Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - Απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Θάνατος με τρικυμία”, του Δημήτρη Μανίνη, εκδόσεις Καστανιώτη 1997


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Στο μεταξύ, η γριά, ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα είχε ξεκινήσει, αλλά η καρδιά της τό ξερε. Προπαραμονή της γέννησης του Θεανθρώπου ήτανε, -χώρια που γιόρταζε κι ο γιός της-, κι ενώ το μυαλό της από το ®μπλέξιμό¯ του να ξεκολλήσει δε γινότανε, μουρμουρίζοντας,
"αχ αυτή η νυφαδιά μου, τον έφαγε τον γιόκα μου, κανένα μας δε θα αφήσει ζωντανό",
δούλευε ασταμάτητα για να τα προφτάσει όλα. Άσε που είχε να επιβλέπει και τις κόρες της γκρινιάζοντας.
"ολόκληρες γομάρες, τον απαυτό τους να ξύσουν δεν νογάνε, -Θεέ μου σχώρα με τέτοιες ημέρες πού ναι".
Στη μικρή κουζίνα, μήτε φλυτζάνι δεν χωρούσε ν ακουμπήσεις πια, αφού και το φανάρι ταψάκια και φορμίτσες ήτανε γεμάτο. Μελομακάρονα, Χριστόψωμα, κουραμπιέδες και μπακλαβάδες, απλώνονταν από τ αντρέ ως μέσα, στην παραστιά, σε καρέκλες, πάγκους, τραπέζια και σκρίνια, όπου τελοσπάντων ήταν δυνατό να βολευτούν. Οι ηδύτατες οσμές τής βρασμένης κανέλας, του σπασμένου καρυδιού, του καβουρδισμένου αμύγδαλου, της άχνης ζάχαρης που την ετοίμαζαν με το γαβάνι, έδεναν σ ένα πανηγύρι οσφραντικής παραζάλης με τη σαγήνη από το ζεσταμένο μέλι και το πετιμέζι.

Το παιδί, μπερδευόταν στις ποδιές των γυναικών, παρακαλούσε τη γριά να του πλάσει ένα καίκι, -ενώ εκείνη διατεινόταν πως μόνον φίδια, αρκούδες και πουλιά κατάφερνε-, βουτούσε κρυφά το δάχτυλό του στις ζύμες, έγλυφε στα πεταχτά λίγη γέμιση μελομακάρονου από την άκρη της λεκάνης, κι όποτε εύρισκε ευκαιρία τρύπωνε κρυφά στο στόμα του ένα ®καρυδάτο¯. διότι αυτά, ήταν έτοιμα για φάγωμα απ τη στιγμή που τα έπλαθε η μάννα του, αφού ανάγκη από ψήσιμο δεν είχαν. Ύστερα, έτρεχε στην αυλή για να κρύψει τη ζαβολιά του. Η θάλασσα ακινητούσε ως πέρα στον ορίζοντα, το καίκι τού πάππου του καμάρωνε κατακόκκινο με τα δυό του άλμπουρα, και το γλύκισμα έλιωνε αργά-αργά στο στόμα τού παιδιού. Στη γεύση του, ένα γινόταν το καρύδι, το μέλι και το κακάο, κι όλα έπαιρναν κάτι από το χιόνι που σκάλωνε στα χείλια του όπως κρημνιζόταν βουβό απ τα ουράνια, ενώ ο ήχος της καμπάνας που χτυπούσε αδιάκοπα καλώντας τούς πιστούς, έσμιγε κι αυτός με τις γεύσεις.
Κι όταν τελείωσαν με το ζύμωμα και το πλάσιμο, οι κόρες της γριάς πήραν να μεταφέρουν τα γλυκά στο φουρναριό βγάζοντας μικρές κραυγές, τάχατες για το χιόνι που τις ανατρίχιαζε καθώς πασπάλιζε τα γυμνά τους μπράτσα, ενώ απ τη χαρά τους ήτανε. Διότι η ετοιμασία τις ξαναγύριζε στα παιδικά τους χρόνια, στην άδολη χαρά δηλαδή, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο κάνει την καρδιά να ριγά, κι αλαφραίνει το κορμί. Και το παιδί που μπαινόβγαινε ξωπίσω τους, είδε τη γριά να τρυπώνει στο κατώι βαστώντας δυό μικρά βαθιά τσίγκινα πιάτα. Κι όπως το αντιλήφθηκε εκείνη, κοντοστάθηκε μπροστά στη βαριά πόρτα.
"Θέλεις νά ρθεις;"
ρώτησε, κι ενώ το βλέμμα της σκεφτόταν, έσπρωξε την πόρτα.
Τη στιγμή που τα μάτια τού παιδιού συνήθισαν στο μισοσκόταδο, η γριά άφησε καταγής τα πιάτα, κι ύστερα έπιασε με τα δυό χέρια ένα αγκωνάρι στον τοίχο. Τραβώντας το έξω με κόπο, αποκάλυψε μιάν τεράστια παραθύρα. Ήξερε το παιδί τις παραθύρες, άλλωστε στο κατώι υπήρχαν άλλες τέσσερις. Στις δυό, τρεις απ τις κότες τού σπιτιού τό χαν συνήθειο να γεννούν τ αυγά τους, κι εκεί όλες ανεξαιρέτως τα κλωσούσαν. Κι αφού η γριά αντιλήφθηκε μιά μέρα πως ο Μενέλαος στο μελίσσι, -κάτω από την πλάκα που το σκέπαζε-, έκρυβε τα τσιγάρα του, στις κενές παραθύρες τα παράχωνε πλέον ο πάππος τού παιδιού πριν μπει στο σπίτι. κι ύστερα στο μισοσκόταδο, μασούσε και μιά σταλιά ρίγανη με βασιλικό, προσπαθώντας να παραπλανήσει τη γριά, αφού,
"βρωμοκοπούσε τσιγαρίλα από δυό μέτρα μακρυά".
Το παιδί παρατηρούσε με κομμένη ανάσα, γιατί το μέγεθος της παραθύρας, -διπλάσιο απ των αλλονών το άνοιγμά της-, κι ύστερα το εκστασιασμένο βλέμμα τής γριάς κι ο δισταγμός της, ένα σήμαιναν. μυστικό βαρύ κρυβότανε εκεί.
Η γριά, τρύπωσε τα χέρια της βαθιά, ως τους ώμους, και μετά με κόπο, αργά-αργά τα έσυρε έξω λαχανιασμένη απ την προσπάθεια και τη συγκίνηση. Το παιδί δεν πίστευε στα μάτια του. δυό τεράστια φίδια χοντρά ίσα με το μπράτσο του κουλουριασμένα το ένα με το άλλο, αργοσαλεύανε στην αγκαλιά της .
"Δεν είναι για να τα φοβάσαι",
το βεβαίωσε εκείνη,
"δικά μας είναι, του σπιτιού, τη μοίρα μας βαστάνε αλάργα και το κακό ξορκίζουνε. κι ύστερα, σαν ξυπνήσουνε με την καλοκαιρία, κοίτα τί κάνω",
κι έφερε τα κεφάλια τους στ αυτί της, σκύβοντας.
"Τη γλώσσα βγάζουνε έξω και μου σφουγγίζουνε τ αυτιά. Πώς θαρρείς ότι ακούω τα πουλάκια στο ρέμα κι αφουγκράζομαι;"
Το παιδί κοίταζε αποσβολωμένο.

"παλιά όλοι νογούσανε τα κελαϊδίσματα. Για τον καιρό προσφεύγανε στον Γκιώνη, στα περιστέρια για τα γεννητούρια, στη σουσουράδα για τα κουτσομπολιά, και τα μελλούμενα από τη χελιδόνα τα μαθαίνανε. Άλλαξε ο κόσμος τώρα, κι αν τα φιδάκια σου δεν έχεις, τ αυτιά σου να σ ανοίξουνε, αποτέλεσμα μηδέν. Μόνον ακούς τα κελαϊδίσματα και χαίρεσαι. Καλή είναι η χαρά, αλλά με σκέτη χαρά, μόνον οι ξεμωραμένοι αγάλλονται. Άντε τώρα να τα βάλουμε πίσω στη θέση τους, χαλάσαμε τον ύπνο τους. Κι όχι πως θα ξυπνήσουνε τελείως, με την καλοκαιρία θα ξαναδούν τη μέρα. Αλλά καλού-κακού, τους έφερα φαγάκι. μέλι με γάλα και πυτιά. δεν είναι οι γιορτές μονάχα για τον άνθρωπο, για τις ψυχούλες όλες είναι, και όλα είναι ζωντανά".
Το παιδί, ίσα που ανάσαινε παρατηρώντας το καφεκόκκινο δέρμα των φιδιών και τις πορτοκαλιές βούλες που έτρεχαν στη ράχη τους απ το κεφάλι ως την άκρη της ουράς, ενώ εκείνη προσπαθούσε να τ αποθέσει και πάλι στη φωλιά τους.
"Για πιάσε την ουρά",
διέταξε η γριά,
"δε βλέπεις πώς τη γύρισε και δε χωράει; Αυτό είναι το ζημιάρικο, έχει μιά βούλα παραπάνω απ τ άλλο".
Υπνωτισμένο το παιδί, έσπρωξε την ουρά που είχε τσακίσει σε γωνία και δεν έλεγε να μπει στην τρύπα, και το χέρι του πάγωσε μαζί με την καρδιά του καθώς ακούμπησε στο παγωμένο δέρμα του φιδιού. Η γριά, αφού κατάφερε να τα ξαναβάλει στη θέση τους, τοποθέτησε δίπλα τους και τα πιάτα και συνέχισε να μιλάει.
"Τώρα που τό μαθες κι αυτό, στις βρυσούλες, ξημέρωμα θα πάμε. Εδώ, πίσω απ του Σταμάτη, στου Καλόγερου, και στην άλλην, που ακόμα δε στην έδειξα, στο ρέμα το δικό μας. θ αφήσουμε καλούδια και γλυκά. Η δικαιοδοσία μας, ως εκεί είναι. παραπάνω, αλλονών. Και για τις βρύσες θα τ αφήσουμε, αλλά πρωτίστως για τα ξωτικά. και για τα καλκατζούρια βέβαια. Θα πάμε τα πεσκέσια μας, θα τα παρατήσουμε, και θα φύγουμε. Ψυχή ζώσα δεν πρέπει να υπάρχει για να φανερωθούν τα ξωτικά. Παλιά, τα καλκατζούρια τρυπώναν απ τον μπουχαρή και κατεβαίνανε στα σπίτια. Εκεί να σ έχω, όρθιο κι αμίαστο, τίποτα δεν απόμενε. Παντού αποπατούσανε κι αλείβανε ότι των Χριστουγέννων. τσουρέκια, μπακλαβάδες, φτάκια και κουραμπιέδες. Το παραμικρό δε γλίτωνε, ως και στο κατώι τρυπώνανε για να μολέψουνε το σφάγιο. Κι όταν το πρωί ξυπνούσες, ο αποθαρρός σου σ έπιανε, καταστροφή. Ως των Φώτων κινδυνεύαμε, γιατί μετά, τα έδιωχνε ο αγιασμός από παντού, και τρέχαν να προφτάσουν, στη γη να μπούνε πάλι".
Το παιδί άκουγε με τεντωμένα αυτιά και μάτια, κι όταν σταμάτησε η γριά να πάρει ανάσα, ρώτησε,
"καλά, και τώρα τί θα κάνουμε;"

"Αχ, πάνε και τα καλκατζουράκια. πλέον δε βγαίνουνε",
"Γιατί;"
είπε αυθόρμητα το παιδί που κρεμόταν απ τα χείλια της.
"Διότι πονήρεψε πολύ ο κόσμος. όλα αλλάξαν από τότε. Κι έχει και τα καλά του, όπως μ αυτά τα άτιμα τα ζλάπια που φύγαν και γλιτώσαμε, έχει και τ άσχημα, όπως με τα πουλάκια για παράδειγμα. Ότι τίποτα μόνο του δεν έρχεται. Να θυμάσαι. να θυμάσαι για να μη γελιέσαι. Όλα αντάμα είναι, κι ας φαίνεται το ένα απ τα δυό. Το καλό όταν βλέπεις, να περιμένεις και τ ανάποδο. Και το κακό όταν σε πετυχαίνει, κοντά-σιμά σε φτάνει κι η ευεργεσία. Κι άλλη φορά δε θα στο πω, μόνον ο Ύψιστος, -Ευλόγησον Κύριε-, μένει απαράλλαχτος εις τους αιώνας των αιώνων. τα άλλα, όλα αλλάζουν. Κι ας είναι κάστρα και βουνά, κι ας είναι θάλασσες και λίμνες, κι ας είναι αγάπες με όρκους και βάσανα και χάδια και φιλιά, διπλά και τρίδιπλα δεμένες, ακόμα και με μάγια. Κι ο άρχοντας της σήμερον, ζήτουλας της αύριον. Ά!, θα το λησμονούσα, ακόμα και ο Πονηρός, άγγελος ήτανε πρωτύτερα, και γύρισε κι αυτός. κι αυτό είναι το καλύτερο, γιατί μας βεβαιώνει, πως και οι αγγέλοι ακόμα αλλάζουν".
Ωσότου έρθει ώρα για να κοιμηθεί το παιδί, στο νου του στριφογύριζε τα φίδια, τα καλκατζούρια και τα ξωτικά. Κι όταν έγειρε τα βλέφαρά του απ τη νύστα, είδε νησιά να βυθίζονται στα πέλαγα, πολιτείες να φυτρώνουν εκεί που έρημες εκτάσεις υπήρχαν μόνον έως τότε, κι είδε το βουνό να γεμίζει από σπίτια, κοντά το ένα στ άλλο, τόσο, που μήτε η ρίγανη δεν είχε πλέον τόπο να φυτρώσει. κι είδε τη θάλασσα άδεια από ψάρια, κι είδε τους φίλους του τον Κωσταντή και τον Δημήτρη να το καταδιώκουν και να το εχθρεύονται, και τέλος είδε, αντάμα με τη μάννα του τον τόπο του ν αφήνει, φεύγοντας για τη ξενητειά. Κι η αγωνία του έλαβε τέλος, μόνον όταν ένοιωσε στη μύτη του μυρουδιά από θάλασσα, πετρέλαιο και λεμόνια, τη μυρουδιά του πατέρα του δηλαδή, και κει, βγάζοντας στεναγμούς, βυθίστηκε σε ύπνο βαθύ, λιθαργικό.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα “Θάνατος με τρικυμία”, του Δημήτρη Μανίνη, εκδόσεις Καστανιώτη 1997

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Tα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



[Κατέβασέ το]



Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα:

1.Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη (σελ. 1-5)

2. Στο Χριστό στο Κάστρο (σελ. 6 -21)

3. Το Xριστόψωμο (σελ. 21-24)

Σελίδες: 24

Παρουσίαση του διηγήματος “ τα Χριστούγεννα του τεμπέλη”


Παραμoνές Χριστoυγέvvωv και «o μαστρο-Παύλος o Πισκολέτος μπήκε πρωιvός πρωιvός στο καπηλειό του Πατσόπουλου vα πιει καvέvα ρούμι vα ζεσταθεί o άvθρωπoς. Tov είχε διώξει η γυvαίκα του, τov είχε δείρει o κoυvιάδoς του, τov είχε διαβολοστείλει η σπιτovoικoκυρά του και το χειρότερο απ όλα! τov είχε φασκελώσει o μικρός γιος του. Τριώv χρόvωv ήταvε δεv ήταvε, και vα βρίζει τov πατέρα του! Βρισιές vα ιδείς εκεί ήμαρτov, Παvαγία μου!, τέτοια πράγματα δε λέγovται ούτε και γράφovται». Έτσι αρχίζει η ιστορία του μαστρο-Παυλάκη του τεμπέλη και κάπως έτσι τελειώvει. Περιφρovημέvoς από τους οικείους του για τα καμώματά του και τηv αvεκδιήγητη τεμπελιά του παίρvει έvα καθώς πρέπει χριστoυγεvvιάτικo μάθημα που τov αvαγκάζει vα συvειδητoπoιήσει ότι η μόvη ελπίδα του είvαι η εργασία.


Το ωραιότατο αυτό ηθογραφικό διήγημα του Παπαδιαμάvτη είvαι ακριβώς 106 ετώv, αφού δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη χριστoυγεvvιάτικη «Ακρόπολι» το 1896. Αξίζει τov κόπο vα το διαβάσει καvείς όχι μόvo ως χριστoυγεvvιάτικη ιστορία αλλά και ως μια εξαίρετη διασκευή της μvημειώδoυς, της «αμίλητης» και «αχειροποίητης» γλώσσας του σκιαθίτη συγγραφέα. Ο Κώστας Πούλος καταφέρvει θαυμάσια vα διατηρήσει τον ρυθμό του παπαδιαμαvτικoύ κειμέvoυ και vα δημιουργήσει έvα vέo κείμεvo χωρίς vα προδώσει το ύφος του παλιού. Όσο για τηv εικovoγράφηση του Νικόλα Αvδρικόπoυλoυ οφείλουμε vα ομολογήσουμε ότι όχι μόvo συμπληρώvει και αvαδεικvύει το κείμεvo αλλά μέσα από τις γvώριμες ατμοσφαιρικές ακουαρέλες του συμβάλλει σημαvτικά στην επαvαφoρά του διηγήματος στηv εποχή όπου αvήκει.Γεωργία Γαλανοπούλου, ΤΟ ΒΗΜΑ.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, βιογραφικά στοιχεία
O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911, στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ήταν ιερέας. Μεγαλώνοντας σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον ήταν φυσικό ο Αλέξανδρος να επηρεαστεί και να συνδεθεί με μια βαθιά ευλάβεια με τον χριστιανισμό και τα εκκλησιαστικά γενικότερα.

Παρόλη τη φτώχεια και τη στέρηση που συνόδεψε τα παιδικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης αγαπάει τα γράμματα και καταφέρνει με πολλές δυσκολίες, μετά από πολλές διακοπές να τελειώσει το γυμνάσιο και να γραφτεί στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Όμως δεν θα καταφέρει ποτέ να τελειώσει τις σπουδές του. Παραδίδει μαθήματα για να βγάλει τα προς το ζην και παράλληλα μελετάει με πάθος αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής του. Μαθαίνει μόνος του αγγλικά και γαλλικά. Για να ζήσει κάνει μεταφράσεις, δουλεύει ως διορθωτής σε εκδόσεις και δημοσιεύει κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ταυτόχρονα αρχίζει να εκπληρώνει το όνειρο του να γίνει συγγραφέας και κάνει την είσοδο του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα ” Η μετανάστις ” που δημοσιεύεται στον Νεολόγο της Πόλης. Ο κυρ Αλέξανδρος για τους απλούς ανθρώπους που τον γνωρίζουν αλλά και για τους νεους λογοτέχνες της εποχής που τον συναντούν στο στέκι του, το καφενεδάκι της δεξαμενής, εντυπωσιάζει με την πλατιά του μόρφωση αλλά και με τα μυθιστορήματα και διηγήματα του που δημοσιεύει. Εντυπωσιάζει επίσης με την ασκητική μορφή του αλλά και την ασκητική ζωή του. Διάφορα οικογενειακά προβλήματα, η οικονομικές του δυσκολίες αλλά και ο θάνατος του αδερφού του, τον οδηγούν στον αλκοολισμό.

Το 1908 αποφασίζει να επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί την Σκιάθο για να βρει την ηρεμία και τη γαλήνη που του τόσο πολύ του έλειψαν, έστω στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πεθαίνει μετά από μια σύντομη αρρώστια ενώ λίγες μέρες πριν το ελληνικό κράτος που μέχρι τότε δεν τον είχε βοηθήσει σε τίποτε, τον παρασημοφορεί αναγνωρίζοντας την μεγάλη του πνευματική προσφορά.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γράφει σε μια ιδιότυπη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα που πιθανόν να χρειάζεται μετάφραση για κάποιον που μιλάει μόνο δημοτική, ενώ τους διαλόγους των απλών ανθρώπων του νησιού του που είναι και οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων του, τους γράφει στο δημοτική ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Παρόλα αυτά τα κείμενα του έχουν τεράστια εκφραστική δύναμη. “Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων” κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των πιο σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών.



http://www.24grammata.com/?p=7509

Τρούμαν Καπότε, Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση από τη συλλογή Όλα τα διηγήματα, Καστανιώτης.



Αφού πλέξουμε και στολίσουμε με κορδέλες χριστουγεννιάτικα στεφάνια για όλα τα μπροστινά παράθυρα, το επόμενό μας σχέδιο είναι να φτιάξουμε τα δώρα της οικογένειας. Πολύχρωμα μαντίλια για τις κυρίες, για τους άντρες ένα σπιτικό σιρόπι από λεμόνι, καραμέλα και ασπιρίνη για τα «πρώτα συμπτώματα του κρυολογήματος μετά το κυνήγι». Αλλά σαν έρθει η ώρα για τα δώρα που θα ανταλλάξουμε μεταξύ μας, η φιλενάδα μου κι εγώ χωρίζουμε, για να δουλέψουμε κρυφά. Θα ’θελα να της αγοράσω ένα μαχαίρι με διαμαντένια λαβή, ένα ράδιο, ολόκληρο μισό κιλό σοκολατάκια με κεράσι (κάποτε δοκιμάσαμε τέτοια και από τότε ορκίζεται ότι: «Θα μπορούσα να ζήσω μ’ αυτό, Φιλαράκο, μα το Θεό, θα μπορούσα –και δε βάζω στο στόμα μου τ’ όνομά Του έτσι στ’ αψήφιστα»). Αντί γι’ αυτά, της φτιάχνω έναν αετό. Εκείνη θα ’θελε να μου δώσει ένα ποδήλατο (το ’χει πει και το ’χει ξαναπεί εκατομμύρια φορές: «Αχ και να μπορούσα, Φιλαράκο. Σίγουρα είναι άσχημο να ζεις και να σου λείπει κάτι που εσύ θέλεις∙ αλλά, πανάθεμά το, αυτό που με τσαντίζει είναι να μην μπορείς να δώσεις σε κάποιον αυτό που θα ’θελες να του δώσεις. Μόνο που σίγουρα θα μπορέσω. Όπου να ’ναι, Φιλαράκο, θα σου βρω ποδήλατο. Μη ρωτάς πώς. Μπορεί και να το κλέψω»). Αντί γι’ αυτό, είμαι μάλλον βέβαιος πως μου φτιάχνει έναν αετό –όπως και πέρυσι, όπως και πρόπερσι: πρόπερσι ανταλλάξαμε σφεντόνες. Κι όλα αυτά πολύ μ’ αρέσουνε. Γιατί είμαστε πρωταθλητές στο πέταγμα αετών και μελετάμε τους ανέμους σαν τους ναυτικούς –η φιλενάδα μου, πιο φτασμένη από ’μένα, μπορεί να αμολήσει αετό ακόμα κι όταν δεν υπάρχει αεράκι ούτε για να κρατήσει τα σύννεφα.



Τρούμαν Καπότε, Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση από τη συλλογή Όλα τα διηγήματα, Καστανιώτης.

http://www.bookbook.gr/component/content/index.php?option=com_content&view=article&id=702:75&catid=60:--2&Itemid=178

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

ΞΗΜΕΡΩΝΑΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!! -της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ



ΞΗΜΕΡΩΝΑΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!! -της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Γρήγορα όμως ήρθαν και καλύτερες μέρες. Έτσι είναι η ζωή!

Όταν ο πόνος σε συντροφεύει στο τραπέζι, η χαρά, κρυφοκοιτάει απ΄το ανοιχτό σου παραθύρι!

Ξημέρωναν Χριστούγεννα! Τι θα μπορούσε να με κρατήσει μακριά της τέτοια μέρα!
Πού είπε ότι θα πάει με τον αντρούλη της για ρεβεγιόν;
Τον άντρα της! Πόσο τον μισούσα αυτόν τον άντρα! Οι μόνες στιγμές που ένιωθα παρηγοριά, ήταν, όταν τον κατηγορούσε.
Ύμνος χερουβείμ τα λόγια της!!! Άνοιγα τότε διάπλατα τα τύμπανά μου, να περάσει μέσα η θαλπωρή των ήχων της, να γειάνει την καρδιά μου.

Απόψε όμως, ήταν Mεγάλη Nύχτα και το μίσος δεν είχε προσκληθεί στο δείπνο της αγάπης!

Α, ναι στον ‘’Ανεμόμυλο’’ θα πάει. Τι ανέλπιστη τύχη Θεέ μου! Ο ιδιοκτήτης του κέντρου, είχε από παλιά σε μένα, ανεκπλήρωτη οφειλή ευγνωμοσύνης!

Έβαλα στα πόδια μου τα έλκηθρα, με τον φτερωτό έρωτα μπροστά μου να τα σέρνει και άρχισα να κατρακυλώ στην ‘’κατηφόρα’’ που με σήκωνε ψηλά!

Τι θα μπορούσα τούτη τη νύχτα να ζητήσω; Ό,τι πιο σημαντικό! Ένα ασήμαντo τραπέζι. Ο άνθρωπος, σαν με είδε στα γόνατα πεσμένο, μου χτύπησε ευλαβικά την πλάτη και μου είπε:
Για σένα Άγγελε, όλο το μαγαζί δικό σου.

Έτρεξα στο σπίτι. Ξημέρωνε η δεκαετία του 70, πού να βρεθεί στη τσέπη μου το κινητό! Τηλεφώνησα στον Μάνο, να ακυρώσει όλες τις προσκλήσεις του, να πάρει και άλλα δυο άτομα μαζί του και δέκα η ώρα, βρισκόμασταν εκεί.

Ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη! Έσκυβα και φιλούσα το τραπέζι, δάγκωνα το πιάτο, χτυπούσα παλαμάκια για την ευτυχισμένη έκπληξη που θα της χάριζα.

Τροχάδην το γκαρσόν
-Ορίστε κύριε, τι θέλετε;
Χαμόγελο και η ντιζέζ με τη φούξια τουαλέτα, που νόμιζε η έρμη, ότι αυτήν χειροκροτούσα, όταν…

Όταν ξαφνικά την είδα. Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα, γης και ουρανού, αφού ο προβολέας των ματιών σου, φωτίζει μόνον εκείνον που αγαπάς!!!

Κάποια στιγμή, με κοίταξε και κείνη.
Ο μαγνήτης της καρδιάς, ποτέ του δεν λαθεύει!
Εμένα κοίταξε, από τα χίλια κεφάλια που ήταν μέσα. Ναι, εμένα, σαν να είχε δώσει το κάρμα ραντεβού για μας!

Φεγγοβόλησε με μιας! Τα χείλη πυρπολήθηκαν στη φλόγα της αγάπης! Λαμπάδιασα και γω, έτσι καθώς ήμουν έτοιμος να τη ζητήσω στο χορό του Ησαϊα!

Πλησίαζε η ώρα! Δώδεκα παρά πέντε ακριβώς, σηκώθηκα. Έτρεξα σε μια γωνιά, και φόρεσα τα ρούχα που είχα στη σακούλα. Ένα παλιό σακάκι , μια τραγιάσκα, τα μαύρα μου γυαλιά και κράτησα στο χέρι το καλαθάκι με τα κόκκινα τριαντάφυλλα.

Στο κέντρο τώρα, είχαν ανάψει τα κεριά.
Πλησίασα το τραπέζι τους και στάθηκα πίσω απ΄την καρέκλα της Χριστίνας.

-Ένα λουλουδάκι στις κυρίες! Καλά Χριστούγεννα παιδιά!

Της έβαλα το τριαντάφυλλο στο χέρι, ενώ της το έσφιγγα με θέρμη μέσα στην παλάμη μου. Απότομα το τράβηξε με θιγμένη απορία. Της έδωσα μια σκουντιά, ενώ ταυτόχρονα, καθώς έσκυβα να πάρω το φιλοδώρημά μου, της ψιθύρισα,

‘’σ΄αγαπάω, χρόνια σου πολλά’’

Αναρίγησε σύγκορμη η Χριστίνα! Μέσα απ΄τα βάθεια του ‘’είναι’’ της, μια φλέβα ευτυχίας ανάβρυσε με μιας, σαν συντριβάνι, που πότισε με δέος της αγάπης μας τα Ωσαννά!!!

<απόσπασμα βιβλίου μου!

Aχ μάγισσα Αγάπη,
την ψυχή μας,
μόνο εσύ μας κυβερνάς!!!





Μάριον Μίντση

25 Δεκεμβρίου 2012 ·

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

Πηγή φωτογραφίας : https://guardachefoto2.files.wordpress.com/2013/06/cf81-21.jpg

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Η Ειρήνη Βεργοπούλου μας μυεί στη "Μοιραία Πράγα" του Φίλιπ Κερρ, και στο σκοτεινό σύμπαν του Μπέρνι Γκούντερ.


Τον Δεκέμβριο το Revolt παίρνει τον μεγεθυντικό του φακό και λύνει υποθέσεις αστυνομικής λογοτεχνίας!
Την Κυριακή 21 Δεκέμβρη ,στις 6:30 μ.μ. η Ειρήνη Βεργοπούλου προσεγγίζει τα μυστικά του μπεστ-σέλλερ του Φίλιπ Κερρ, και ανατρέχει σε όλη την πορεία 9+1 βιβλίων με πρωταγωνιστή τον Γερμανό αστυνόμο ήρωά του, Μπέρνι Γκούντερ.

Revolt
Πεζόδρομος Κωλέττη 25-27 Εξάρχεια, Athens, Greece


Εμφάνιση χάρτη




Διαβάστε όπως μας προτείνει η Ειρήνη Βεργοπούλου στο :  

την  κριτική του Διονύσης Μαρίνος, από τον Οκτώβριο του 2013. Όπου αύριο μας υπόσχεται ότι θα γίνει αναφορά και σε όλες τις περιπέτειες του Μπέρνχαρντ, στα εννέα μέχρι τώρα βιβλία.

Μας προτρέπει ακόμα να διαβάσουμε μια πολύ καλή επίσης, προσέγγιση, από τη Hilda Papadimitriou
http://www.bookpress.gr/.../xeni.../kerr-moiraia-praga
και το Ο μεταφραστής, του  Dimitris Athinakis , Δημήτρης Αθηνάκης
https://www.goodreads.com/book/show/18628277._

Ο Φίλιπ Κερρ γεννήθηκε στο Εδιμβούργο το 1956. Δούλεψε για κάποια χρόνια στον τομέα της διαφήμισης πριν γίνει συγγραφέας πλήρους απασχόλησης από το 1989 και έπειτα. 'Εχει γίνει παγκοσμίως γνωστός από τη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων/ιστορικών θρίλλερ του, με ήρωα τον Γερμανό επιθεωρητή Μπέρνχαρντ Γκούντερ, που 'απλώνονται' σε 9 μέχρι σήμερα εκδοθέντα βιβλία, συν ένα δέκατο που θα βγει το 2015, και διασχίζουν μια εικοσαετία περιπετειών, από την άνοδο του Τρίτου Ράιχ, μέχρι τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και ύστερα τον Ψυχρό Πόλεμο. Η 'Μοιραία Πράγα' διαδραματίζεται στο χειμώνα του 1941, και εκδόθηκε το 2010, όντας το 8ο στη σειρά. Ο Κερρ έχει γράψει και πολλά βιβλία για παιδιά, όπως και άλλες νουβέλες.



Ειρήνη Βεργοπούλου



Η Κυρία του Κλιμτ με κοιτάει από την κούπα.

Πώς είδα την :*Portrait of Adele Bloch-Bauer, Gustav Klimt, 1907.



Αδέλ,

Τα πολλαπλά σας μάτια με εξετάζουν

όλο περιέργεια και υπεροψία

από το πανάκριβο φουστάνι σας

που έχει την περηφάνια βυζαντινού μωσαικού,

τα μυστικιστικά βλέμματα Αιγυπτιακού μνημείου,

και την αύρα καλοφτιαγμένου παγωνιού.

Είμαι μόλις ένα μέτρο μακριά, και σας πίνω

από την κούπα του καφέ μου,

όπου είσαστε επάνω μικρούλα

ως σουβενίρ αναπαραχθείσα,

με τα χεράκια σας να παραμένουν διπλωμένα, αβρά, λεπτούλικα,

και το μαλλάκι μεγαλοαστικά σιαγμένο,

όπως όταν ποζάρατε για τον μέγα Κλιμτ το 1907,

παραγγελιά του πάμπλουτου συζύγου σας βιομήχανου

Ferdinand Bloch-Bauer ,

και μάλιστα ποζάρατε πάλι και ξανά για τον ζωγράφο,

γεγονός μοναδικό για Κλιμτ….

….Πολύς χρυσός και πλούτος, σε χρώμα και αξία,

θά ήταν και στο εξής το ριζικό σας,

και θα γλιτώνατε μεν εσείς τον πόλεμο ως ζωγραφιά,

αλλά όχι τα δικαστήρια,

όπου δεκαετίες από δίκες,

( πολλαπλάσιες, θαρρούμε από αυτές

για τις φρικαλεότητες του πολέμου,

άσχετο)

διαμάχες λοιπόν για την ιδιοκτησία σας, ως ταμπλώ,

θα σας απίθωναν τελικά σε κάποιο κεντρικό μουσείο,

για πάρα πολλά, φυσικά, χρήματα.

Μα τώρα έχετε νομίζω κάπως κοκκινίσει,

γιατί είστε μια ζωγραφιά τόση δα, στριμωγμένη μέσα σε άλλες τόσες δα,

σε μια κούπα αναμνηστική.

Το ρόφημα ρευστό, και εγώ σας κάνω ό, τι θέλω.

*Portrait of Adele Bloch-Bauer, Gustav Klimt, 1907.
 Ειρήνη Βεργοπούλου http://irinivergopoulou.

Παρουσίαση Ανθολογίου " Περί Έρωτος "



Ο Πολιτιστικός Σύλλογος " Αρισταρέτη " και ο Εκδοτικός Οίκος " Όστρια " έχουν την χαρά να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση του Ανθολογίου Περί Έρωτος τις 21 Δεκεμβρίου 2014 στις 19:00 στο χώρο των Εκδόσειων Όστρια, Τζώρτζ 20, Πλατεία Κάνιγγος, Αθήνα.

40 δημιουργοί ενώνουν πνεύμα, σκέψεις, συναίσθημα και γραφίδες, και καταθέτουν ένα ερωτικό συλλογικό έργο!