καρδιά) και δραστηριοποιείται λογοτεχνικά και κοινωνικά στο Ηράκλειο της Κρήτης και το αναφέρω επαινώντας την γι αυτό, όπως επαινώ κι όλους εκείνους τους υπέροχους, καλλιεργημένους ανθρώπους που προσπαθούν να εκφραστούν καλλιτεχνικά εκτός Αθήνας.Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που προσφέρει και είναι πολύ εγωιστικό να τον ξεχνάμε.

Αγαπητή Ρένα,πρέπει να σ΄ευχαριστήσω*** που μου πρόσφερες τον λογοτεχνικό σου μόχθο και σου χρωστώ μία όμορφη ημέρα στο ταπεινό μου σπιτάκι της Σαλαμίνας το κρυμμένο στα δέντρα και την γαλήνη της εξοχής, μέρα που κύλησε για μένα ήσυχα,ειρηνικά κι εκτός των άλλων και με ωραίο ταξίδεμα μέσα από το δικό σου βιβλίο σε άλλα που έχουν προηγηθεί και για τα οποία επίσης δεν ένιωσα ότι σπατάλησα τον χρόνο μου,βιβλία που άφησαν στην μνήμη έντονα τα χνάρια τους, νιώθοντας- και εκείνη την μέρα- τυχερή για τον τόπο στον οποίο ζω και ξεχνώντας για λίγο,αλλά όχι θάβοντας την οργή, το πώς οι εκάστοτε ταγοί της πολιτικής και του χρήματος θυσιάζουν κι αυτόν και μας και τους λαούς του κόσμου ρίχνοντάς μας σε πολέμους οικονομικούς και κυριολεκτικούς σαν τους τόσους που μαίνονται και αυτή την στιγμή στον πλανήτη μας...

*Από τις εκδόσεις Λιβάνη είχε κυκλοφορήσει και το αριστουργηματικό μυθιστόρημα "Το Άλικο και το Λευκό" του Michel Faber,ένα από τα πιο αγαπημένα μου αναγνώσματα τα τελευταία χρόνια(αν όχι το πιο αγαπημένο) που έχει εξαντληθεί πια και κάποιος πρέπει να φροντίσει να επανεκδοθεί.

**Χαίρομαι όταν γράφεται καλή λογοτεχνία που είναι εύκολο να διαβαστεί από τον πολύ κόσμο.Τι ζόρι τραβάνε ορισμένοι με το ευρύ αναγνωστικό κοινό και από την μια το κολακεύουν (πελάτης γαρ) και από την άλλη το βρίζουν αδυνατώ να καταλάβω.

***Δεν γνώριζα προσωπικά την συγγραφέα όταν τα έγραφα αυτά -και δεν έχω αλλάξει ούτε λέξη, πιστέψτε με-αλλά τα ίχνη της στην αφήγηση και την τηλεφωνική επαφή που είχαμε κάποια στιγμή με δική της πρωτοβουλία και την ευχαριστώ γι αυτό μου άφησαν έντονη την αίσθηση ότι διάβασα το βιβλίο μιας ευγενικής και ταλαντούχας γυναίκας,που δεν θα την ενοχλούσε οικειότητα διαδικτυακή εκφρασμένη στον ενικό.Γνωριστήκαμε στην συνέχεια περισσότερο,πάντα τηλεφωνικώς,είπαμε πολλά και διάφορα ενδιαφέροντα και νιώθω ότι απέκτησα μια νέα φίλη με την οποία μας ενώνουν πολλά κοινά.

Όταν μου ζήτησε να παρουσιάσω το βιβλίο της τα έχασα λιγάκι,όμως δέχτηκα θεωρώντας το τιμή μου και το εννοώ.Και έτσι στις 7 Νοέμβρη η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη θα είναι στην Αθήνα και στο πιο ωραίο βιβλιοπωλείο-καφέ των νοτίων περιοχών θα μαζευτούμε παλιοί και νέοι φίλοι και θα μιλήσουμε με την γλυκύτατη και πολυγραφότατη λογοτέχνιδα για την "Μάχρια" και όχι μόνο .
Δημοσιεύτηκε 13 hours ago από τον χρήστη 

Παρουσίαση του συλλογικού βιβλίου «Καινοτόμες Διδακτικές Τεχνικές και Γραπτός Επιστημονικός Λόγος»


Το Ελληνικό Δίκτυο Ανοικτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης σας καλεί στην παρουσίαση του συλλογικού ψηφιακού βιβλίου «Καινοτόμες Διδακτικές Τεχνικές και Γραπτός Επιστημονικός Λόγος» την Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014 στις 7.00 μ.μ στον Πολυχώρο Black Duck, Χρήστου Λαδά 9 Α, Πλατεία Κυρίτση, Αθήνα.

Το ψηφιακό βιβλίο «Καινοτόμες Διδακτικές Τεχνικές - Γραπτός Επιστημονικός Λόγος. Ας τους μάθουμε να μαθαίνουν», που έχει εκδοθεί από την Επιστημονική Εταιρεία «Ελληνικό Δίκτυο Ανοικτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης» (ΕΔΑΕ), περιέχει τις εισηγήσεις των 16 εισηγητών-συντονιστών-εμψυχωτών των εργαστηρίων του 5ου «Θερινού Πανεπιστήμιου», το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Άνδρο, από 21 έως 26 Ιουλίου 2014 και διοργανώθηκε από την Επιστημονική Εταιρεία: «Ελληνικό Δίκτυο Ανοικτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης» (ΕΔΑΕ).
Πρόκειται για 12 ανεξάρτητα κείμενα/κεφάλαια, στα οποία οι συγγραφείς, μέλη ΔΕΠ και συνεργάτες 5 διαφορετικών Πανεπιστήμιων, αναπτύσσουν τόσο το θεωρητικό πλαίσιο των εργαστηρίων-εισηγήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο 5ο «Θερινό Πανεπιστήμιο», όσο και τη μεθοδολογία εφαρμογής τους.
Το περιεχόμενο των κειμένων αφορά σύγχρονους και καινοτόμους επιστημονικούς προβληματισμούς για τη διαμόρφωση μοντέλων επιστημονικού λόγου και ανάπτυξης εκπαιδευτικού υλικού, πρακτικές οδηγίες και εργαλεία ανάπτυξης εκπαιδευτικού υλικού, την ψηφιακή αφήγηση τον ακαδημαϊκό λόγο και τη συγγραφή μιας έρευνας, στρατηγικές συνεργατικής μάθηση, νέες εκπαιδευτικές τεχνικές, την ανάπτυξη γνωστικών δεξιοτήτων μέσα από το χορό, το σχεδιασμό και τη δημιουργία κινούμενης εικόνας (animation) αλλά και... κάποιο μυστικό.

2014, Εκδόσεις : Επιστημονική Εταιρεία: Ελληνικό Δίκτυο Ανοικτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης
ISBN 978 – 618 – 81051 – 8 – 8
Δείτε το στον παρακάτω σύνδεσμο :

• Στην παρουσίαση θα προβληθούν 5 ταινίες – animation που δημιουργήθηκαν από τους συμμετέχοντες στο 5ο «Θερινό Πανεπιστήμιο» 2014 του ΕΔΑΕ (σύνολο 10 περίπου λεπτά της ώρας) από τον Δρ. Σπύρο Σιάκα (καθηγητή εφαρμογών ΤΕΙ Αθήνας)

• Εύφημος μνεία για τη διεθνή διάκριση του καθ. Μιχάλη Μεϊμάρη (ΕΚΠΑ), Αντιπροέδρου του ΕΔΑΕ, για την επιλογή του στο ΔΣ του Ινστιτούτου για τις Τεχνολογίες της Πληροφορίας στην Εκπαίδευση της UNESCO (Institute for Information Technologies in Education) - Επιλογή που αποτελεί τιμή για τον ίδιο και τη χώρα μας επειδή ξεχώρισε μεταξύ των εκπροσώπων 194 χωρών αλλά και πρωτιά για την Ελλάδα, καθώς πρώτη φορά συμμετέχει στη σύνθεση του διεθνούς αυτού οργάνου

• Σύντομες εισηγήσεις για το βιβλίο και τη σημασία του

• Θα ακολουθήσει συζήτηση και κουβέντα, μουσική και ποτό στο χώρο του Black Duck


Οι συγγραφείς:

Αντώνης Λιοναράκης, Αναπλ. Καθηγητής ΕΑΠ
Μιχάλης Μεϊμάρης, Καθηγητής ΕΚΠΑ
Γιοβάνα Λόξα, Εκπαιδευτικός / Ψυχολόγος
Τζένη Παγγέ, Καθηγήτρια Παν/μίου Ιωαννίνων
Μαρία Σακελλαρίου, Αναπλ. Καθηγήτρια Παν/μίου Ιωαννίνων, Πρόεδρος Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών
Βασιλεία Χατζηνικήτα, Καθηγήτρια ΕΑΠ, Κοσμήτορας Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών
Καρολίνα Ρετάλη, ΣΕΠ του ΕΑΠ
Παναγιώτης Σ. Αναστασιάδης, Καθηγητής Παν/μίου Κρήτης
Μαρία Ι. Κουτσούμπα, Αναπλ. Καθηγήτρια ΕΚΠΑ
Γιάννης Γκιόσος, ΣΕΠ του ΕΑΠ
Ευαγγελία (Γκέλη) Μανούσου, ΣΕΠ του ΕΑΠ
Αδαμαντία (Μαντώ) Σπανακά, ΣΕΠ του ΕΑΠ
Σπύρος Σιάκας, Καθηγητής Εφαρμογών ΤΕΙ Αθήνας
Τόνια Χαρτοφύλακα, Διδάκτορας του ΕΑΠ
Βασιλική (Σύλβη) Ιωακειμίδου, Υποψήφια Διδάκτορας του ΕΑΠ
Σοφία Θ. Παπαδημητρίου, Διδάκτορας του ΕΑΠ

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Παύλος Σιδηρόπουλος, Οι σοβαροί κλόουν




Τους είδα στα υπόγεια καταφύγια
κείνες τις νύχτες του Μαγιού
με βλέμμα καρφωμένο προς την πόρτα
ανήσυχο από το φόβο του διωγμού.

Τους είδα βιαστικούς μέσα στη νύχτα
σ’ ένα παράνομο κρυφτό
δραπέτες των λεωφόρων
σκορπώντας στους πολίτες πανικό.

Τους είδα σε διαδήλωση
να φεύγουν με τη γεύση του μισού
το πλήθος ξέρναε την αγρύπνια τους
και τους σημάδευε το μάτι ενός φακού.

Στα σκοτεινά δωμάτια
με συζητήσεις που δεν τέλειωσαν ποτέ
στις μυστικές βιβλιοθήκες και στα πάρκα
με Πόε, με Ντε Σαντ και Μαρκ Τουέν
και με μια άγνωστη αρρώστια στη σάρκα.

Γυμνοί από αγάπη κι από μίσος
διωγμένοι σαν εξτρεμιστές
γνωρίσαν τον Χριστό μέσα απ’ την πείνα τους
ή μες στις φυλακές πεθαίνοντας στον τρόμο ότι πεθαίνουν
στην αγωνία της επόμενης στιγμής.

Τους είδα περαστικούς από τις αίθουσες των Πανεπιστημίων
και των δημόσιων σκοτεινών ψυχιατρείων
να συλλαβίζουνε την αλφαβήτα της κραυγής.
Παύλος Σιδηρόπουλος, Οι σοβαροί κλόουν [δίσκος: Φλου (1978)]
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=9603