Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΝΘΕΡΑΣ



Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΝΘΕΡΑΣ



Μίαν μοναχοκόρην είχεν η χήρα Χαρμολίνα, την Ασημένιαν. Και αύτη, προ δεκαπέντε χρόνων ήδη είχε νυμφευθεί γόνον προκρίτου οικογενείας, τον Ιάκωβον Ματθαίου. Ήτον δε ο Ιάκωβος Ματθαίου σχεδόν ίσος την ηλικίαν με την πενθεράν του. Όλοι οι νέοι του χωρίου είχαν ξενιτευθεί εις την Αμερικήν, όπου δεν εύρον την πραγματοποίησιν του ονείρου των. Δυσκόλως απέκτων χρήματα, δυσκολώτερον τα διετήρουν, και ακόμη δυσκολώτερον επαλιννόστουν. Όθεν όλα τα γεροντοπαλλήκαρα του τόπου, όσοι είχον μαγαζείον ή θέσιν ή σειράν τινα, εθήρευον τας νεαράς κόρας τας έχουσας προίκα. Αι μόναι ζημιούμεναι ήσαν τα γεροντοκόριτσα, τα οποία δεν είχον μοίρα υπό τον ήλιον.

Ως όνειρον το ενθυμείτο η Δέσποινα Χαρμολάκη, κόρη του μακαρίτου Μαραλή, πώς είχεν υπανδρευθεί κι εμβήκε κι αυτή στον κόσμον. Πράγματι, ο έγγαμος βίος της είχε διαρκέσει όσον εν όνειρον. Μίαν Κυριακήν του τέλους Δεκεμβρίου, μετά τα Χριστούγεννα, την είχαν στολίσει νύμφην, και την είχαν στήσει ως λαμπάδα αλύγιστην και σεμνήν και την είχαν στεφανώσει εις το καινούργιον, καλοκτισμένον σπίτι, το οποίον της είχον δώσει ως προίκα, κάτω εις τον αιγιαλόν, εις τον βράχον του λιμένος, όπου το κύμα εφίλει μετά παφλασμού τον μώλον, επάνω εις τον οποίον ήτον θεμελιωμένος ο τοίχος της κυρίας προσόψεως της οικοδομής. Κι' ανάμεσα εις τον φλοίσβον των φιλημάτων του κύματος έμελπον τα βιολιά και τα λαγούτα, εις τον ήχον των οποίων εσύρετο ο χορός του γάμου. Και υπό τον φλοίσβον του κύματος, και εις τον ήχον των μουσικών οργάνων, προεπέμφθησαν οι καλεσμένοι, οίτινες μετά ώραν ακόμη, εις την πρώτην γλυκείαν χαραυγήν, επέστρεφαν υπό την οικίαν διά να μέλψωσι τα επιστρόφια, και αυτή είχεν αφεθεί εις τας αγκάλας του συζύγου της.

Είτα, μετά δύο μήνας, ο νεόγαμβρος εμβαρκάρισε με την «Μανουήλα», το μέγα και ογκώδες βρίκιον, το ιδιόκτητον του πατρός του, το οποίον αυτός εκυβέρνα ως πλοίαρχος. Είτα, μετά δύο ταξίδια, κατά το θέρος, ο σύζυγος της, νοσήσας βαρέως, καθώς εμάνθανεν αυτή εις την πατρίδα περιμένουσα τούτον, είχεν εισαχθεί εις τα «σπιτάλια» της Σμύρνης, κι εκεί απέθανε. Η νεαρά νύμφη δεν τον είδε πλέον. Κατά τον Οκτώβριον, έτεκε θυγάτριον, τέκνον των δακρύων. Τους ονειρώδεις νυμφικούς πέπλους είχον διαδεχθεί τάχιστα τα μαύρα τής χηρείας δεσμά, τα «βαρύτερ' απ' τα σίδερα», και τα σπάργανα του βρέφους της μόνη η εκκλησία ηδυνήθη να φαιδρύνει με «χιτώνα φωτεινόν» και «κουκούλιον αγαλλιάσεως».

Είτα η μάννα έμεινεν ισοβίως χήρα σώφρων, θαύμα γυναικείας εγκαρτερήσεως ουχί ασύνηθες εις τας ελληνικάς χώρας, πριν ανατείλωσιν αι «χειραφετήσεις» εις τον ορίζοντα, και η κόρη ανετράφη, εμεγάλωσεν, εκ κοιλίας μητρός ορφανή.

Ο γέρος πενθερός, αποθανών, άφησεν εις την εγγονήν του μέγα μέρος της κτηματικής περιουσίας του, ως και χρήματά τινα. Κατ' εκείνην την εποχήν, ο Ιάκωβος Ματθαίου ήτο ακμαίον γεροντοπαλλήκαρον και όταν του έλεγε τις την ηλικίαν του από τα «Ληξιαρχικά», αυτός ισχυρίζετο ότι ειχεν υπάρξει ομώνυμος αδελφός του, Ιάκωβος, προαποθανών εις βρεφικήν ηλικίαν, πριν γεννηθεί αυτός, και ότι εκείνος είναι, τον οποίον αναφέρουν τα βιβλία της Εκκλησίας, αυτός δε εγεννήθη ύστερον και είναι πολύ νεώτερος.

Ο Ιάκωβος είχε ζητηθεί από πολλάς νύμφας, αλλά δεν ηθέλησε καμμίαν. Διά τούτο τινες έλεγον ότι ήτο «καλογεροταμένος» και δεν θα ενυμφεύετο ποτέ. Αλλά την Ασημένιαν, την μοναχοκόρην της χήρας Χαρμολίνας, μόνος του την εζήτησε - και την επήρε.

Ήτον σχεδόν σαράντα χρόνων, εκείνη δεκαοκτώ. Εγκατεστάθησαν εις την μεγάλην οικίαν του γέροντος πάππου - όχι εις την προικώαν της χήρας, την οποίαν εξηκολούθει ακόμα να φιλεί το κύμα, όπως πάλαι εις τους γάμους και τα επιθαλάμια - μεθ' όλα της χηρείας τα μαύρα δεσμά, και τ' αλμυρά της θαλάσσης δάκρυα - αλλ' εις την ευρείαν οικίαν με τα διπλά πατώματα, τας αποθήκας και τα ελαιοτριβεία, τα πηγάδια και τας στέρνας, με τας αυλάς, τους κήπους και τας αναδενδράδας, την οποίαν είχε κληρονομήσει η κόρη από τον πάππον της.



***



Είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη. Η νεαρά νύμφη είχε γεννήσει ήδη εννέα τέκνα, κι εξηκολούθει να γεννά ακόμη. Τα δύο είχον αποθάνει βρέφη. Τέσσαρες υιοί και τρία κοράσια επέζων. Ησαν τόσον γείτονα την ηλικίαν, τόσον ίσα εις το ανάστημα, ώστε μόνο οι γονείς, η μάμμη και οι πλησιέστεροι γείτονες τα διέκρινον απ' αλλήλων. Οι λοιποί, και στενοί συγγενείς και φίλοι της οικίας, εις μάτην εκοπίαζον διά να μάθουν ακριβώς να διακρίνουν τον Μαθιόν από τον Κωστήν, τον Κωστήν από τον Χαραλάμπην, το Ρηνιώ από το Δεσποινιώ, το Δεσποινιώ από το Κατερινιώ. Ελεγον μόνο αλληγορικώς, αινιττόμενοι την φιλοκτημοσύνην του οικοδεσπότου, ότι «ο Ματθαίου είχεν αποκτήσει ένα καλό χωράφι».

Η Χαρμολίνα εκατοίκει πλησίον της κόρης της, εις εν χαμόγειον της μεγάλης οικίας. Είχε «γραφεί σκλάβα» εις τον γαμβρόν της. Όπως ισοβίως έφερε της χηρείας τα δεσμά, ισοβίως είχε αναλάβει και τον ζυγόν της θητείας πλησίον της κόρης της και του γαμβρού της.

Δεν είχε πλέον να της προξενήσει άλλους καημούς η θάλασσα, με τα πικρά φιλήματα της και εις τον μώλον της παλαιάς οικίας - την οποίαν είχεν ενοικιάσει τώρα επωφελώς ο γαμβρός εις ξένους υπαλλήλους, ή εις παρεπιδήμους πλουσίους, εκ Θεσσαλίας. Ευτυχώς ο γαμβρός ήτον χερσαίος. Είχεν ο ίδιος το μαγαζί του εις την παραθαλάσσιον αγοράν - το οποίον κυρίως του εχρησίμευε διά να περνά η ώρα του, και διά να μοσχοπωλεί τα ίδια προϊόντα του, προπάντων έλαιον και οίνον μοσχάτον εκ των κτημάτων του, μη επιτρέπων κέρδος εις τρίτους. Συχνά έκλειε το μαγαζί, και εξετέλει εκδρομάς εις τα μακρινά κτήματα, όλα σχεδόν κληρονομίαν του γέροντος πάππου.

Εις τα ευρύχωρα παραρτήματα της οικίας, τους κήπους και τα προαύλια, και εις το ελαιοτριβείον - το οποίον εσχόλαζε δεκαοκτώ μήνας εις τους εικοσιτέσσαρας, και όλον αυτόν τον καιρόν εχρησίμευεν, ως πλυσταρείον, αλλά και ως αποθήκη - είχε όρνιθες, πάπιες, χήνες, μίαν προβατίναν με το αρνί της, μίαν κατσίκαν με τα ερίφια της, δύο μικρά γουρουνόπουλα (τα οποία είς χωρικός είχε δώσει απέναντι χρέους, κι επειδή δεν ήτο κατάλληλος εποχή, όπως πωληθώσιν ή σφαγώσιν, ο γαμβρός επέβαλεν εις την πενθεράν του να φροντίζει και δι' αυτά) και τέλος μίαν όνον με το πουλάρι της. Όλ' αυτά, καθώς και τα επτά παιδία, ήσαν εις την δικαιοδοσίαν της πενθεράς.



***



Αν υπήρχεν εις όλην την εξοχικήν συνοικίαν, κοντά εις τα Λιβάδια, γυνή πολυάσχολος, αύτη ήτον η Χαρμολίνα. Και αν υπήρχεν οικία, ισόγειον ή αυλόγυρος, όπου να μην παύει ποτέ ο καθημερινός βόμβος και θόρυβος, τούτο ήτον η αυλή και το ελαιοτριβείον του Ιακώβου Ματθαίου. Είς ξένος γείτων, όστις εγνώριζε τα κατ' αυτήν, και την έβλεπε συχνά εις τον δρόμον, αλλά δεν είχε μάθει ποτέ ακριβώς να προφέρει τ' όνομα της, μη γνωρίζων πώς να την ονομάζει, την απεκάλεσεν: «η πενθερά του γαμβρού της».

Μίαν ημέραν, η γειτόνισσα της Γκιουλή η Βοσταντζίνα, μία πρωτινή γραία, της είπε:

- Τι ήθελες, παιδάκι μου, να 'μβείς στα βάσανα του κόσμου!

Η Χαρμολίνα εγέλασεν εκ καρδίας, ακούσασα την επιφώνησιν ταύτην της γραίας. Ω! ήτον τόσος καιρός ήδη, αφότου αυτή είχεν εμβεί «στα βάσανα του κόσμου». Και της εφαίνετο ως όνειρον. Και το όνειρον είχε καλυφθεί, ενιαυτόν μετά ενιαυτόν, και είχε ταφεί εις το παρελθόν, το άπιστον, όπως είς τας κορυφάς των υψηλών ορέων, όπου αι χιόνες, από χειμώνος εις χειμώνα, καλύπτουσι τας χιόνας, ώστε η πολυχρόνιος μάζα γίνεται πλέον βράχος ή ως πάγος του Πόλου.

Αλλά τι ενόει άρα η απλοϊκή γραία με «τα βάσανα του κόσμου»; Ενόει διατί να υπανδρευθεί, προ τριακονταετίας, η χήρα αυτή ή διατί να υπανδρεύσει την κόρην της;

Ο λόγος της αρχαϊκής γραίας τής ήρχετο εις τον νούν, εις του νυσταγμού τας μεσημβρινάς ώρας, των μακρών του θέρους ημερών. Και τ' όνειρον ή ο λογισμός της, ιδού ως έγγιστα ποίαν μορφήν ελάμβανε.

«Μίαν μωρίαν φαίνεται ότι έκαμα εις την ζωήν μου, και αυτήν δεν ημπορούσα να την αποφύγω. Άφησα τους γονείς μου να με πανδρέψουν, επειδή αδύνατον ήτον να διαβάσω τα μαύρα γράμματα, τα οποία η Μοίρα γράφει εις το κρανίον μας, όπως λέγουν. Και μίαν φρονιμάδα ως φαίνεται, έκαμα, ότι δεν απεφάσισα να ξαναπανδρευθώ.

»Κατόπιν της φρονιμάδας αυτής, η δευτέρα μωρία, ο γάμος της κόρης μου, ήτον επίσης άφευκτος... Αλλά μήπως, εάν η κόρη μου ενυμφεύετο ένα νεώτερον, θα έκαμνεν ολιγώτερα παιδιά, και θα είχα εγώ ολιγωτέρας φροντίδας;... Ίσως, αν ο γαμβρός μου ήτον ναυτικός (ω! πάλιν η θάλασσα με τα φαρμάκια της!) δεν θα είχα κατσίκες και προβατίνες να βόσκω, και δεν θα είχα γαϊδουρίτσαν διά να φορτώνω - και να πηγαίνω κάποτε κι εγώ καβάλα, να ξεκουράζωμαι - ω! ελεεινόν ξεκούρασμα...

»Μίαν σωτηρίαν ευρίσκω· το να μην έχη γεννηθεί κανείς ποτέ ή να έχει αποθάνει με την ώρα του!...»



***



Ήτον, άρα, η χήρα Χαρμολίνα, εις την υπηρεσίαν του γαμβρού της, συνάμα κηπουρός, ορνιθοτρόφος, χηνοβοσκός, συβώτις, αιγοβοσκός και ονηλάτης... και συγχρόνως παραμάννα διά τα επτά παιδία, εξαιρουμένου του μικρού, το οποίον εθήλαζεν ακόμη η μάννα του, και του εμβρύου, το οποίον αύτη είχεν εντός της κοιλίας της.

Είχε καθημερινόν πρόγραμμα εργασίας, η προώρως γηράσασα χήρα, ν' αντλεί νερόν, να γεμίζει την στέρναν, να το διανέμει στ' αυλάκια, να ποτίζει τα ολίγα λαχανικά, όπως και τας γλάστρας με τ' άνθη· είτα να ταΐζει τις κόττες, τις πάπιες, τις χήνες, να ελαύνει τας τελευταίας με την καλαμιάν, όταν εξήρχοντο εις το λιβάδι. Ενίοτε να πιάνει καυγάν με την γειτόνισσαν, ένεκα μικράς ζημίας, την οποίαν έκαμνε μιά χήνα εις τον γειτονικόν κήπον· να τρέφει τα δύο γουρουνόπουλα, να τα οδηγεί εις την λάσπην του γειτονικού ρεύματος διά να κυλισθούν· να εξάγει προς βοσκήν εις τα χωράφια την κατσίκαν με τα ερίφιά της, την αμνάδα με το αρνίον της· να δένει την προβατίναν εις την άκραν του κάμπου, εις την υπώρειαν του μικρού λόφου, την κατσίκαν, ολίγον παραπάνω επί της κλιτύος του βραχώδους λόφου, ανάμεσα εις σχίνους και πρινάρια· να επισκέπτεται και πάλιν κατσίκαν και προβατίναν, διά να τας «αλλάξει», ήτοι τας μεταφέρει και τας δέσει παρέκει. Να οδηγή την γαϊδουρίτσαν με το πουλαράκι της εις τα χωράφια, να την δένει εις ένα κορμόν, και πάλιν να την επισκέπτεται. Να κουβαλά από τον αχυρώνα άχυρον διά την όνον, εις τα ισόγεια και τας αυλάς της οικίας δεμάτια χόρτου διά την αμνάδα και την αίγα, διά την νύκτα, και εν ελλείψει επαρκούς βοσκής. Προς την εσπέραν, ανάγκη πάλιν να κάμει νέαν εκδρομήν προς τα Κοτρώνια, και τα χωράφια, διά να λύσει κατσίκαν, προβατίναν και γαϊδουρίτσαν, και τας οδηγήσει οίκαδε εις την αυλήν, όπου υπήρχε καταυλισμός και σταυλισμός δι' όλα τα ζωντανά ταύτα. Εις όλας αυτάς τας εκδρομάς πολλάκις έπαιρνε μαζί της δύο ή τρία εκ των εγγόνων της· άλλοτε, όταν δεν είχε καιρόν να τα πάρει μαζί της, και ήθελε να «ξεκλεφθεί», να φύγει κρυφά, ο Μαθιός κι ο Κωστάκης και το Ρηνιώ και το Δεσποινιώ έτρεχον κατόπιν της κλαίοντα, απαιτούντα να υπάγουν μαζί της. Τότε εξ ανάγκης ηργοπόρει, και ώφειλε να γυρίσει εν πομπή, ακολουθουμένη από το σμήνος των παιδίων, τα οποία εκράτουν στάχυα και βλαστούς και παπαρούνες, κι' έτρεχον εδώ κι εκεί κυνηγούντα το αρνάκι και τα κατσικάκια, και κάμνοντα το πουλαράκι να πηδά. Κι' αυτή εις το μέσον με την μαύρην μανδήλαν της, κρατούσα την τριχιάν του υποζυγίου, τα σχοινία της γίδας και της αμνάδας και φωνάζουσα κι' επιπλήττουσα τα παιδία «να κάμουν φρόνιμα».

Εις τα ισόγεια και τας αυλάς της οικίας είχε πάλιν άλλας εργασίας να διεξάγει. Ώφειλεν από πρωΐας να νίψει όλα τα παιδία, να τα ενδύσει, να τα χτενίσει, να τα βάλει να σταυρώσουν τα χέρια και να πουν το «Πάτερ ημών» εμπρός εις τα εικονίσματα, να τους δώσει να κολατσίσουν, την φασκομηλιά με το πετμέζι και τις ζούπες - ήτοι τα καψαλιστά ψωμιά - ή να τους φτιάση κουρκούτι και ραντιστές ή και τηγανόπιττες και «γριές» διά να φάγουν· να οδηγήσει τα δύο-τρία εξ αυτών «εις το σκολειό», να τους τάξει κοφέτα, λουκούμια, και χίλιων λογών «καλούδια» διά να τα «ταιριάσει» και τα καταφέρει να πάγουν, να επιβλέπει αδιακόπως τα άλλα, να επαρκεί εις όλας τας απαιτήσεις των, να θεραπεύει όλας τας ορέξεις των, να τα φυλάγει διά να μην πέσουν στην στέρναν ή στο πηγάδι, να τα «μονιάσει» διά να φάγουν χωρίς να μαλώσουν το μεσημέρι, να τους κόπτει ψωμί με προσφάγι ή χωρίς προσφάγι επτάκις της ημέρας, ν' αλείφει τις φέτες του ψωμιού με πετιμέζει ή μέλι - εκείνα να γλείφουν το μέλι, και να πετούν το ψωμί - να τους δίδει κάθε ώραν ξερά σύκα, μελόπιττα, σουτζούκια από μουστόπιττα και καρύδια. Επειτα να κουνεί τα δύο μικρότερα παιδία στα πόδια της απλωμένα ή στην κούνιαν, διά να τα αποκοιμίσει, να τους λέγει τραγούδια, αυτή ήτις είχεν αναμείξει τα νανουρίσματα της κόρης της με τα μοιρολόγια του ανδρός της, όταν έμεινε χήρα εις ηλικίαν δεκαεννέα ετών



Περικαλώ την Παναγιά, και προσκυνώ την Πόλη,

να μου χαρίσει τα κλειδιά να 'μβώ σε περιβόλι·

να κόψω μήλο κόκκινο, να πιώ νερό δροσάτο,

να πέσω ν' αποκοιμηθώ, στην νεραντζιά 'ποκάτω·

να πέφτουν τ' άνθια πάνω μου, τα ρόδα στην ποδιά μου...



Και πάλιν.



Κοιμήσου, και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου,

στη Βενετιά τα ρούχα σου, στην Σμύρνη τα καλά σου...



Οταν έλεγε «Σμύρνη», μετά τριάκοντα και πέντε έτη, ακόμα εβούρκωναν τα μάτια της. Εκεί είχεν αποθάνει ο σύζυγος της.

Τέλος, είχε την φροντίδα όλων των παιδίων και των ζώων καθ' όλον το απόγευμα και το δειλινόν, και την εσπέραν πάλιν, ότε, ενώ τα παιδία εμάσων ακόμη, τα μάτια τους εσφαλούσαν από την νύσταν. Όταν ήθελε να τ' αναγκάσει να κάμουν την προσευχήν των, έγερναν τα κεφάλια εις τον ύπνον, όταν εδοκίμαζε να τα μεταφέρει εις την γωνίαν των να τα κοιμίσει, έβαζαν τις φωνές. Συνήθως ηναγκάζετο να τα γδύνει πλαγιασμένα, και να τα μεταφέρει αποκοιμισμένα εις τα στρωσίδια των.

Κατόπιν, είχε να συζητεί με τον γαμβρόν της και να δίδει λογαριασμόν, πότε να εκφέρει γνώμας, πότε ν' ακούει νουθεσίας, ως εις γενικήν ανακεφαλαίωσιν όλων των συμβάντων της ημέρας, και των ζητημάτων και των αναγκών της επαύριον. Τέλος, κοντά τα μεσάνυκτα, ήρχετο και δι' αυτήν η ώρα της ποθεινής αναπαύσεως.



***



Εν απόγευμα, περί τας αρχάς του θέρους, όταν η πλουσία βλάστησις είχε κατακαλύψει τα Λιβάδια, ευωδία ήτο διαχυμένη ανά τον κήπον και την αυλήν, και άσματα παιδίων ηκούοντο γύρω-γύρω εις τον εξοχικόν δρόμον, ανάμεσα εις τους ανθοφορούντας φράκτας των κήπων και τους κισσοστεφείς τοίχους των μικρών επαύλεων, η θυγάτηρ της Χαρμολίνας, έγκυος εννέα μηνών, είχεν αισθανθεί τα πρώτα συμπτώματα των ωδίνων. Η χήρα ευρίσκετο εις την αυλήν, ασχολουμένη εις μικράς οικιακάς εργασίας, πλύνουσα, σκουπίζουσα, και άμα επιτηρούσα τα παιδία, προτρέπουσα αυτά «να κάμνουν φρόνιμα», όπως πάντοτε, και διδάσκουσα τας δύο μικράς, την Ρηνιώ και την Δεσποινιώ, ότι έπρεπε ν' αγαπούν το νέον «νινί», το οποίον θα τους έκαμνεν εντός ολίγου η μάννα τους, και το οποίον θα έφερνε μαζί του τηγανίτες, γλυκά, και χιλίων λογιών «καλούδια».

-Θα' ναι μεγάλο το νινί, γιαγιά;

-Μεγάλο, πώς!... Κοτζάμ άνθρωπος.

-Σαν το Ναννάκη θα' ναι; (Γιαννάκης ήτο το τελευταίον γεννηθέν, άγον διετή ηλικίαν).

-Σαν εμένα; Οχι! ζε σέλω εγώ, γιαγιά!

Το Ρηνιώ επέμενεν ότι έπρεπε να γεννήση αγόρι η μάννα. Εθύμωνε και το προσωπάκι της αγρίευεν, ανένευε και εσείετο όλη. Δεν ήθελε ν' αποκτήσει άλλην αδελφούλα, ήτις θα την εξεθρόνιζε, καθόσον αυτή ήτο η τελευταία γεννηθείσα κόρη. Η μάμμη εμελέτα πάντοτε κοράσιον, ελπίζουσα ότι θα εγεννάτο υιός.

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη μία φωνή, όξω, από τον δρόμον, ένα παιδί εφώναζε:

-Θειά-Χαρμολίνα! θεια! Λύθηκε η γίδα στα Κοτρώνια!

Η Χαρμολίνα έτρεξε προς την πύλην του ελαιοτριβείου, την βορεινήν, κατά τα Λιβάδια.

Το ξένον παιδίον, αφού εφώναξεν από τον δρόμον την δυσάρεστον είδησιν, έτρεξε να φύγει. Η Χαρμολίνα το ανεκάλει:

-Αρέ! Αρέ συ! Πού την είδες την γίδα;... Ποιος την έλυσε;

-Κόπηκε το σκοινί! έκραξε μακρόθεν ο μάγκας.

Κι έγινεν άφαντος.

Είχε κοπεί το σχοινί της γίδας. Τις οίδε ποίος το έκοψε. Δεν ήτο απίθανον να το είχε κόψει αυτός ο ίδιος μάγκας, όστις έφερε την είδησιν.

Η χήρα ήτον έτοιμη να τρέξη εις τον λόφον, πέραν των Λιβαδιών, προς αναζήτησιν της περιπλανηθείσης γίδας.

Την ιδίαν στιγμήν, μιά γειτόνισσα έρχεται, φέρουσα λάγηνον, παρακαλούσα την Χαρμολίναν να της επιτρέψει να γεμίση ολίγες στάμνες από το πηγάδι. Η χήρα αλλοφρονούσα, δεν της έδωκεν απάντησιν.

Ο Μαθιός, εξαετής, και το Ρηνιώ, πέντε ετών, έτρεχον άνω και κάτω θορυβούντα εις το ελαιοτριβείον. Ο Μαθιός εκράτει ένα παλιό στεφάνι από βαρέλι, και μίαν παλαιάν ρόκαν της γιαγιάς, και ήθελε, με την ρόκαν, να κάμνει το στεφάνι να τρέχη ως ρόδα. Το Ρηνιώ είχεν ένα παλιό καρφί κι ένα ξυραφάν ανοικτόν εις τα χέρια της.

Συγχρόνως, ένας μεγάλος μάγκας από την αγοράν εισέρχεται από την μεσημβρινήν πύλην, διά του κήπου, φέρων επ' ώμου μεγάλην δαμιτζάναν αδειανήν. Ο γαμβρός της τής παρήγγειλε να γεμίσει την δαμιτζάναν κρασί μοσχάτο απ' το καλό, το οποίον υπήρχε εις τα ισόγεια της οικίας, και να την στείλει αμέσως εις το μαγαζί διά του μικρού βαστάζου, επειδή ήθελε να το πωλήσει εις κάτι καλούς μουστερήδες ξένους.

-Μα καλά!... Δεν ξέρει πως η γυναίκα του έχει τους πόνους να γεννήσει! είπεν η μήτηρ. Ποιος να προφτάσει σ' όλα!...

Είπεν μεν, αλλά συγχρόνων έβαλε το χωνίον, κι έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν του βαρελιού. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη αποπάνω, από την οικίαν, η φωνή της κόρης της:

-Μάννα!...Μάννα!...

Και η ανδραδέλφη, ήτις ευρίσκετο πλησίον της ωδινούσης, εφάνη εις την θύραν, άνωθεν της εσωτερικής σκάλας.

-Συμπεθέρα! της ήρθε τώρα δυνατώτερος ο πόνος... Ποιός θα πάει για τη μαμμή;

Καθώς έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν, η γραία, εδέησε να στραφή προς τα άνω· ο πίρος απεσπάσθη αποτόμως, το ευώδες ξανθόν μοσχάτον εχύθη μεθύσκον τον αέρα, και κάμνον να πάλλωσιν οι μυκτήρες του μάγκα της αγοράς. Έως να προλάβει να το μαζέψει, εχύθη αρκετόν καταγής.

-Ποιός θα πάει;... Εγώ, συμπεθέρα!... Ο αδελφός σου μου έστειλε τη δαμιτζάνα να γεμίσω κρασί... Τι λες;... να του παραγγείλω;...(ήθελε να προσθέση «να φροντίση εκείνος για τη μαμμή;» αλλά διεκόπη· μόνον επέφερε)· και για τη γίδα, που κόπηκε το σκοινί, και γυρίζει στα Κοτρώνια, ποιός θα πάει;

Συγχρόνως, από τον κήπον ηκούσθησαν κλαυθμηραί φωναί:

-Γιαγιά, γιαγιά!... Να, αυτός μ' έδειρε... Ελα να τον δείρεις!...

Τα δύο παιδία, ο Χαράλαμπος κι' ο Μαθιός, είχον συγκρουσθεί μεταξύ των. Ο πρώτος ήθελε να του πάρη του Μαθιού το στεφάνι και την ρόκα, με τα οποία έπαιζεν. Ούτος δεν ήθελε να τα δώσει.

Η πτωχή γειτόνισσα, ήτις είχεν έλθει διά να ζητήσει άδειαν ν' αντλήσει από το πηγάδι, είπεν:

-Εγώ πάω για τη μαμμή, γειτόνισσα και να μ' αφήσεις να πάρω νεράκι, σα γυρίσω.

-Για τη μαμμή!; είπεν η χήρα. Να ιδούμε για τη γίδα ποιός θα πάει.

-Για τη γίδα; πού ξέρω, είπεν η γειτόνισσα.

-Δεν είναι μακριά... Στα Κοτρώνια, κάπου θα έχει πιαστεί το σκοινί της. Εκτός αν την ηύραν οι δραγάτες, και την επήγαν στην Δημαρχία... Να παίρνεις νερό όλες τις μέρες, ελεύθερα, όσο θέλεις.

-Καλά!... Πάω για τη γίδα.

Και ακουμβήσασα την στάμναν της παρά το φραγμένον με πλάκας στόμιον του πηγαδιού, εξήλθε τρέχουσα.

Φωνή κλαυθμού ηκούσθη από τον δρόμον έξω. Το Ρηνιώ, καθώς εκράττει τον ξυραφάν ανοικτόν, είχεν εξέλθει από την βορεινήν πύλην, και τρέχουσα επάνω εις το λιθόστρωτον είχε γλιστρήσει κι έπεσεν. Ευτυχώς δεν εκόπη με τον ξυραφάν, όστις άλλως ήτον σκουριασμένος και δεν έκοπτε, μόνον με το καρφί εβάρεσε τα δύο δακτυλάκια της αριστεράς.

Η χήρα έτρεξε προς την βορείαν θύραν, συνέλαβεν εν οργή την μικράν εγγονήν της, της έδωκε δύο ξυλιές - ήτις τότε έκλαυσε δυνατώτερα - κι έκλεισε μετά κρότου την θύραν.

Επανήλθε προς το βαρέλι, όπου ο μάγκας, ωφεληθείς από την στιγμιαίαν απουσίαν της είχε βάλει το στόμα του εις τον πίρον διά να δοκιμάσει το μοσχάτον.

-Να πας τη δαμιτζάνα, και να του πεις να στείλει για τη μαμμή, είπεν η Χαρμολίνα, άμα επανελθούσα.

-Καλά, κυρά, είπεν ο μάγκας, όστις έγλειφε τα χείλη, επειδή τού εφάνη πολύ καλόν το μοσχάτον.

Την ιδίαν στιγμήν η φωνή του Ιακώβου Ματθαίου ηκούσθη από την μεσημβρινήν θύραν του ελαιοτριβείου, την προς τον κήπον:

-E! τα' μαθες, πεθερά, έκραξεν ούτος μακρόθεν, η γίδα έκοψε το σκοινί στα Κοτρώνια κι ελάκησε... Τώρα μου έφεραν το χαμπέρι στο μαγαζί!... Δεν σου είπα εγώ να την αφήσεις εδώ με μια αγκαλίτσα χορταράκια να βοσκά;...Τι ήθελες να την πας στα Κοτρώνια, βρε αδελφέ!...

Είτα, ελθών πλησιέστερα.

-Τι; ακόμη δεν μπορείς να γεμίσεις την δαμιτζάνα;... Βλέπω, σου χύθηκε το κρασί... Άφεριμ! ίσα-ίσα το κέρδος που θελά-βγάλει κανένας! Τι λέω, το κέρδος; Ας βγάζαμε τα σκαφτικά και τα κλαδευτικά, που μας κοστίζει αυτό το γλυκό μοσχάτο, επέφερε με ήθος όξινον ο γαμβρός.

Η πενθερά εγέλασεν ακουσίως.

-Γούρι! είπε.

-Καλό γούρι! επανέλαβε στρυφνός εκείνος. Ας είναι... θα πας για τη γίδα;

Η Χαρμολίνα ούτε λόγον έκαμε περί της γυναικός της γειτόνισσας, ήτις είχε φανή οπωσούν πρόθυμος να υπάγει προς αναζήτησιν της γίδας. Ήξευρεν ότι ο γαμβρός της, όστις ήξευρε και ρητά διάφορα, θα της έλεγε: «Μη ζήτει θεραπείαν σεαυτώ» και «Οφθαλμός βασιλέως πιαίνει ίππον», και τα τοιαύτα.

- Οι πόνοι της ήρθαν δυνατώτεροι, είπεν η Χαρμολίνα. Ποιος θα πάει για τη μαμμή;

-Εγώ στέλνω για τη μαμμή, έκραξεν ανυπόμονος ο Ματθαίου. Κάμε τον κόπο τουλόγου σου, να πας να ιδείς για τη γίδα... «Μη δως την δόξαν σου ετέρω». Τρέξε, γλήγορα!

Κατά τας στιγμάς εκείνας, η Χαρμολίνα ακουσίως ενθυμήθη ένα σεβάσμιον κληρικόν, τον παπα-Γιάννην, τον ενορίτη της, άνθρωπον προικισμένον μ' έκτακτον δραστηριότητα, εις τον οποίον εις μίαν και την αυτήν ημέραν είχε συμβεί ποτέ να έχει να υποδεχθεί τον περιοδεύοντα Δεσπότην, ελθόντα εις το χωρίον, και να τον φιλοξενήσει οίκοι, καθό επίτροπός του· να έχει να θάψει εν εγγόνι του, τέκνον μιας εκ των εξ θυγατέρων του, το οποίον είχεν αποθάνει αυθημερόν· να έχει να δεξιωθεί, ελθόντας από την πόλιν Λ... όλον το συμπεθερολόγι της νεωτέρας θυγατρός του, τέως διδασκαλίσσης, υπανδρευθείσης εις την πόλιν εκείνην· και συγχρόνως, την αυτήν εκείνην ημέραν, του είχε κοινοποιηθή μία απόφασις «εκτελεστή» δι' εν παλαιόν χρέος, δισχιλίων τόσων δραχμών. Και όμως ο σεβάσμιος εκείνος ιερεύς, όλ' αυτά, τα «έβγαλε πέρα», όπως και άλλα πολλά.



.............................................................................................................................................................................................................



Υστερον από δύο ώρας ευρέθη η γίδα, ησύχασαν τα παιδιά, η δαμιτζάνα με το μοσχάτον επωλήθη καλά εις το μαγαζί του Ματθαίου, και η κοιλοπονούσα εγέννησε και όγδοον παιδίον, άρρεν - το δέκατον, συλλήβδην και των νεκρών. Ηύξανον τα «χάρματα» της οικίας, επληθύνοντο τα βάσανα του κόσμου, επολλαπλασιάζοντο οι κόποι κι αι φροντίδες της πενθεράς.

Και η Χαρμολίνα, την μίαν μετά τα μεσάνυκτα, όταν εδυνήθη τέλος να κατακλιθεί, όπως εύρει ολίγην ανάπαυσιν, κατά τινα στιγμήν, αίφνης εψιθύρισε:

-Αχ! δεν εγινόμουν καλόγρια!

Δυστυχώς δεν υπήρχον πλέον ούτε γυναικεία μοναστήρια εις την χώραν.



(1902)









Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).



http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_penqera.html











Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρμη στὰ ξένα (1906)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 77-84
ΕΡΜΗ ΣΤΑ ΞΕΝΑ

«Ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας
τῆς κυρίας αὐτῆς.» (Δαυίδ)
Α´

Διατί ἐπῆγες, ψυχή, εἰς τὸν Μέγα-Γιαλόν, ἀντικρὺ εἰς τὴν ἁπλωτήν, ἀτελείωτην ἄμμον, ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει τὸ μέγα βορεινὸν πέλαγος ―ὅπου τὸ κῦμα ἀγριωπόν, ἔξαλλον, ἀδιαλλάκτως πληγώνει τὴν ἀκτήν― πῶς ἐπαραμόνευσες νὰ εὕρῃς γαληνιῶσαν τὴν θάλασσαν, ὅπου ἡ Σειρήν, βαθιὰ εἰς τὰ ἄντρα ἀδελφωμένη μὲ τὴν Ἠχώ, θρηνῳδεῖ τ᾿ ᾄσματά της, καὶ οἱ Τρίτωνες, κρυμμένοι εἰς τὰς πρασινωπὰς πτυχὰς τῶν ἀπατήτων θαλάμων, σπανίως τολμῶσι ν᾿ ἀνακύψωσιν ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα; Ἐχρειάζετο κλίνη μαλακή, λεία θάλασσα, διὰ νὰ πέσῃς νὰ κοιμηθῇς τὸν ὕπνον τῶν αἰωνίων ὀνείρων!…

*
* *

Βεβαίως, ἂν ἦτον ἄλλη καμμιὰ «μερακλίδισσα» ἢ «ἀσίκισσα», ἀνάμεσα εἰς τὰς νέας τοῦ θαλασσινοῦ χωρίου, ἦτον κ᾿ ἡ Ἀρχοντούλα, τὴν ὁποίαν ὁ Γιαννάκης, χλωμήν, λεπτήν, μελαχροινήν, ἀγάπησεν ὄχι διὰ κάλλος προκλητικόν, ἀλλ᾿ ἀπὸ μυστηριώδη ἕλξιν καὶ ἀόριστον ψυχικὴν συνάφειαν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὅταν ὁ Γιαννάκης τ᾿ Ἀργυροῦ ἦτον ἐρωτευμένος λίαν σοβαρῶς μὲ τὴν Ἀρχοντούλαν, καὶ ἠναγκάζετο, περὶ τὰ τέλη τοῦ θέρους, πρὶν ἔβγῃ ἀκόμη ὁ Αὔγουστος, ἐπειδὴ ἔληγεν ἡ ἄδειά του, νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Αἴγυπτον, τὸ τραγούδι, τὸ ὁποῖον τῆς ἔστελνε, πίσω ἀπ᾿ τὸ κάσαρο* τοῦ βαποριοῦ (ὁπόθεν κάποτε ἐν διαχύσει στενοχωρίας ἔρριπτεν ὁλοκλήρους δαμιτζάνας μὲ οἶνον, σπονδὴν εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ πιθαράκια μὲ λάδι, διὰ νὰ γαληνιάσῃ τὸ κῦμα) ἦτον τὸ ἑξῆς:

«Ἡ (τ᾿ ὄνομα τοῦ χωρίου) κ᾿ ἡ Αἴγυπτος, Θέ μου, καὶ νά ᾽ταν ἕνα!»

Κατὰ τὸ βραχὺ ἐντούτοις διάστημα τῶν δύο μηνῶν, ὁποὺ ἔμενεν ὁ Γιαννάκης εἰς τὴν πατρίδα, κατὰ τριετίαν ὅταν ἤρχετο ἡ περίοδος τῆς ἀδείας του, ὅλ᾿ αἱ ἡμέραι κ᾿ αἱ νύκτες, εἰς τὸ μικρὸν χωρίον, ἐγίνοντο ἕνα. Ὅλος ὁ κόσμος ἠναγκάζετο νὰ συνεορτάζῃ καὶ νὰ συγχορεύῃ μαζὶ μὲ τὸν νέον συμπαθῆ μερακλήν. Τῶν καπηλείων καὶ λοιπῶν μαγαζείων ἡ κατανάλωσις ηὔξανεν εἰς τὸ διπλάσιον· βιολιτζῆδες, λαουτιέρηδες, δὲν εὐκαιροῦσαν, δὲν ἀνέπνεαν ἐπὶ δύο μῆνας. Συνήθως «τὸ ἔκανε βδομαδιάτικο». Ἐμίσθωνε δυὸ ζυγιὲς βιολιά, λαγοῦτα, μπουζούκια, κλαρινέτα, φλάουτα, κ᾿ ἐξενυχτοῦσεν. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἤρχιζεν ἀπὸ τὴν Πέμπτην τὸ βράδυ, ἐξακολουθοῦσε τὴν Παρασκευὴν καὶ τὸ Σάββατον, προελάμβανε τὸν Τριαδικόν, τὸν ὄρθρον τῆς Κυριακῆς, πρὶν ἐξυπνήσουν τὰ γραΐδια νὰ τρέξουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν· ἐποίκιλλε τὴν μονοτονίαν τῶν καθημερινῶν, ηὔξανε τῆς Κυριακῆς τὴν φαιδρότητα κ᾿ ἐξύπνα ὅλους τοὺς χωρικοὺς καὶ τοὺς ἐργατικοὺς τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας.

*
* *

Τέλος, τὴν ἄλλην φοράν, ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς ἀδείας του, ἐτελέσθη ὁ γάμος. Ὅλον τὸ χωρίον ἐπανηγύριζεν ἐπὶ δεκαπενθήμερον. Οἱ γαμήλιοι κῶμοι, τὰ πιστρόφια*, οἱ ἐπιθαλάμιοι, μόλις ἐκόπασαν τὴν τρίτην ἑβδομάδα. Ὁ Γιαννάκης ἐπῆρε τώρα τὴν ἀγάπην του μαζί του εἰς τὴν Αἴγυπτον, καί, τέλος, τὸ μικρὸν θαλασσινὸν χωρίον καὶ ἡ χώρα τῶν Φαραὼ «ἔγιναν ἕνα», κατὰ τὴν διάπυρον εὐχὴν τοῦ νέου.

Ὁ υἱὸς τ᾿ Ἀργυροῦ εἶχεν, ἀληθινά, πλοῦτον καὶ θησαυρὸν ἐκεῖ κάτω. Περὶ τὰς δύο λίρας εἰσόδημα τὴν ἡμέραν. Μὲ ὅλην τὴν φοβερὰν σπατάλην, τὰ περισσεύματα δὲν τοῦ ἔλειπαν, καὶ ὅταν ἀνὰ τριετίαν ἐπανήρχετο πάλιν εἰς τὸ χωρίον, μὲ τὴν γυναῖκά του, καὶ τὴν μικρὰν Δεσπούλαν, τὴν μοναχοκόρην του, ἡ Ἀρχοντούλα ἐξέπληττε μὲ τὴν πολυτέλειάν της, κ᾿ ἐπροκάλει ὅλων τῶν γυναικῶν τὴν ζήλειαν.

Ἀφοῦ ἐπάλιωσεν ὁπωσοῦν τὸ ἀνδρόγυνον, τελευταῖον, κατὰ Ἰούνιον τοῦ 19…, ἦλθον εἰς τὸ χωρίον συνοδευόμενοι καὶ ἀπὸ ἓν τέταρτον πρόσωπον. Κατὰ τὰ προλαβόντα ταξίδια, ἡ Ἀρχοντούλα εἶχε προσπαθήσει νὰ εὕρῃ κανὲν πτωχοκόριτσον, καὶ νὰ τὸ πάρῃ μαζί της, ὡς ψυχοκόρην ἢ ὑπηρέτριαν. Πλὴν τὸ πρᾶγμα ἦτο τόσον δύσκολον! Τὰ κορίτσια τοῦ θαλασσινοῦ χωρίου εἶχον εὐχὴν καὶ κατάραν, νὰ μὴ πηγαίνουν ποτὲ δοῦλες ἢ «παραπαῖδες».

Κάτω, εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἡ οἰκογένεια εἶχε προσλάβει κατὰ καιροὺς διαφόρους ὑπηρετρίας ἀπὸ τὸν τόπον. Ἀλλὰ καμμίαν δὲν εἶχον φέρει μαζὶ εἰς τὴν πατρίδα των. Τὴν τελευταία φοράν, ἡ Ἀρχοντούλα ἔφερε μαζί της μίαν μεγαλόσωμον ὡραίαν κόρην, ὣς δεκαοκτὼ ἐτῶν, ὑπερήφανα ἐνδυμένην, καὶ κάτι παραπάνω ἀπὸ καμαριέραν ἢ γκουβερνάνταν φαινομένην.

Τὸ πρῶτον πονηρὸν σχόλιον εἰς τὴν γειτονιάν, ὅπου κατέλυεν ὁ Γιαννάκης εἰς τὴν ὡραίαν μικρὰν οἰκίαν του ―ὑψηλά, στὸν Ἐπάνω Μαχαλάν― τὸ ἐξέφερεν ἡ θεια-Σειραΐνα ἡ Παπαδούλαινα, ἅμα εἶδε τὴν ξένην συνοδὸν τῆς Ἀρχοντούλας, διατυπώσασα ὡς ἑξῆς τὴν πρακτικὴν γνώμην της:

― Δὲ συφέρνει, πλιό, παιδάκι μ᾿, ἡ δούλα νὰ εἶναι ὀμορφότερη ἀπ᾿ τὴν κυρά.

Τὸ γνωμικὸν ἤχησεν ὡς προφητεία εἰς τὰ ὦτα τῆς Ἀχτῶς, τῆς κυριωτέρας ἀπ᾿ ὅλες τὶς θειάδες τῆς Ἀρχοντούλας, ἥτις πάραυτα ἤρχισε νὰ «ὁρμηνεύῃ» τὴν ἀνεψιάν της.

― Τά*, τ᾿ ἤτανε;… Τί τὴν ἤθελες νὰ τὴν πάρῃς μαζί σου; Κοτζὰμ ἀναρρούσα*, κορίτζι μ᾿!… Τ᾿ εἶν᾿ αὐτήνη;… Πῶς μαθές; Σοῦ χρειαζότανε μιὰ φοβερή, ἀνεράιδα, νὰ τὴν κουβαλήσῃς ἐδῶ, ἀπ᾿ τὸ Πόρτο, θὰ πῶ*; ἔχετε τόσες δουλειές, μαθές, καὶ δὲ συφτάνεστε*; Ἢ ἔχεις τὰ πολλὰ παιδιά, γλέπεις; Χαθήκανε τὰ φτωχοκόριτσα ἐδῶ νὰ σὲ παραπιάσουνε καὶ νὰ σὲ δουλέψουνε, σὲ οὗλα τὰ πάντα;… Τί τὴν ἤθελες, τὴ Βδοκιά, θὰ πῶ; (ἡ Ἀχτὼ δὲν εἶχεν ἀκούσει ἀκόμη τὸ ὄνομα τῆς ξένης, ἀλλ᾿ ἔσπευσεν αὐθαιρέτως νὰ τὴν ὀνοματίσῃ οὕτω). Τί σοῦ χρειαζόταν ἡ Μαρουσώ; (ἄλλο πάλιν ὄνομα τῆς ἔδιδε). Μὲ ὅσα κομμάτια θὰ σοῦ χαλνᾷ μποροῦσες νὰ χορτάσῃς μισὸ κοπάδι ἀπ᾿ τὰ φτωχοκόριτσα τοῦ μαχαλᾶ σας!… Θέλεις πέντε τόπια τσίτι γιὰ νὰ τὴν ντύσῃς κοτζὰμ ἀφοράδα ὣς κεῖ ἀπάνω, θὰ πῶ… καὶ νὰ μὴ βαστᾷ ἀπ᾿ τὴν Τρίτ᾿ ὣς τὴν Τετράδη… Μὲ πέντε πηχόπουλα ἀρμενόπανο μποροῦσες νὰ ντύσῃς ἕνα τσομπανόπουλο, φτωχὸ κορίτσι… καὶ νά ᾽ναι σκλάβος… νὰ σοῦ λέῃ κ᾿ εὐχαριστῶ!… Τί τὴν ἤθελες τὴ Συνοδιά, ἐγὼ θαμάζουμαι*· τί τὴν ἤθελες;
Β´

Τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Κορυφαίων Ἀποστόλων, τὸ δειλινόν, εἷς στενὸς φίλος τοῦ Γιαννάκη, ἀχώριστος, ἐνῷ εὑρίσκοντο ὁμοῦ εἰς ἓν σχεδὸν ἐξοχικὸν καπηλεῖον, εἰς τὴν ἄκρην τῆς πολίχνης, ἀντικρὺ στὸ βουνόν, ἔβλεπε κάπως ἀνήσυχον τὸν φίλον του. Ἐφαίνετο οὗτος ν᾿ ἀλλοφρονῇ, καὶ κάπως σύννους, ἐκοίταζε διὰ τοῦ δυτικοῦ παραθύρου ἔξω. Τὸ παράθυρον ἀντίκρυζε μὲ τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον τοῦ τόπου. Αἴφνης δύο νεαροὶ «ταχτικοί», ἀστυφύλακες οἱ αὐτοί, ἐπλησίασαν, καὶ ὁ εἷς ἔκαμε νεῦμα εἰς τὸν Γιαννάκην. Ὁ νέος ἐξῆλθε, καὶ ὁ φίλος του τὸν εἶδε νὰ ὁμιλῇ ταπεινῇ τῇ φωνῇ μὲ τοὺς δύο χωροφύλακας. Μετὰ μίαν στιγμὴν καὶ οἱ τρεῖς διευθύνθησαν διὰ τοῦ στενοῦ δρομίσκου πρὸς τὸ βόρειον μέρος.

Ὁ φίλος, ἀπὸ ἀνήσυχον ἐνδιαφέρον, προέκυψε διὰ τοῦ παραθύρου καὶ εἶδε τοὺς τρεῖς νὰ σταθοῦν εἰς τὴν ἄκρην τοῦ δρομίσκου, παρὰ τὴν καμπήν, ἔξωθεν παλαιοῦ κτιρίου ἐλαιοτριβείου, καὶ νὰ συνομιλοῦν μὲ ἕνα τέταρτον, ὅστις ἦτο ἀδραγάτης, ἤτοι ἀγροφύλαξ τοῦ Δήμου, μὲ χωρικὸν ἔνδυμα, μὲ πέδιλα ἀπὸ φασκιές, καὶ ζωσμένος σελάχι μὲ πιστόλια καὶ μαχαίρας. Ὁ Γιαννάκης, ἴσως διότι ὑπώπτευε τὴν ἀνήσυχον περιέργειαν τοῦ ἐν τῷ καπηλείῳ, ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ ἰδὼν τὸν φίλον του νὰ τὸν κοιτάζῃ διὰ τοῦ παραθύρου, ἔκαμε νεῦμα ὅτι θὰ ὑπάγῃ ὀλίγον παραέξω, καὶ μὲ τὴν φωνὴν ἔκραξε μόνον:

― Μὲ συγχωρεῖς!…

Πάραυτα καὶ οἱ τέσσαρες ἔγιναν ἄφαντοι ὄπισθεν τῆς καμπῆς τοῦ δρόμου.

*
* *

Τὸ πῶς καὶ διατί ἡ Ἀρχοντούλα εἶχε πεισθῆ νὰ φέρῃ μαζί της ἀπὸ τὸ «Πόρτο» ἐκείνην τὴν εὐμορφοκαμωμένην μεγαλόσωμον «ἀναρρούσα», εἶναι ἄδηλον. Φαίνεται ὅτι, ὅπως ὁ σύζυγός της, ἠγάπα κι αὐτὴ τὴν ἐπίδειξιν, καὶ ἤθελε νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς της.

Διότι, εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Ἀρχοντούλα ἐχάνετο ἐμπρὸς εἰς τὴν ξένην. Ἡ τελευταία ἦτο πράγματι θαλαμηπόλος κατὰ τὸν εὐρωπαϊκὸν τρόπον, κ᾿ ἐκτὸς ὅτι ἦτο εὐμορφοπλασμένη, ἦτο φύσις φιλόκαλος, καὶ προσέτι ὁ ἀφέντης της ἐφιλοτιμεῖτο νὰ τὴν ἔχῃ πολὺ καλὰ στολισμένην, ὡς ἐπίτιμον συντρόφισσαν ἀνωτέρας περιωπῆς.

Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὡς ἀπόφθεγμα ἡ πεπειραμένη γειτόνισσα, ἡ Παπαδούλαινα, ἡ φιλαυτία θὰ εἶχεν ἐμποδίσει τὴν Ἀρχοντούλαν νὰ τὸ σκεφθῇ ἢ νὰ τὸ παραδεχθῇ. Οἱ λόγοι ὅμως, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε μὲ τόσην εὐγλωττίαν ἡ θεία της, ἡ Ἀχτίτσα, τῆς ἔκαμαν, ἀληθινά, βαθεῖαν ἐντύπωσιν. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ κυρὰ ἤρχισεν ἀπὸ τὴν ἰδίαν στιγμὴν νὰ ζηλεύῃ τὴν θαλαμηπόλον της. Ὅπως ἐγνώσθη ἀργότερα, δυσάρεστοι σκηναὶ συνέβησαν μεταξὺ τῶν δύο συζύγων.

Αἱ γειτόνισσαι, αἱ ἐξαδέλφαι, αἱ συγγενεῖς γύρω-γύρω, κάτι ἄκουσαν, ἄκρες-μέσες, ἀπὸ τὰς σκηνὰς ταύτας. Ἡ κακὴ περιέργεια, ἡ ἀργολογία, ἡ πολυπραγμοσύνη, μεγάλως συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ φαρμακευθῇ ἡ διχόνοια τοῦ ἀνδρογύνου. Ὑποβολαί, μωροπιστία, ξυπνητὰ ὄνειρα, ὅλα ἔπαιξαν μέρος πλησίον τῆς ἰσχνῆς καὶ νευροπαθοῦς γυναικός! Ἐφαντάζετο ὅτι ἔβλεπε τὸν σύζυγόν της εἰς ἐρωτικὰς διαχύσεις μὲ τὴν κόρην, ὅ,τι τῆς ἔλεγαν τὸ ἐπίστευε, καὶ μάλιστα ὑπερεθεμάτιζεν αὐτή, βεβαιοῦσα ὅτι ἐγίνοντο χειρότερα παρ᾿ ὅσα ἔλεγεν ἡ γειτονιά. Διηγεῖτο, καὶ τὸ ἐπίστευεν, ὅτι εἶδε μὲ τὰ μάτια της ἐρωτικὰς περιπτύξεις, κ᾿ ἔκαμνεν ὅρκους. Καὶ αὐτὴ μὲν τὸ ἐπίστευεν ἄκουσα, ὅσοι δὲ τὴν ἤκουον ἐπροθυμοῦντο νὰ τὴν πιστεύσουν.

Τέλος, τὸ δειλινὸν ἐκεῖνο τῆς 29 Ἰουνίου, ἡ ἀτυχὴς Βανθούλα ―ἡ κόρη, ἐντοσούτῳ, ἦτον, ὅσον ἠδύνατο, κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, νὰ κρίνῃ τις, σεμνοπρεπής, ἁπλοϊκή, ἀξιόλογος, λίαν ἐργατική, περίφημος ράπτρια, κ᾿ ἔξοχος μαγείρισσα― τὸ ἀπόγευμα, λέγω, τῆς ἑορτασίμου ἐκείνης ἡμέρας, ἡ κόρη εἶχε γίνει ἄφαντη. Καὶ ὅταν ὁ τέως σύντροφός του ἀπὸ τὸ καπηλεῖον ἔβλεπε τὸν Γιαννάκην μαζὶ μὲ τοὺς δύο ταχτικοὺς καὶ μὲ τὸν ἀδραγάτην νὰ διευθύνωνται δρομαῖοι πρὸς τὰ Λιβάδια, ἡ νέα εἶχε φύγει εἰς τὰ βουνά. Οἱ τρεῖς νομᾶτοι, οἵτινες ἀπὸ δύο ὡρῶν ἐζήτουν τὰ ἴχνη της, εἶχον φέρει νύξεις τινὰς σχετικὰς εἰς τὸν ἀφέντην της, καὶ οὗτος τοὺς ἠκολούθησε τρέχων πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς φυγάδος. Αὐτὸς ἦτον ὁ λόγος δι᾿ ὃν τόσον ἀνήσυχος καὶ σύννους ἐφαίνετο πρὸ μικροῦ ὁ σπλαγχνικὸς νέος.

*
* *

Τέλος, ἡ κόρη ἀνευρέθη, ἀλλὰ δὲν ἔμελλε ν᾿ ἀνευρίσκεται ἐπ᾿ ἄπειρον. Εἶχε καταφύγει εἰς τὴν καλύβην πτωχῶν ἀγροτῶν, εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, ὅπου δύο βοσκοποῦλες τὴν ἐκοίταζαν ἀπλήστως, καὶ τῆς ἔδωκαν γάλα νὰ πίῃ. Μετὰ πολλὰς παρακλήσεις, ἡ κυρία της ἐπείσθη νὰ δεχθῇ προσωρινῶς τὴν ξένην εἰς τὴν οἰκίαν της, πλὴν ἀπῄτει νὰ τὴν στείλουν παρευθὺς εἰς τὴν ἰδίαν πατρίδα της. Ἐφαίνετο τόσον παράλογος ἡ ἀπαίτησίς της, ἥτις ἀπεδείκνυε μόνον τὴν τρελὴν ἀνυπομονησίαν της. Διότι ἐντὸς μηνὸς ἢ ὀλίγον περισσότερον τὸ ἀνδρόγυνον ἔμελλε νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, κ᾿ ἐκεῖ, ἂν δὲν τῆς ἤρεσκε τῆς κυρίας ἡ καμαριέρα, καλῶς κ᾿ εὐσχήμως θ᾿ ἀπηλλάσσετο αὐτῆς. Ἀλλ᾿ ἡ Ἀρχοντούλα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ ὀρθὸν λόγον. Ἔβλεπε ζωντανὰς ὀπτασίας, καὶ ἡ εἰκὼν τῶν ἐρωτικῶν περιπτύξεων εἶχε κολλήσει ἐμπρός της, ζωγραφιστὴ καὶ παγία εἰς τὰς κόρας τῶν ὀφθαλμῶν της.

Ἡ κόρη, εἶχε κι αὐτὴ τοὺς λόγους της· δὲν ἤθελε νὰ ὑπάγῃ συνοδευομένη ἀπὸ ἄλλο πρόσωπον, ὁσονδήποτε εὐυπόληπτον, ἄγνωστον τέως αὐτῇ. Ἔλεγεν: «Ὁ ἀφέντης μ᾿ ἔφερεν, ὁ ἀφέντης θὰ μὲ πάῃ». Ἡ κυρά της ἐσκύλιαζεν, ὅταν ἤκουε τοῦτο. Τὸ ἐξήγει ὡς ἀπαίτησιν τάχα τῆς κόρης ὅπως τὴν συνοδεύσῃ κατ᾿ ἰδίαν ὁ κύριός της. Καὶ ὅμως, ἡ ταλαίπωρος νέα, δὲν ἔλεγε τοῦτο. Ἐνόει ὅτι ὁ ἀφέντης, τουτέστι, καὶ μὲ ὅλην ἴσως τὴν οἰκογένειαν, ὅταν θὰ ἐπανέκαμπεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, τότε μόνον θὰ τὴν προέπεμπε μέχρι τοῦ τόπου της, τῆς ἀφετηρίας ὁπόθεν τὴν εἶχε παραλάβει.

Ἐπ᾿ ὀλίγας ἡμέρας ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Βανθούλα εἶχε μείνει εἰς τὴν οἰκίαν μιᾶς πτωχῆς χήρας, συγγενοῦς τοῦ Γιαννάκη. Ἀλλ᾿ ἡ Ἀρχόντω δὲν ἦτο ἀναπαυμένη. Ἐφαντάζετο συνεντεύξεις, ἐν ἀσφαλείᾳ, τοῦ συζύγου της, ὑπὸ τὴν ξένην στέγην κ᾿ ἐπροτίμα νὰ ἔχῃ τὴν ξένην ὑπὸ τὰ ὄμματά της. Ὅθεν, ἐνῷ πρότερον τὴν ἐδίωκε, τώρα τὴν ἐβίαζε νὰ μένῃ πλησίον της.
Γ´

Εἰς τὴν βορείαν παραθαλασσίαν τοῦ Μεγάλου Γιαλοῦ, ἡ οἰκογένεια εἶχε κάμει ἐκδρομὴν ἀναψυχῆς μιᾷ τῶν ἡμερῶν, περὶ τὰ μέσα τοῦ Ἰουλίου. Ἡ Βανθούλα ἔμαθε καλὰ τὸν δρόμον καὶ ὅλη ἡ ὡραία τοποθεσία τῆς ἐνετυπώθη εἰς τὴν μνήμην της.

Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς σκηνὰς ἀκόμη ―καὶ κατόπιν ἀπὸ τὸ πανηγύρι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅπου ὅλον τὸ χωρίον ἐπήγαινε διὰ θαλάσσης, μὲ τὰς βρατσέρας τὰς σημαιοστολισμένας καὶ τὰ κότερα― ἡ Βανθούλα εἶχε κάμει μεγάλην ἐπίδειξιν ἐκεῖ, καὶ ὅλ᾿ οἱ νέοι τοῦ χωρίου παρ᾿ ὀλίγον τὴν ἐρωτεύοντο (ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἐσκέφθη ἐν τῷ μεταξύ:

― «Δὲ βρίσκεται κανένας νὰ τὴν κλέψῃ, θὰ πῶ, νὰ τὴν ξεφορτωθῇ ἡ Ἀρχοντούλα!»

Πλήν, ἡ εὐχή της δὲν εἰσηκούσθη)· ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον, τὴν παραμονὴν τῆς Πρωταυγουστιᾶς, οἱ φίλοι του εἶδαν τὸν Γιαννάκην, ὄχι ἀνήσυχον ἁπλῶς, ἀλλ᾿ ἐξημμένον, πρησκοματιασμένον, κλαμένον…

Τὸν εἶδαν καὶ πάραυτα τὸν ἔχασαν. Δύο ἐξ αὐτῶν, οἱ ἐνθερμότεροι, ἔτρεξαν κατόπιν του.

Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν ἀδραγάτην, καὶ ἀπὸ δύο νομάτους τῆς χωροφυλακῆς, ἔτρεχεν, ἔτρεχε… Μόλις πρὸ μιᾶς ὥρας εἶχε μάθει τὴν ἐξαφάνισίν της. Καὶ κατὰ ποῦ νὰ τρέξῃ; Δύο γυναῖκες, εὑρισκόμεναι εἰς τ᾿ ἀμπέλια τους, ὅπου εἶχαν ἀρχίσει τότε νὰ ρίπτουν εἰς τὶς λιάστρες τὰ σῦκα, εἶπαν ὅτι τὴν εἶδαν, καταμεσήμερο, κ᾿ ἐσκιάχτηκαν, νὰ τρέχῃ τὸν ἀνήφορο, σὰν ἀνεράιδα…

Ὁ Γιαννάκης ἐσκέφθη: «Ἴσως νὰ ἐπῆγε κατὰ τὸν Μέγα-Γιαλό… Ἐκεῖ θὰ θυμᾶται τὸν δρόμο…»

*
* *

Ἡ Αἰγυπτία ἔφυγε τὸ πάλαι εἰς τὴν ἔρημον. Πολὺ πλέον δυστυχὴς ἀπὸ ἐκείνην, ἡ πτωχὴ ξένη παιδίσκη, ἡ Βανθούλα, δὲν εἶχε καρπὸν οὔτε εἰς τοὺς κόλπους οὔτε εἰς τὰ σπλάγχνα της. Καὶ δὲν ἐπαρουσιάσθη ὁ Ἄγγελος Κυρίου νὰ τῆς δώσῃ ἀσκὸν ὕδατος, διὰ νὰ δροσισθῇ… Αὐτὴ μόνη ἔπεσε νὰ εὕρῃ δρόσον εἰς τὴν ἅλμην τοῦ πελάγους, εἰς τὰ πικρὰ κύματα, ὅπου ὁ Γιάννης ὁ Πατσοστάθης, βοσκὸς ἀπὸ τὸ βουνόν, εἶδεν ἐπί τινας στιγμὰς τὴν λευκὴν ἐσθῆτα νὰ κυματίζῃ εἰς τὴν αὔραν, εἶτα νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα καὶ πάλιν νὰ ἐπιπλέῃ εἰς τὸν ἀφρόν.

Τὴν πρωίαν τῆς Πρωταυγουστιᾶς μία βάρκα ἔφερε τὸ νεκρὸν σῶμα καὶ τὸ ἀπεβίβασεν εἰς τὴν προκυμαίαν… Ὤ! τί σπαραγμός! Ξένη, ἔρμη στὰ ξένα, εὗρε τὸν πικρὸν θάνατον ἑκουσίως εἰς τὴν ἅλμην τοῦ κύματος… Οἱ ἰατροὶ τοῦ τόπου εὗρον ἕρμαιον, καὶ τὸ διεξεδίκησαν. Οἱ ἱερεῖς ὄχι. Δὲν ἦτο κανεὶς ἰσχυρὸς ἐνδιαφερόμενος, διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν «ἐλαστικότητα» τῶν νόμων καὶ τῶν κανόνων, διὰ νὰ βάλῃ εἰς κίνησιν τὰ νεῦρα καὶ τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρωπαρέσκων, τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ διασκορπίσῃ ὁ Θεός.

Μόνον πέντε ἢ ἓξ γερόντισσαι, πτωχαὶ χῆραι, δύο ἢ τρεῖς κόραι τοῦ λαοῦ, τρεῖς δωδεκάδες ἀγυιοπαίδων, κ᾿ οἱ δύο νεαροὶ χωροφύλακες, συνώδευσαν τὸν Γιαννάκην εἰς τὸ κοιμητήριον, ὄπισθεν τοῦ σκεπασμένου νεκροκραβάτου.

Ὁ φίλος, τοῦ ἐξοχικοῦ καπηλείου, εἶπε τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός», τὸ «Μετὰ πνευμάτων», Κύριε, ἀνάπαυσον τὴν δούλην σου, τρίς, κ᾿ ἐτελείωσε.

(1906)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/359-04-09-ermh-sta-ksena-1906

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ΤΟ ΨΟΦΙΜΙ



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 99-101
ΤΟ ΨΟΦΙΜΙ

― Παρακαλῶ, κύριε ἀστυφύλακα· ἐδῶ ἀπάνω, στὸ φράχτη, κοντὰ στὸν δρόμο, ἔχουν ρίψει ἕνα ψοφίμι, ἕνα μεγάλο σκυλί… Μὲ τέτοια ζέστη, Ἰούλιον μῆνα… Θὰ μᾶς κολλήσῃ πανούκλα ὅλους ἐδῶ… Ἴσα-ἴσα στὸ ψήλωμα, ἐδῶ, ποὺ εἶν᾿ ἐξοχικὸ μέρος… ὅπου ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι νὰ πάρουν λίγον ἀέρα καθαρόν.

Ὁ ὁμιλῶν ―ὁ κύριος Α.― ἦτο παχύμισθος ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δημόσιον τοῦ ἔδιδε, διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις του, ὑπὲρ τὰς τριακοσίας δραχμὰς τὸν μῆνα. Ἀλλὰ τὰς δραχμὰς αὐτὰς τὰς ἐθεώρει ὡς ἱερὰς καὶ δὲν ἀπεφάσιζε ν᾿ ἀποκόψῃ λεπτὰ δι᾿ ἕνα πτωχὸν λοῦστρον, ὅπως σκάψῃ λάκκον καὶ θάψῃ τὸ ψοφίμι. Τοιαύτη θυσία θὰ τοῦ ἐφαίνετο ἴσως μᾶλλον ἱεροσυλία. Ἡ δὲ οἰκία του ἔκειτο πλησιέστατα ἐκεῖ, καὶ ἦτο ὁ πρῶτος ἐνδιαφερόμενος.

Ὅθεν ἀπηυθύνθη εἰς τὸν ὑπ᾿ ἀριθ. 3 χιλιάδας τόσα ἀστυφύλακα. Ὁ ἀστυφύλαξ ἐφόρει λευκά, κ᾿ ἐσύχναζεν εἰς τὸ ἐγγὺς καφενεδάκι. Ἀπήντησε δὲ λίαν προθύμως καὶ φιλοφρόνως:

― Μάλιστα· τώρα, νὰ ποῦμε εἰς ἕνα ἀστυφύλακα ―μπορῶ νὰ πάω κ᾿ ἐγώ― νὰ πάρῃ κ᾿ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν νὰ τὸ πετάξουν ἀποκεῖ.

Κ᾿ ἐκάθισε στὸ καφενεδάκι, διὰ νὰ διαβάσῃ τὰ νέα τῆς ἡμέρας.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κύριος Α. ἀπηυθύνθη, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ καφετζῆ, πρὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦ καφενείου, καὶ τοῦ εἶπε:

― Δὲν σᾶς ἦρθε σᾶς ἡ βρώμα;… Εἰπὲ τοῦ κὺρ Τάσου (τὸ ὄνομα τοῦ καφετζῆ) νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του… διὰ νὰ μὴν ἀρρωστήσῃ ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος ποὺ ἔρχεται νὰ πάρῃ τὸν ἀέρα του ἐδῶ ἐπάνω.

Ὁ μικρὸς ὑπάλληλος ἔσεισε τὴν κεφαλήν, ὡς νὰ ἦθελε νὰ εἴπῃ:

«Δὲν βαριέσθε: Καὶ ποιὸς θὰ φροντίσῃ; Ὅ,τι ἐφροντίσατε σεῖς, ὁ πρῶτος ποὺ ἀνεκαλύψατε αὐτὸ τὸ σπάνιον φαινόμενον».

*
* *

Ὁ ἀστυφύλαξ, ὡς νὰ ἐκεντρίσθηκε ἀπὸ τὴν δευτέραν αὐτὴν ἀναψηλάφησιν τοῦ ζητήματος, ἐσηκώθη, ἐκοίταξε τριγύρω, καὶ εὐτυχῶς ἐξάνοιξε μακρὰν ἕνα συνάδελφόν του, βαίνοντα εἰς πλάγιόν τινα δρόμον. Τὸν ἔκραξε, κ᾿ ἐκεῖνος ἦλθε.

― Νὰ σοῦ πῶ, τοῦ λέγει: πᾷς στὸ Τμῆμα, νὰ πῇς τοῦ σκοποῦ, νὰ πῇ τοῦ σταθμάρχη, νὰ στείλῃ ἕνα ἀστυφύλακα, νὰ βρῇ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν ἐδῶ παραπάνω, ποὺ λέει ὁ κύριος ἐδῶ… εἶν᾿ ἕνα σκυλὶ ψόφιο… νὰ τὸ πάρουν ἀπ᾿ ἐκεῖ, νὰ τὸ πετάξουν πουθενά;

― Καλά.

Καὶ ὁ β´ ἀστυφύλαξ ἐκινήθη βραδύς, κατερχόμενος τὸν δρόμον.

*
* *

Τὴν νύκτα, ὅταν ὁ κ. Α. ἀπεσύρετο διὰ νὰ ἀπέλθῃ οἴκαδε, εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης, ἔστρεψε τὰ ὄμματα καὶ τὴν ρῖνα πρὸς τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἰδεῖ τὸ δυσάρεστον πρᾶγμα τὸ πρωί. Τὸ ψοφίμι ἦτο ἀκόμη ἐκεῖ, ἀναδίδον λοιμώδη ὀσμήν.

Ὁ ἄνθρωπος, ἐν μεγάλῃ ἀδημονίᾳ, ἔκλεισε τὰ παράθυρά του, κ᾿ ἐκοιμήθη. Τὴν ἄλλην πρωίαν, εἰς τὸ μικρὸν καφενεῖον ηὗρε πάλιν τὸν ἀστυφύλακα.

― Δὲν ἐκάματε τίποτε γιὰ τὸ ψοφίμι ποὺ σᾶς εἶπα;

― Μάλιστα· ἔστειλα εἴδηση στὸν σκοπό… ν᾿ ἀναφέρῃ στὸν σταθμάρχη… νὰ στείλῃ ἕνα ἀστυφύλακα ―μποροῦσα νὰ πάω κ᾿ ἐγώ― νὰ πάρῃ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν νὰ λάβουν μέτρα… Καὶ δὲν τὸ πέταξαν;

― Πεταμένο εἶναι ἀπὸ προχθές· μᾶλλον ἔπρεπε νὰ τὸ θάψουν.

― Ἂς εἶναι, θὰ φροντίσω· τώρα πάω στὸ τμῆμα.

Τὴν ἑσπέραν, ὅταν ὁ κυβερνητικὸς ὑπάλληλος ἐπανήρχετο εἰς τὴν οἰκίαν του, τὸ ψοφίμι ἦτο πάντοτε ἐκεῖ, δηλητηριάζον τὸν ἀέρα μὲ τὴν δυσωδίαν του.

Τὸ πρωί, ὁ κ. Α. πρὸς τὸν α´ ἀστυφύλακα:

― Μὰ δὲν ἔγινε τίποτε γιὰ τὸ ψοφίμι… Ζήτημα, βλέπω, κατήντησε κι αὐτό… Καλὰ ποὺ δὲν συνεδριάζει πλέον ἡ Βουλή, διὰ νὰ γίνῃ ἐπερώτησις.

― Τί; Δὲν τὸ σήκωσαν ἀποκεῖ; Περίεργο! Ἐγὼ ἔλαβα μέτρα. Ἂς εἶναι, ἡσυχάσατε. Σήμερα, χωρὶς ἄλλο. Πάω ἐπίτηδες νὰ τοὺς βιάσω, νὰ στείλουν ἕνα ἀστυφύλακα ―μπορῶ νὰ πάω καὶ μόνος μου― μὲ ἕνα σκουπιδιάρη.

*
* *

Τὴν ἑπομένην νύκτα, ἀκόμη τὸ ψοφίμι ἦτο ἐκεῖ. Εὐτυχῶς εἶχε συννεφιάσει, καὶ ἤστραπτε ραγδαίως πρὸς τὸν Μαΐστρον, εἰς τὰ ΒΔ τοῦ ὁρίζοντος. Ὁ κ. Α. μόλις ἐπρόλαβε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν οἰκίαν, νὰ κλείσῃ τὰ παράθυρα, κ᾿ ἐνέσκηψε σφοδροτάτη θύελλα, ἄνεμος καὶ βροχή, δροσιστικὴ καὶ παρήγορος.

Τὸ πρωί, ἀνάμεσα εἰς τὸ ἠλλοιωμένον ὑγρὸν ἔδαφος, μόλις ἐφαίνοντο πλέον τὰ ἴχνη τοῦ θνησιμαίου σκύλου, ὀλίγα μόνον γυμνὰ κόκκαλα τοῦ σκελετοῦ· ἡ ραγδαία βροχὴ εἶχε παρασύρει τὰς σαπρὰς σάρκας, καὶ εἶχε διαλύσει τὴν δυσοσμίαν.

Κ᾿ ἔτσι δὲν ἔγινεν ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλήν. Μόνον ἔγινε χρονογράφημα εἰς ἐφημερίδα.

(1906)
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/361-04-11-to-psofimi-1906

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο Αλιβάνιστος


Ο Αλιβάνιστος
Το διήγημα γράφτηκε το 1903.

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θεια Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν* και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς* και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα* εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμειγνύεται με το λάλον* μινύρισμα* των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής,* εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου δια να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, δια να τα γεμίσουν. Είτα αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

— Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

— Νύχτωσε, θα πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

— Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κι αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, δια να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί και τινα άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθει, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανεί ακόμη.

— Είναι αργοστόλιστος, θα πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

— Ναι, είδες πώς αργεί να ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματρίζενας. Και καμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον*. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθει από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, δια να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθεί το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν δια να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

— Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα, είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε κι ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

— Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κι αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κι έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

— Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράματα, θάματα... κοιτάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

— Α! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθει προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρίζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

— Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

— Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης που 'μαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου το 'ριξα στην ποδιά σου σ' ετρόμαξα.

— Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα, θα μεταλάβου!

— Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

— Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

— Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

— Να καβουρώσεις και κάβουρας να γένεις! απήντησεν η Αφέντρα.

— Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν της Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα της Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα της Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

— Ζουρλάθηκες, βλέπω· δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν* ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

— Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

— Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα* εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποίαν άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή· εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται:

— Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ανταμώσω στη βρύση.

— Ποιον ηύρες; είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο*, ή τον Αράπη,* ή τον Εξαποδώ;*

— Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

— Αλήθεια; για πες μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κι ετάχθη εξ αριστερών του Σταμάτη, δια ν' ακούση καλύτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν της ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθει εις την πόλιν, κι εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανέναν άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

— Άμα με είδε, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θεια Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

— Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσεν, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με τη φαμίλια του, κι ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό* του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κι εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κι εκοίταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, δια να είναι μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση εις εν δυτικόν σημείον, δια να φέξη. Κι επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, δια να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθει.

— Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα*... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Να το 'ξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα,* είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

— Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη, θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κοιτάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχον αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γίνει άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβεί υψηλά εις το βουνόν, δια να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν* εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζί του από τον περίβολον.

— Τι τρέχει;

— Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθιά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

— Τι να είναι;

— Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

— Τι θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

— Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια κι υστέρα έπεσε μέσα στ' ορμάνι* κι εχάθηκε.



Οι δύο βοσκοί κι ο Σταμάτης κι ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν* του βουνού και απήντησαν δια φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

— Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

— Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

— Θα έχουν πέσει μέσα σε κακοτοπιά, στον ίσκιο του βουνού, το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

— Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κι έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάριον αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεροι και τέλος εφάνη ο παπάς ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

— Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

—Ο Αλιβάνιστος!

— Μεγάλο θάμα! είπεν ο Μπαρέκος.



— Πώς έκαμες, βλοημένε, κι έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο... απ' τα Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι... είπε να το σπείρει, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κι εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσοι μήνες τώρα. Ας είναι καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω κι ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον) και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο!... Ας έχει την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

— Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμουμε Ανάσταση μαζί!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλια, άρχισε με το φανάρι το οποίον εκράτει, να κάμνη κινήματα ως να ελιβάνιζε προς το βάθος, εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμη μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος κι ήθελε να φύγη.

— Αφ' σε με να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάσταση να κάμού 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάσταση. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον:

— Να 'χης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα!... Να πάρης ευλογία!... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικείς τον εαυτόν σου! Μην κάνεις του εχτρού το θέλημα!... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα, Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίσει!

Ο μπαρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέπετο. Επαραξενεύετο πολύ, θα επεθύμει να τον απήγον δια της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα της ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες,* έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.



Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, κι ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε.

— Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία της ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδεία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κι εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλώνια της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκοίταζε με άπληστον περιέργειαν.

— Τι έπαθες, θεια Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

— Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα δια πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα. Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζί με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κι αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κι εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων δια τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψει», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζί του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κοιτάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, δια να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα της Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι αυτή το «Χριστός Ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματρίζαινας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον της Μολώτας.

— Γιατί δεν έρχεσαι μες στην εκκλησιά; της είπε· λεχώνα είσαι;

— Σύλε, πιδί μ', ακούσεις καλό λόγο*, της είπεν η Μολώτα. Αφ' σ' εμένα.

— Μα τι έχεις;

— Τίποτα.

Επέμεινε:

— Θα μου πεις τι έχεις;

Η γραία ανένευσε* και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού κι ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

— Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

— Γιατί; τι τρέχει;

— Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάσταση;

— Ναι.

— Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

— Πώς θα πας; Με τα ποδάρια, σ', είπεν η Αφέντρα.

— Είδες κείνον άθλωπο;

— Ποιον;

— Κόλια;

— Τον Αλιβάνιστο; Ε, τι;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

— Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστεί φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κι εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην)· μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

— Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καημό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα (το κρίμα);

Η Αφέντρα εννόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

— Ε, καλά, είπε, να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάσταση. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθείς, να το πεις του παπά και θα σ' αφήσει να μεταλάβεις.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν της Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν. Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζί με τας άλλας γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε* το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

— Χριστός ανέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήταν που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

— Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

(1903)

ένθεν και ένθεν: από το ένα και από το άλλο μέρος.
κισσοστεφής: στεφανωμένος με κισσό.
νάμα, το: το νερό (επίσης το κρασί της μεταλήψεως).
λάλος: φλύαρος.
μινύρισμα: σιγανό κελάηδημα.
αναψυχή: ανακούφιση.
φελόνιον: ιερατικό άμφιο χωρίς μανίκια.
εκολάφισεν: ρ. κολαφίζω· χαστουκίζω, χτυπώ.
πάραυτα: αμέσως.
Μπαμπάος, Αράπης, Εξαποδώ: πρόσωπα των παραμυθιών μας.
όρδινο: ετοιμασίες (και ορδινιά).
φλάσκα: μικρό δοχείο για νερό ή κρασί, από ξύλο ή κολυκύθα· η φράση ανήκει στην παροιμία: «όπως δείχνουν τα κουκιά κι όπως μολογάει η φλάσκα, ούτε φέτος Πασκαλιά ούτε του χρόνου Πάσχα».
χώρα: η πόλη.
ένευσεν: ρ. νεύω· κάνω νεύμα, κάνω νόημα.
ορμάνι: (λ. τουρκ.), δάσος.
οφρύς: φρύδι.
ημισπουδάζοντες: μισοσοβαρά.
καλός λόγος: ο λόγος της Αναστάσεως, το Χριστός Ανέστη, η Ανάσταση.
ανένευσε: αρνήθηκε.
μινυρίζω: μουρμουρίζω.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3561,14821/

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Χωρίς στεφάνι"



Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στό σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.

Κι ετήρει όλα τά χρέη της τά κοινωνικά, καί μετήρχετο τά οικιακά έργα της, καλύτερ᾽ από καθεμίαν. Είχε δέ μεγάλην καθαριότητα εις τό σπίτι της, κι εις τά κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾽ ασπρίζει καί νά σφουγγαρίζει χωρίς ποτέ νά βαρύνεται, καί χωρίς νά δεικνύει τήν παραξενιάν εκείνην, ήτις είναι συνήθης εις όλας τάς γυναίκας τάς αγαπώσας μέχρις υπερβολής τήν καθαριότητα. Καί όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τ᾽ ασπρίσματα καί τά πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε τό πάτωμα ν᾽ αστράφτει, καί τόν τοίχον νά ζηλεύει τό πάτωμα.

Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη καί αυτή άναφτε τήν φωτιάν της, έστηνε τήν χύτραν της, κι έβαπτε κατακόκκινα τά πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε τήν λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρείς φορές τ᾽ αλεύρι, κι εζύμωνε καθαρά καί τεχνικά τίς κουλούρες, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τά κόκκινα αυγά.

Καί τό βράδυ, όταν ενύχτωνε, δέν ετόλμα νά πάγει ν᾽ ανακατωθεί μέ τάς άλλας γυναίκας διά ν᾽ ακούσει τά Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε νά ήτον τρόπος νά κρυβεί οπίσω από τά νώτα καμιάς υψηλής καί χονδρής, ή εις τήν άκραν ουράν όλου τού στίφους τών γυναικών, κολλητά μέ τόν τοίχον, αλλ᾽ εφοβείτο μήπως γυρίσουν καί τήν κοιτάξουν.

Τήν Μεγάλην Παρασκευήν όλην τήν ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τά νιάτά της, καί τά φίλτατά της όσα είχε χάσει, καί ονειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε νά πάγει κι αυτή τό βράδυ πρίν αρχίσει η Ακολουθία ν᾽ ασπασθεί κλεφτά-κλεφτά τόν Επιτάφιον, καί νά φύγει, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα τήν ίασίν της από τόν Χριστόν. Αλλά τήν τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε νά σκοτεινιάζει, τής έλειπε τό θάρρος, καί δέν απεφάσιζε νά υπάγει. Τής ήρχετο παλμός.



Αργά τήν νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών καί λαβάρων καί κηρίων εξήρχετο τού ναού, εν μέσω ψαλμών καί μολπών καί φθόγγων εναλλάξ τής μουσικής τών ορφανών Χατζηκώστα, καί θόρυβος καί πλήθος καί κόσμος εις τό σκιόφως πολύς, τότε ο Γιαμπής ο επίτροπος προέτρεχε νά φθάση εις τήν οικίαν του, διά νά φορέσει τόν μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον, καί κρατών τό ηλέκτρινον κομβολόγιόν του, νά εξέλθει εις τόν εξώστην, μέ τήν ματαιουμένην από έτους εις έτος ελπίδα ότι οι ιερείς θ᾽ απεφάσιζον νά κάμουν στάσιν καί ν᾽ αναπέμψουν δέησιν υπό τόν εξώστην του· τότε καί η πτωχή αυτή η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως τήν έλεγαν έναν καιρόν εις τήν γειτονιάν) εις τό μικρόν παράθυρον τής οικίας της μισοκρυμμένη όπισθεν τού παραθυροφύλλου εκράτει τήν λαμπαδίτσαν της μέ τό φώς ίσα μέ τήν παλάμην της, κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις τό πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τό μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τά αρώματα καί τά δάκρυα τής αμαρτωλού, καί μή τολμώσα εγγύτερον νά προσέλθει καί ασπασθεί τούς αχράντους καί ηλοτρήτους καί αιμοσταγείς πόδας Του.

*
* *

Καί τήν Κυριακήν τό πρωί, βαθιά μετά τά μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις τό παράθυρον, κρατούσα τήν ανωφελή καί αλειτούργητην λαμπάδα της, καί ήκουε τάς φωνάς τής χαράς καί τούς κρότους, κι έβλεπε κ᾽ εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρού-φρού από τήν εκκλησίαν, φέρουσαι τάς λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως τό σπίτι, ευτυχείς, καί μέλλουσαι νά διατηρήσωσι δι᾽ όλον τόν χρόνον τό άγιον φώς τής Αναστάσεως. Καί αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε τήν φθαρείσαν νεότητά της.

*
* *

Μόνον τό απόγευμα τής Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες τών ναών διά τήν Αγάπην, τήν Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα νά εξέλθη από τήν οικίαν, αθορύβως καί ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τόν τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, μέ σχήμα καί μέ τρόπον τοιούτον ως νά έμελλε νά εισέλθει διά τι θέλημα εις τήν αυλήν καμιάς γειτονίσσης. Καί από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις τήν βόρειον πλευράν τού ναού, καί διά τής μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά καί κλεφτά έμβαινε μέσα.

Εις τάς Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι γιά τίς κυράδες, η δευτέρα γιά τίς δούλες. Η Χριστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τάς νύκτας νά υπάγει εις τήν Εκκλησίαν, μήπως τήν κοιτάξουν, καί δέν εφοβείτο τήν ημέραν, νά μήν τήν ιδούν. Διότι οι κυράδες τήν εκοίταζαν, οι δούλες τήν έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δέ ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δέν ήθελεν ή δέν ημπορούσε νά έρχεται εις επαφήν μέ τάς κυρίας, καί υπεβιβάζετο εις τήν τάξιν τών υπηρετριών. Αυτή ήτο η τύχη της.

*
* *

Ωραίον καί πολύ ζωντανόν, καί γραφικόν καί παρδαλόν, ήτο τό θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τά Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι μέ τό Ευαγγέλιον καί τήν Ανάστασιν επί τών στέρνων, τελούντες τόν Ασπασμόν.

Οι δούλες μέ τάς κορδέλας των καί μέ τάς λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά καί αριστερά, κι εφλυάρουν πρός αλλήλας, χωρίς νά προσέχουν εις τήν ιεράν ακολουθίαν. Οι παραμάνες οδήγουν από τήν χείρα τριετή καί πενταετή παιδία καί κοράσια, τά οποία εκράτουν τάς χρωματιστάς λαμπάδας των, κι έκαιον τά χρυσόχαρτα μέ τά οποία ήσαν στολισμέναι, κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των, κι εζητούσαν νά καύσουν όπισθεν τά μαλλιά τού πρό αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός τού ναού, καί κατετρόμαζον τές δούλες. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τούς εκυνηγούσε, αλλ᾽ αυτοί έφευγαν από τήν μίαν πλαγινήν θύραν, κι ευθύς επανήρχοντο διά τής άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τούς δίσκους κι έρραινον μέ ανθόνερον τές παραμάνες.

Δύο ή τρείς νεαραί μητέρες τής κατωτέρας τάξεως τού λαού, επτά ή οκτώ παραμάνες, εκρατούσαν πεντάμηνα καί επτάμηνα βρέφη εις τάς αγκάλας. Τά μικρά ήνοιγον τεθηπότα τούς γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως τό φώς τών λαμπάδων, τών πολυελέων καί μανουαλίων, τούς κύκλους καί τά νέφη τού ανερχομένου καπνού τού θυμιάματος καί τό κόκκινον καί πράσινον φώς τό διά τών υάλων τού ναού εισερχόμενον, τό ανεμίζον ράσον τού εκκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος μέσα-έξω εις διάφορα θελήματα, τά γένια τών παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν τής κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν τών χειλέων, διά νά επαναλάβουν εις όλους τό Χριστός ανέστη· βλέποντα καί θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τά στίλβοντα κομβία καί τά στριμμένα μουστάκια τού αστυφύλακος, τούς λευκούς κεφαλοδέσμους τών γυναικών, καί τούς στοίχους τών άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς καί πόρρω· παίζοντα μέ τούς βοστρύχους τής κόμης τών βασταζουσών, καί ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.

Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τάς αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον μέ ώμον πλησίον μιάς κολώνας, μόλις είδαν τό έν τό άλλο, καί πάραυτα εγνωρίσθησαν καί συνήψαν σχέσεις, καί τό έν, ωραίον καί καλόν καί εύθυμον, έτεινε τήν μικράν απαλήν χείρά του πρός τό άλλο, καί τό είλκε πρός εαυτό, καί εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.

*
* *

Αλλ᾽ η φωνή τού βρέφους ήτο λιγεία, καί ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω, καί ο Γιαμπής ο επίτροπος δέν ηγάπα ν᾽ ακούει θορύβους. Εις όλας τάς νυκτερινάς ακολουθίας τών Παθών πολλάκις είχε περιέλθει τάς πυκνάς τών γυναικών τάξεις διά νά επιπλήξη πτωχήν τινα μητέρα τού λαού, διότι είχε κλαυθμυρίσει τό τεκνίον της. Ο ίδιος έτρεξε καί τώρα νά επιτιμήσει καί αυτήν τήν πτωχήν μητέρα διά τούς ακάκους ψελλισμούς τού βρέφους της.

Τότε η Χριστίνα η Δασκάλα, ήτις ίστατο ολίγον παρέκει, οπίσω από τόν τελευταίον κίονα, κολλητά μέ τόν τοίχον, σύρριζα εις τήν γωνίαν, εσκέφθη ακουσίως της ―καί τό εσκέφθη όχι ως δασκάλα, αλλ᾽ ως αμαθής καί ανόητος γυνή οπού ήτον― ότι, καθώς αυτή ενόμιζε, κανείς, άς είναι καί επίτροπος ναού, δέν έχει δικαίωμα νά επιπλήξει πτωχήν νεαράν μητέρα διά τούς κλαυθμηρισμούς τού βρέφους της, καθώς δέν έχει δικαίωμα νά τήν αποκλείσει τού ναού διότι έχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινώς δέν μεταδίδουν τήν θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα; Καί πρέπει νά τά αποκλείσουν τής θείας μεταλήψεως διότι κλαίουν; Έως πότε όλη η αυστηρότης τών «αρμοδίων» θά διεκδικείται καί θά ξεθυμαίνει μόνον εις βάρος τών πτωχών καί τών ταπεινών;

Εκ τού μικρού τούτου περιστατικού, η Χριστίνα έλαβεν αφορμήν νά ενθυμηθεί ότι πρό χρόνων, μίαν νύκτα, κατά τήν ύψωσιν τού Σταυρού, όταν επήγε νά εκκλησιασθεί εις τόν ναΐσκον τού Αγίου Ελισσαίου, παρά τήν Πύλην τής Αγοράς, ενώ ο αναγνώστης έλεγε τόν Απόστολον, όταν απήγγειλε τάς λέξεις «τά μωρά τού κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν, από τόν γυναικωνίτην έν βρέφος ήρχισε νά ψελλίζη μεγαλοφώνως, αμιλλώμενον πρός τήν φωνήν τού αναγνώστου. Καί οποίαν γλυκύτητα είχε τό παιδικόν εκείνο κελάδημα! Τόσον ωραίον πρέπει νά ήτο τό Ωσαννά τό οποίον έψαλλον τό πάλαι οι παίδες τών Εβραίων πρός τόν ερχόμενον Λυτρωτήν. «Εκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον, ένεκα τών εχθρών σου, τού καταλύσαι εχθρόν καί εκδικητήν.»

Τοιαύτα ανελογίζετο η Χριστίνα, σκεπτομένη ότι καμία μήτηρ δέν θά ήτο τόσον αφιλότιμος ώστε νά μή στενοχωρείται, καί νά μή σπεύδει νά κατασιγάσει τό βρέφος της, καί νά μή παρακαλεί ν᾽ ανοιχθεί πλησίον της εις τόν τοίχον, διά θαύματος, θύρα, διά νά εξέλθει τό ταχύτερον. Περιτταί δέ ήσαν αι νουθεσίαι τού επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, καί αφού πρός βρέφος θηλάζον όλα τά συνήθη μέσα τής πειθούς είναι ανίσχυρα, μόνη δέ η μήτηρ είναι κάτοχος άλλων μέσων πειθούς, τήν χρήσιν τών οποίων περιττόν νά έλθη τρίτος τις διά νά τής υπενθυμίσει. Κι έπειτα λέγουν ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τάς γυναίκας!

Ούτω εφρόνει η Χριστίνα. Αλλά τί νά είπη; Αυτής δέν τής έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η δασκάλα, όπως τήν έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δέν είχε διά νά φοβείται τάς επιπλήξεις τού επιτρόπου. Τά παιδία της τά είχε θάψει, χωρίς νά τά έχει γεννήσει. Καί ο ανήρ τόν οποίον είχε δέν ήτο σύζυγός της.

Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι.

*
* *

Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!…

Αλλά δέν πρόκειται νά κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής καί ηθικής, διά νά είναι τουλάχιστον συνεπείς πρός εαυτούς καί λογικοί, οφείλουν νά ψηφίσωσι τόν πολιτικόν γάμον.

*
* *

Από τόν καιρόν οπού είχεν ανάγκην από τάς συστάσεις τών κομματαρχών διά νά διορίζεται δασκάλα, είς τών κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνάρης, τήν είχεν εκμεταλλευθή. Άμα ήλλαξε τό υπουργείον, καί δέν ίσχυε πλέον νά τήν διορίσει, τής είπεν: «Έλα νά ζήσουμε μαζί, κι αργότερα θά σέ στεφανωθώ». Πότε; Μετ᾽ ολίγους μήνας, μετά έν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον.

Έκτοτε παρήλθον χρόνοι καί χρόνοι, κι εκείνος ακόμη είχε μαύρα τά μαλλιά, κι αυτή είχεν ασπρίσει. Καί δέν τήν εστεφανώθη ποτέ.

Αυτή δέν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε καί άλλας ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα μέ αυτάς.

Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τά νόθα τού αστεφανώτου ανδρός της εις τό σπίτι, τά εθέρμαινεν εις τήν αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τά επονούσε. Καί τά ανέσταινε, κι επάσχιζε νά τά μεγαλώσει. Καί όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, καί τά είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από τήν οστρακιάν, τήν ευλογιάν, καί άλλας δυσμόρφους συντρόφους… καί τής τά έπαιρνεν από τήν αγκαλιάν της.

Τρία ή τέσσαρα παιδία τής είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών.

Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε καί άσπριζε. Κι έκλαιε τά νόθα τού ανδρός της ως νά ήσαν γνήσια ιδικά της. Κ᾽ εκείνα τά πτωχά, τά μακάρια, περιΐπταντο εις τά άνθη τού παραδείσου, εν συντροφία μέ τ᾽ αγγελούδια τά εγχώρια εκεί.

Εκείνος ουδέ λόγον τής έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δέν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή.

Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τόν χρόνον. Τήν Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ᾽ αυγά τά κόκκινα. Καί τάς καλάς ημέρας δέν είχε τόλμης πρόσωπον νά υπάγει κι αυτή εις τήν εκκλησίαν.

Μόνον τό απόγευμα τού Πάσχα, εις τήν ακολουθίαν τής Αγάπης, κρυφά καί δειλά εισείρπεν εις τόν ναόν, διά ν᾽ ακούση τό «Αναστάσεως ημέρα» μαζί μέ τίς δούλες καί τίς παραμάννες.

Αλλ᾽ Εκείνος, όστις ανέστη «ένεκα τής ταλαιπωρίας τών πτωχών καί τού στεναγμού τών πενήτων», όστις εδέχθη τής αμαρτωλής τά μύρα καί τά δάκρυα καί τού ληστού τό Μνήσθητί μου, θά δεχθεί καί αυτής τής πτωχής τήν μετάνοιαν, καί θά τής δώσει χώρον καί τόπον χλοερόν, καί άνεσιν καί αναψυχήν εις τήν βασιλείαν Του τήν αιωνίαν.

http://sarantakos.wordpress.com/2014/04/20/xwristefani/

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Σωτήρη Παστάκα ΤΟΠΟΙ ΤΟΠΙ


Το περιοδικό και οι εκδόσεις Bibliotheque σας προσκαλούν στην παρουσίαση της συλλογής
του Σωτήρη Παστάκα ΤΟΠΟΙ ΤΟΠΙ.

H παρουσίαση θα γίνει την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου στις 9:00 μ.μ. στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη
Στουρνάρη 11Εξάρχεια τηλ. 210-3300423

Για το βιβλίο θα μιλήσει :
ο Διονύσης Μαρίνος
ο Δημήτριος Μουζάκης
και η Πόλυ Μαμακάκη

ποιήματα θα διαβάσει
ο Σωτήρης Παστάκας

Τα έντεκα εκτεταμένα ποιήματα της συλλογής, θα μπορούσαμε να τα πούμε περιστασιακά, με την έννοια που ο Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ έλεγε πως: Εγώ είμαι εγώ κι οι περιστάσεις μου. Το εγώ του ποιήματος απορροφά από το σκηνικό της περιρρέουσας του τόπου για να στηρίξει μια θεμελιώδη διάθεση κάθε φορά. Οι Τόποι είναι εκεί όχι για να τους επισκεφτούμε για να το επιβεβαιώσουμε αλλά για να τους πάρουμε μιαν ομιλία σαν να είναι γραπτά παλίμψηστα που καλούν μια φωνή να ζωντανέψει από τα στρώματα γραφής που κρατούν βουβά μέσα τους. Το Τόπι που κυλάει είναι η διαθεσιμότητα αυτού που αναλαμβάνει το λόγο των τόπων. Είναι η παιγνιώδης διάθεση ενός εγώ που έχει κερδίσει τη δύναμη να μην παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του και γι αυτό να ανοίγεται σε ό,τι από τους τόπους του χαρίζεται για να το ονομάσει. Θα μπορούσαν και να διαβαστούν σαν παραλλαγές στους τόπους των Τεσσάρων Κουαρτέτων του Έλιοτ αλλά στον εύχαρη τόπο μετά το μοντερνισμό που έχει σπάσει όλα τα μνημεία.
Sotirios Pastakas

Bibliotheque
Mavromateon str. 16,
6th floor
10682 Athens
Greece

tel. +30-2108223067
bibliotheque.open@gmail.com
info@bibliotheque.gr



Παστάκας, Σωτήρης

Ο Σωτήρης Παστάκας γεννήθηκε στη Λάρισα, στις 13 Δεκεμβρίου 1954. Σπούδασε ιατρική στη Ρώμη και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική στο ΨΝΑ (Δαφνί).
Από το 1985 εργάζεται ως ψυχίατρος στην Αθήνα. Είναι από τα ιδρυτικά μέλη της "Εταιρείας Έρευνας της Συμπεριφοράς" και το 1996 εξελέγη
αναπληρωματικό μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Το 1981 δημοσίευσε για πρώτη φορά τέσσερα ποιήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό "Το Δέντρο" (τεύχ. 20, Απρίλιος 1981), του οποίου υπήρξε
τακτικός συνεργάτης μέχρι το 1987. Από το 1988 είναι τακτικός συνεργάτης
του λογοτεχνικού περιοδικού "Πλανόδιον". Έχει δημοσιεύσει επίσης συνεργασίες
στα περιοδικά "Τετράδια Ψυχιατρικής", "Ο κόσμος του βιβλίου", "Το παραμιλητό", "Σπαρμός", "Ποίηση", "Μανδραγόρας", "Νέα Εστία" καθώς και στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Μεταθέσεις". Το 1994 εξελέγη μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Τον Ιούνιο 2001 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ίδρυση της "Παγκόσμιας Ποιητικής Ακαδημίας" (World Poetry Academy), στην πόλη της Βερόνας, υπό την αιγίδα της Ουνέσκο. Τον Σεπτέμβριο 2001 έτυχε φιλοξενίας στο Hawthornden Castle, Inernational Retreat for Writers, κοντά στο Εδιμβούργο. To 2002 δημιούργησε, και έκτοτε διευθύνει, τη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης www.poiein.gr.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Τόποι τόπι, Bibliotheque
(2012) Παραπάτημα στη χαρά, Μετρονόμος
(2012) Συσσίτιο, Σαιξπηρικόν
(2012) Τριλογία, Παρουσία
(2011) Προσευχές για φίλους, Σαιξπηρικόν
(2011) σώμαΜεσώμα, Απλές Εκδόσεις
(2010) Ύποπτος φυγής, Σαιξπηρικόν
(2010) Χαμένο κορμί, Μελάνι
(2009) Νήσος Χίος, Οδός Πανός
(2009) Όρος Αιγάλεω, Ενδυμίων
(2008) Χόρχε, Μελάνι
(2007) Προσευχές για φίλους, Heteron
(2006) Η μάθηση της αναπνοής σε τρεις κινήσεις, Μελάνι
(2002) Νήσος Χίος, Πλανόδιον
(2002) Ο κοινωνός των αποστάσεων, Πλανόδιον
(2001) Η μάθηση της αναπνοής, Πλανόδιον
(2001) Το αθόρυβο γεγονός, Πλανόδιον
(1999) Η μάθηση της αναπνοής, Πλανόδιον
(1997) Ο κοινωνός των αποστάσεων, Νεφέλη

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2013) Η μπάρα, Θράκα
(2011) Poste Restante, Ενδυμίων

Μεταφράσεις
(2011) Συλλογικό έργο, Ανθολογία ιταλικής ποίησης, Οδός Πανός [ανθολόγηση, μετάφραση, επιμέλεια]
(2003) Leoni, Cristiana, Η Αθήνα του Περικλή με ξεναγό τον Σωκράτη, Toubi's

Λοιποί τίτλοι
(2013) Συλλογικό έργο, Αλμανάκ Ποιείν 2012, Μετρονόμος [επιμέλεια]
(2012) Συλλογικό έργο, Αλμανάκ Ποιείν 2011, Μετρονόμος [επιμέλεια, ανθολόγηση]
(2009) Συλλογικό έργο, Ποιείν Αλμανάκ 2009, Περιοδικό "Ποιείν" [επιμέλεια]


Κριτικογραφία
Μάρτυς μου ο Θεός [Μάκης ΤσίταςΜάρτυς μου ο Θεός], http://www.poiein.gr, 12.10.2014Αγάπη γι' αυτούς που φεύγουν… [Γιώργος ΚαρτάκηςΤώρα που τα σύννεφα], "Το Ποντίκι", 12.2.2014Το παραμύθι της τετράγωνης λογικής [Χρίστος Γ. ΠαπαδόπουλοςΤο παραμύθι της τετράγωνης λογικής], diastixo.gr, 25.11.2013Έρωτας για τον ψυχίατρο [Καίτη ΒασιλάκουΑγαπημένε μου ψυχίατρε], "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", 17.8.2013Αγαπημένε μου ψυχίατρε [Καίτη ΒασιλάκουΑγαπημένε μου ψυχίατρε], diastixo.gr, 30.4.2013Η χάρη του βλέμματος [Sandro PennaΟ σκονισμένος ποδηλάτης], Περιοδικό "Ποιητική", τχ. 11, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2013Ο Συνταγματάρχης Θάνατος: η χρήση και κατάχρηση του αλκοόλ στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν, http://bibliotheque.gr, 18.2.2013Μία μοναχική αγριόχηνα: Ρένος Αποστολίδης [ΡένοςΟυλάν Μπατόρ], http://bibliotheque.gr, 21.1.2013Το κέρασμα που άργησε [Τάσος ΜελίτηςΤο κέρασμα που άργησε], diastixo.gr, 16.12.2012
http://www.biblionet.gr

Παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη με τίτλο "Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ"



"Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ",Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη

Το Βιβλιοπωλείο-café Booktalks και ο Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη έχουν την ευχαρίστηση να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη με τίτλο

"Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ"

την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014, στις 19:30,
στο χώρο του βιβλιοπωλείου
(Αρτέμιδος 47 και  Αγ. Αλεξάνδρου 58, Π. Φάληρο).

Για το βιβλίο θα συνομιλήσουν η Βιβή Γεωργαντοπούλου,
συντονίστρια της Λέσχης Ανάγνωσης Degas,
και η συγγραφέας.

Αποσπάσματα θα διαβάσει
ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Παναγιώτης Βασιλείου.

Πληροφορίες: Βιβλιοπωλείο Booktalks, τηλ.: 210 9802520.

Βιβλιοπωλείο Cafe-Booktalks (Αρτέμιδος 47 και Αγ. Αλεξάνδρου 58, Π. Φάληρο)


"H Mάχρια της Λήθης"
 Πετροπούλου-Κουντούρη Ρένα
ISBN: 978-960-14-2844-4
Αρ. σελίδων: 354
Εκδόσεις Λιβάνη
Κρήτη 1867, Λασίθι. Μες στην καρδιά της Κρητικής επανάστασης γεννιέται ένα κορίτσι, άνομος καρπός της κόρης ενός άρχοντα της περιοχής κι ενός αντάρτη.

Το νεογέννητο δίνεται για υιοθεσία σε ζευγάρι Τούρκων, εν αγνοία της οικογένειας, ενώ ο παππούς του βρέφους του χαρίζει ένα βαρύτιμο μινωικό κόσμημα, με την ευχή και την κατάρα να μην το αποχωριστεί ποτέ.

Είναι συνυφασμένο με τη μοίρα του...

Έτσι ξεκινάει η ιστορία της πανέμορφης Μάχρια, που θ’ απλωθεί στη συνέχεια και θ’ αγκαλιάσει την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β΄, την Έφεσο, το Αιγαίο πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας, τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ.

Ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, πρωτότυπο σε δομή και σύλληψη, με μια πλειάδα ηρώων, που αναπνέουν στον κοφτό ρυθμό της ιστορίας –έρμαια των παθών και των λαθών τους–, ανάμεσα από συγκλονιστικούς έρωτες, τεκμηριωμένα ιστορικά γεγονότα, περιπέτειες, ίντριγκες, μάχες και ναυμαχίες, αλλά και παριζιάνικα μπιστρό, πολυτελείς επαύλεις και αίθουσες τέχνης, συνθέτοντας την ολοζώντανη νωπογραφία μιας ολόκληρης εποχής που σημάδεψε τα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζει…


Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη
Η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης.

Είναι καθηγήτρια Σχεδίου Μόδας με μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι. Από το 2001 και μετά έχουν εκδοθεί δεκατέσσερα βιβλία της, μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιητικές συλλογές, παιδικά βιβλία (απόσπασμα βιβλίου της διδάσκεται στην Ε΄ Δημοτικού) και παιδικό θέατρο. Είναι συντονίστρια του Λογοτεχνικού Κύκλου Ηρακλείου. Τηλεόραση, ραδιόφωνο, άρθρα, βιβλιοκριτικές, παρουσιάσεις έργων Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών και συνεχείς επισκέψεις σε σχολεία συγκαταλέγονται στο ενεργητικό της.
Πρόσφατα το παραμύθι της Αζίρ (συμμετοχή στο πρόγραμμα του Δήμου Ηρακλείου και της ομάδας βιβλίου του Συλλόγου Εκπαιδευτικών «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος», με θέμα το σχολικό εκφοβισμό) έγινε ταινία μικρού μήκους από τους μαθητές της Στ’ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Μεγάλης Βρύσης Ηρακλείου.

Έργα της:
Μυθιστορήματα
Με τον Ίσκιο σου Αντήλιο (2001)
Απορρίπτεστε Λόγω Πάχους (2002)
Ζωή Ερήμην (2004)
Στο Δρόμο με τις Πικροδάφνες (2007)

Παιδική λογοτεχνία

Σοφούλης ο Ψαλιδούλης - Μια Φοβερή Ανακάλυψη (2003)
Σοφούλης ο Ψαλιδούλης - Οι Ολυμπιακοί Αγώνες (2003)
Σοφούλης ο Ψαλιδούλης - Αποστολή στο Διάστημα (2003)
Σοφούλης ο Ψαλιδούλης - Η Περιπέτεια του Αϊ-Βασίλη (2003)


Διηγήματα

Μια Σοκολάτα Αμυγδάλου Σού Φέρνει Ευτυχία (2009)

Ποίηση

Έρωτας σε Χρόνια Οδύνης (2006)
Όνειρα Ασύνορα (2009)
Στον Κήπο της Μνήμης (2011)
Τα Νεαρά Ποιήματα (2013)
Τα Χαϊκού Μιας Μέρας
και Μιας Νύχτας (2013)

Θεατρικό έργο για παιδιά

Τα Επαγγέλματα που Χάνονται (2003)

Επικοινωνία με τη συγγραφέα:
Ε-mail: renapetropoulou@gmail.com
http://renapetropoulou.blogspot.com

Βιβλιογραφία
H Mάχρια της Λήθης
H Mάχρια της Λήθης (ψηφιακό βιβλίο)

"Η Μάχρια της Λήθης",Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη
δημοσίευση στο blog Λέσχη ανάγνωσης Degas http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr από τη  Βιβή Γ. 

Βιβή Γεωργαντοπούλου  :
Όταν η ιστορία δεν γράφεται,γίνεται παραμύθι.Γίνεται όνειρο με θαμμένους θησαυρούς,με πετρωμένους ναούς,ναυάγια και μάχες,ώσπου κάποτε με την σκαπάνη της μελέτης και της γραφίδας βγαίνει τ΄όνειρο αληθινό και το παραμύθι γίνεται μυθιστορία.(Ρ.Π.Κ)



Πράγματι,δεν είναι καθόλου εύκολο να γράψει κάποιος,όσο ταλαντούχος κι αν είναι,ένα μεστό και σοβαρό ιστορικό ερωτικό μυθιστόρημα κρατώντας όχι την επιβεβλημένη φόρμα ή τους ποικίλους τεχνικούς κανόνες του,μα ισορροπία και μέτρο σε όλα εκείνα που εκ των πραγμάτων πρέπει συνεχώς να ενώνει,τις ιστορικές αλήθειες δηλαδή και το δικό του υλικό,αυτό που γεννά η φαντασία και το ταλέντο του .
Δεν είναι καθόλου εύκολο να είναι αισθησιακή και ερωτική, όχι όμως χυδαία, η γραφή του όταν αναφέρεται στους έρωτες ανθρώπων που στην πορεία της ζωής τους όντας στο μέσο ιστορικών γεγονότων δοκιμάζονται σκληρά.Δεν είναι καθόλου εύκολο να είναι άμεση και ανθρωποκεντρική και όχι ένα ακόμα βαρετό,εθνικοπατριωτικό μελό βγαλμένο από κονσέρβες χιλιανοιγμένες ήδη από δεκάδες άλλους.Δεν είναι καθόλου εύκολο να μπορεί να σκιαγραφήσει πειστικά μια γυναίκα που έζησε σε εποχές συνταρακτικές ενώ ακόμα (και) στον (δυτικό κόσμο) η χειραφέτησή της δεν ήταν κάτι δεδομένο.
Η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη ανήκει στην κατηγορία εκείνων των λογοτεχνών που δεν τους περιορίζουν οι Συμπληγάδες του είδους.Συνθέτει ένα ισορροπημένο και καλά δομημένο έργο αδιαφορώντας για συνταγές και κλισέ επιτυχίας και εστιάζοντας με διεισδυτικότητα στην ζωή της νεαρής ηρωίδας της.Της αξίζει κάθε έπαινος για την καθαρή της ματιά,αυτή που διατρέχει όλο το κείμενο και με την οποία φιλτράρει στοχαστικά την εκτεταμένη χρονικά εποχή-περίπου τριάντα ολόκληρα χρόνια- στην οποία τοποθετεί τα καταιγιστικά δρώμενα.
Η συγγραφέας ενώνει πολύ επιδέξια ιστορία και μύθο,αλήθεια και φαντασία πλάθοντας ήρωες που αν και έρχονται από συγκυρίες αλλοτινές-το ιστορικό παρελθόν θα είναι πάντα ελκυστικό σαν αφορμή για καλή λογοτεχνία-είναι εν τούτοις σοφά ενταγμένοι σε μια αφηγηματική ροή που το ενδιαφέρον της δεν μειώνεται πουθενά.Μάλιστα ο σημερινός αναγνώστης ο οποίος οφείλει να είναι αυστηρός και απαιτητικός εκ των πραγμάτων και λόγω της εκδοτικής πλημμυρίδας που μπορεί να τον αποπροσανατολίσει,θα νιώσει οικείους τους ήρωες και με κάποιους από αυτούς θα ταυτιστεί.Η ταύτιση είναι βεβαίως πάντα ένα βασικό ζητούμενο αλλά μαζί είναι και μεγάλη παγίδα.Θέλει μέτρο και μαστοριά και η συγγραφέας τα διαθέτει αμφότερα.

Η γοητεία της γραφής βρίσκεται κατ΄εμέ κυρίως στην θεατροποίηση-ας το πω αδόκιμα έτσι-της όλης ιδέας κι αυτή η θεατροποίηση είναι,αν την εκλάβουμε ως τεχνική αφήγησης,μια δύσκολη τεχνική που συνεπάγεται άμεση ταύτιση ,προκαλεί έντονη ανάπτυξη συναισθημάτων στον αναγνώστη που φτάνει στο να συμπάσχει στα των ηρώων και αυτήν την φόρμα αφήγησης πρόκρινε έναντι όσων έχουμε συνηθίσει η συγγραφέας ρισκάροντας και τελικά κερδίζοντας τις εντυπώσεις : βάζει τους ήρωές της-alter ego σε πολλές περιπτώσεις ο ένας του άλλου, έρμαια κι αφέντες ταυτοχρόνως του ίδιου τους του είναι-σαν ηθοποιούς πάνω σε σκηνή θεάτρου να αφηγούνται με τις οδηγίες της μα σε πρώτο δικό τους πρόσωπο ,εκφέροντας τον δικό τους λόγο, που είναι ανάλογος με την προσωπικότητα και την κοινωνική θέση που έχει καθένας στην δεδομένη ιστορική συγκυρία κι αυτό γίνεται με εναλλασσόμενους,πυκνούς μονολόγους που δεν πλατιάζουν σε κανένα σημείο.Τα κείμενα συνδέονται μεταξύ τους αρμονικά και οι λίγοι διάλογοι ενσωματώνονται σ΄αυτά,απορροφώνται θαρρείς,αποτελώντας το αλατοπίπερο όταν και όπου χρειάζεται.


Η λεπτεπίλεπτη κεντρική ηρωίδα,η Μάχρια,κουβαλάει ένα βαρύ παρελθόν στην διαμόρφωση του οποίου η βούλησή της δεν έπαιξε κανένα ρόλο,άλλοι όρισαν την μοίρα της και μ΄αυτό σαν καλό και συνάμα κακό εφόδιο βυθίζεται σ΄έναν έρωτα σκοτεινό,εκείνον της προσκόλλησης σ΄έναν άντρα που δεν μπορεί να την νιώσει και να την (εκ)τιμήσει σωστά γιατί κι αυτός κουβαλάει μια κουλτούρα,που παρά τα σημεία υπεροχής απέναντι στην δική της-έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε κάθε τι ανατολίτικο φολκλόρ μεν οπισθοδρόμηση δε -γίνεται βαρίδι στην ζωή του και τον τραβάει κι εκείνον χαμηλά.
Η κάποτε εύθραυστη κοπελίτσα γλυτώνει από τον φερετζέ και όχι μόνον απ΄αυτόν χάρη σ΄έναν άντρα -τον θετό της θείο κι αργότερα πατριό,τον ανοιχτόμυαλο πολυταξιδεμένο Τούρκο καπετάνιο Σουκρού -φοράει μέχρι και φίνα,αποκαλυπτικά παριζιάνικα φουστάνια,μαθαίνει γλώσσες και γράμματα κόντρα σε προκαταλήψεις πολλών αιώνων,επαναστατεί,ανακαλύπτει εξαίσιους κόσμους μα επίσης εξαιτίας ενός άντρα- τον υποτίθεται άλλης νοοτροπίας Γάλλο διπλωμάτη Ζακ Μερσό-πέφτει σε αντιφάσεις συμπεριφοράς, έξεις και ποικίλες αδυναμίες από τον έρωτά της γι αυτόν,αρχικά διαψεύδεται και ηττάται κατά κάποιον τρόπο ευρισκόμενη στην δεινή θέση να δοκιμάζεται ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο κουλτούρες που συγκρούονται σφοδρά αλλά παραδόξως συγκλίνουν σε κάτι: στις ίδιες ρατσιστικές απέναντι στις γυναίκες προκαταλήψεις, αν και τις εκφράζουν διαφορετικά η κάθε μια.
Ο Ζακ του μυθιστορήματος,ένας γοητευτικός Παριζιάνος ,γνήσιος μποέμ της εποχής του ως το κόκαλο,ηδονιστής,μπον βιβέρ,διανοούμενος,ιδιοτελής και μαζί τρωτός κι ο ίδιος και τόσο μα τόσο ανθρώπινος κι αυτός με οδήγησε σχεδόν από την αρχή της σκιαγράφησής του στον Λιούις της εξαιρετικής νουβέλας του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα Πωλ Μοράν, "Λιούις και Ειρήνη" και ιδού γιατί θεωρώ την κάθε ανάγνωση σαν ένα ξεχωριστό μονοπάτι που οδηγεί σ΄ένα άλλο και αυτό σ΄ένα τρίτο και πάει λέγοντας ή μάλλον διαβάζοντας!
Είναι εκπληκτικό το πως επικοινωνούν τα βιβλία κι οι ήρωές τους, δηλαδή οι κόσμοι και οι εποχές των ανθρώπων και η σοφία τους,η εμπειρία,η γνώση,ζυμωμένα κι εκφρασμένα μέσα από την Τέχνη σαν ελάχιστη αποτύπωση ,ξόρκι και φυλαχτό μα και ύψωση αναστήματος απέναντι στα κοινά και σπουδαία που τους ενώνουν και τους χωρίζουν στο πέρασμά τους από το τεράστιο, μυστηριακό, υπέροχο Σύμπαν μας :την ζωή και τον θάνατο.
Στον αντίποδα του Ζακ και γενικότερα των ανδρών και γυναικών του Παρισιού και την κυρίαρχη αντίληψη για το γυναικείο φύλο-οι γυναίκες κι εκεί διεκπεραιώνουν ρόλους,είναι δηλαδή σύζυγοι ή δούλες ή ερωμένες,κοινωνοί και οι ίδιες αυτής της εναντίον τους στρεφόμενης ανδροκρατικής σκέψης-βρίσκεται η Μάχρια,εκλεπτυσμένη,γυναικεία φιγούρα,που εκείνη τελικά παρά τις περιπέτειές της βρίσκει την εσωτερική δύναμη να κατανοήσει βαθύτερα τον κόσμο,την ζωή και τον θάνατο ή τουλάχιστον να παλέψει μη σταματώντας να κάνει το πιο βασικό:να μαθαίνει,να αποζητά εμπειρίες,να σκέφτεται,να επεξεργάζεται κριτικά την πολύτιμη ελευθερία,που η ίδια με τις δικές της πράξεις και τις συνέπειές τους αποκτά.

Επιστρατεύοντας την οξυδερκή ματιά της χειραφετημένης γυναίκας της εποχής μας,που μπορεί να είναι και δυναμική και ευαίσθητη και παράλληλα να μην διαπραγματεύεται την θηλυκότητά της,η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη προσφέρει στο κοινό ένα πολύπτυχο ιστορικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Λιβάνη* εμπνεόμενη από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους στα Βαλκάνια αρχίζοντας από την Κρήτη και πετυχαίνει με αβίαστη γλωσσική άνεση να εμφυσήσει πνοή στα πρόσωπα της δικής της αφήγησης,αυτά που υποφέρουν σε ατομικό επίπεδο πολλαπλάσια την βία και τις αντιφάσεις των καιρών τους,γιατί αφήνονται σε καταστάσεις και οδηγούνται από συμπτώσεις και πάθη ,σε άλλες περιπτώσεις στην τελική λύτρωση και άλλες,τις περισσότερες, στην καταστροφή.

Με κέρδισε λοιπόν η έντιμη,η στρωτή,ευφάνταστη και χωρίς επιθετικούς διαλόγους,η γενναιόδωρη προς το ευρύ αναγνωστικό κοινό** αυτή γραφή και με συγκίνησαν και πολλά-λιγότερο φανερά- στοιχεία της γραφής,για παράδειγμα το ότι η συγγραφέας δεν προσπάθησε να παλαιώσει το κείμενό της τεχνηέντως με μεγαλόστομες, ακαταλαβίστικες λέξεις που θα "φώναζαν" τις γνώσεις που από την πασίδηλη έρευνα που έχει προηγηθεί αποκόμισε αλλά που θα υπονόμευαν την μυθοπλασία και επέλεξε να συγγράψει κείμενο που ανασαίνει και βγάζει διαρκώς στην επιφάνεια την κριτική διάθεση που χρειάζεται η ανάγνωση της ιστορίας από την θέση του ανθρώπου του 21ου αιώνα.Το θεωρώ όλο αυτό λογοτεχνική αρετή και συγγραφική τόλμη.

Πιστή στην Βιβλιονέτ και στον μόχθο και το μεράκι που των ανθρώπων που την κρατούν προσβάσιμη και λειτουργική αντιγράφω απ΄αυτήν εν είδει περίληψης το σχετικό κείμενο που φιλοξενείται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Κρήτη 1867, Λασίθι. Μες στην καρδιά της Κρητικής επανάστασης γεννιέται ένα κορίτσι,άνομος καρπός της κόρης ενός άρχοντα της περιοχής κι ενός αντάρτη. Το νεογέννητο δίνεται για υιοθεσία σε ζευγάρι Τούρκων,εν αγνοία της οικογένειας,ενώ ο παππούς του βρέφους τού χαρίζει ένα βαρύτιμο μινωικό κόσμημα,με την ευχή και την κατάρα να μην το αποχωριστεί ποτέ.Είναι συνυφασμένο με τη μοίρα του...Έτσι ξεκινάει η ιστορία της πανέμορφης Μάχρια, που θ' απλωθεί στη συνέχεια και θ' αγκαλιάσει την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β΄, την Έφεσο, το Αιγαίο πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας,τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ.
Στο προλογικό της σημείωμα η Ρένα Πετροπούλου γράφει και φυσικά την τιμά που είναι τόσο ξεκάθαρη:

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι προϊόν μυθοπλασίας, όπως και η πλοκή.Όπου εμφιλοχωρούν πραγματικά γεγονότα ή πρόσωπα,έχει γίνει προσπάθεια να ανταποκρίνονται με όσο το δυνατόν περισσότερη ακρίβεια στην ιστορική πραγματικότητα.Προς χάριν της αφήγησης προκρίθηκε ένας ουσιαστικός αναχρονισμός,που αφορά την ανασκαφή στην αρχαία Ελεύθερνα (νεκρόπολη πρωτομινωκών και αρχαϊκών χρόνων,η οποία βρίσκεται στο Ρέθυμνο,στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη).Στην πραγματικότητα,πρόκειται για πολύ μεταγενέστερη ανασκαφική εργασία.
Η συγγραφέας είναι πολυγραφότατη (θα αναφερθώ σύντομα και στα ωραία ποιήματά της,που μου ζέσταναν απίστευτα την καρδιά) και δραστηριοποιείται λογοτεχνικά και κοινωνικά στο Ηράκλειο της Κρήτης και το αναφέρω επαινώντας την γι αυτό, όπως επαινώ κι όλους εκείνους τους υπέροχους, καλλιεργημένους ανθρώπους που προσπαθούν να εκφραστούν καλλιτεχνικά εκτός Αθήνας.Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που προσφέρει και είναι πολύ εγωιστικό να τον ξεχνάμε.

Αγαπητή Ρένα,πρέπει να σ΄ευχαριστήσω*** που μου πρόσφερες τον λογοτεχνικό σου μόχθο και σου χρωστώ μία όμορφη ημέρα στο ταπεινό μου σπιτάκι της Σαλαμίνας το κρυμμένο στα δέντρα και την γαλήνη της εξοχής, μέρα που κύλησε για μένα ήσυχα,ειρηνικά κι εκτός των άλλων και με ωραίο ταξίδεμα μέσα από το δικό σου βιβλίο σε άλλα που έχουν προηγηθεί και για τα οποία επίσης δεν ένιωσα ότι σπατάλησα τον χρόνο μου,βιβλία που άφησαν στην μνήμη έντονα τα χνάρια τους, νιώθοντας- και εκείνη την μέρα- τυχερή για τον τόπο στον οποίο ζω και ξεχνώντας για λίγο,αλλά όχι θάβοντας την οργή, το πώς οι εκάστοτε ταγοί της πολιτικής και του χρήματος θυσιάζουν κι αυτόν και μας και τους λαούς του κόσμου ρίχνοντάς μας σε πολέμους οικονομικούς και κυριολεκτικούς σαν τους τόσους που μαίνονται και αυτή την στιγμή στον πλανήτη μας...

*Από τις εκδόσεις Λιβάνη είχε κυκλοφορήσει και το αριστουργηματικό μυθιστόρημα "Το Άλικο και το Λευκό" του Michel Faber,ένα από τα πιο αγαπημένα μου αναγνώσματα τα τελευταία χρόνια(αν όχι το πιο αγαπημένο) που έχει εξαντληθεί πια και κάποιος πρέπει να φροντίσει να επανεκδοθεί.

**Χαίρομαι όταν γράφεται καλή λογοτεχνία που είναι εύκολο να διαβαστεί από τον πολύ κόσμο.Τι ζόρι τραβάνε ορισμένοι με το ευρύ αναγνωστικό κοινό και από την μια το κολακεύουν (πελάτης γαρ) και από την άλλη το βρίζουν αδυνατώ να καταλάβω.

***Δεν γνώριζα προσωπικά την συγγραφέα όταν τα έγραφα αυτά -και δεν έχω αλλάξει ούτε λέξη, πιστέψτε με-αλλά τα ίχνη της στην αφήγηση και την τηλεφωνική επαφή που είχαμε κάποια στιγμή με δική της πρωτοβουλία και την ευχαριστώ γι αυτό μου άφησαν έντονη την αίσθηση ότι διάβασα το βιβλίο μιας ευγενικής και ταλαντούχας γυναίκας,που δεν θα την ενοχλούσε οικειότητα διαδικτυακή εκφρασμένη στον ενικό.Γνωριστήκαμε στην συνέχεια περισσότερο,πάντα τηλεφωνικώς,είπαμε πολλά και διάφορα ενδιαφέροντα και νιώθω ότι απέκτησα μια νέα φίλη με την οποία μας ενώνουν πολλά κοινά.

Όταν μου ζήτησε να παρουσιάσω το βιβλίο της τα έχασα λιγάκι,όμως δέχτηκα θεωρώντας το τιμή μου και το εννοώ.Και έτσι στις 7 Νοέμβρη η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη θα είναι στην Αθήνα και στο πιο ωραίο βιβλιοπωλείο-καφέ των νοτίων περιοχών θα μαζευτούμε παλιοί και νέοι φίλοι και θα μιλήσουμε με την γλυκύτατη και πολυγραφότατη λογοτέχνιδα για την "Μάχρια" και όχι μόνο .
Δημοσιεύτηκε 13 hours ago από τον χρήστη