Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής με τίτλο «Νήματα ζωής» της ποιήτριας Μελίτα Αδάμ


Η Άνεμος εκδοτική και η Μελίτα Αδάμ 
σας προσκαλούν στην παρουσίαση 
της ποιητικής της συλλογής με τίτλο «Νήματα ζωής».

Για την ποιήτρια και το έργο της θα μιλήσουν 
η ποιήτρια Σοφία Στρέζου 
και ο ποιητής Χρήστος Παπουτσής.

Αποσπάσματα από τη συλλογή 
θα αποδώσει η ηθοποιός Θέκλα Μαντέλη.

τη Δευτέρα 10 Νοεμβρίου, στις 6:30 μ.μ. 

✔ «Στου Στράτου» • Φωκίωνος Νέγρη 57, τηλ.: 210 86 28 187

Για περισσότερες πληροφορίες:
Άνεμος εκδοτική • Αιγίνης 14 • Αθήνα • τηλ.: 210 82 23 574, anemosekdotiki@yahoo.gr

• www.anemosekdotiki.gr


Νήματα ζωής
Ποίηση
Μελίτα Αδάμ
Άνεμος Εκδοτική, 2014
72 σελ.
ISBN 978-960-9585-45-3

"Περιόρισα τα θέλω
Ο χώρος άδειασε
Εκείνη έφυγε
Κυρτωμένη, μισή
Βοή, αντάρα
Θλίψη
Ο ήλιος έδυσε
Απόλυτη ησυχία
Πόνεσα
Έζησα
Νήματα ζωής
Οι χαρές της νιότης
Εσύ κι εγώ" Μελίτα Αδάμ







Αδάμ Μελίτα
Η Μελίτα Αδάμ γεννήθηκε το 1936 από πρόσφυγες Μικρασιάτες γονείς Ζει στην Κυψέλη όπου παντρεύτηκε τον Γιάννη Αδάμ και έχει δύο κόρες. Σπούδασε Οικονομικά και εργάστηκε σε μεγάλους οργανισμούς και ασφαλιστικές εταιρείες επί σειρά ετών. Ασχολείται ενεργά με τα κοινά και με τον Οδηγισμό. `Εχει γράψει πέντε ποιητικές συλλογές, νουβέλες, αφηγήματα και θεατρικά έργα. Το: "Ιστορίες από τη γειτονιά μου και.. λίγο παράπερα, Κυψέλη 1919-1959" είναι ένα έργο ζωής που ολοκληρώθηκε μέσα από έρευνα δέκα και πλέον χρόνων.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Νήματα ζωής, Άνεμος Εκδοτική
(2013) Αγαπώ την Κυψέλη, Ημερολόγιο 2014, Ζαχαράκης Κ. Μ.
(2013) Ιστορίες από τη γειτονιά μου και... λίγο παραπέρα, Ζαχαράκης Κ. Μ.
(2007) Παιχνίδια φόβου, Δωδώνη Εκδοτική ΕΠΕ


Η ίδια γράφει ως βιογραφικό της τις 16 Ιουλίου 2013 :

 ΜΕΛΙΤΑ ΑΔΑΜ " ΕΡΓΑ ΜΟΥ "

Γεννήθηκα το 1936 από πρόσφυγες Μικρασιάτες γονείς. Ζω στην Κυψέλη όπου παντρεύτηκα τον Γιάννη Αδάμ και έχω δύο κόρες. Σπούδασα Λογιστικά και εργάστηκα σε μεγάλους οργανισμούς και ασφαλιστικές εταιρείες επί σειρά ετών. Ασχολούμαι ενεργά με τα κοινά και με τον Οδηγισμό. Έχω γράψει πέντε ποιητικές συλλογές, νουβέλες, αφηγήματα και θεατρικά έργα. Το: "Ιστορίες από τη γειτονιά μου και..λίγο παραπέρα, Κυψέλη 1919-1959", είναι ένα έργο ζωής που ολοκληρώθηκε μέσα από έρευνα δέκα και πλέον χρόνων. ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ ΑΔΑΜ: - Ειμαρμένη, Ποιήματα (1984) - Γιαγιά Μέλη, Αφηγήματα (1996) - 60 χρόνια Οδηγισμού στη Νέα Φιλαδέλφεια (1996) - Βήματα στην ομίχλη, Ποιήματα (1997) -Αφιέρωμα στον Πατέρα, Μπροσούρα (1999) - Για τη γιορτή σου Μητέρα, Μπροσούρα (2000) - Αφιέρωμα στη γυναίκα, Μπροσούρα (2002). - Ψηλαφώ την ψυχή μου, Ποιήματα (2004) - Η ζωή μου στο χαμάμ, Νουβέλα (2005) - Παιχνίδια φόβου, Αφηγήματα (2007) - Ανεκδήλωτος λυγμός, Ποιήματα (2009) - Το αλφαβητάρι της ψυχής, Ποιήματα (2010) - Ιστορίες από την γειτονιά μου και...λίγο παραπέρα, Κυψέλη, 1919-1959 (2012) ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ: - Άσπα, Μυθιστόρημα - Τέσσερις πράξεις μια ζωή, Μονόπρακτα - Όνειρο Χρόνου, Ποιήματα - Ιστορίες δρόμου - Οικονομαγειρέματα-Οικοοικονομία - Σκόρπια φύλλα ημερολογίου Γεννήθηκα: 7 Μαίου 1936 Αναγεννήθηκα: 4 Απριλίου 1984 Έζησα: Σε πνευματική εξορία 30 τόσα χρόνια. Επανεντάχθηκα: Στη ζωή το 1990 Σήμερα υπάρχω: ...Γι' αυτό γράφω. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: 6983403025


Έρωτας


Έρωτας, η δύναμη της ζωής.

Ποτέ δεν τον είδα ως παιχνίδι ή διασκέδαση.

Ποτέ δεν αρκέστηκα στις χαρές του.

Ποτέ δεν περιορίστηκα σε στιγμές ευτυχίας.

Δούλεψα για τον έρωτα

μελέτησα τους κινδύνους που τον απειλούσαν

τους ξόρκισα.

Εμβάθυνα στον εαυτό μου

θωράκισα τη σχέση μου.

Δέχτηκα το ταίρι μου όπως ήταν.

Με δέχτηκε όπως ήμουνα.

Τυλίχτηκα στη φλόγα της αγάπης

έγινα δάδα, φώτιζα τις σκοτεινές νυχτιές

ταξίδεψα σ΄ έναστρους ουρανούς

κολύμπησα σε σκοτεινά νερά.

Έζησα περιόδους πάθους.

Αλήθεια, το τέλειο πόσο αντέχει;

Ακριβώς τότε ήρθε το ανέκκλητο τέλος.

Από τότε ζω και κινούμαι με αθόρυβη αναπνοή

ως άλλος ασκούμενος γιόγκα

χάνομαι στη θύελλα που λυσσομανά εντός μου

αδιαφορώ για ό,τι γύρω μου συμβαίνει.

Παραπαίω μέσα στην καθημερινότητα

ψάχνω κάπου να στηριχτώ. 

(Πέρασαν 52 μήνες - 1560 μέρες)

H κόκκινη ομπρέλα


Όποτε υποτάξεις τη μοναξιά σου

γύρισε πίσω

Εκεί, στο σταυροδρόμι 

που συναντιέται

το χθες με το τώρα

Όπου οι αναμνήσεις

χορταριασμένες

κίτρινες, θαμπές πεθαίνουν.



Δεν πειράζει

το ξέρω ότι...

πούλησα το παρελθόν

για μία σταγόνα βροχής

Η πόρτα τού χθες έκλεισε

Η μπόρα παρέσυρε τα όνειρα

Παντού λασπόνερα.

Οι δύο τους

κάτω από την κόκκινη ομπρέλα

δεν μιλούν

Οι λέξεις τέλειωσαν

Η σιωπή δίχως ήχους

ψέλνει ύμνους αγάπης.



Να εκεί, στην μέση τού δρόμου

κάτω από την κόκκινη ομπρέλα

οι δύο τους

χάραξαν το αύριο

Ο αέρας δυνάμωσε

Παρέσυρε τα πάντα.



Εκείνοι βυθισμένοι

στην άηχη κουβέντα τους

κινούν τα χέρια

σ’ ένα ταξίδι περιπλάνησης. 



Τα κορμιά συνταράσσονται

Κεραυνοί πάθους

σχίζουν τα ρούχα.

τα πόδια λυγίζουν

υποκλίνονται κι αυτά στον έρωτα

Γονατίζουν δίπλα στην προβλήτα

Πάνω στα φύκια

που σώριασε το κύμα.



Μετουσιώθηκαν

σ’ άλλη διάσταση

και εξυμνούν

με σιγόντο

τις πράσινες σταγόνες τής βροχής

τον έρωτα

τον γιο τής Αφροδίτης

το θεό τού έρωτα.


Όλα χάθηκαν...


Το φεγγάρι μέστωσε

ολόγιομο φωτίζει

τη γκριζόμαυρη γη

μ΄ ανθρώπους άλαλους


μπροστά στη συμφορά.

Όλα κάηκαν χωρίς έλεος.

Στάχτες σκορπίστηκαν παντού.

Πάει ο Όλυμπος το σπίτι των Θεών.

Πάει η Επίδαυρος

ο αφαλός της Ελλάδας.

Κάηκε η Αρχαία Μεσσήνη.

Πάει το Μοναστήρι.

Στάχτες και κουρνιαχτό

γέμισε η Πεντέλη.

Πάει κι ο Αϊ Σίλας.

Χάθηκε το δάσος.


Οι Νηρηίδες και οι Σάτυροι

ολόγυμνοι αλαλάζουν.

Δεήσεις με πάθος

στα ξόανά τους κάνουν

θυσίες αίματος προσφέρουν.

Ο άγγελος

το πέμπτο σάλπισμα ηχεί

κι ήρθε η φωτιά τα πάντα

να εξαγνίσει

κι όλα τα ποταπά

όλα τα θλιβερά

μέσα σε στάχτες

κι αποκαΐδια να βυθίσει.



Οι άνθρωποι έντρομοι

πετούν τ΄ αγαθά

και καταπώς τους γέννησε η φύση

μοιρολογούν

τα όσα δεν πρόφτασαν να κάνουν

τα όνειρα που θάφτηκαν

το βιός τους που χάθηκε.



Παρουσίαση του βιβλίου «ΤΑ ΑΚΟΡΝΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ» της Νίκης - 'Αννας Παπουλάκου


Παρουσίαση του βιβλίου «ΤΑ ΑΚΟΡΝΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ» της Νίκης Παπουλάκου
Συγκεντρωτική Έκδοση Ποιημάτων από τις Εκδόσεις «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ»

Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Γιάννης Κανατσέλης Αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Η Φωνή των Πειραιωτών»
Σύντομη αναφορά στο βιβλίο και τη Συγγραφέα από τον Ευάγγελο Ανδρέου, Συγγραφέα και Πρόεδρο
του Ευρωπαϊκού Κέντρου Τέχνης

Θα απαγγείλουν οι ηθοποιοί:
Κλεοπάτρα Ροντήρη
Κατερίνα Σουβλή
και η Λογοτέχνις
Ντόρα Μανατάκη
Θα προβληθούν βίντεο με τραγούδια
Επιμέλεια βραδιάς
Νίκος Ζάβρας, υπεύθυνος των Εκδόσεων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ»

Η εκδήλωση πραγματοποιείται τη Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014 στις 19:00 στο Πολιτιστικό κέντρο Φλοίσβος με την αιγίδα του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, στα πλαίσια της ατομικής έκθεσης της εικαστικού και προέδρου της ΤΕΧΝΟΣΦΑΙΡΑΣ Βασιλικής Ταμπούρη.

Tο εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί έργο του εικαστικού Γιώργου Βασιλείου με τίτλο ''ΖΕΦΥΡΟΣ''
Πρόκειται για μια συγκεντρωτική έκδοση 101 ποιήματων.

https://www.youtube.com/watch?v=nLRQdIGqioE

Ο ποιητής κριτικός Λογοτεχνίας Δημήτρης Ι. Καραμβάλης αναφέρει μεταξύ των άλλων στο προλογικό του σημείωμα :

"Οι στίχοι της Νίκης Παπουλάκου είναι συγκλονιστικοί. Εκφράζουν το νόημα και το απόσταγμα των συναισθημάτων της δημιουργού, που χρόνια τώρα μας δίνει καθάριους και λαγαρούς στίχους, που διεισδύουν στον πυρήνα της ψυχής! Είναι γνήσιοι, ανεπιτήδευτοι, ανταποκρίνονται σ” αυτά που ζητά ο ακροατής.

Μια σύντομη ιστορία, ένα γεγονός, μία κίνηση μέσα απ” τα φύλλα της καρδιάς, γίνεται τραγούδι, ρίζα, σπόρος και μπόλιασμα στα χέρια του έμπειρου συνθέτη. Καταξιωμένοι μουσικοσυνθέτες έχουν εμπνευσθεί από την στιχουργική δεινότητα της κι έχουν καταθέσει ποιοτικά κομμάτια. Εδώ ο στίχος τελεί σε αγαστή συμπόρευση με τη μελωδία κι ο ακροατής χαίρεται το τραγούδι που ανανεώνει τον χώρο και τον χρόνο!

Γνήσια, ρομαντική και συναισθηματική η Νίκη Παπουλάκου, που κατορθώνει οι στίχοι της να είναι ταυτόχρονα και μία ποίηση βάθους και κατάθεσης ψυχής. Παράλληλα άξιοι ερμηνευτές έχουν αποδώσει τους στίχους της με ξεχωριστή ευαισθησία. Τέτοια ποίηση μας χρειάζεται για ένα ταλαιπωρημένο κοινό, που χρόνια τώρα έχει κουραστεί να ακούει στίχους – καρμπόν, ευτελείς, που κρατούν για λίγους μήνες κι ύστερα ξεχνιούνται.

Η Νίκη Παπουλάκου είναι στιχουργός και ποιήτρια συγχρόνως κι όχι στιχοπλόκος και ανανεώνει την παράδοση, που έχει σπάσει τις τελευταίες δεκαετίες. Παλαιότερα ο λαός τραγουδούσε την ποίηση (π.χ. Την Ανθισμένη Αμυγδαλιά του Γ. Δροσίνη). Πιστεύουμε πως πραγματικά άξιζε τον κόπο να εκδοθούν τούτες οι δημιουργίες, για να λάβει γνώση ο αναγνώστης του συγκεκριμένου corpus του έργου της, που δεν εξαντλείται! Αστείρευτη πηγή, έξυπνος και ευρηματικός ο στίχος, με ιδανικά και οράματα, μια άξια κάθε προσοχής και επαίνου εργασία, από μία πολυβραβευμένη στην Ελλάδα και το Εξωτερικό δημιουργό, που καταθέτει πλούσιο τον οβολό της στον ευαίσθητο παλμογράφο του στίχου.

Στίχοι γραμμένοι με γνήσιο πάθος και καλλιέπεια. Η Νίκη-Άννα (Νιάννα) Παπουλάκου, έχει όλα τα προσόντα και αυτή η έκδοση είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να γνωρίσουν και να εκτιμήσουν δεόντως το έργο της όλοι αυτοί που ασχολούνται με τη σύγχρονη Ελληνική μουσική.

Στίχος που ανανεώνει την παράδοση, σέβεται τον ακροατή και λειτουργεί σε βάθος!"
Πηγή : http://www.fonipeiraioton.gr


»ΤΑ ΑΚΟΡΝΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ» Ποιητική συλλογή της Νίκης Παπουλάκου
Posted by Φωνή Πειραιωτών | On 27 Σεπτεμβρίου,2014 | In ΑΠΟΨΕΙΣ
http://www.fonipeiraioton.gr



«Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Τέχνης της Ελλάδος, χαιρετίζει την έκδοση του νέου βιβλίου της ποιήτριας Νίκης Άννας Παπουλάκου «Ακόρντα της καρδιάς», που αποτελεί μιά ακόμα ευγενική λογοτεχνική κατάθεσή της στη βιβλιογραφία του είδους. Η Νιάννα, από τα νεανικά της χρόνια δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γραφίδα, που την κινούν οι εμπνεύσεις και η ευαισθησία της. Υπηρετεί με ευθύνη και συνέπεια ΚΑΙ τον δημοσιογραφικό λόγο.

Ο στίχος της, σμιλεμένος με μαστοριά, έγινε πολλές φορές τραγούδι από επιφανείς μελουργούς, κυκλοφόρησε στη δισκογραφία και παρουσιάσθηκε σε πλήθος δημόσιων εκδηλώσεων προσφέροντας στη δημιουργό βραβεύσεις και διακρίσεις, μάλιστα και εκτός της Ελλάδος. Τα ποιητικά και γενικώς ποιοτικά λογοτεχνικά στοιχεία του έργου της, της δίδουν την δίκαιη καταξίωση και αναγνώριση καθώς από χρόνου μακρού διακεκριμένοι άνθρωποι των γραμμάτων την ετίμησαν με την ευνοϊκή κριτική τους, αλλά και στήλες του τύπου συχνά ασχολήθηκαν με την δραστήρια παρουσία της στον πολιτισμό.

Σφίγγουμε και αυτή τη φορά το χέρι της Νιάννας και της ευχόμαστε να έχει πάντοτε πλούσια την παροχή του πενυματικού φωτός που την εμπνέει.

Συγχαίρουμε και την Εφημερίδα «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ» που έκδωσε την όμορφη αυτή ποιητική συλλογή και έδειξε για μια ακόμα φορά ότι βρίσκεται κοντά στον Πνεύμα και τον Πολιτισμό.

Ευάγγελος Ανδρέου
Συγγραφέας – Αισθητικός των Καλων Τεχνών
Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Τέχνης

Διαβάστε ποιήματα από διάφορες ποιητικές συλλογές της Νίκης Άννας Παπουλάκου στο Λογοτεχνικά Αναλόγια : http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr/2014/11/blog-post_65.html

Ποιος το περίμενε Ελληνάρα φουκαρά
Εσύ που έτρεχες να πιάσεις τον παρά…
Κι όλο σου ρίχνανε και κάποιο κοκαλάκι ,
Για να σ’ αποκοιμίζουνε και να’ σαι στρατιωτάκι….

Εσύ που αγρόν αγόραζες βαθιά στην πολυθρόνα
Κι αυτοί σου παίρναν τη μπουκιά χρόνια από το στόμα….
Ποιος να σου το’ λεγε λοιπόν πως θα στα παίρνανε όλα
Και θα’ μενες εμβρόντητος με άδεια κατσαρόλα.

Ελληνάρα , αδερφέ μου φουκαρά,
Πρώτα σε μάθανε να ζεις με δανεικά,
Έρχονται τώρα να σ’ αδειάσουν και την τσέπη
Και σε παραμυθιάζουνε πως τάχα έτσι πρέπει!!
Νίκη Παπουλάκου
Διαβάστε περισσότερα: http://npapoulakou.blogspot.com/#ixzz3IZjDSC8M

Κι επειδή θα ακουστούν τραγούδια της ποιήτριας στην εκδήλωση. Δείτε το άρθρο μου :
Νίκη Άννα Παπουλάκου - Στιχουργός   

Παπουλάκου Νίκη - Άννα
Συγγραφέας - αρθρογράφος (στη Φωνή των Πειραιωτών και στο ιστολόγιό της http://ko-mi-tisnews.blogspot.gr/ ) 

Προφίλ της στο facebook : Niki Papoulakou

Προφίλ της στο google : ΝΙΚΗ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ

Προφίλ της στο  musicunites.ning.com :  Νίκη-Αννα Παπουλάκου
το κανάλι της στο you tube : 
To ιστολόγιό της :  http://npapoulakou.blogspot.com/#ixzz3IZjDSC8M

ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΑΝΝΑΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ - ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ





Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2009) Το ημερολόγιο της γραφής 2010, Ωρίωνας


Το ημερολόγιο της γραφής 2010

Χρίστος ΑποστόλουΜαίρη ΚατίκκηΘεοδώρα ΘεοφιλοπούλουΑρχοντούλα ΑλεξανδροπούλουΚατερίνα ΜάτσουΧρυσάφης ΚτενάςΆννα ΖερβούΤζένη ΛιάππαΝαυσικά ΑσβεστάΧριστίνα ΚάβουραΝίκη - Άννα ΠαπουλάκουΕλένη ΜπουχαλάκηΜαρία ΣέργηΓεώργιος ΤριανταφυλλόπουλοςΕυφροσύνη Κακκογιαννάκη - ΛιβανίουΣωτήρης ΜαντζούτσοςΒασίλης ΚομπορόζοςΒασίλης ΞένοςΜαρία ΣεβαστιάδουΜιλτιάδης ΝτόβαςΘεοδώρα Μαρούδα - ΑνεστοπούλουΚώστας Μίσσιος

επιμέλεια: Τζένη Λιάππα

Ωρίωνας, 2009
400 σελ.
ISBN 978-960-98859-2-8, [Κυκλοφορεί]
Ημερολόγια [DDC: 529.3]
Νεοελληνική ποίηση - Συλλογές [DDC: 889.100 8]

(2008) Το ημερολόγιο της γραφής 2009, Ωρίωνας


Το ημερολόγιο της γραφής 2009

Χριστίνα ΚάβουραΧρυσάφης ΚτενάςΝίκη - Άννα ΠαπουλάκουΕλένη Μουζάκη - ΜπουρίτσαΜιλτιάδης ΝτόβαςΔώρα ΘεοφιλοπούλουΧριστιάνα Αβρααμίδου,Παναγιώτα ΣακαλήΆννα ΖερβούΔήμητρα ΠολυχρονίδουΣτέλιος ΒισκαδουράκηςΕυφροσύνη Κακογιαννάκη - Λιβανίου

επιμέλεια: Τζένη Λιάππα

Ωρίωνας, 2008
400 σελ.
ISBN 978-960-89382-8-1, [Κυκλοφορεί]
Ημερολόγια [DDC: 529.3]
Νεοελληνική ποίηση - Συλλογές [DDC: 889.100 8]

Βιβλιοδετημένο, δερματόδετο με χρυσοτυπία, ολοήμερο, πλήρες και αναλυτικό ημερολόγιο του 2009, εμπεριέχει δώδεκα βραβευμένους Νεοέλληνες ποιητές, οι οποίοι παρουσιάζουν το έργο τους μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου.
Πηγή από τη βάση του Εθνικού κέντρου βιβλίου http://www.biblionet.gr/author



ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΆΝΝΑΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ :





Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Νίκη - Άννα Παπουλάκου, ποιήματα






«Σμιλεμένη πίκρα στο χαμόγελό σου,

λαξευμένα όνειρα πάθους και στοργής, 

κάθε τι που θα ήθελες να ήτανε δικό σου,

πάντοτε στο έπαιρναν…μα έλεγες ‘’Μπορείς’’!


Πονεμένα χρόνια, βάρη και ευθύνες,

μαχαιριές πισώπλατες και τρικλοποδιές,

το τιμόνι κράτησες πίσω απ’ τις βιτρίνες,

έμαθες να γεύεσαι τις μικροχαρές!




Στα συρτάρια κρύβονται πάντα οι αξίες,

τη βιτρίνα γεύονται οι περαστικοί...

Κράτησε τον κόσμο σου σ’ άλλους γαλαξίες,

τα ‘’συρτάρια’’ κάποτε τ' ανοίγει η ζωή!» Ν.Π. 







ΝΙΚΗ-ΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ



poem ΝΙΚΗ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ, Aπό την Βραβευμένη Ποιητική Συλλογή ''IL VIALLE DELLA VITA'' Ιταλ.μετάφραση ΑΝΝΑ ΜΑΡΙΑ BENEDINI, Moυσική Επένδυση Ιnternal flights, ΒΙΝΤΕΟ ΝΙΚΗ ΑΝΝΑ Π.




ΣΤΙΧΟΣ-ΕΙΚΟΝΑ-ΒΙΝΤΕΟ ΝΙΚΗ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΝΑ MARIA BENEDINI, Mουσική Επένδυση INTERNAL FLIGHTS, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ''FREMITI''

ΠΟΙΗΣΗ-ΝΙΚΗ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ (από το βιβλίο ''IMPOSTA SULL'ANNIMA'')- ΙΤΑΛΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ PROF.ANNA MARIA BENEDINI, MOYΣΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ INTERNAL FLIGHTS, ΒΙΝΤΕΟ ΝΙΚΗ ΑΝΝΑ Π.





















Γιάννης Παγώνης, ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΕΡΤΙΑΔΗ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΕΡΤΙΑΔΗ

Μ. Παρασκευή, 7 Απριλίου 1961.
Στη Σπηλιά. Ξημέρωμα.


Πριν τις επτά ο Κύκλωπας το μάτι του,θα πλύνει και φυσέκι για σαλάγα.
Φίλος εγώ του Νόμου του παράλυτου,
με πρόθεση σαφώς ανθρωποφάγα,


θε να φορτίσω φρόνηση -με κίνησηποδών-, της νοσταλγίας την αβδέλλα.
Το βράδυ πονηριά και περιδίνηση,
πουρνό-πουρνό στου πρόβατου τη σέλα.


Πάντα στη Σπηλιά, γύρω Μεσάνυχτα.

Μακρύ κοντάρι στη φωτιά σκληραίνω το.(Ο μεθυσμένος, το ΄ριξε στον ύπνο).
Κρασί ρουφώντας ο ζαβός ανέρωτο,
τον μυστικό του ΄τοίμασε τον δείπνο.


Μα σαν προπέλα γράψει χαιρετίσματακαι γύρω βράχια βόμβες νετρονίου,
Δία Πατέρα μάνα στα αινίγματα:
«Ούτις, θαλαμοφύλακας πορνείου».


Μ. Τετάρτη, 22 Απριλίου 1992.Κρατικό Γηροκομείο Ιθάκης


Γέρος με καταρράκτη, λίγο ζάχαροκι Αλτσχάιμερ τον νου μουτζουρωμένο,
με κράζουν γηροκόμοι Μπάρμπα-Λάζαρο,
«Δυσσέας τ΄όνομα μου» επιμένω.

Αναρτήθηκε από Giannis Pagonis στις 9/11/2014 http://pagogia.blogspot.gr/2014/11/blog-post_9.html

Μελισσάνθη (Ήβη Κούγια) 7/4/1907 – 9/11/1990




Ελληνίδα ποιήτρια, από τις πιο αντιπροσωπευτικές φωνές της υπαρξιακής ποίησης στην Ελλάδα.





Πιστεύω

Ἡ Ἀγάπη, μόνο, βαστάζει ὅλα τὰ φορτία. 
Μπορῶ νὰ βαστάζω ὅλα τὰ φορτία. 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ μέγα φορτίο! 
Ἡ Ἀγάπη σηκώνει τὸ βάρος τ᾿ οὐρανοῦ. 
Μπορῶ νὰ σηκώνω τὸ βάρος τ᾿ οὐρανοῦ. 
Ἡ Ἀγάπη ὑπομένει τὰ μαρτύρια τῆς πυρᾶς. 
Μπορῶ νὰ ὑπομένω τὰ μαρτύρια τῆς πυρᾶς. 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ πυρά! 
Ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο. 
ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὸ θαῦμα. 
Μπορῶ νὰ πιστεύω στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο. 
μπορῶ νὰ πιστεύω στὸ θαῦμα. 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος! 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ θαῦμα! 
Ἡ Ἀγάπη προσεύχεται κ᾿ ἐνεργεῖ. 
ἡ Ἀγάπη ἀγρυπνεῖ. 
Μπορῶ νὰ προσεύχωμαι καὶ νὰ ἐνεργῶ. 
μπορῶ νὰ ἀγρυπνῶ. 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι προσευχὴ καὶ πράξη! 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ μυστικὴ ἀγρυπνία! 
Ἡ Ἀγάπη κρατάει ὅλα τὰ χαμόγελα καὶ ὅλα τὰ δάκρυα. 
Μπορῶ νὰ χαμογελῶ καὶ νὰ κλαίω ὅλα τὰ δάκρυα - 
γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ χαρούμενη θλίψη! 
Ἡ Ἀγάπη δίνει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο 
ἐγγύηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα. 
Μπορῶ νὰ μεταλάβω τὸν ἄρτο καὶ τὸν oίvo 
ἐγγύηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα. 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος! 
Κ᾿ ἡ μεγάλη ὑπόσχεση! 
Ἡ Ἀγάπη ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο. 
ἡ Ἀγάπη ἐδώρησε τὸ φῶς. 
Πιστεύω στὸν ἄνθρωπο. 
πιστεύω στὴν Ἀγάπη. 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ δωρεά! 
Γιατὶ ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Ἄνθρωπος!



Προσευχή

Ὅλες οἱ πράξεις μου οἱ ἁμαρτωλές,
τὰ λάθη, οἱ ἄνομες ἐπιθυμιὲς
περνοῦνε πάνωθέ μου
καθὼς τὸ διάφανο νερό,
Κύριέ μου.

Μέσα ἀπὸ βαλτονέρια προχωρῶ
καὶ τίποτα, μὰ τίποτα δὲν μὲ ῥυπαίνει,
ἴχνος σκιᾶς ἀπάνω μου δὲν μένει.

Κοίταξε πόσο καθαρὰ
εἶναι τὰ χέριά μου τ᾿ ἁμαρτωλά·

σὰν τοῦ παιδιοῦ ποὺ ὅταν προσεύχεται σὲ Σένα
ἔτσι σὰν φλόγα ἀμόλυντη ὑψωμένα
εἶναι ἄξια τὸν χιτῶνα σου ν᾿ ἀγγίσουν
καὶ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων νὰ κρατήσουν...

Ἀπὸ τὰ σφάλματά μου τὰ φριχτὰ κανένα,
κανένας ξεπεσμός, κρίμα κανένα
δὲν δύναται ἀνάμεσό μας νὰ μπεῖ,
νὰ μᾶς χωρίσει,

τίποτε ἄλλο δὲν μπορεῖ ἐξόν,
ἀπὸ τὸν ὕπνο ποὺ μὲ παίρνει τὸ βαθὺ
-τὸν ξένοιαστο ὕπνο σὰν ἑνὸς παιδιοῦ
στὴ μέση ξάφνου ποὺ ἔρχεται τοῦ παιχνιδιοῦ-

Τὸ ξέρω
εἶναι ἄσοφο νὰ σὲ παρακαλοῦν γιὰ κάτι τι·
γιὰ τοῦτο τίποτα δὲν σοῦ ζητῶ.

Μόνο μιὰ λύπη μὲ βαραίνει σὰν βουνό,
βαθιὰ ὑποφέρω,

σὰν συλλογίζομαι τὸν ὕπνο τοῦτο,
ποὺ μπορεῖ νὰ ᾿ρθεῖ
τὴν κρίσιμη ὥρα,
ποὺ τὸ Σάλπισμά Σου θ᾿ ἀκουστεῖ.

Ὁδοιπορικό. Ἐκδ.Καστανιώτη.2000. σελ. 192

Σχόλια στὸ ποίημα «Προσευχή», ὑπὸ π.Θ.Ἀ.

Στὸ ποίημα τοῦτο ἡ Μελισσάνθη ἐκφράζει ἕνα καταπληκτικὸ βίωμα ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ὅπου ὁ πιστὸς συναισθάνεται συνταιριασμένα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά του (ὡς ἀδυναμία ὅμως) καὶ τὸν ἄῤῥηκτο σύνδεσμο, ἀγάπη καὶ κοινωνία μὲ τὸν Ὑπεράγαθο Πλαστουργό του καὶ Λυτρωτὴ Θεό, τὸν Ἀληθινό, τὸν Ζῶντα, τὸν Ἐλεήμονα, τὸν Ἀγαπῶντα, τὸν «εὐϊλατεύοντα πάσας τὰ ἀνομίας» ἡμῶν. Μιλάει καθαρὰ καὶ παραδέχεται συντετριμμένα «πράξεις ἁμαρτωλές», «ἄνομες ἐπιθυμιές», «χέρια ἁμαρτωλά», «σφάλματα φριχτά», πτώσεις ὀδυνηρὲς ἴσως, «ξεπεσμό».

Ὡστόσο, παράλληλα βεβαιώνει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κάτι ἀπὸ ὅλα αὐτὰ «νὰ μπεῖ ἀνάμεσα» στὴν ψυχὴ καὶ στὸν Πλαστουργό της, στὴν ψυχή, πού, ὅσο ἀδυνάμη κι ἂν εἶναι, κύριο γνώρισμά της ἔχει τὴν εἰλικρίνεια ἀπέναντι στὸ Θεό, τὴν συντριβή, τὴν μετάνοια καὶ προπαντὸς τὴν ἰσχυρὴ ἀγάπη, τὴν ἀκαταμαχήτη ἕλξη πρὸς Ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ παντὸς ἀγαθοῦ, καθὼς καὶ μιὰ πίστη ξεκάθαρη καὶ βιωματικὴ ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἄπειρη εὐσπλαχνία καὶ ἀγάπη.

Ὅλες οἱ ἁμαρτίες τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου οὐσιαστικὰ εἶναι συμπτωματικὲς ἀδυναμίες. Δὲν εἶναι ἀποστασία καὶ καταφρόνια, ὕβρις ἢ βλασφημία -ἄπαγε- πρὸς τὸν Φιλάνθρωπο Εὐεργέτη μας, τὸ θεμέλιο τῆς ὕπαρξής μας. Ὅπως λένε οἱ πατέρες, πρόκειται γιὰ συμπεριφορὲς λυπηρὲς «ἐκ συναρπαγῆς»· μία κρίσιμη στιγμὴ δὲν μπόρεσε νὰ τὸ ἐλέγξη ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ..

Ὅλα αὐτά, λοιπόν, περνοῦν ξώφαλτσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ δὲν τὴν μολύνουν οὐσιαστικά, δὲν τὴν λασπώνουν. Σὰ «διάφανο νερὸ» κυλοῦν καὶ φεύγουν. «Βαλτονέρια» καὶ κακοτοπιὲς παρουσιάζονται σίγουρα στὸ δρόμο τῆς ζωῆς, ἀλλὰ οὔτε ῥύπος, οὔτε σκιὰ κἂν δὲ θαμπώνει τὴν καρδιά, δὲν κατακαθίζει στὴν ψυχή, ποὺ εἶναι γεμάτη εἰλικρίνεια καὶ δυνατὸ πόθο Θεοῦ, γεμάτη δέος, γεμάτη βαθιὰ καὶ οὐσιαστικὴ καθαρότητα. Καὶ προστρέχει πάντα μαλακωμένη καὶ κατανυκτικὴ στὴν ὁμολογία, στὴν ἐξαγόρευση, στὴν εὐχὴ τῆς μυστηριακῆς ἀφέσεως..

«Τὰ χέριά μου τὰ ἁμαρτωλὰ» εἶναι παράλληλα καὶ «παιδικὰ χέρια», ἀθῶα, ἄδολα καὶ ἀμόλυντα, ποὺ στρέφονται πρὸς τὴν πηγὴ τῆς ἀγαθότητος καὶ τοῦ φωτὸς καὶ εἶναι ἄξια – τὶ παράδοξο! – τὰ ἁμαρτωλὰ χέρια νὰ ἀγγίσουν τὸν «χιτῶνα Ἐκείνου» (ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα) καὶ νὰ κρατήσουν ἀκόμη καὶ τὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων»!..

Ἕνα μόνο ἀνησυχεῖ τὴν εὐσεβῆ ψυχή, νὰ μὴν τὴν πιάση ὁ ὕπνος τῆς ἀμελείας, ὅσο ἀθῶος κι ἂν εἶναι μερικὲς φορὲς καὶ ὅσο παιδικός, «ὕπνος σὰ μικροῦ παιδίου στὴ μέση τοῦ παιχνιδιοῦ», ὅπου ἀποξεχνιόμαστε μὲ τὰ τρέχοντα, τὰ ἐγκόσμια, τὰ τρυφηλά, ποὺ ἐπιδροῦν πάνω μας ἀνεπαίσθητα καὶ ναρκωτικά.

Αὐτὸ τὸ ἀποξέχασμα καὶ μόνο φοβάται ἡ ποιήτρια καὶ παρακαλεῖ καὶ δέεται -τὸ μόνο ποὺ ζητᾶ- νὰ μὴ συμβῆ αὐτό, καὶ μάλιστα στὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ποὺ ὁ Θεὸς θὰ καλέση τὴν ψυχή της, κι αὐτὴ θὰ πρέπη ἀνυπέρθετα νὰ εἶναι ὀρθή, ξάγρυπνη, ὁλοπρόθυμη ν᾿ ἀνταποκριθῆ καὶ νὰ ἀπαντήση: «Ναί, ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ», ὁ πόθος μου, τὸ ὅραμά μου, ἡ ἐγκαρτέρηση μιᾶς ζωῆς...




Ἡρωικὴ Φυγή

Ξοπίσω μου δαιμονικὸ φυσομανοῦσε, τοῦ ᾿Ἅδη,
πύρινο ἀνασασμὸ
κι ἔτρεχα, σ᾿ ἄφεγγες νυχτιές, μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι,
μ᾿ ἓν᾿ ἄγριο καλπασμό.

Καὶ τὸν μαντύα τὸν ταπεινὸ ξεδίπλωνα τοῦ ἐπαίτη
σ᾿ ἡρωικὴ φυγὴ
κι ἔσερνα ἀτίθασα λυτή της κόμης μου τὴ χαίτη
καὶ σάρωνα τὴ γῆ.

Τοῦ ἀνέμου τὸ καμτσίκωμα ποὺ ἀφάνιζε τὰ δάση
μὲ λύγαε, καλαμιὰ
καὶ στέγνωνε στὰ χείλια μου, τὴ φούχτα μου, ἄδειο τάσι
στὴν ἄνυδρη ἐρημιά.

Κι ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα θερίευε τῆς φλογισμένης ἄμμου
τὸς δίψας τὸ οὐρλιαχτό,
μὰ ἔφευγα, ἐνῶ, σὲ σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
τ᾿ ἀνήμπορο ἑρπετό.

Ἡ γῆ κάτω ἀπ᾿ τὴ φτέρνα μου προδοτικὰ βογγοῦσε
καφτὴ ὡς λαβωματιά,
μὰ βέλος ξέφευγα γοργὸ καὶ πίσω μου ἀστοχοῦσε
ἡ ἐχθρικὴ σαϊτιά.

Μὲ παραμόνευε γαμψὰ τὸ νύχι στὰ σκοτάδια
τοῦ πειναλέου βραχνὰ
κι ὡς γλύτωνα, οἱ φοβέρες του, μαύρων ὄρνιων κοπάδια
πίσω ἔκραζαν βραχνά.

Κι ἡ νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
τὸν ἔναστρο οὐρανὸ
καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ κεραυνὸ σὲ νέφη καταιγίδας
σπαθὶ ἔκρυβε γυμνό.

Στὸ πέρασμά μου σφύριζε τῆς ἔχθρητας τὸ φίδι
μὲς στὰ ξερὰ κλαδιά,
μὰ τῆς φυγῆς μου ἠ αστραπῆ περνοῦσε ὅπως λεπίδι,
τῆς νύχτας τὴ καρδιά.

Καὶ τοῦ θριάμβου μου ἡ κραυγὴ βόλι καφτὸ τρυποῦσε
τὰ σπλάγχνα τῆς σιγῆς
κι ἀντίλαλους ἡ φόρμιγγα τοῦ στήιθούς μου ξυπνοῦσε,
στὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς.

Ἄς...

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό...

Στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται...

Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ
Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
τὰ μεγάλα κάματα.
Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
παίρνουν τὰ φύλλα μας.

Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
ὀρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα
Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
-κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
μᾶς ρίχνει κάτω
μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
ἕνα πουλί.

Τραγούδι στὸν ἥλιο

Μέσα στὸ φῶς σου γίνομαι πουλὶ
καὶ τραγουδῶ ὅλη μέρα σὰν τὸ σπίνο.
Μίας πεταλούδας παίρνω τὰ φτερὰ
τὰ θεῖα καὶ ὁλόασπρα σὰν τὸ νέο τὸ κρίνο.

Σφαλῶ τὰ βλέφαρά μου, ἐντός μου φῶς.
Τ᾿ ἀνοίγω, φῶς παντοῦ, ὅλο φῶς τριγύρα.
Καὶ λέω: «Ἥλιε, τί θάνατος λαμπρὸς
μὲς σὲ μιὰ τέτοια θεία φωτοπλημμύρα!»

Σατυρικὸν ὀξύμωρον

Σκοτεινίασε ὅταν ἔπεσε τὸ φῶς τυφλωτικὸ
Λιγόστεψε ὅταν ὁ ἀριθμὸς ἔγινε πολλαπλάσιος
Οἱ λύσεις γίναν κόμπος ἄλυτος
κι ὅταν ἡ Ἀριάδνη ἔτρεξε λυσίκομη
κύλησε ἀνάποδα τὸ κουφάρι της
Τότε ὁ κάβουρας ἔγινε ὠκύποδας
κι ὁ Ἀχιλλέας χελώνα. Πήδηξε
ἔξω ἀπ᾿ τὴν ἔξωση τοῦ Ἐλεάτη
ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ πρόβλημα τοῦ χωροχρόνου
ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ ἀγώνισμα στὸν Ἱππόδρομο
καὶ τὰ χαμένα στοιχήματα
τὴν ἀνατίμηση τοῦ πετρελαίου
τὸν πυρετὸ τοῦ χρυσοῦ
τὴ παγκόσμια κρίση
ἐνῶ γύρω του ξεφώνιζαν ὑστερικά:
Rent a car... Rent a car...

Ὀρυμαγδὸς ἀπὸ ἐκσκαφεῖς κι ἀριθμομηχανὲς
ἀνοίγουν σ᾿ ὅλα τὰ τοιχώματα ρωγμὲς
Οἱ δρόμοι μὲ τὰ μεγαθήρια κτίρια κυματίζουν
-σχηματίζονται, ἀποσχηματίζονται
ὑψώνονται κυκλώπεια τείχη
κι ἀντιστοιχεῖες στίχων-

Βραδινὸ τοπίο μὲ τριζόνι
Ἡ νύχτα ἀναποδογυρισμένη ὀμπρέλα
μαζεύει σκόρπιο κεχριμπάρι
Ρομαντισμὸς καὶ φεγγάρι
κυλάει ἀποκεφαλισμένο στὴν ἄσφαλτο
ἐνῶ ἀπὸ ἕνα σφάλμα computer
ὁ κόσμος τινάζεται στὸν ἀέρα.

Προφητεῖες

Ἀπόψε εἶπα μ᾿ εἶχες πιὰ κερδίσει,
ποὺ ρόδισαν οἱ πόθοι μου ὅλοι ἀνθοί.
Μὰ πρὶν ὁ ἀλέκτωρ φωνήσει
Κύριέ μου, τρὶς σὲ εἶχα ἀρνηθεῖ.

Φλεγόμενη Βάτος

Σ᾿ ἀγνώστους οὐρανοὺς ὁδεύουμε τυφλοί...
Κάθε μας πράξη ἀνθρώπινη πῶς ν᾿ ἀκτινοβολεῖ
στὸ ἄπειρο; Τί προέκταση νὰ παίρνει καὶ τί σχῆμα,
πέφτοντας ὁ ἴσκιος μας, πέρα ἀπὸ τὸ μνῆμα;


Η Ήβη Κούγια, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 7 Απριλίου 1907 στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλικά στο Γαλλικό Ινστιτούτο με καθηγητή τον Οκτάβιο Μερλιέ, ο οποίος την ενθάρρυνε να ασχοληθεί με την ποίηση. Σπούδασε ακόμη, γερμανικά, αγγλικά, μουσική και μελέτησε φιλοσοφία.

Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και καθηγήτρια γαλλικών, ενώ υπήρξε συνεργάτιδα του λογοτεχνικού προγράμματος του ΕΙΡ από το 1945 έως το 1955, από το οποίο παρουσίαζε ελληνική και ξένη ποίηση, δικές της εργασίες και θεατρικές διασκευές. Το 1932 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Σκανδαλάκη, δικηγόρο, πολιτικό (βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος) και συγγραφέα φιλοσοφικών δοκιμίων.

Στη λογοτεχνία εμφανίσθηκε το 1930 με την ποιητή συλλογή «Φωνές Εντόμου». Ακολούθησε τον επόμενο χρόνο η ποιητική συλλογή «Προφητείες», η οποία αποτέλεσε το λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς και την καθιέρωσε ως ποιήτρια. Σε μία συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία (31/12/1976) η Μελισσάνθη αποκάλυψε το πώς ξεκίνησε την ενασχόλησή της με την ποίηση:


Οι ερεθισμοί οι δικοί μου ξεκίνησαν από προβλήματα υπαρξιακά, από την οδυνηρή επαφή μου με τον κόσμο και όπως μου άρεσε η ποίηση βρήκαν διέξοδο σ' αυτήν. Οι συγκρούσεις με το περιβάλλον πρώτα πρώτα. Ένας νέος άνθρωπος σ' έναν κόσμο φτιαγμένο από τους άλλους, που του είναι αδύνατο να τον παραδεχτεί. Αρχίζει τότε μια πάλη που είτε είναι εξωτερική, στήθος με στήθος, είτε εσωτερική, να εξηγήσει και να παραδεχτεί το σκληρό παιχνίδι που παίζεται γύρω μου. Η δεύτερη αυτή πάλη γίνεται πιο σκληρή όταν αισθάνεσαι την αδυναμία σου να δράσεις εξωτερικά.

Η Μελισσάνθη τιμήθηκε με το Β' και το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1966 και 1976) και με το ποιητικό βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1976). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, ΗΠΑ, Καναδά, Μεξικό, Ρουμανία, Πολωνία, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και έχουν περιληφθεί σε συνολικά 26 ξένες ανθολογίες.

Ο θρησκευτικός και υπαρξιακός χαρακτήρας στάθηκαν από την αρχή τα κύρια γνωρίσματα του έργου της Μελισσάνθης, ενός έργου άνισου στο σύνολό του, τόσο από την άποψη της γραφής όσο και από την άποψη της ποιότητας, προ πάντων στις προ του 1950 ποιητικές της συλλογές. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής και οδηγήθηκε σταδιακά προς τον ελεύθερο στίχο (από το 1945), επιλογή που οδήγησε και σε μια ανάλογη ανανέωση των θεματικών και γλωσσικών της επιλογών.

Η ποίησή της εκτιμάτο από μεγάλη μερίδα του λογοτεχνικού κόσμου της εποχής της. «Φαινόμενο που πραγματικά αγγίζει το θαύμα», την έχει αποκαλέσει ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης. Ο συγγραφέας και εκπαιδευτικός Ιωάννης Γρυπάρης την παραλληλίζει με τον Γκαίτε, ενώ ο κριτικός της λογοτεχνίας Μάρκος Αυγέρης σημειώνει ότι η ποίησή της «και σαν αίσθηση και σαν ποίηση και στους τόνους και στην έκφραση είναι ολότελα μοντέρνα, βυθίζεται ολόκληρη μέσα στη σημερινή αισθαντικότητα και όπως αναζητά την πνευματική γεύση του κόσμου συναντά τους ίδιους πανάρχαιους δρόμους της πνευματικής ηδονής ενώνοντας “τα εγγύς και τα άπω”».

Η Ήβη Κούγια-Δασκαλάκη πέθανε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 1990.
Εργογραφία
Ποίηση

Φωνές εντόμου («Αντωνόπουλος», 1930)
Προφητείες (1931)
Η Φλεγόμενη βάτος(1935)
Γυρισμός του Ασώτου (1936)
Ωσαννά και Οραματισμός (« Αντωνόπουλος», 1939)
Λυρική Εξομολόγηση (1945)
Η εποχή του Ύπνου και της Αγρύπνιας (1950)
Ανθρώπινο Σχήμα («Δίφρος», 1961)
Το Φράγμα της Σιωπής («Δίφρος», 1965)
Εκλογή (1965)
Μικρή εκλογή 1930-1961 (1970)
Εκλογή 1961-1965 (1970)
Εκλογή 1961-1977 (1979)
Τα Νέα Ποιήματα 1974-1982 («Πρόσπερος», 1982)
Δοκίμιο
Νύξεις («Ρωντάς», 1985)
Παιδική λογοτεχνία
Ο μικρός αδελφός (1960)
Με τους αρχαίους θεούς («Ευρωεκδοτική», 1985)
Μεταφράσεις
Πιέρ Γκαρνιέ: Εκλογή («Δίφρος»,1965)
Έμιλυ Ντίκινσον: Ποιήματα («Η μικρή Εγνατία», 1980)
Πολ Βαλερί: Χορός και Ψυχή («Διάττων», 1988)
Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Εκλογή. 1930-1950 (1965)
Τα Ποιήματα της Μελισσάνθης 1930-1974 (« Οι εκδόσεις των Φίλων», 1975)
Οδοιπορικό 1930-1984 («Καστανιώτης», 1986)

Είπε...
Για την ελληνική ποίηση…

Το γεγονός και μόνο ότι έχουμε στην κορυφή έναν-δύο παγκόσμια αναγνωρισμένους ποιητές σημαίνει ότι έχουμε ένα πολύ σημαντικό υπόστρωμα. Πιστεύω ότι η ελληνική ποίηση όχι μόνο στέκεται δίπλα στην ευρωπαϊκή αλλά και προπορεύεται σε ποιότητα, προβληματισμό και θεματικό πλούτο.
Για την σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την ποίηση…

Από μια διαίσθηση, ίσως να βρει το καθαρό του βλέμμα που έχει χάσει στη σκληρή κερδοσκοπική κοινωνία που ζούμε, να δει τα πράγματα στην ιερότητα και στην αγνότητά τους. Πρέπει να καταλάβουμε ότι το «τερατώδες» της εποχής μας είναι γέννημα της χρησιμοθηρικής αντίληψης του κόσμου που είναι ταυτόσημη με το πνεύμα της στυγνής εκμετάλλευσης σ' όλα τα πεδία.«Και να λοιπόν, που σε μια εποχή πέρα για πέρα χρησιμοθηρική, ψυχρά ωφελιμιστική και απάνθρωπη, οι νέοι άνθρωποι του τόπου μας αρχίζουν ν' αποζητούν αυτό που φαίνεται λιγότερο χρήσιμο: την ποίηση και τον ποιητή! Μέσα σ' έναν κόσμο θωρακισμένο, οικοδομημένο πάνω στην υλική δύναμη , ο ποιητής -αυτός ο ανυπεράσπιστος άνθρωπος του πλανήτη- μαθαίνει ξαφνικά ότι τον χρειάζονται. Κι αυτό είναι πολύ πολύ συγκινητικό.
Για την σωτηρία του ανθρώπου…

Ο κόσμος επιζεί από την ισορροπία. Αν υπάρχει κάποια πάλη σήμερα μεταξύ καλού και κακού, φαίνεται ότι υπερισχύει το κακό. Πιστεύω όμως πως όπως σ' έναν άρρωστο οργανισμό δημιουργούνται αντίθετες δυνάμεις που τον βοηθάνε να επιζήσει, έτσι θα βρεθούνε δυνάμεις τέτοιες που δεν θ' αφήσουν τον κόσμο να καταστραφεί. Πιστεύω ότι από τον άνθρωπο πάλι θα 'ρθει η σωτηρία. Η σωτηρία αυτή θα μπορούσε να 'ρθει και τώρα αν σε μεγάλο ποσοστό οι άνθρωπο έπαυαν να συντηρούν το κακό…Αυτό το κακό που συμβαίνει στην καταναλωτική κοινωνία, η μανία που μας έχει πιάσει όλους ν' αποκτήσουμε πράγματα περιττά και άχρηστα. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, όπως το συνειδητοποίησαν κάποτε οι χίπις, που δεν έκαναν όμως μια πλήρη επανάσταση, θα μπορούσαν ν' αλλάξουν πολλά πράγματα.
Για την ποίησή της…


Μιλάω έμμεσα, με σύμβολα, αλληγορικά. Θα πρέπει ίσως να σας πω εγώ η ίδια ότι κάποιο ποίημά μου είναι εμπνευσμένο από την Κατοχή ή το Πολυτεχνείο για να το καταλάβετε. Βλέπω το δράμα το ανθρώπινο διαχρονικά. Δεν μ' ενδιαφέρει να κάνω δημαγωγία. Δεν μου αρέσουν οι αφορισμοί, το κάθε τι που δικαιώνεται σαν ποιητικός λόγος είναι δεκτό. Μιλάω για τη δική μου ποίηση. Δεν έχω κλειστεί σε κανέναν πύργο. Κλείνεται κανένας σ' έναν πύργο όταν έχει κλειστεί σε μια ιδεολογία. Αυτός μένει αμετακίνητος. Στο μόνο που μένω αμετακίνητη είναι η πίστη μου στον άνθρωπο. Δεν είναι μια ιδεολογία, είναι μια βαθιά πεποίθηση που βγαίνει υπαρξιακά από μέσα μου.
Για την Αθήνα…

Καμία ίσως πόλη του κόσμου δεν αντικατοπτρίζει την κόλαση του σημερινού κόσμου όσο η Αθήνα!



Πηγές
 http://www.sansimera.gr/biographies/560

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/melissan8h_poems.htm

Γιάννης Ρίτσος - Ἡμερολόγια Ἐξορίας



ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ Ι

27 Ὀκτωβρίου 1948

Ἐδῶ τ᾿ ἀγκάθια εἶναι πολλὰ - 
ἀγκάθια, καστανά, κίτρινα ἀγκάθια, 
σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος τῆς μέρας, ὡς μέσα στὸν ὕπνο. 
Ὅταν περνοῦν τὸ συρματόπλεγμα οἱ νύχτες 
ἀφήνουν μικρὰ κουρέλια ἀπ᾿ τὴ φοῦστα τους. 
Τὰ λόγια ποὺ μᾶς φάνηκαν ὄμορφα κάποτε 
χάσαν τὸ χρῶμα τους σὰν τὸ γιλέκο τοῦ γέρου στὸ σεντοῦκι 
σὰν ἕνα λιόγερμα σβησμένο στὰ τζάμια. 
Οἱ ἄνθρωποι περπατᾶνε μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες 
ἢ κάποτε χειρονομοῦν σὰ νὰ διώχνουν μία μῦγα 
ποὺ ξανακάθεται στὸ ἴδιο μέρος πάλι καὶ πάλι 
στὰ χείλη τοῦ ἄδειου ποτηριοῦ ἢ πιὸ μέσα 
σ᾿ ἕνα σημεῖο ἀπροσδιόριστο κι ἐπίμονο 
ὅσο κι ἡ ἄρνησή τους νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν.

29 Ὀκτωβρίου

Κοιμόμαστε λίγο - δὲ μᾶς φτάνει. 
Ὅλη νύχτα ροχαλίζουν οἱ ἐξόριστοι - 
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα. 
Ἀπ᾿ ὄξω εἶναι τ᾿ ἀστέρια - πολὺ μεγάλα ἀστέρια 
κουρεμένα ἀστέρια ποὺ οἱ τρίχες τους φυτρώνουν ἄγριες 
σὰν τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου 
ἢ σὰν τοῦ δικοῦ μας τοῦ Παναγιώτη. 
Εἶναι καὶ τὰ μικρὰ βατράχια μέσα στὸ φλισκοῦνι. 
Τὸ πρωὶ μᾶς χτυπάει καταπρόσωπο ἕνας ρόδινος ἥλιος 
καθρεφτισμένος μὲ τὸν πιὸ συνηθισμένο τρόπο στὴ θάλασσα πέρα 
ὅμοιος μὲ κεῖνες τὶς φτηνὲς ἐλαιογραφίες ποὺ πουλοῦν στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἀρσακείου 
κι εἶναι παράξενο ποὺ ἕνας τέτοιος ἥλιος μᾶς ἀρέσει. 
Ἕνας-ἕνας, δυό-δυό, πολλὲς φορὲς καὶ πιότεροι 
σταματᾶμε στὸ προαύλιο ἢ στὸ λόφο καὶ τὸν κοιτᾶμε. 
Καὶ τοῦτος ὁ ἥλιος μᾶς χτυπάει μὲ δύναμη τὰ πρόσωπα 
ὅπως ἐκεῖνος ὁ ξυπόλητος χωριάτης ραβδίζει 
τὶς μυγδαλιὲς νὰ πέσουν τὰ στερνά τους μύγδαλα. 
Ὕστερα σκύβουμε τὰ μάτια, κοιτᾶμε τὰ παπούτσια μας, 
κοιτᾶμε τὸ χῶμα. Δὲν ἔπεσε τίποτα.

29 Ὀκτωβρίου

Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα 
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ - 
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ 
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες 
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια 
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους. 
Ἂν φωνάξει κάποιος πίσω ἀπ᾿ τὸ φράχτη 
ἡ φωνή του κατακάθεται γρήγορα στὸ χῶμα 
σὰν ἕνα χωνὶ ἀπὸ στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα. 
Τὸ βράδι ἀκοῦμε πέρα στοὺς λόφους 
ποὺ ἀλλάζουν τὸν ξεφούσκωτο τροχὸ τοῦ φεγγαριοῦ. 
Ἀργότερα τὰ πράγματα ξαναβρίσκουν τὴ θέση τους 
ὅπως βρίσκεις τυχαία στὸ προαύλιο 
τὸ καφετὶ κουμπὶ τοῦ σακκακιοῦ σου - καὶ ξέρεις: 
δὲν εἶναι διόλου ἕνα κουμπὶ ἀπὸ τὶς στολὲς 
τῶν θεατρίνων τοῦ καλοκαιριοῦ - ὄχι, διόλου - 
ἕνα κοινότατο κουμπὶ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ράψεις πάλι στὸ σακκάκι σου 
μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀδέξια, εὐγενικὴ προσοχὴ 
τοῦ πάντοτε μαθητευόμενου.

1 Νοεμβρίου

Ἡ καταχνιὰ ἔχει μαῦρες φτεροῦγες σὰν τὶς κάργιες 
δὲν ἔχει διόλου μάτια 
ψάχνει μὲ τὴν τυφλότητά της τὰ μάτια μας τὶς τσέπες μας 
ὅπως ἡ γριὰ χαρτορρίχτρα τὴν παλάμη μας. 
Τίποτα δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ κρύψουμε. 
Ἐδῶ τὰ πράματα βγαίνουν τὰ μέσα ἔξω 
ὅπως μιὰ λερωμένη κάλτσα ποὺ τὴ βγάζουμε πρὶν ἀπ᾿ τὸν ὕπνο 
κι ὅλα τὰ πόδια εἶναι γυμνὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὸ ἴδιο. 
Μέρα τὴ μέρα ὅλοι μιλᾶμε πιὰ στὸν ἑνικό. 
Κάθε ἴσκιος ἔχει τὸ σχῆμα του θυμήσου 
μὰ ὁ ἴσκιος ἀπ᾿ τὸ ἄφαντο χέρι τῆς μητέρας 
παίρνει τὸ σχῆμα κάθε φωνῆς ποὺ δέ σοῦ ἀντιστέκεται 
γίνεται τὸ φλιτζάνι ὁ καφές, ἕνα κομμάτι ψωμί, τὸ θερμόμετρο 
ἀκόμη κι ἡ ξυριστικὴ μηχανὴ πλάι στὸ κύπελλο μὲς στὸ μικρὸ καθρέφτη. 
Οἱ λάμπες τοῦ θαλάμου εἶναι δυό. 
Παστρεύουμε μ᾿ ἐφημερίδες τὰ γυαλιά τους 
τὅνα ἐσύ, τ᾿ ἄλλο ἐγὼ - εἴμαστε τῆς ὑπηρεσίας σήμερα. 
Οἱ κινήσεις μας εἶναι ὅμοιες σχεδόν. 
Δὲν κοιταζόμαστε. 
Χαιρόμαστε αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα. 
Κοιτᾶμε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν οὐρανὸ χαμένο στὴν ὁμίχλη. 
Ὅλα τὰ πράγματα λοιπὸν ἔχουν τὴν ἔκφραση τοῦ πάντα.

2 Νοεμβρίου

Ὁ Μῆτσος πῆρε σήμερα ἕνα γράμμα ἀπ᾿ τὴ Σκόπελο. 
Ἡ Ἀντιγόνη γράφει: «Τὸ νησιώτικο φθινόπωρο 
γέμισε κίτρινα κρινάκια. 
Καημένε Μῆτσο - λέει - δὲ θὰ τὰ θυμᾶσαι κεῖνα τὰ κρινάκια· 
δὲ σκάμπαζες ποτέ σου ἀπὸ βοτανική». 
Ὁ Μῆτσος 
σκούπισε τὰ γυαλιά του, ξαναδιάβασε τὸ γράμμα. Δίπλα του 
παρατημένο στὶς πέτρες τὸ «Ἐγχειρίδιο Φαρμακολογίας». 
Χαμογελάει ὁ Μῆτσος. Βγάζει πάλι τὰ γυαλιά του. Δὲν τὰ σκουπίζει. 
Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο 
ὄχι μὲ λέξεις 
ὅλο με κίτρινα κρινάκια.

3 Νοεμβρίου

Μόλις πᾶμε ν᾿ ἀνοίξουμε μία πόρτα 
ὁ ἀγέρας τὴν κλείνει. 
Ἔτσι κλειδωμένοι ἀπ᾿ ἔξω 
σφίγγουμε καθένας τὰ κλειδιά του 
μ᾿ ὅλο πούχουμε μονάχα μιὰ στάμνα 
μ᾿ ὅλο ποὺ κανένας μας δὲν ἔχει σπίτι. 
Σήμερα δὲν ξέρω νὰ μιλήσω. 
Σήμερα μιλάω σὲ πρῶτο πρόσωπο. 
Σὰν σὲ χτυπάει ὁ δικός σου ἡ πίκρα εἶναι διπλή. 
Ἕνα λεωφορεῖο πέρασε τὸ ἀπόγευμα. 
Ἕνας ξένος με χαιρέτησε στὰ χωράφια. 
Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ εὐχαριστῶ. Δὲ μίλησα. 
Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς 
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ - θἆναι ποὺ χινοπώριασε 
κι οἱ μῦγες πλήθυναν πολύ· κάθονται στὸ χαρτὶ ποὺ γράφω. 
Καὶ τί ποὺ πῆραν χρῶμα καστανό-βιολετί; Τὰ μερμήγκια 
ἔχουν τὸ χωματένιο σπίτι τους - εἶναι ζέστη κεῖ μέσα. 
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου 
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν. 
Θὰ πρέπει νά ῾φταιξα πολύ.

3 Νοεμβρίου

Ὁ Πανούσης φοράει μία μακριὰ χλαίνη. 
Τοῦ τὴ χάρισε κάποιος φαντάρος. 
Τὴ βάψαν μαύρη στὸ καζάνι τοῦ χωριοῦ του. 
Τώρα εἶναι πράσινη - μήτε καὶ πράσινη. 
Μέσα στὶς τσέπες του ἔχει 
πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι καὶ δυὸ φύλλα καπνὸ 
μαζὶ καὶ τὸ βλέμμα τῆς ἀγελάδας του. Ὁ Πανούσης 
τυλίγεται σὲ μία χοντρὴ βελέντζα. Ἡ βελέντζα 
εἶναι κόκκινη κι ἄσπρη. Κι ὁ ὕπνος τοῦ Πανούση 
ἔχει τὸ χρῶμα τῆς βελέντζας. Πάντα του κοιμᾶται 
μὲ τὴν τραγιάσκα, τὰ παπούτσια καὶ τὸ παντελόνι. 
Ἂν εἶχε βγάλει τ᾿ ἄρβυλά του, σίγουρα κεῖ μέσα 
ἕνα πουλὶ θὰ γεννοῦσε τ᾿ αὐγά του 
κι ὕστερα ὁ Πανούσης δὲ θἄχε ποὺ νὰ χώσει τὰ πόδια του. 
Ὁ ὕπνος του κάθε μεσημέρι 
εἶναι σὰν τὸν ἴσκιο τῆς βελανιδιᾶς μὲς στὸ νερό. 
Τώρα πρέπει νὰ οἰκονομήσει 
ἄλλα πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι γιὰ τὸ παιχνίδι τῆς ἐννιάρας 
ὥσπου νὰ μεγαλώσει πάλι τὸ μουστάκι του καὶ νὰ γυρίσει στὸ χωριό του.

4 Νοεμβρίου

Πολλὰ πράματα μᾶς δυσκολεύουνε. Πολλά. 
Πρέπει νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα μας, τὰ ροῦχα μας 
νὰ κουβαλήσουμε νερὸ ἀπ᾿ τὴ βρύση μὲ τὶς μεγάλες στάμνες 
νὰ σκουπίσουμε τὸ θάλαμο δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς τὴ μέρα 
νὰ μπαλώσουμε καμμιὰ κάλτσα καὶ τὰ λόγια μας - 
Τρυπᾶνε γρήγορα κι οἱ χτεσινὲς κουβέντες 
τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν ὅσο τὰ κοιτάζεις 
μπορεῖ ν᾿ ἀλλάζεις καὶ σὺ - γιατὶ κοιτάζοντας τὰ χέρια σου 
καταλαβαίνεις πὼς μάθανε πιὰ σὲ τοῦτες τὶς δουλειὲς 
σὲ τοῦτες τὶς μέρες, σὲ τοῦτα τὰ σεντόνια 
γνωρίζουν τὸ σανίδι τοῦ τραπεζιοῦ γνωρίζουν τὴ λάμπα 
ξανακάνουν τὴν ἴδια κίνηση μὲ πιότερη σιγουριὰ 
δὲν παραξενεύονται. Ἡ φωτιὰ 
θέλει συδαύλισμα, λιγόστεψε - 
τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιόμαστε. 
Τὸ μεσημέρι μὲ φωνάξανε πέντε γερόντοι 
μοῦ ψήσανε καφέ με φίλεψαν τσιγάρο 
εἴπανε γιὰ τὸν Ἅη-Δημήτρη πάνου στὸ Λιτοχώρι 
γιὰ τὸ νερένιο χέρι τοῦ Ἅγιου ποὔδιωξε τοὺς κακοὺς τσοπάνους - 
Πέντε γερόντοι μὲ μάτια μαλακὰ μ᾿ ἄσπρα μουστάκια 
ποὺ σιάχνουν μέρα-νύχτα ταμπακιέρες σιάχνουν κάντρα 
κολλώντας ἄχερα χρωματιστὰ μικρὰ-μικρὰ κομμάτια 
σὰν τὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας - μπελαλίδικα πράματα 
ὅλο καὶ κάτι γλάστρες μὲ γεράνια, δυὸ ρωμέικες σημαῖες 
μιὰ στεριανὴ καὶ μία θαλασσινή, κάτι πεντάγωνα ἀστέρια 
θέλουν νὰ σιάξουν κι ἕνα περιστέρι - δὲν τὰ καταφέρνουν - 
εἶναι καλὰ γεροντάκια - δὲν ἄκουγα τὰ λόγια τους 
καὶ τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιέμαι. Μ᾿ εἴπανε «παιδί μου». 
Δὲν μπόρεσα νὰ πῶ «πατέρα». Ὁ μαστρο-Θανάσης 
λέει θὰ μοῦ σιάξει ἕνα σκαμνί: «Νὰ μὴν κάθεσαι, γιέ μου, 
κάτου στὸ χῶμα καὶ λερώνεται τὸ παντελόνι σου». 
Καὶ τώρα συλλογιέμαι πόσα πράματα κι ἐγὼ θὰ πρέπει νὰ σιάξω 
πόσο θὰ πρέπει νὰ λερώσω τὸ παντελόνι μου 
ἔτσι ποὺ πιὰ ὁ μαστρο-Θανάσης νὰ μὴ σεκλετίζεται ποὺ κάθουμαι στὸ χῶμα 
ἔτσι ποὺ νὰ μπορέσω νὰ τὸν πῶ «πατέρα». 
Τότες θαρρῶ θᾶμαι ἄξιος πιὰ νὰ κάτσω στὸ σκαμνί του 
σάμπως καβάλλα στὰ πλατάνια τ᾿ Ἅη-Διονύση 
καὶ θὰ τινάξω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου τὰ δύσκολα πράματα
ὅπως τινάζω τούτη τὴ μικρούλα ἀράχνη ποὺ ἀχνοδεργιανὰ στὸ χέρι μου
κι οὔτε ποὺ θὰ κρυώνω λέω καθόλου τὸ χειμῶνα.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/hmerologio_e3orias.htm