Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Ο,ΤΙ ΠΟΘΗΣΑΜΕ!!! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ



Τι έγινε γλυκά μου, άσοφα κι ονειροπαρμένα; Πάλι με το δεκανίκι του ονείρου στην ουτοπία βολεμένα;
‘’Όσα έχει η μοίρα στο χαρτί, πελέκι δεν το κόβει’’

Μα γιατί δεν θέλεις να το δεις; Η προσωρινή κακοτυχιά, έχει ρίξει απροσπέλαστη αυλαία σε τούτη την αδιέξοδη ελπίδα. Γιατί την εξαντλείς; Ρακένδυτη την άφησες με την στείρα επιμονή σου. Κόντρα στο πεπρωμένο σου θα πας εσύ;
Ναι, έτσι ακριβώς, όπως σου το έχω ξαναπεί.

‘’Υποτιμητικό συναίσθημα καταντάει η ελπίδα’’ όταν για χρόνια σου κρατάει την κουίντα σφαλιστή και συ, κακομοίρης θεατής, γονυπετής να την προσμένεις.
Αφουγκράσου για λίγο τα σινιάλα της άρνησης που στέλνει < δεν θέλει> κι ανέβα στην επόμενη σκηνή. Αφού σ΄έχει απενεργοποιήσει απ΄την δράση ενός καινούργιου στόχου, τράβα της και συ ένα delete. Κι ύστερα, άκου ξανά τον Ποιητή:

Θεέ μου, δώσε μου την δύναμη να αντέξω, όσα δεν μπορώ να αλλάξω και την δύναμη της θέλησης να κάνω, ό,τι μπορώ να επιτύχω!

Τώρα μάλιστα! Ώστε ‘’η ελπίδα πεθαίνει τελευταία;’’
Μέχρι πότε; Όταν χορτάσει απ΄της ουτοπίας μας τα κόλλυβα και μας στείλει αδιάβαστους στην επόμενη ζωή;
Να δω τότε, ποιος θα την κλάψει την αναίσθητη, έτσι
που θα μείνει τελευταία… Μην σου πω και τ΄άλλο…

‘’Συν Αθηνά και χείρα κίνει’’ γιατί…
‘’Όποιος θρέφεται μ΄ελπίδες, θ΄αποθάνει από την πείνα’’

Γι΄αυτό σου λέω. Μην την φυλακίζεις στις εμμονές σου την ελπίδα. Σαν αποφυλακιστεί, θα γίνει τιμωρός στις εφιαλτικές σου χειροπέδες.
Το ξέρω, ότι διακαώς, αυτό λαχταράει η καρδιά σου. Αλλά κι αυτήν, μην την πολύ εμπιστεύεσαι, γιατί είναι τόσο κακομαθημένη, που διαρκώς παραμυθιάζεται με ό,τι την βολεύει!

Ξύπνα καλό μου, ξύπνα, Του εγκεφάλου μας εφεύρεση είναι η ελπίδα, των μελλούμενων η προδοσία, γιατί την έχουμε ανάγκη στης πεθυμιάς την προσδοκία!
Τι, δεν με πιστεύεις; Γιατί δεν κάνεις μια κατάδυση στης πείρας σου τη γνώση, ώστε μόνος σου να θυμηθείς.

‘’Αυτά που ήταν να γίνουν, δεν έγιναν.
Κι εκείνα που έγιναν, δεν έπρεπε να γίνουν’’

Από τα ξεφτίδια ενός απελπισμένου ονείρου, μπορείς να αναστήσεις, ή τον δάσκαλο της νέας σου αρχής, ή τον προφέσορα ενός καινούργιου ‘’αντίο’’

Έλα, τρέχα να προλάβεις, πριν θρηνήσεις την χαμένη δυνατότητα! Τρέχα! Ίσως αύριο να μην την ξαναβρείς.
Αααα και μην ξεχάσω, αυτό που ο μέγας Ευρυπίδης, μου ψιθύρισε στ΄αυτί:

Ό,τι ποθήσαμε, δεν μας δόθηκε.
Για το απρόσμενο όμως,
έχει τον τρόπο του ο Θεός!!!
*** *** ***
*** *** *** *** ***
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

Ο,ΤΙ ΠΟΘΗΣΑΜΕ!!! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Μάριον Μίντση

25/2/2015 ·

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Μαρίκα Νίνου (θεατρικός μονόλογος για τη ζωή της)







«ΜΑΡΙΚΑ ΝΙΝΟΥ»1

Θεατροποιημένη, σε μορφή μονολόγου σύντομη αναφορά στο πρόσωπο της μεγάλης τραγουδίστριας του ρεμπέτικου, ελληνικού τραγουδιού.

«Η Μαρίκα Νίνου, δίχως να το ξέρει,
με το μαχαίρι της φωνής της,
χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα
των θεών της ταπεινοσύνης και της βυζαντινής παρακμής.»
Μάνος Χατζιδάκις

(Η Μαρίκα Νίνου, μιλά για τη ζωή της σε ένα φανταστικό πρόσωπο. Η συζήτηση εξελίσσεται κατά τη διάρκεια μιας νύχτας. Στέκει στο τραπέζι του κέντρου, «Τζίμης ο Χονδρός», όπου και μεγαλούργησε μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Καπνίζει και κοιτά το πάλκο. Γύρω της περνούν άνθρωποι, άντρες κυρίως που τη χαιρετούν. Η Μαρίκα μιλά.)
(τυχαίες φωνές αντρών, θαμώνων.) Γεια σου Αρμένισσα! Γεια σου Μαρίκα! Όμορφη Βαγγελιώ μου!
(η γυναίκα χαμογελά και με κόπο, ανταποδίδει πάντα τις φιλοφρονήσεις. Χαιρετά, μα στο βλέμμα της έχει τη θλίψη εκείνου που γνωρίζει πως πρόκειται να τελειώσει. Κοιτά το φανταστικό πρόσωπο που της ζητά τη συνέντευξη. Μιλά.)

-ΜΑΡΙΚΑ: (είναι χαμηλωμένο το βλέμμα της. Βαμμένη, περιποιημένη καθώς είναι, προσπαθεί να κρύψει την κουρασμένη και άρρωστη όψη της.) Χαλάσανε τα μαγαζιά πια. Οι άνθρωποι χαλάσανε. Δεν αγαπιώνται, πώς να το πω και είναι πάλι που λησμονούν κάθε που λυπούνται και έτσι μεγαλώνουν άχαρα. Παλιά, όταν ήμουν όμορφη και νέα, ήμουν έτσι μωρέ, μην κοιτάς τώρα που είμαι άρρωστη και δεν τραγουδώ, έτσι άδεια που είμαι, δεν τραγουδώ, παλιά λοιπόν…(καπνίζει. Σιωπά για λίγο. Σκέφτεται, το βλέμμα της απλανές.) Οι άνθρωποι ήσαν ερωτευμένοι παιδί μου. Αγάπαγαν πολύ, ανελέητα, έγδερνε η αγάπη τους το στόμα, από μέσα, να πονάει, από μέσα, κατάλαβες; Την πληγή την έτρεφε από μέσα ο καημός και τον κόσμο τον μετρούσαν με σιωπές. Τώρα, σουξέ του σαββατόβραδου, όλες οι γκόμενες πάνω στις πίστες, έξω τα σώματα και έπειτα, όταν η αυγή ξεβάφει στρας και πούδρες, είναι η αγάπη, πώς να το πω…(γελά δυνατά.) Ποτέ δεν ήμουν καλή στα λόγια! Εγώ μονάχα κοιτούσα, έκανα τα νάζια μου και διαλύονταν συντάγματα και εμπροσθοφυλακές, απλώνοντας στα πόδια μου χρυσάφια, καρδιές και τιμαλφή, όχι σαν τώρα που είναι οι γυναίκες θράκες σβησμένες και δεν χορταίνεται ο έρωτας…Τέλως πάντων, και έτσι να το γράψεις, την αυγή σκορπάνε κάτι παράξενα πουλιά, απρόσμενα, τρομάζουν και τινάζονται από το φως ανάμεσα στις κλάρες και έτσι ξεφτάει η αγάπη. Τι να τις κάνει τις παγιέτες η αγάπη, μάτια μου, η αγάπη τα φορέματα τα βγάνει και κάνει έρωτες και σφάζεται μες στα σπίτια και τελειώνει πάντα με εκφράσεις τραχιές. Ε, του λόγου μου τέτοιες αγάπες ετόλμησα και με αρρώστησαν κιόλα μα τα τραγούδια μου τα είπα έτσι εξαιτίας αυτού, δηλαδή της αγάπης που ήταν καθαρή, ψηλή και ακέραια αγάπη, για το τραγούδι, για τα αρμένικα αγόρια. (χαμογελά από ντροπή, όπως τα νεαρά κορίτσια.) Τη μάνα μου τη λάτρεψα και τη σεβάστηκα γιατί με ξεγέννησε μες στο βαπόρι, τη Βαγγελίστρια, και με βάφτισε ο καπετάνιος του λόγου μου και με τέτοιο λάδι δεν υπάρχει λιμάνι για μένα, λιμάνι ανθρώπινο να πούμε…Μας ρήμαξαν τα βάσανα και οι πείνες και τον πατέρα μου τον έκαναν πέρα. Μια ζωή βαλμένα τα σύρματα και οι φράχτες, εσύ να είσαι ετούτο, εγώ εκείνο, φωτιές ανάμεσά μας, φωτιές, άχρηστες πυρκαγιές, μωρέ παίδί μου, – επέτρεψέ μου να σε λέω έτσι, όπως τον ακριβό μου-, ταυτότητες δεν κρατεί κανείς στα δόντια, δεν τον ρωτούν όταν περνά από το μεγάλο δρόμο, εκεί είναι όλα κλειστά, δεν έχει τραγούδια, αγάπες δεν έχει, όλο βάλτους και φωλιές. (τινάζεται, σαν να θυμάται κάτι αξιόλογο.) Είχα διαβάσει κάπου, μια αράδα, μπορεί κιόλα να μου το είχε πει και κανείς εραστής ή θαμώνας, (γελά), μες στις φωλιές, λέει, άκου μωρέ τι όμορφα πράματα έχουν ειπωθεί, μες στις φωλιές, κρατιέται εκείνο το κορίτσι, η Περσεφόνη που λένε, και όλο τη γυρεύει η μανούλα της. (δακρύζει, κρατιέται με δυσκολία πριν ξεσπάσει.) Οι μανάδες, εκείνες γνωρίζουν τη σοφία του καημού, για τέτοιες γυναίκες, χωμάτινες να πούμε τραγούδησα, για όλους τους ανθρώπους που έχουν κρατηθεί από τη γη στις μεγάλες θλίψεις. Θαρρείς νοιάστηκε για μένα ή για εκείνο το παιδί ο άντρας μου ο πρώτος; (γελά δυνατά, όλο πίκρα.) Εκείνος έφυγε παιδάκι μου, πήγε λέει τότε που διώχνανε τους Αρμένιους, πήγε πάλι πίσω, έφυγε, με παράτησε με ένα παιδί, το πήρε απόφαση να ναι μπάσταρδο, το άφησε, μα να ναι καλά εκεί που είναι γιατί αγαπηθήκαμε και ο έρωτας στην πρώτη νιότη είναι άνοιξη, ανοιγμένα μπουμπούκια, ο έρωτας εκείνος να πούμε είναι η μεγάλη μνήμη που μας κρατεί και μας θρέφει ή μας γονατίζει, σαν τις μπόρες, παιδί μου. (το βλέμμα της σκοτεινιάζει. Σιωπά για λίγο, κρατεί το στήθος της, δείχνει να πονά.) Μετά η αγάπη βαθαίνει, γίνεται στέρνα, κάτω σε μεγάλα βάθη, όπως στις θάλασσες, κόκκαλα, καρδιές και τα λοιπά απομεινάρια, ότι μένει από το δόσιμο, να σταματάς να κάνεις το σταυρό σου, σωστά μνημεία, όχι σαν τα εθνικά και δώστου, αλλά μνημεία, ανδριάντες, περίφημες κατασκευές για την εξάντληση. Όσο εξαντλείσαι, όσο ξοδεύεσαι, βαθαίνει η μοναξιά σου, βαθαίνει πολύ και εκεί πνίγεσαι, ξέρεις μωρέ τι σημαίνει πνιγμός, τι σημαίνει να κρατιέσαι από τους τοίχους της κάμαρης, να ποντάρεις σε βρώμικα άλογα, να τραγουδάς και να ξεσκίζεσαι μέσα σου και να παριστάνεις πως είσαι όμορφη και όλη από μέσα, σκληρός Γενάρης, χειμώνας, γωνιές σκοτεινιές, ούτε ένα ξύλο να κρατήσει το φως, ούτε ένα χέρι να σε βαστήξει. (ανασηκώνεται στη θέση της. Καπνίζει ασταμάτητα, κοιτά γύρω σαν εκείνους που έχουν μόλις φανεί από ένα μεγάλο ταξίδι και πασχίζουν να θυμηθούν ένα μέρος ή ένα όνομα ή κάτι τέλως πάντων σημαντικό και παλιό. Χαμογελά τρυφερά, σαν να συνέρχεται από τις σκέψεις της.) Μου άρεσε που με ζηλεύανε και λέγανε να πούμε, «κοίτα την, για αυτήνα γράφει ο Τσιτσάνης» και όλο το ξέφωτο γιομάτο οχιέντρες, να σε τρώει ο λόγος του, η κακιά τους η κουβέντα. Μα εμένα μου άρεσε που με ζηλεύανε και άμα τραγούδαγα, μέσα τους δικαιωνόταν τούτος ο φθόνος και με χαζεύανε, όπως τις μεγάλες καλλιτέχνιδες στις πόλεις της Ευρώπης και της Αμέρικας. Ε, ρε νάζι και σκέρτσο και γινόμουν νερό, λένε οι κινήσεις μου κάτι το άλλο, το ξένο, το μοναδικό και ήμουν, που λένε το πιο αγαπημένο μεσημέρι, το πιο γλυκό και έπεφταν όλα τα αστέρια και έλαμπα και τραγούδαγα και ο Βασίλης μου, -δεν κακιώνω μωρέ εγώ με τον Βασίλη, έτσι είναι οι αγάπες, έτσι είναι, τι τάχα νομίζεις παιδάκι μου πως κρατούν αιώνια, σαν τις θρησκείες και τους θεούς και τα βουνά; Τελειώνουν οι αγάπες, όπως τα τραγούδια, όπως ακριβώς τα τραγούδια.(επαναλαμβάνει την τελευταία φράση με διακεκομμένο τρόπο, σαν να τη διδάσκει.) Αχ, πόσο τον έκανα κέφι όταν ήμουν καλά και μου γέλαγε και έσπαγαν οι χορδές και κρατιούνταν όλοι οι ανθρώποι από τα τέλια και ανεβαίναμε παραπάνω, και άλλος ουρανός και άλλες ανάσες και έλαμπε ο τόπος, το αίσθημα αποκτούσε όψη ανθρωπινή και παλλόταν, όπως εκείνοι που ηδονίζονται μες στα δωμάτια…(χτυπά το χέρι της στο τραπέζι. Τεντώνεται και μιλά με αποφασιστικότητα.)Γυναίκα δίχως έρωτα, μποστάνι με αγίνωτο καρπό, έτσι λέω εγώ και ας τα αφήσουν τώρα ετούτα τα καινούρια και ας γίνουν τα κορίτσια μας Κλεοπάτρες με αργυρά μάτια και χρυσά χέρια, θεές και όλα τα αρσενικά, οι πόθοι όλοι ανάσες βαριές στα πόδια τους μπροστά. Μωρέ η γυναίκα δεν τελειώνει και δεν νικιέται, δεν νικιέται. Τόσα τραγούδια, για τα κορίτσια που γράφτηκαν τίποτε δεν μας διδάξανε, όλο ακαδημαϊσμούς και το σώμα, δίψα κακιά…
(Η Μαρίκα σηκώνεται αργά, περπατά προς το πάλκο, χάνεται στα πίσω δωμάτια του μαγαζιού, καθώς αποχωρεί κρατιέται από τις καρέκλες, ακούγεται που σιγοτραγουδά, μένει μόνο η σκιά της που μεγαλώνει, χάνεται και εκείνη. Το φανταστικό πρόσωπο που της παίρνει τη συνέντευξη κοιτάζει παλιές φωτογραφίες σε λευκώματα, διαβάζει στίχους τραγουδιών, στον τοίχο πίσω του μια μεγάλη, ασπρόμαυρη φωτογραφία με τη μορφή της Μαρίκας Νίνου. Ακούγονται τραγούδια με τη φωνή της, μεμονωμένοι στίχοι της, όλη η ζωή της μες στις φωτογραφίες και τις επιστολές που ξεφυλλίζει ο άντρας.
Έπειτα από λίγο η Μαρίκα επιστρέφει. Κάθεται στη θέση της, δεν μιλά, κοιτά την ασπρόμαυρη φωτογραφία, γελά, το πρόσωπό της συσπάται από μια φανερή συγκίνηση.
Σιωπά. Επαναλαμβάνει στίχους τραγουδιών, τραγουδά χαμηλόφωνα με τα μάτια κλειστά, σαν παραδομένη. Ανοίγει τα μάτια, μοιάζει ήρεμη, μιλά με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στο πρόσωπό της.)
Δεν είχα ποτέ πατρίδα εγώ. Μόνο κάτι φαντασίες, ειπωμένες από τη μάνα μου για τα σπίτια και τις αυλές και τα χρώματα, τι να σου κάνουν όλα τούτα, πώς να αγαπάς, ας πούμε, ένα σώμα δίχως να το αγγίζεις, δίχως να το ερωτεύσαι. Μπογιές και χαμόγελα και μια συγκρατημένη ηδυπάθεια, ένας ερωτισμός τέλος πάντων, μια πηγή παλιά. Για αυτό με αγαπούσαν οι άντρες και ο Μανώλης και ο Στέλλιος μου, με αγαπούσαν για τούτο. Που ήμουν μια όμορφη υπόσχεση, κάτι σαν πατρίδα μακρινό και αγαπημένο και οι άντρες ξέρεις, λατρεύουν τις πατρίδες τους και τα μέρη που έζησαν τα παιδικά χρόνια, τα πονάνε τα μέρη αυτά, άμα τους προσβάλλεις τούτη την αρχή πέφτουν και σε τρώνε. Δύσκολο πράμα η προσφυγιά, να έχεις έναν τόπο, ένα σπίτι, να μην μπορείς να γυρίσεις εκεί, να μην ξέρεις πώς είναι τα βαδίσματά σου, πούθε κρατάς και πού πηγαίνεις να μην ξέρεις, να σαι μετέωρος, σαν τα πλοία στου Σκαραμαγκά που γυρεύεις να βρεις πού ακουμπάνε, έτσι ακίνητα, πού κρατιούνται, σπαρμένα όλα μέσα στη θάλασσα. Έχω κάτι όμορφα πρωινά να θυμάμαι, που περνάγαμε τα ναυπηγεία και μύριζε βενζίνα, έτοιμα ταξίδια σαν να λέμε και διαλέγαμε πλοία και φεύγαμε, χαμογελαστοί, σαν να βρήκαμε μια μεγάλη ευκαιρία να επιστρέψουμε στα σπίτια μας τα πρώτα, τις πατρίδες μας τις γονικές. Η πατρίδα μου εμένα είναι ο Οβανές μου, το παιδί μου και τα τραγούδια πάλι, είναι παρηγοριά τα τραγούδια, τρυφερό πράμα, δεν είναι λόγια, μην γελιέσαι, δεν είναι λόγια, είναι πανιά φουσκωμένα να σε πηγαίνουνε σε πατρίδες και τόπους που πεθύμησες. Για αυτό με αγαπήσανε εμένα. Γιατί η φωνή μου εμένα είναι μια γη, μια χώρα, ένας τόπος να ακουμπούν όλοι εκείνοι που άμα σε κοιτάξουν παιδάκι μου, άμα σε δουν καλά και λαθέψεις και ανταποδώσεις σκίστηκες ίσα μέσα και αίμα πολύ, μέχρι τα μάτια, σε έπνιξαν τα αίματα, σε άρπαξαν οι θύμησες. Κανείς δεν ξεχνά μωρέ, κανείς και άμα λέει πως τον τόπο του δεν τον πονά, αγριεμένες πληγές, σαπίζουν και τον τρώνε μωρέ, τον τρώνε. Εγώ ήμουν πατρίδα, κατάλαβες; Πατρίδα, πράμα πονεμένο, έρωτας ας πούμε που δεν μαιρεύει και δεν σβήνει. Δεν σβήνει, η Μαρίκα είναι πατρίδα και έτσι αγαπιέται. (χτυπά το χέρι της πάνω στο τραπέζι, επαναλαμβάνει τα λόγια της, αργά, να εμπεδωθούν. Σιωπά και γνέφει με το πρόσωπό της, εγκαταλείπει την οριακή θέση του σώματός της, μοιάζει να βουρκώνει.)Πατρίδα, όχι παίξε γέλασε, πατρίδα, πράμα ιερό, ιδέα, ανάγκη μωρέ,-έτσι τα ορίζω εγώ τα πράματα-, ανάγκη που πάει να πει να σε πονάει η απουσία και να ονειρεύεσαι. Τα τραγούδια, όνειρα και αυτά, τι νόμιζες; (γελά δυνατά, με μια διακριτική πονηρία, σαν να αισθάνεται την επιβεβαιωτική κατάφαση του προσώπου απέναντί της.Συνεχίζει. Ανάβει ένα τσιγάρο, μιλά.)
Εμένα μου αρέσει να τραγουδώ, τ΄ακούς; Δεν μου αρέσει μήτε η σιωπή, ούτε τα νούμερα τα ζογκλερικά μου αρέσουν. Δεν με νοιάζει τίποτε άλλο. Μόνο να τραγουδώ θέλω εγώ, να έρχονται οι άντρες να μεθούν και να με κοιτούν ίσια στα μάτια σαν να είναι ερωτευμένοι. Αχ, πώς μου αρέσει να νιώθω τους άντρες να με αγαπάνε, να με κοιτούν με στοργή και θαυμασμό, έτσι ακουμπισμένοι στον αγκώνα τους, σαν κρεμασμένοι, κατάκοποι θεοί. Αν δεν ήμουν τόσο άρρωστη, αν δεν με κατάτρεχε το χτικιό, να τώρα, θα έβαζα τα γέλια και με ότι απομένει από το χαμόγελο θα σου έλεγα ένα τραγουδάκι, τη «Ζαϊρα» ή εκείνο για τη Στέλλα, που την έσφαξαν επειδή ήθελε να είναι ελεύθερη. Η Στέλλα μου μοιάζει ξέρεις. Μόνο που εγώ δεν πρόκειται να πεθάνω έτσι ωραία και νέα, (η όψη της σοβαρεύει, μοιάζει λυπημένη), εγώ θα πεθάνω άρρωστη, κιτρινισμένη, τα μάτια μου, σαν λάδι ακίνητα θα μετρούν εκείνα που έζησα, θα τα μετρούν ίσαμε να αδειάσουν και να ξερνιέται από εκεί η ζωή, σαν φως και σαν λύπη. Εκείνοι που πρόκειται να πεθάνουν, λένε, νιώθουν μια λύπη αληθινή, σαν εκείνη που ονειρεύονται όσοι θα γράψουν ένα τραγούδι ή ένα ρυθμό καινούριο, ένα ρυθμό σαν άνθρωπο, έναν ρυθμό σαν…
(βρίσκει το κουράγιο της, το κέφι της προς στιγμήν.)
Σε κούρασα με την αγάπη μου, έτσι δεν είναι; Σε έκανα και έγειρες εμπρός μου και όταν αντικρίζω τους ανθρώπους νικημένους δεν θέλω να τραγουδώ, θέλω μονάχα να τους κρατήσω αγκαλιά, να μου πουν, να αποκαλύψουν ότι τους κυνήγησε, ότι τους κατέφαγε τα μάτια, έτσι απρόσμενα, ξεκινώντας πάντα από έξω προς τα μέσα, μέχρι να φαγωθεί η ψυχή και να σταθούν ακίνητα όλα τα χέρια και όλες οι μέρες. Εγώ είμαι Αρμένισσα. Εγώ κουβαλάω τη σφαγή μέσα μου, εγώ έπρεπε να έχω γίνει ένα σφάγιο όπως ο λαός μου, όπως ο τόπος μου. Γεννημένη στην Πόλη, εγώ ξέρω πόσο όμορφος είναι εκείνος ο κόσμος, πόσο μεγαλόπρεπος είναι εκείνος ο κόσμος, που είναι τώρα ταπεινός, ένας κόσμος που χαμήλωσε βαθιά, ο κόσμος χαμηλώνει πάντα, κάποτε χαμηλώνουμε και εμείς οι άνθρωποι, τείνουνε προς τη γη και προς το χώμα, κοιτούμε βαθιά μες στο χώμα τα αδιόρατα αγάλματα, κοιτούμε βαθιά μες στο χώμα, τα άγνωστα νερά κοιτούμε βαθιά μες στο χώμα τον εαυτό μας. Να με λες Μαρίκα, αν το θες, εμένα δεν με πειράζει που είναι το όνομά μου γέρικο, εγώ το αγαπώ το όνομα τούτο. Άνηκε σε μια μεγάλη ηθοποιό και εγώ, να το γράψεις τούτο, εγώ τις αρίτστες τις αγαπώ, με εντυπωσιάζουν που φορούν κάθε βράδυ άλλα ρούχα και είναι άλλες γυναίκες, άνθρωποι άλλοι. Ήθελα και εγώ να είμαι ένας άλλος άνθρωπος, να μην πέθαινα καθώς τώρα που μιλούμε. (χώνει τα δάχτυλά της με απόγνωση μες στα μαλλιά της.) «Η Μαρίκα πέθανε» θα πούνε και θα έρθει κόσμος από την Κοκκινιά και από εκείνα τα μέρη, γιατί εκεί έκανα έρωτα πρώτη φορά και εκεί οι άνθρωποι αγαπούν και δεν λησμονούν. Θα έρθει και ο Βασίλης μου, με το λιγνό του σώμα θα έρθει με μια ηλεκτρισμένη φωνή να με πάει αγκαλιά, να με μάθει λέει πώς τραγουδούν και πως πατούν πάνω στα μπράτσα για να φτάσουν ψηλά πάνω στον ουρανό. Κοίτα να μην γράψεις το όνομά μου αλλιώτικα, κοίτα να μην κάμεις κανένα λάθος και το όνομά μου δεν μοιάζει αρμένικο, τη ρίζα μου εγώ την τιμώ, όχι τώρα που πρόκειται να φύγω να παριστάνω πως δεν κατείχα τίποτε από μένα και να πιστέψει κανείς πως η ζωή χωρίζει σε τούτη που ζούμε τώρα και σε μια άλλη που δεν την ξέρουμε πια, γιατί έχει παλιώσει και τέλως πάντων, μην κάμεις κάποιο λάθος και γράψεις το όνομά μου αλλιώτικα.Ευαγγελία Αταμιάν, γεννηθείσα εις Κωνσταντινούπολη, εν έτη 1918. Αταμιάν. Μην ακούς που εμείς οι γυναίκες του τραγουδιού αλλάζουμε καμιά φορά τα ονόματά μας, για να λησμονούμε τον κόπο που ήρθαμε στη ζωή. Αταμιάν, λοιπόν. Και έψελνα, πώς έψελνα έτσι όμορφα μες στις εκκλησίες και έκλαιγαν οι γυναίκες και οι άντρες και εγώ ήξερα πως πιο όμορφα από όλα, εγώ μπορώ να τραγουδώ τον έρωτα και την πίκρα και την απογοήτευση. Πράγματα ψυχικά, δηλαδή.
Να με συγχωρείς αν καμιά φορά μιλώ για μένα κάπως περισσότερο. Είναι μωρέ που πεθαίνω και δεν είναι που δεν είδα μέρη και δεν με αγάπησαν, απλά να, με πειράζει που πεθαίνω, που θα πουν η Μαρίκα «τέλειωσε» και θα με αφήσουν μες στο κρύο. Να για τούτα εγώ θα πάω να τραγουδήσω, μια ακόμα φορά, αφήστε με να τραγουδήσω ακόμη μια φορά, να το φχαριστηθώ που θα γελούν και οι άντρες θα με κοιτούν. Να πληρώσω το σπίτι μου, να μην χρωστώ σε άλλο, μόνο στο θάνατο να χρωστώ, να μην έχω γραμμάτια και οφειλές, τώρα που θα φύγω και θα πουν πως ήμουν σκάρτη και θα τα γυρέψουν από του παιδιού μου τον καημό. Αχ Οβανέ μου, αχ παιδάκι μου, μικρό μου, πώς να σου πω που η μάνα σου σκόρπισε και έγινε χώμα, άρρωστο και δεν θα γελά πια να την αγαπούν οι μέρες και τα μεσημέρια, να την πονούν και να την ζητούν σαν πιουν οι άντρες και γυρέψουν μια φωλιά και χέρια ερωτικά. Το παιδάκι μου, ο Οβανές μου…Αρρώστησα, ντροπιάστηκα σαν γυναίκα, σκάρτη μωρέ, πώς να στο πω, όταν μια γυναίκα αρρωσταίνει εκεί, τότε νιώθει άδεια, σκόρπια, άχρηστο υλικό που λένε. Και πού δεν πήγα να με κοιτάξουνε, μέχρι στην Αμερική έφτασε η χάρη μου, αμέ! Δίχως αντίκρισμα που λένε. Ψεύτικες ελπίδες και στερνά χαμόγελα, ζωντανών και όλο μια εξέταση και ένα «κάνε κουράγιο» και εσύ να ξέρεις πως πάει, πέθανες από δαύτο και είσαι νέα, πολύ και θες να ζήσεις, καταλαβαίνεις τι είναι τούτο που σου λέω, τι είναι τούτο το «θέλω να ζήσω», πώς βγαίνει από το στόμα σου, κραυγή και ουρλιαχτό εφιαλτικό από το στόμα σου. Και εσύ όλο χώματα στο στόμα, να μην βγαίνει φωνή, να μην ακούγεται φωνή, να θες να σκοτωθείς και να μην έχεις ούτε το κουράγιο και να γυρνούν οι εποχές, να αλλάζουν, να λες «ήθελα να αγαπηθώ ξανά» και να ξεσπάς σε λυγμούς μες στα αμερικάνικα ξενοδοχεία και να γυρνάς πίσω. «Νικήθηκε η Μαρίκα», «σκοτώθηκε», «την έφαγε η παλιοαρρώστια» και να θέλεις να κρατηθείς από ένα ψέμα και οι άνθρωποι να μην μπορούν να σου πουν. Με τα μάτια μιλούν, ούτε στόματα, ούτε τίποτα. Ότι λεν τα μάτια είναι μια αρχή, μια υπόθεση βέβαιη και μην γυρεύεις λέξεις. Τα υποψιάζεσαι κάτι τέτοια, όπως ο θάνατος, τα ψυχανεμίζεσαι που λένε και μπορείς μονάχα να περιμένεις.(ξεσπά σε λυγμούς.) Και να θυμάσαι, μπορείς και το ένα να πονά πιο πολύ από το άλλο, η πεθυμιά από την ανάγκη και όλες να κοιτούν στον ίδιο ορίζοντα γιατί είναι το ίδιο πράμα, είναι ένα πράμα, είναι μοίρα γραμμένη και εσύ που θες να την αλλάξεις δεν το μπορείς και πάει, τέλειωσες, έτσι αντρίκια, μόνο αυτό μπορείς να ξεστομίσεις.
(Σκουπίζει τα μάτια της. Χαμογελά και ανασυντάσσεται. Γελά δυνατά.Πλησιάζει τον άντρα. Μιλά.)
Μωρέ φοβήθηκες πως μπορεί η Μαρίκα να πεθάνει; (συνεχίζει να γελά.)
Θα πάω να τραγουδήσω, λοιπόν. Και να δεις που άμα πεθάνω θα βγαίνουν από το στόμα μου αηδόνια και μαύρες μνήμες, σκληρές. Να δεις που κλείνω τα μάτια και είναι γύρω μου λόφοι επτά και δεν μου μιλά κανείς, γιατί είμαι άλλη τώρα που αρρώστησα, είμαι άλλη, η Μαρίκα πέθανε μωρέ, δεν έμεινε τίποτα από τη Μαρίκα, μόνο τα αηδόνια. Πώς μου αρέσει των ανθρώπων η θέρμη που μοιάζει με καλοκαίρι, ακούς!, με καλοκαίρι…
(Η γυναίκα κατευθύνεται προς το πάλκο. Περπατά με δυσκολία λόγω της αρρώστιας της. Μα είναι περήφανη και πρέπει κανείς να προσέξει για να καταλάβει πως είναι βαριά άρρωστη.)
«Μωρέ παιδιά, για σταθείτε να πω και εγώ ένα τραγουδάκι…»
(η Μαρίκα λιποθυμά και πεθαίνει. Είναι 23 Φεβρουαρίου του 1956)

γράφει ο Απόστολος Θηβαίος στο http://www.24grammata.com/?p=28936

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης, Περιμένοντας το βράδυ

Περιμένοντας τὸ βράδυ

Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.


Πηγή : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/tasos_leibadiths_poems.htm
Φωτογραφία από τη ταινία ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ (Nostalghia) του Αντρέι Ταρκόφσκι (Andrei Tarkovsky) http://www.blogdecine.com/criticas/andrei-tarkovski-nostalgia

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ απόσπασμα «Ιδιωτική οδός»

Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας (Οι Κροκοσυλλέκτριες, είναι τοιχογραφία, που αποκαλύφθηκε στον οικισμό του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης και κοσμούσε τον ανατολικό τοίχο... περισσότερα πηγή :  http://el.wikipedia.org/wiki

"Έρχομαι από μακριά. Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά, πηγαιμένες με τον Άνεμο τον βόρειο, οι Μυροφόρες, ωραίες μες στα τριανταφυλλιά τους και τη χρυσή των αγγέλων αντανάκλαση. Γέμισε καθ’ οδόν χώμα κιτρινωπό, κοκκινωπό, καστανό, ραμβώσεις από πετρώματα σκούρα, μπλε και μωβ, σαν αυτά που βλέπεις παραπλέοντας τις ακτές της Κύθνου Αύγουστο μήνα. Μια ευτυχία των ματιών, που είναι και της ακοής και της αφής και του νου, αφού η φύση γίνεται μελετητή ταυτόχρονα κι απ’ όλες τις μεριές, ώσπου τελικά ν’ αφομοιωθεί από τη δεύτερη μας υπόσταση, ‘κείνην που ξέρει ενίοτε να γίνεται δέκτης εξαιρετικά σημαντικών και κατά τρόπο υπέροχο ακατανόητων πραγμάτων. Να γιατί ευγνωμονώ τους ζωγράφους. Για την ευγνωμοσύνη που δείχνουν κι εκείνοι απέναντι στην ύλη και στις δυνατότητες που τους προσφέρει να την μετασχηματίζουν και να της δίνουν έναν Αέρα – μη φοβόμαστε τον όρο – Α θ α ν α σ ί α ς.

Η σταθερή, η οριστική, η μη ακυρώσιμη πραγματικότητα οφείλετε στα χέρια του· που, μετατοπίζοντας πολλές φορές κάτι ελάχιστο, αποσπούν την αίσθηση από το αντικείμενο που την προκαλεί, την χειρίζονται κατά διαφορετικό τρόπο κι αποκαλύπτουν σε μας τους άλλους μιά κάτοψη του κόσμου πλησιέστερη προς την πραγματική, εάν μπορεί να το πει αυτό κανένας. Που, εντούτοις, είναι αλήθεια. Λίγο δεξιότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο πιό κόκκκινο, λίγο πιό κίτρινο, κι ευθύς να, το φωτάκι ανάβει στο Παράδεισο των κατανοούντων." ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ απόσπασμα «Ιδιωτική οδός»
Πηγή http://30fylla.blogspot.gr/2008/06/blog-post.html

"Οι διανοούμενοι μειδιούν και οι ποιητές διανοούνται. Όχι χρειάζεται κάτι άλλο. Ίσως η αφέλεια. Μάλλον η αφέλεια και η χάρις μαζί..."

Ο τίτλος: Ιδιωτική Οδός. Η πρώτη φράση του κειμένου: "Αυτά πού μ' αρέσουν είναι και η μοναξιά μου". Έτσι ξεκινάει ο ποιητής στο βιβλίο του, που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Υψιλον, το 1990. Κι άλλο δεν κάνει, παρά να μας βάζει αμέσως σ' ό,τι με συνέπεια ακολούθησε σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Ιδιωτικός κατά το λεξικό σημαίνει: ο του ιδιώτου, ο μη έχων δημόσιον ή επίσημον χαρακτήρα. Δηλαδή στό βιβλίο του αυτό ο Ελύτης....

..μας ορίζει παρατηρητές της οδοιπορίας του σ' ό,τι μή δημόσιο, στο κομμάτι εκείνο του βίου του, που τρεμοπαίζοντας ένα "φωτάκι", τον οδήγησε να το ακολουθήσει, τον όρισε: δηλαδή στη μοναξιά του και σ' ό,τι απ' αυτήν ή δι' αυτής του προέκυψε.
Καί, πράγματι, η Ιδιωτική Οδός είναι σαν το Κυκλαδίτικο εκείνο καλντερίμι θα λέγαμε -ξέροντας πόσο τις Κυκλάδες αγάπησε και τραγούδησε ο ποιητής - πού ξεκινώντας απ' την άκρη της θάλασσας, μας οδηγεί κατευθείαν στο σπίτι του ποιητή: στην καρδιά του.
Ενας μικρός δρόμος κοσμημένος με τριάντα τρείς τέμπερες, μιά υδατογραφία και δώδεκα σχέδιά του ανάμεσα στις πέργκολες των στίχων του - γιατί παρ' όλο που φαίνεται ως πεζογράφημα το κείμενο, δεν παύει νά 'ναι ποίηση - και συγκεντρώνοντας ίσως όλο το γαλανό φέγγος και τη διαφάνεια του ελληνικού ουρανού πάνω του.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Την "Ιδιωτική Οδό" και τό "Πρόσω ηρέμα". Το πρώτο μέρος αποτελείται από επτά ενότητες και το δεύτερο από τρεις. Και, πάντως, κι αυτό ακόμη το δεύτερο μέρος, το "Πρόσω ηρέμα", δεν είναι τίποτ' άλλο, παρά τό σύνθημα για την πορεία -επιστροφή στην ιδιωτική οδό, κι έτσι μ' αυτόν τον τρόπο, ολοκληρώνει και το βιβλίο τον κύκλο του, όπως, ακριβώς, η ζωή κι η σκέψη του ποιητή.
Ό,τι αναζήτησε και η πορεία που διέγραψε στη ζωή του βρίσκονται εδώ. Ο δρόμος του ξεκίνησε από τους φυσικούς φιλοσόφους και κυρίως τον Ηράκλειτο κι έφτασε στην παραδοσιακή ποίηση, συναντήθηκε με τους κυβιστές και τους προσπέρασε για να συγκατοικήσει, τέλος, αν κι όχι ακριβώς, με τους υπερρεαλιστές.
Το κυριότερο ερώτημα που τον βασανίζει και το θέτει είναι περί σταθερής, οριστικής και μη ακρυρώσιμης πραγματικότητας, "της φαίνουσας και μη θολούμενης" - όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος - και μέσω ποιάς αίσθησης αυτή προσδιορίζεται.
Αναζητάει το σπόρο, μονοπάτι, το "φωτάκι" - όπως το ονομάζει - που οδηγεί σ' αυτήν. Και αναγνωρίζει την ύπαρξη της γνώσης ως απαραίτητη προϋπόθεση γιά τον προσδιορισμό των ορίων, που μέσα τους περικλείονται οι ιδέες και τα πράγματα, αλλά, τελικά, ανακαλύπτει κι επιβεβαιώνει ότι η πραγματική σύλληψη επιτυγχάνεται με το ένστικτο, δηλαδή, είναι το "φωτάκι" που τον βασανίζει. Εκείνο που τον οδηγεί στη βαθύτερη αιτία των πραγμάτων, στην ουσία τους.
Γι αυτό κι είναι απαραίτητος ο "μύθος". Γιατί, όπως, βέβαια, παραδέχεται κι ο ίδιος, η ζωή μας είναι γεμάτη από μύθους. Γιά το κάθε τι που μας αφορά. Από την πιό ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινότητάς μας, ως ακόμα και τα μεγάλα και αιώνια προβλήματα, που από καταβολής απασχολούν τον άνθρωπο.
Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, όχι μόνο η πλειάδα των μύθων, αλλά και η πολλαπλότητα, καθώς και η πολυπλοκότητα των εννοιών τους γίνεται αιτία διαφορετικών ερμηνειών, αποπροσανατολισμών και, ίσως, παραπλανήσεων.
Αυτό, λοιπόν, οδηγεί τον Ελύτη στο να προσπαθήσει να ερευνήσει τη βαθύτερη ουσία, τον πυρήνα δηλαδή των μύθων - αν υπάρχει -και την πραγματική, κατ' επέκτασιν, ως ουσίας πλέον, χρησιμότητάς τους στη ζωή μας.
Και αναρωτιέται: "Τί δηλοί ο μύθος;", απαντώντας ο ίδιος: "Πρώτον, εμπιστοσύνη στο φωτάκι, που παρακάμπτει μέ άλματα τις εγκεφαλικές διεργασίες και πιάνει με την πρώτη αυτά που ο μελετητής χρειάζεται χρόνια για να ξεκαθαρίσει μέσα του και να τα κατατάξει. Δεύτερον, ότι η αγάπη προς την ύλη δεν έχει καμμία σχέση με την υλιστική αντίληψη της ζωής. Και τρίτον, ότι αυτό που εννοούσαν οι προπάτορές μας όταν έλεγαν "καθένας όπως νιώθει" εξακολουθεί να ισχύει, έστω και αν οδηγεί μερικές φορές σ' έναν φαινομενικά (επιμένω στον όρο) απαράδεκτο παραλογισμό. Ετσι είναι. Καθένας όπως νιώθει, όπως αισθάνεται".
Γίνεται λοιπόν κι ο ίδιος στη ζωή και την τέχνη του τι άλλο παρά "μύστης αισθήσεων"και υμνεί "αυθεντικό" αυτό ακριβώς το προϊόν της αίσθησης. Δεν εννοεί, βέβαια, "αίσθηση" ό,τι παράγει "αίσθημα", αλλά ό,τι παράγεται από το "πνεύμα", και αφού παραδέχεται αφ' ενός ότι:"δυστυχώς η ανθρωπότητα παράγει πολύ αίσθημα και ολίγο πνεύμα. Και το πολύ τρώει το λίγο", κατόπιν μας επεξηγεί τι προσδιορίζει ως πνεύμα, γράφοντας: Πνεύμα που για να το εισδεχτείς πρέπει να κάνεις αλμα πάνω από τη συγκίνηση. Και νά 'χεις την ψυχή σου στά δάχτυλα, στα μάτια, στα ρουθούνια, στά χείλη. Από 'κει μιλάει ο κόσμος. Από 'κει βρίσκεις την ιδιωτική σου οδό... Η ζωή μένει και δεν τελειώνει. Εδώ".
Και επανέρχεται στη δεύτερη ενότητα της "Πρόσω ηρέμα" γράφοντας πώς: "Η ακριβολογία στη σκέψη δεν συμπίπτει πάντοτε με την ακριβολογία στα αισθήματα, πόσο μάλλον στα οράματα ή στους διασκελισμούς που απαιτούνται για να κινηθείς σ' ένα επίπεδο υπεράνω της χρηστικής πραγματικότητας".
Χρειάζεται γι αυτό λοιπόν, όπως λέει ο ποιητής, "η αφέλεια και η χάρις". Αρχής γενομένης από την άναζήτηση της ύπαρξης, του Θεού, της ζωής και της τέχνης, ακόμα και μέχρι την επεξήγησή τους. Δηλαδή ν' ακούς και νά βλέπεις. Να συλλαμβάνεις τα πράγματα που συγκρούονται μέσα μας ή, πιό σωστά, και με άκρα προσοχή τα μηνύματα που εκπέμπονται από την κρούση των μυστικών της ζωής στην ψυχή μας.
Σε τι άλλο δηλαδή μας παραπέμπει ο Ελύτης, παρά στο νά 'μαστε ερωτευμένοι. Διαρκώς κι απαρεγκλίτως. Με τα πάντα και για τα πάντα. Γιά κάθε στιγμή της μέρας, της ζωής μας. "Μερικές φορές οι ερωτευμένοι", λέει, "αντιλαμβάνονται. Επειδή ο έρωτας απελευθερώνει το ένστικτο από τη λογική, προσπαθείς να οσμίζεσαι, να βλέπεις παραπίσω, εισπράττεις την αίσθηση, λειτουργούν οι αισθήσεις, η ψυχή αναταράσσεται σάν πέλαγος".
Γιατί αυτό που παρατηρούμε τότε είναι το κάθε τι απλό, το καθημερινό, το φευγαλέο, ένα μικρό αγριολούλουδο ίσως, μιά ανεπαίσθητη βούλα χρώματος, μιά αχτίδα φωτός, ένα νεύμα, ίσως ακόμα κι ένα λειψό χαμόγελο, το "υπέροχο άσκοπο", λοιπόν, που υμνεί και ο Γιάννης Ρίτσος, "το ακριβό μύρο του ασήμαντου".
"Το ασήμαντο" που κι οι πιό ανεπαίσθητες αποκλίσεις του αποκτούν τεράστιες διαστάσεις και δείχνουν πόσο βάρος έχει και στις πράξεις μας και στο νού μας κι ίσως δεν είναι παράξενο, που οι μεγάλες και συνεχείς αποτυχίες μας, εκεί να οφείλονται: Στην παράλειψη, δηλαδή, αυτού, ακριβώς, που θεωρούμε κάθε φορά "ασήμαντο". "Και το πιό ταπεινό πράγμα", γράφει ο ποιητής, "τ' ονειρεύομαι να φτάνει την τελειότητα ενός κιονόκρανου".
Και, πάντως, αυτό που έχει σημασία, είναι πως ένα από τα ζητούμενα του ποιητή σέ όλη τη ζωή του, ήταν η προσπάθειά του να κάμει πράξη την "πραγματικά ποιητική ζωή", να την εφαρμόσει στην καθημερινότητα της κάθε στιγμής του, γιατί, όπως έγραψε κι ο ίδιος, "είναι αλήθεια, σ' ένα τέτοιου είδους πείραμα συνιστάται το μυστικό: να δημιουργείται και στον έξω κόσμο, από τις πράξεις ή τις ενέργειές σου, ένας πυρήνας ταυτόσημος μ' αυτόν που διαμορφώνεται από τις συγκινήσεις σου και τα ιδανικά σου σε όσα γράφεις. Έχει σημασία η συνέπεια και όχι μόνον. Είναι η λειτουργία των συγκοινωνούντων δοχείων που ενδιαφέρει. Να κυκλοφορεί το μυστήριο και στους δύο χώρους με την ίδια ευλογοφάνεια... Τα χέρια στο τιμόνι..." λοιπόν.
Γιατί όλοι έχουμε την "ιδιωτική μας οδό", λέγει ο ποιητής, φτάνει μόνο να το αντιληφθούμε, να συλλάβουμε τη στιγμή επακριβώς, που πρωτοχαράζεται έστω κι αχνά το περίγραμμά της εμπρός μας. Και να την ακολουθήσουμε.
"... Προσοχή. Θάρρος". Μας προτρέπει. "Ἔφτασεν ο καιρός να επαληθευτούμε. Τα χέρια στο τιμόνι. Πρόσω ηρέμα προς το μη θολούμενον, το έτρεπτον, το γυμνόν, το φαίνον, το αυτώ καταληπτόν, το αναλλοίωτον".


Το κείμενο γράφηκε για το αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη που παρουσίασε ο Μορφωτικός Εξωραϊστικός Ομιλος Νέου Ψυχικού, την 15η Μαΐου 1996.
Στην εκδήλωση συμμετείχε, επίσης, η Μαρία Μαρκαντωνάτου.


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ανατολικός, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997


Πηγές
http://natashazacharopoulou.blogspot.gr/2008/04/blog-post_5999.html
http://tomonogramma.blogspot.gr/2011/03/1989.html

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "Τρεις Πινελιές" της Σοφίας Σκουλίκα - Βέλλου


Οι Εκδόσεις Όστρια και η συγγραφέας Σοφία Σκουλίκα - Βέλλου σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου - ποιητικής συλλογής "Τρεις Πινελιές" τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015 στις 19:00.

Η παρουσίαση θα γίνει στο χώρο εκδηλώσεων Όστρια Τζωρτζ 20, Πλατεία Κάνιγγος, Αθήνα.

Θα μιλήσουν για το βιβλίο :
Aργυρόπουλος Θοδωρής
Αγιασσώτης Δούκας
θα απαγγείλουν :
Nούσιας Αναστάσιος, ηθοποιός και η ίδια η ποιήτρια.
Τίτλος : ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΕΛΙΕΣ
Σειρά : ΠΟΙΗΣΗ
Συγγραφέας: 
ΣΚΟΥΛΙΚΑ -ΒΕΛΛΟΥ ΣΟΦΙΑ
Από τις Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ.
Σελίδες 102  Σχήμα 14Χ21
H εικονογράφηση από
την Αγγελική Ραυτοπούλου





"Έχουν τα όνειρα αλλόκοτη δύναμη,
είναι του νου μυλόπετρες,
άλλης αλήθειας οντότητες σκοτεινές ..
Τώρα που μοιάζει η ζωή να μικραίνει
μονό η θάλασσα μένει,
εκνευριστικά ήρεμη ..
Το σκουριασμένο του πλοίου κουφάρι
που βλέπω στον ύπνο μου κάθε βράδυ ,
δοξασμένο παρελθόντος απομεινάρι
έχει στοιχειωμένη την κουπαστή ,
την μπούμα καταστραμμένη ,
τον πίνακα οργάνων μισοσβησμένο ..
Έχει από αγρία κύματα καταστραφεί
μετά από μιάν αγρία ,υπέροχη μάχη
χιλιάδες λόγια κυμάτων λέει ,
όπως η ιδία μου η σκληρή ζωή..."
ΣΚΟΥΛΙΚΑ -ΒΕΛΛΟΥ ΣΟΦΙΑ

Η πορεία της ζωής της ποιήτριας Σοφίας Σκουλίκα - Βέλλου ήταν δύσκολη. Η ίδια δε αποτίμησε το ποιητικό της έργο με αυτά τα λόγια "Για μένα η ποίηση δεν χρειάζεται να είναι τέλεια... Αρκεί μόνο να είναι αληθινή, να αγγίζει ό,τι αγαπώ... από ό,τι πονώ ό,τι πονάς να θυμίζει. Η αγάπη της για τον άνθρωπο την οδήγησε να γράφει ποίηση και η αγάπη της για τα καθημερινά... Μια απλή γυναίκα που αγαπά την ποίηση, την λογοτεχνία, το θέατρο. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές του πενήντα. Μέσα στην απόλυτη φτώχεια. Όπως λέει και η ίδια συνηθισμένη ιστορία στην εποχή εκείνη. Όλα αυτά τα προσωπικά της βιώματα βγαίνουν επάνω στην ποίησή της σαν μικρά κύματα σε ήρεμη θάλασσα. Παντρεμένη με τον Κίμωνα Βέλλο καπετάνιο και μητέρα μιας κόρης. Έχει ταξιδέψει σε αρκετές ευρωπαικές χώρες ακολουθώντας τον σύζυγό της στα ταξίδια του. Εκείνος της μετέδωσε την αγάπη του για τη θάλασσα.  



"Ποίηση είναι μια περιπέτεια στον παράδεισο του έρωτα και στην θάλασσα των συναισθημάτων των απλών ανθρώπων.. Έχει μόνον βοηθό το συναίσθημα ..Σε παίρνει από την αποβάθρα και σε ρίχνει μέσα στην τρικυμία των προβλημάτων του συγχρόνου ανθρώπου ,που είναι και δικά σου προβλήματα .. Για αυτό σε συγκινεί η ποίηση, χωρίς αυτό να είναι προσχεδιασμένο" ΣΚΟΥΛΙΚΑ -ΒΕΛΛΟΥ ΣΟΦΙΑ



"...Με είπαν σπουδαίο άγαλμα..
Είμαι λένε κόσμημα ξεχωριστό ,
έκανα μυστικό ταξίδι μεγάλο
σε αβέβαιο, δίσεχτο καιρό ..
Με είπαν σπουδαίο άγαλμα περίτεχνο,
μα είναι ψέμα, εγώ ακόμα ζω. .
Θέλω στη χώρα μου να γυρίσω
το φως της να αντικρύσω ..
Δεν σας παρακαλώ
υποστήριξη σταθερή ζητώ,
στο στοχασμό σας να μπω,
το αληθινό δίκιο μου θέλω να βρω,
πρέπει είναι εφικτό..
Όπως αυτό προστάζει ,
ολόγυρα τις αδελφές μου να δω,
αγάλματα από παλαιό καιρό..
Εδώ με απελπισία υπάρχω,
χρόνια τώρα σιωπηλά θρηνώ
για τον άδικο, λυπητερό χωρισμό ..
Στείλτε με πίσω ,μην χάνετε καιρό,
είμαι της Ελλάδας ξακουστό βιό ,
που έχει απέραντo πανάρχαιο πολιτισμό,
πολύτιμο ονομαστό προικιό !"
ΣΚΟΥΛΙΚΑ -ΒΕΛΛΟΥ ΣΟΦΙΑ

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Patrick Guyomard: Η απόλαυση του τραγικού Η Αντιγόνη, ο Lacan και η επιθυμία του αναλυτή



Η απόλαυση του τραγικού
Η Αντιγόνη, ο Lacan και η επιθυμία του αναλυτή

Patrick Guyomard
μετάφραση: Βίκυ Μαλισόβα - Χατζοπούλου
επιμέλεια σειράς: Θανάσης Χατζόπουλος

Μεταίχμιο, 2007
229 σελ.
ISBN 978-960-455-260-3,

Ψυχανάλυση [DDC: 150.195]
Ελληνικό δράμα (Τραγωδία) - Ερμηνεία και κριτική [DDC: 882]
Lacan, Jacques, 1901-1981 [DDC: 150.195 092]


Η απόλαυση του τραγικού είναι εμπνευσμένη από το σχόλιο του Lacan στην τραγωδία της Αντιγόνης. Το σχόλιο αυτό ξετυλίγεται σε επτά διαδοχικές συνεδρίες με τις οποίες «κλείνει» το σεμινάριο της περιόδου 1956-60. Ο Lacan αναδεικνύει τη θέση της ηρωίδας και επιχειρεί τη σύνδεσή της με ζητήματα ηθικής της ψυχανάλυσης, που αποτέλεσε το αντικείμενο του σεμιναρίου εκείνης της χρονιάς. Η απόλαυση του τραγικού είναι κείμενο που αιχμαλωτίζει. Ο ρυθμός, με τις κορυφώσεις και τις παύσεις του, κρατά τον αναγνώστη σε διαρκή εγρήγορση. Κάθε λέξη μοιάζει πολύτιμη, γιατί έχει την ακρίβεια που αξιώνει το γραπτό και τη ζωντάνια ενός λόγου που «μιλάει». Οι αρετές αυτές χρωματίζουν μια επιχειρηματολογία που ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του λακανικού σχολίου. Ο τρόπος αξιοποίησης των αρχαίων κειμένων και ο τρόπος ανάγνωσης της συλλογιστικής του Lacan είναι αποκαλυπτικοί.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Γιάννης Σταυρακάκης, Αποδομώντας τη σαγήνη της Αντιγόνης, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 490, 15.2.2008

O Patrick Guyomard υπήρξε μαθητής των Lacan, Canguilhem, Althusser και Derrida. Το 1969 έγινε μέλος της Φροϋδικής Σχολής και άρχισε να διδάσκει στον Τομέα Ψυχανάλυσης της Vincennes (Πανεπιστήμιο Paris VIII). To 1994 ίδρυσε την Εταιρεία Φροϋδικής Ψυχανάλυσης (Societe de Psychanalyse Freudienne). Σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Paris VII.

http://www.biblionet.gr/author/72203/Patrick_Guyomard