Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Παρουσίαση βιβλίου της Αρβανίτικης λογοτεχνίας Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου


Η «ΧΡΥΣΗ ΤΟΜΗ» και οι εκδόσεις Αντίποδες σας προσκαλούν το Σάββατο 25 Απριλίου 2015 και ώρα 20:00 στην αίθουσα του Συνδέσμου (Λ. Αθηνών-Σουνίου 55, Κεντρική πλατεία Κερατέας) για την παρουσίαση του εξαιρετικού βιβλίου της αρβανίτικης λογοτεχνίας «ΓΚΙΑΚ» του συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκου. Η παρουσίαση θα γίνει από τον Θοδωρή Δρίτσα - εκδόσεις αντίποδες και τον ίδιο τον συγγραφέα.

Το βιβλίο αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων όπου οι ήρωες τους είναι στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και έρχονται αντιμέτωποι με τους ρόλους που τους επιβάλλουν οι παραδοσιακοί κανόνες και το βίωμα του πολέμου. Συγκρούονται, υποτάσσονται, ζουν εν κρυπτώ ή φεύγουν.Το γκιακ στα αρβανίτικα είναι το αίμα, ο συγγενικός δεσμός και ο νόμος του αίματος που σκιάζει τις ζωές τους. Με έναν τραχύ προφορικό λόγο, οι ιστορίες τους αφηγούνται την απώλεια προσανατολισμού, την αδυναμία τους να συμβιβάσουν τους κώδικες της παράδοσης με τα συναισθήματα και τη συνείδησή τους.

Όπως γράφει και η Μαρία Στασινοπούλου στην Εφημερίδα των Συντακτών: «Διηγήματα όπως το "Ντο τ’α πρες κοτσίδετε", "Ο αρραβώνας", "Το γυάλινο μάτι" και κυρίως το καταληκτικό "Νόκερ" είναι απ’ αυτά που μπολιάζουν με υγιές νέο αίμα τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή».

Η είσοδος είναι ελεύθερη

https://www.youtube.com/watch?v=FRJcoO1tzXY

Γκιακ
Διηγήματα
Δημοσθένης Παπαμάρκος
Αντίποδες, 2014
128 σελ.
ISBN 978-618-81646-0-4, 
Νεοελληνική πεζογραφία - 
Διήγημα [DDC: 889.3] 

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Μάρκος Καρασαρίνης, Οι κανόνες του αίματος, Περιοδικό "BHmagazino", 5.4.2015Χριστίνα ΓαλανοπούλουΔημοσθένης Παπαμάρκος: Η λογοτεχνία ζητά τη δική της αλήθεια, "Lifo", 2.4.2015Λευτέρης ΚαλοσπύροςΟ φαύλος κύκλος της βίας, www.chronosmag.eu, τχ. 24, Απρίλιος 2015Ελένη ΤσαντίληΓκιακ σημαίνει "αφηγούμαι μια εμπειρία", Απρίλιος 2015Μαρία ΣτασινοπούλουΔύο ιδιαίτερες πεζογραφικές φωνές, "Εφημερίδα των Συντακτών", 28.3.2015Κατερίνα ΜαλακατέΓκιακ, "Διαβάζοντας", 16.3.2015Γιώργος ΠεραντωνάκηςΗ ηθική της λαϊκής ψυχής, www.bookpress.gr, 16.3.2015Γιώργος ΣταματόπουλοςΜικρασιατικές μνήμες, "Εφημερίδα των Συντακτών", 16.3.2015Βαγγέλης ΧατζηβασιλείουΜια άλλη Μικρασία, www.oanagnostis.gr, 6.3.2015Λίνα ΠανταλέωνΙδιωτικές αιματοχυσίες, "Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα", 1.3.2015Κώστας ΑγοραστόςΗ εκδίκηση του αίματος, www.bookpress.gr, 17.2.2015Μικέλα ΧαρτουλάρηΚαθαρός είν’ μοναχά ο άπραγος, "Εφημερίδα των Συντακτών", 13.2.2015Λαμπρινή ΚουζέληΕγκλήματα τιμής στην προπολεμική Ελλάδα, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 24.1.2015LibrofiloΓκιακ, "Librofilo", 20.1.2015Χρίστος ΠαπαγεωργίουΓκιακ, diastixo.gr, 26.12.2014Λευτέρης ΚαλοσπύροςΕξιστορώντας, "Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα", 21.12.2014Ρούλα Γεωργακοπούλου, Ο Σμυρνιός και ο Αρβανίτης, "The Books' Journal", τχ. 50, Δεκέμβριος 2014

Παπαμάρκος Δημοσθένης
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γεννήθηκε στη Μαλεσίνα Λοκρίδας το 1983. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα "Η αδελφότητα του πυριτίου", Αρμός 1998, "Ο τέταρτος ιππότης", Κέδρος 2001 και τις συλλογές διηγημάτων "ΜεταΠοίηση", Κέδρος 2012 και "Γκιακ", Αντίποδες, 2014. Για το πρώτο του μυθιστόρημα του απονεμήθηκε το βραβείο Νεανικός Ικαρομένιππος. Είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Τον Μάρτιο του 2015 ήταν προσκεκλημένος συγγραφέας στην εκπομπή της ΝΕΡΙΤ, "Βιβλία στο κουτί", με αφορμή το βιβλίο του "Γκιακ".

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Γκιακ, Αντίποδες
(2012) ΜεταΠοίηση, Κέδρος
(2001) Ο τέταρτος ιππότης, Κέδρος
(1998) Η αδελφότητα του πυριτίου, Αρμός

Πηγές :

Επιμέλεια άρθρου Πετρούλα Σίνη

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Παρουσίαση του βιβλίου Μερτζανή, το δάκρυ της Θράκης της Μάρθας Πατλάκουτζα στα Καλύβια Αττικής



Το βιβλιοχαρτοπωλείο ΚΛΕΨΥΔΡΑ και οι Εκδόσεις ΕΞΗ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου Μερτζανή, το δάκρυ της Θράκης τις 25 Απριλίου 2015 στις 19:00 στο χώρο του βιβλιοπωλείου επί της οδού Χρήστου Ράπτη 17 στα Καλύβια Αττικής, τηλ. 2299046274
Η συγγραφέας Μάρθα Πατλάκουτζα θα συνομιλήσει με τους αναγνώστες και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου της.
https://www.facebook.com/events/1387614744897271/

Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μερτζανή το δάκρυ της Θράκης" της συγγραφέως Μάρθας Πατλάκουτζα εκδόσεων ΕΞΗ τις 30/1/2015 στο Polis Art Cafe (από αριστερά η ηθοποιός Αλίκη Παπαχελά, ο δημοσιογράφος Διονύσης Σαραντόπουλος, η έχων την επιμέλεια του παρόντος άρθρου  -οικονομολόγος Πετρούλα Σίνη, ο ποιητής Γαβρίλης Ιστικόπουλος και η συγγραφέας του βιβλίου Μάρθα Πατλάκουτζα )
Δείτε μερικές από τις προηγούμενες δημοσιεύσεις μου για τη συγγραφέα Μάρθα Πατλάκουτζα   : http://tehneskaigrammata.blogspot.gr

Μερτζάνη
Το δάκρυ της Θράκης: Μια αληθινή ιστορία
Μάρθα Πατλάκουτζα
Εκδόσεις Έξη, 2014
496 σελ.
ISBN 978-618-81634-0-9
Νεοελληνική πεζογραφία - 
Μυθιστόρημα [DDC: 889.3] 
Οκτώβριος 1922... Στις όχθες του ποταμού Έβρου στέκει ένα νεαρό κορίτσι με βρόμικα ρούχα και πρόσωπο βουτηγμένο στην απόγνωση. Νιώθει το βάρος της ευθύνης να συνθλίβει τους μικροκαμωμένους ώμους της... Πρέπει να διασχίσει το ποτάμι μαζί με την αδερφή της, το κάρο και τα ζωντανά.
Ορφανή από μητέρα, ξεριζωμένη από πατρίδα, η Μερτζανή δεν σταματά να αγωνίζεται και να ξεπερνάει τον εαυτό της.
Ποιος τη στηρίζει στα χίλια βάσανα, στον θάνατο, στον αβάσταχτο πόνο; Μονάχα μια φωνούλα μέσα της, μια γλυκιά φωνή που δε σιωπά ποτέ, μια διακριτική λάμψη που δεν την αφήνει να παραδοθεί, όσο κι αν λυγίζει. Και η Μερτζανή θα λυγίσει πολλές φορές. Χάνει το στήριγμά της ξανά και ξανά, χάνει τις μεγάλες της αγάπες, χάνει κάθε δύναμη...
Η συγκλονιστική ιστορία μιας αξιοθαύμαστης γυναίκας που δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπειά της και την τόλμη της.
Μερτζανή... κοράλλι σπάνιο, όπως και η ψυχή της. Μια ψυχή που συνεχώς διώκεται... ένας διωγμός που τέλος δεν έχει... Αυτή είναι η ιστορία της.


Πατλάκουτζα Μάρθα
Η Μάρθα Πατλάκουτζα γεννήθηκε το 1968 στη Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσε. Κατάγεται από τη Νέα Καλλικράτεια Χαλκιδικής, με παππούδες και γιαγιάδες που ήρθαν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Το 1990 τελείωσε το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης.
Το 1996 διορίστηε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση κι από τότε υπηρετεί ως δασκάλα σε δημοτικά σχολεία της Μακεδονίας, ενώ τα τελευταία χρόνια σε δημοτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης.
Είναι παντρεμένη, μητέρα δύο κοριτσιών.
Το "Ζαχάρα, η θύελλα της καρδιάς" είναι το πρώτο της βιβλίο.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Μερτζάνη, Εκδόσεις Έξη
(2013) Ζαχάρα, η θύελλα της καρδιάς, Ελληνική Πρωτοβουλία

http://www.biblionet.gr

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης - Ο λυγμός της λάμψης…


Ο λυγμός της λάμψης…
><
1
Μάνα μου που σε πόθησα στο πρώτο μου το γάλα,
γιορτή μου στην ανηφοριά σοκάκι της ζωής μου,
αλάργεμά μου γκριζωπό φυγή που φοβερίζει,
μάνα μου συ ολότρεμη ανάσα και πνοή μου
άργιλε της απλότης μου βουνό στην εκροή μου,
έλα μια νύχτα στο στρατί κοντά στο μετερίζι
κοντά στο σπίτι τ' ορφανό που είναι της κραυγής μου,
απάνθισμα της λύπης μου στα μάτια τα μεγάλα.
2
Έλα μια νύχτα να σε δω που λείπεις χρόνους δέκα,
τα χείλη μου κουράστηκαν να σε λυγμολαλάω
τα πόδια μου αρκούδισαν μες στ' αναφιλητό μου,
η δόλια μαύρη μου καρδιά ρουμάνι που λυγάει
πελέκι ζέρβο σβήνεται στο σκότος κυνηγάει,
το πόθιασμα των στεναγμών κρυφά στο μιλητό μου
ωσάν πουλάρι ξέφρενο μες στ' αλωνιού χαλάω,
κείνη τη κόμη τη χλωμή ασήμι 'πο γυναίκα.
3
Σε καρτερώ δεν φαίνεσαι στων δρολαπιών τα νέφη
στις άκρες των γκρεμοσταθμών στ' ακρόβουνα γερμένος,
τον ίσκιο σου μήπως ιδώ βοστρύχο σε ανέμη
να κλώθει σ' άγρια νερά όπου πετούν γεράκια,
να κατεβαίνει μούσκεμα χορός μες στα 'λατάκια
μυρτιά που γίνηκε μουχρή θανατικού μελτέμι,
ανάσασμα τρεμουλιαστό θωριά σαν πεθαμένος
απόμεινα μονάχος μου το κρύο να μου γνέφει.
4
Μάνα μου συ που λούστηκες των αστεριών το χρώμα,
και πήρες απ' τα χνώτα τους την αυγινή ανάσα
πάνω στα γκρίζα σου μαλλιά τ' ασημωπό μεράκι,
αλάφρωσες το πόνο σου και το ξεριζωμό σου
αντάρτεψες ξεψύχησες στο βλέμμα το χλωμό σου,
πουλιά τραγούδια γίνανε οι έννοιες σου νεράκι
αέρας που τραγούδησε πάνω σου στη κάσα,
ωσάν μαντάτο θλιβερό π' απλώθηκε στο χώμα.
5
Χορέψανε απάνω σου οι πρωινές οι αύρες
σαν τα κοράκια του γιαλού που είναι τα γλαρόνια,
στο κάμπο των αστερισμών των άλλων βοσκοτόπων
που έχουν για μειδίαμα κρυφές φωτοσκιάσεις,
ανέραστες γλυφές αφές του χρόνου τις οάσεις
όπου η θλίψη έρχεται στο θαλερό των τόπων,
σαν τις κορφές κυπαρισσιών που σκύβουν πια αιώνια
στα μνήματα τα λιόθωρα τις ώρες που 'ναι μαύρες.
6
Τους έρημους τους στίχους σου τραγούδια βλογημένα,
τους έκανες γλυκόλογα καθώς ήμουν παιδάκι
στη σαρμανίτσα βλάμισσα με είχες σαν αυγούλα
ερωτικό απάνθισμα σκιά του πρώτου πόθου,
κλεφτρόνι μες στο ξύπνιο σου αχός αυτού του μόχθου
μονάχη με ανάθρεψες μονάκριβη ψυχούλα,
στο πόνο της ανυπαντρειάς δεντρί χωρίς κλαδάκι
ριγούσανε οι νότες σου που έλεγες για μένα.
7
Στο μουγκρητό του άνεμου μες στης ζωής τη μάχη,
ολάνθιστο χαμόγελο στα χείλη σου φορούσες,
το είχες για παρηγοριά του κόσμου πανωφόρι
στης λαγκαδιάς τ' απόριζα βαστούσες το τσεκούρι,
τις νύχτες των καλοκαιριών με δροσερό παγούρι
επότιζες το κάμα σου στου λόγγου τ' ανηφόρι,
φορτώνοντας στη σιγαλιά κορμούς κι ανθοφορούσσες
μυρτιές και κλαδοστέφανα το τζάκι μας για να 'χει.
8
Καθρέφτισμα λογχόμορφο στου ποταμιού το δάκρυ,
η μελιχρή σου η θωριά του κόσμου το φιντάνι,
ανάβρυσμα των λόγων σου μες στης ψυχής το τάμα
αντάμωμα της λευτεριάς σε πανηγύρια σκέψης,
ολόστροφες πικρές βραδιές που είχες να μαγέψεις
πάνω στ' ακρόθυρα χειλιών σαν παγωμένο νάμα
που έσταζε λιμνάζοντας στου πόθου το γαϊτάνι
σε σιδεριές ανέραστες στου κόρφου σου την άκρη.
9
Λυτρώθηκες κι απόκαμες στου στοχασμού το δείλι,
ανάμεσα σε φαμελιές που σ' είχαν πεταμένη
σαν λυγαριά στον αργαλειό π' αράχνες τριγυρίζουν,
στις στημονιές τ' ακρόκλωνα πικρόθολη κοιτούσες
οι έννοιες που 'χες μέσα σου και κάποτε πετούσες
ωσάν κεντίδι ζηλευτό να σε κλωθογυρίζουν,
ο πόνος της ανημποριάς απάνω ν' απομένει
και πλάνταζες μανούλα μου φαρμάκι στ' ακροχείλη.
10
Τα μάτια σου δυό λιόθαμπα φανάρια στο σκοτάδι
τα βράδια μες στη κάμαρα φεγγίζαν βλογημένα,
στα γράμματα που διάβαζα με τον αποσπερίτη
παρέα σ' είχα μάνα μου δασκάλα στη γραφή μου,
μες στη ματιά μου Παναγιά κρινάκι στην αφή μου
ο λόγος σου μες στη καρδιά το πέταγμα πετρίτη,
το βλέμμα σου στο βλέμμα μου ανθιά στεφανωμένα
κι αγάπη τόσο περισσή σκορπούσες με το χάδι.
11
Κάθε αυγή ποθόσταλτη ριγούσα στα φιλιά σου,
μες στ' απαλό το ξύπνημα ένοιωθα τη πνοή σου
νεράκι γλυκοπέραστο σε ορεινά ρυάκια,
νανούρισμα πρωτόγνωρο, θαλασσινός αγέρας
αρώματα στη όψη σου γλυκολαλιά φλογέρας,
μες στη ψυχή μου έμεναν ανθοί από κλαδάκια
φτερούγισμα γοργόφτερο ήτανε το πρωί σου,
που μου 'φερνες απλόχερα μέσα στην αγκαλιά σου.
12
Κι ανάμεσα στη λησμονιά των γιορτινών ασμάτων,
στις γκρίζες μέρες των καιρών που μείνανε σιμά μου
κλαγγές ακούγονται θαρρώ, ροβολιές από κοπάδια,
στ' ακρόβραχα της ορφανιάς φαντάζουν στο σκοτάδι
σα νύμφες που ακροπατούν στο ποταμό του Άδη,
κρατώντας στα χεράκια τους του χάρου τα σημάδια
κορμιά που μείναν στο χορό του τελευταίου γάμου,
να γνέθουν με τη ρόκα τους τη προίκα των θαυμάτων.
13
Μην είναι μάνα μου γλυκιά οι θύμησες των χνότων;
κείνων που αποθύμησα να 'χω στη κάμαρά μου
τις κρύες νύχτες συντροφιά να με γλυκοζεσταίνουν,
ν' ακούω τον απόηχο να βγαίνει απ' το στόμα
σαν πίνακας ζωγραφικής με βλογημένο χρώμα,
στα μάτια μου να στέκεται, γαλιάντρες να υφαίνουν
στα στήθια μου τραγουδιστά τα κρύα όνειρά μου,
που έκανα μικρό παιδί στη σιγαλιά των φώτων;
14
Μην είναι τ' αγιοκέρι σου προσκέφαλο θλιμμένο,
τις νύχτες στ' άσπρο μνήμα σου ολόφωτο αστέρι
ανάσα του κυπαρισσιού τριγύρω να βλογάει,
μες στην απόλυτη σιωπή πνιγούρα φαντασμένη
να ξενυχτάει πάνω σου φλογίτσα και να μένει,
σκιές να ρίχνει γύρω σου το πόνο να τρυγάει,
χορεύοντας στη σκοτεινιά πιασμένες χέρι χέρι
έναν αλλόκοτο χορό στο φως του απλωμένο;
15
Θαρρώ πως είναι μάνα μου στη νύχτα το φευγιό σου,
κι οι θύμησες μανούλα μου που μείναν στο κατόπι
στις κάμαρες τις αδειανές στις αραχνιές των τοίχων,
στα δάκρυα των οματιών που στέκουν βουρκωμένα,
στη θλίψη που καρφώθηκε στα στήθια τα καμμένα
θαρρώ πως είναι μάνα μου το θρόισμα των ήχων,
του στόματος γλυκολαλιές, μέσα σε ανθοτόπι
που 'χεις αφήσει πίσω σου παρέα για το γιο σου.
16
Μια παράξενη ομορφιά στον ύπνο μου γυρίζει
σαν πέλαο απέραντο φαντάζει στ' όνειρό μου,
πετάω μέσα στο βαθύ στο γαλανό μεθύσι,
μονάχος μου στην ομορφιά του παραδείσου στέμμα
φορώ στα γκρίζα μου μαλλιά και σ' έχω μες στο βλέμμα,
ανείπωτη λυγμολαλιά στων ουρανών τη ζήση
σ' αγγέλων μοιάζεις τη θωριά γαλήνεμα του δρόμου,
αμόλυντη ανασαιμιά που τη ψυχή δροσίζει.
17
Είναι σημάδι του Θεού πως είσαι πια Κοντά του,
πως σ' έχει μες στην αγκαλιά των αρχαγγέλων ρούχο,
προμάντεμα της ξεγνοιασιάς, ψυχή μου μυρωμένη
ο πόνος που 'χω στη καρδιά λιγάκι ν' απαλύνει,
στα σύννεφα εκεί ψηλά, των αστεριών να δίνει
τ' ασημωπό τους το φιλί σε μένα ν' απομένει,
απαύγασμα της τέρψης σου η αγάπη που σου 'χω
αμέρωτο ανάσασμα βαθιά μες στον οντά Του.
18
Μάνα μου πως στερέψανε τα παιδικά μου χρόνια,
μες στους λυγμούς της μοναξιάς αντάρτικο μαχαίρι
γινήκανε τα μάτια μου ρωγμές που δεν θα κλείσουν
τρυγιές που απομείνανε 'πο κόκκινο σταφύλι
να μου κρατάνε συντροφιά σα να 'μαστε δυο φίλοι,
τα βράδια των εσπερινών στο κλάμα που θα σβήσουν
όταν θα 'ρθει μια ροδαυγή και στήσουν το καρτέρι
στ' Αχέροντα τ' ακρόχειλα, καταραμένα χθόνια.
19
Θα είναι τότες άνοιξη η γη θα 'χει ανθίσει,
τα παλικάρια θα φορούν της νιότης τ' ανθοκλάδι,
θα έρχονται κι οι όμορφες στο γιορτασμό της ζήσης,
να το καρφώσουν στα μαλλιά, στεφάνι να το κάνουν
τις μυρουδιές του να σκορπούν τριγύρω να τις βγάνουν,
να τρέμουνε οι λιόχαρες στον οργασμό της φύσης
κι ο έρωτας ανάγλυφος, κραυγή στο ματοκλάδι,
να γίνει μέσα στη καρδιά πουλί να κελαηδήσει.
20
Μάνα μου που σε πόθησα στο πρώτο μου το γάλα,
γιορτή μου στην ανηφοριά σοκάκι της ζωής μου,
αλάργεμά μου γκριζωπό φυγή που φοβερίζει,
μάνα μου συ ολότρεμη ανάσα και πνοή μου
άργιλε της απλότης μου βουνό στην εκροή μου,
έλα μια νύχτα στο στρατί κοντά στο μετερίζι
κοντά στο σπίτι τ' ορφανό που είναι της κραυγής μου,
απάνθισμα της λύπης μου στα μάτια τα μεγάλα.
21
Κι έτσι θα έρθω πλάι σου ελεύθερο πουλάκι,
σαν αετός πια θα πετώ μες στο γαλάζιο λάμπος,
ανάμεσα στις σερμαγιές των περασμένων χρόνων
να είμαι στη βεράντα σου λουλούδι ανθισμένο,
γιρλάντα δαφνοστέφανη δίπλα σου ν' απομένω
να λούζω τ' αυτάκια σου με στάγμα των αηδόνων,
κάθε πρωί στη σιγαλιά και μέσα απ' το θάμπος
στου παραδείσου τη θωριά γλυκόφερτο ρυάκι.
22
Μάνα καρπέ μου της αυγής, χρυσάχτινο αστέρι
απόρθητη στο πόνο μου κι απάνεμο λιμάνι,
μάνα των χίλιων ταξιδιών του κόσμου ταξιδεύτρα,
τ' αποσπερίτη φέγγισμα κι αφέντρα παινεμένη,
κόρη του πρωτομάστορα, του ήλιου βλογημένη
μοσχοβολιά τ' απόβροχου του Απριλιού πλανεύτρα
μάνα ας ήταν μια στιγμή ο πόνος να γλυκάνει,
ας ήταν να ερχόσουνα να μου 'φερνες χαμπέρι.
23
Να μου 'φερνες πρωτόλαλο μαντάτο για τα σένα,
έστω για λίγο να σταθείς μπρος στο παράθυρό μου
να δω τα μάτια τα μελιά και το χαμόγελό σου,
να δω τα πετροκέρασα στο στόμα σου να κρέμουν,
τους άσπρους κρίνους στα μαλλιά αγγελικά να τρέμουν,
να δω το ρούχο το στερνό που ήταν το καλό σου
ν' ακούσω την ανθόστολη φωνή μες στ' όνειρό μου,
να κρένει μάνα μου γλυκιά να κρένει για τα μένα.
24
Έτσι ν' απλώσω μια στιγμή τα χέρια στα μαλλιά σου,
να νιώσω την αχνόφεγγη κραυγή των οματιών σου,
τη λάμψη σου μανούλα μου στεφάνι απλωμένο
να το κοιτώ να νίβομαι στο φως που θα προβάλει,
πάνω στους τοίχους της ψυχής, λιποθυμιά σαν ζάλη
αγάπης χρώμα μαγικό μέσα μου βλογημένο,
να πάρω απ' τα μάτια σου δροσιά των γηρατειών σου
να κρύψω μέσα μου βαθιά ν' ακούω τη λαλιά σου.
25
Μανούλα μου γλυκόθωρη των γιασεμιών στολίδι,
λάμψη κρυφή μυριόχαρη, στερνό μου μονοπάτι
αρχόντισσα των αστεριών και των αγγέλων ταίρι,
απόστασα να καρτερώ τους δέκα τούτους χρόνους,
να δω την λάμψη του λυγμού μέσα σε τόσους πόνους
σαν το αγρίμι να γρικώ ν' ακούσω το χαμπέρι,
στου φεγγαριού τ' ολόγιομο τ' ασημωπό του μάτι,
να πω τον πόνο μου σ' αυτό, ανθόστολο πλουμίδι.
26
Τόσες νυχτιές τραγούδησα του κόσμου τα σημάδια,
σαν μελωδός στη σκοτεινιά σαν έρημος ξωμάχος
κρατούσα πάντα στη ματιά και μέσα στη καρδιά μου,
το ίσον της ανασαιμιάς που έβγαζες μανούλα
στη στράτα της ανηφοριάς την κάθε σου αυγούλα,
σαν ροβολούσες στα δασιά του λόγγου ευωδιά μου
να θρέψεις τη φαμίλια σου γλυκός αετομάχος,
μονάχη σου παντέρημη και γύριζες τα βράδια.
27
Μες στον βαθύ μου ρεμβασμό κρυφή ανατριχίλα,
στις άκρες των ονείρων μου το φως είναι κλεισμένο
στα μύχια της απρόσμενης της υπνοφαντασιάς μου
ακούω μες στις ρεματιές τις νύμφες να χορεύουν,
μ' έναν παράξενο σκοπό και τον καημό 'μερεύουν
μπροστά μου σέρνει το χορό αχός της πατησιάς μου,
κρατώντας νυμφομάντηλο δαχτυλοκεντημένο
που 'χει κεντίδια όμορφα της όψης σου τα φύλλα.
28
Κι όπως χορεύουν στην αχλή, τα μάτια μου κοιτάνε
μ' ένα στερνό παράπονο την ασημένια κόρη,
που 'χει φλαμούρια στη θωριά και δυόσμο μες στα στήθια,
ρίγανες και μυρτόκλαδα επάνω στα μαλλιά της
κι έχει τα ροδοπέταλα μέσα στην αγκαλιά της,
ακίνητο το βλέμμα της σα να ζητά βοήθεια
μπροστά τραβά ολότρεμη ωχρή στο ξεροβόρι,
και πίσω της οι λυγερές χορεύουνε και πάνε.
29
Μετά οι νύμφες χάνονται στου δάσους τα σκοτάδια,
σαν όραμα που τέλειωσε προτού καλά ν' αρχίσει,
κι έμεινα μόνος να κοιτώ την άδεια καμαρά μου
μανούλα μου γλυκόθωρη των γιασεμιών στολίδι,
την τελευταία σου στιγμή, κρυμμένο δαχτυλίδι,
αγράμπελή μου ζηλευτή μου πήρες τη χαρά μου
εκεί ψηλά στον ουρανό ανθάκι θα δακρύσει
σαν έφυγες και μ' άφησες μονάχο δίχως χάδια.
30
Θυμάμαι αχ τις Κυριακές σαν ήμουνα παιδάκι,
μ' έλουζες και με χτένιζες για να προσευχηθούμε
στην εκκλησιά με πήγαινες κι άναβες τα καντήλια,
της Παναγιάς και του Χριστού και τους παρακαλούσες,
πρωί πρωί με την αυγή κι ύστερα ροβολούσες,
στις ράχες τις δρυόφυτες στις ρουμανιές στ' ανήλια
να κόψεις ξύλα μάνα μου, φωτιά να ζεσταθούμε,
ν' ανάψεις τη σομπίτσα μας, μες στο μικρό τσαρδάκι.
31
Απόκαμες η έρημη μονάχη να παλεύεις,
μες στης ζωής την απονιά, στης φτώχειας τα σοκάκια,
κι έτσι ακόμα που 'σουν νιά, χήρα και πονεμένη
αρρώστησες μανούλα μου κι είπες να ξαποστάσεις,
στων αρχαγγέλων τα φτερά έφυγες να γιορτάσεις
κι η ακριβή σου τη ψυχή για πάντα ν' απομένει,
στου παραδείσου τα σκαλιά και μέσα στα πευκάκια
για πάντα να 'σαι μάνα μου εκεί να βασιλεύεις.
32
Και τώρα μόνος κι ορφανός στου κόσμου το περβόλι,
γυρίζω σαν μικρό πουλί στο χιόνι παγωμένο,
τις μέρες κλαίω και θρηνώ, μοιρολογώ στη φέξη
κοντά στα ξημερώματα σε βλέπω στ' όνειρό μου,
στεφανωμένη να 'ρχεσαι στο βλέμμα το γλαρό μου,
ξυπνώ δεν είσαι πουθενά, φωνάζω ούτε λέξη
μάνα μου περδικόθωρη ακόμα περιμένω,
να 'ρθεις ξανά στο σπίτι μας του αίματός μου μπόλι.
33
Γύρω τ' ακρόγεισα κοιτώ των σκονισμένων τοίχων,
που 'χουν φωλιάσει στις γωνιές οι σκέψεις μου μονάχες,
τη λάμψη της αποθυμιάς των περασμένων χρόνων
τα γέλια μας ακούγονται ακόμα στο κατώφλι,
και πιο ψηλά να ο σταυρός της Πασχαλιάς στ' ανώφλι,
σημάδι έμεινε εκεί των ζηλεμένων κλώνων
που 'χες βοστρύχους τα μαλλιά κρυφές αετοράχες,
μανούλα μου μ' απόμειναν τ' απόνερα των ήχων.
34
Κι ως σε θωρώ στη σκέψη μου ακόμα να φεγγίζεις,
αχνθόκλωνή μου μυγδαλιά του Μάρτη σοροκάδα,
αγέραστη μοσχοβολιά της ροδωνιάς φλογάτη
ήρθα κι απόψε να σου πω και να σου τραγουδήσω,
τα λόγια που 'χω στην καρδιά στο μνήμα σου ν' αφήσω
παρέα να 'χεις τις νυχτιές στο κρύο σου κρεβάτι,
να σου ζεσταίνουν μάνα μου την τόση σου χλωμάδα
και μες στα φυλλοκάρδια μου ροδόχρωμη ν' ανθίζεις.
35
Κουράστηκαν κι οι στεναγμοί 'ποκάμαν και τα λόγια,
κι οι σκέψεις κιότεψαν μπροστά στων σπαραγμών το γρέκι,
το ξέρω μες στη χαλασιά της υστερνής πνοής σου,
το ξέρω δεν θα 'ρθεις ξανά τα χέρια σου ν' απλώσεις
να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, τους πόνους να μελώσεις,
ο τελευταίος σου χορός αχ ήταν της θανής σου
του χάροντα ο αρπαγμός φωτιά κι αστροπελέκι,
που πίσω του απόμειναν τα μαύρα μοιρολόγια.
36
Κι όμως εγώ θα σε θωρώ κοντά μου στο πλευρό μου,
σκιά θα είμαι στις σκιές που ρίχνουν οι πευκώνες
κι απάνω στ' άσπρο μνήμα σου αμέρωτη λιακάδα,
να σου το πλένω μάνα μου μ' ανθόνερο της δράνας,
να λάμπει μέσα στις σκιές λευκό της μαντζουράνας
π' αμόμεινε στη ρούγα μας μονάχη στην πηγάδα,
σαν έφυγες μανούλα μου και γίνανε χειμώνες
οι δέκα χρόνοι μάνα μου, λυγμοί μες στ' όνειρό μου.
37
Παντέχω στο παράθυρο μες στο συλλογισμό μου,
να 'ρθει μια μέρα ξαφνικά ένα μικρό πουλάκι
και να σταθεί αντικριστά στο τζάμι με τα μένα,
να κελαηδίσει χαρωπά, μαντάτο να μου φέρει
μια καλημέρα να μου πει, πρωτόλαλο χαμπέρι
ν' ακούσω στη φωνούλα του, φωνή από τα σένα
κελαηδισμό κι απάνθισμα γλυκό μου αγγελάκι,
μάνα κυρά κι αρχόντισσα, πνοή στο λογισμό μου.
38
Κι εγώ θ' ανοίξω για να μπει, μέσα στη κάμαρά σου,
να κάτσει στα λευκόπανα στ' άσπρα σου τα σεντόνια,
να το φιλέψω βάλσαμο για να μου τραγουδήσει
κείνον τον όμορφο σκοπό που μου 'λεγες στη κούνια,
νανούρισμα της άνοιξης, κι ανάσα στα ρουθούνια
να γείρω έτσι μάνα μου στο πλάι να ροδίσει,
το βλέμμα μου το σκυθρωπό, ν' ανθίσουνε τα κλώνια
να κοιμηθώ παντοτινά μέσα στα βλέφαρά σου.
39
Κι έτσι μαζί σου να βρεθώ να 'μαι στην αγκαλιά σου,
να στέργω μες στα κάλλη σου και μέσα στην αγάπη,
μικρό παιδάκι χαρωπό, τρεμουλιαστό βλαστάρι
να πίνω απ' τα στήθια σου τ' ολόγλυκό σου γάλα,
ν' ακούω την καρδούλα σου μελιά μου δροσοστάλα,
να σ' έχω πάντα οδηγό της νιότης μου μπροστάρη,
ν' αντέχω στις ανηφοριές στο ξαφνικό δρολάπι
κι έτσι να μείνω πάντοτε κλεισμένος στη φωλιά σου.
40
Μάνα μου που σε πόθησα στο πρώτο μου το γάλα,
γιορτή μου στην ανηφοριά σοκάκι της ζωής μου,
αλάργεμά μου γκριζωπό φυγή που φοβερίζει,
μάνα μου συ ολότρεμη ανάσα και πνοή μου
άργιλε της απλότης μου βουνό στην εκροή μου,
έλα μια νύχτα στο στρατί κοντά στο μετερίζι
κοντά στο σπίτι τ' ορφανό που είναι της κραυγής μου,
απάνθισμα της λύπης μου στα μάτια τα μεγάλα.

Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης
απ' το βιβλίο  "υποσχέσεις"
22/4/2015
Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Παρουσίαση του βιβλίου Ο χορός των ψευδαισθήσεων του Δημήτρη Στεφανάκη






Το Βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟS (Σταδίου 24, Αθήνα, τηλ.: 210 3217917)

και οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Δημήτρη Στεφανάκη,

στον χώρο του café τις 23/4/2015 στις 8:30 μ.μ..

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Νίκος Θρασυβούλου.

Για το βιβλίο θα μιλήσει η δημοσιογράφος Τίνα Μανδηλαρά.

Ο συγγραφέας θα συνομιλήσει με το κοινό και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου του.




Ο χορός των ψευδαισθήσεων

Μυθιστόρημα

Δημήτρης Στεφανάκης

Ψυχογιός, 2015

280 σελ.

ISBN 978-618-01-1045-6,

Νεοελληνική πεζογραφία -

Μυθιστόρημα [DDC: 889.3]


8 Νοεμβρίου 2011. Ο Αλέξανδρος Σάντσας ή Αλεκίνος δίνει τέλος στη ζωή του διχάζοντας μια ολόκληρη χώρα που βρίσκεται ήδη σε κρίση. Ο Μάνος Πιερίδης, μέλος μιας παρέας στην οποία ανήκε ο αυτόχειρας, αναθυμάται στιγμές από την κοινή τους ζωή στη δεκαετία του ενενήντα. Η μνήμη του ψηλαφεί τα ανέμελα χρόνια της νιότης, τον ανεκπλήρωτο έρωτά του για την Έλια, τη νεαρή δασκάλα χορού, την πολυκύμαντη φιλία του με τον Σέργιο. Μέσα από μικρά και μεγάλα επεισόδια που οδηγούν στο σήμερα αναδεικνύεται το ψηφιδωτό χαρακτήρων ενός λαού που χόρεψε στον ρυθμό των ψευδαισθήσεων προτού βυθιστεί σε μια απρόσμενη περιπέτεια.

Ένα μυθιστόρημα για τη δοκιμασία της ζωής και του έρωτα με φόντο την πολύκροτη κρίση.

Διαβάστε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο :

http://webdata.psichogios.gr/sample/9786180110456.pdf




Δημήτρης Γ. Στεφανάκης

Διεθνές Βραβείο Καβάφη Πεζογραφίας [2011]

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σωλ Μπέλοου, Ε.Μ. Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι και Προσπέρ Μεριμέ. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Φρούτα εποχής" κυκλοφόρησε το 2000 (εκδόσεις Ωκεανίδα). Ακολούθησαν: "Λέγε με Καΐρα" (Ωκεανίδα, 2002), "Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία" (Ωκεανίδα, 2005), "Μέρες Αλεξάνδρειας" (εκδόσεις Πατάκη, 2007, β' έκδ. Ψυχογιός 2011, μεταφράστηκε στα γαλλικά, τιμήθηκε με το Prix Mediterranee Etranger 2011 και στη συνέχεια μεταφράστηκε στα ισπανικά και στα αραβικά), "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι" (Εκδόσεις Πατάκη, 2009), "Θα πολεμάς με τους θεούς" (Εκδόσεις Πατάκη, 2010), "Φιλμ νουάρ" (Ψυχογιός, 2012). Ο Δημήτρης Στεφανάκης έχει τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη, το 2011, και ήταν υποψήφιος για το Prix du Livre Europeen της ίδιας χρονιάς.




Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2015) Ο χορός των ψευδαισθήσεων, Ψυχογιός

(2014) Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι, Ψυχογιός

(2013) Άρια, Ψυχογιός

(2012) Μέρες Αλεξάνδρειας, Ψυχογιός

(2012) Φιλμ νουάρ, Ψυχογιός

(2012) Φιλμ νουάρ, Ψυχογιός

(2011) Μέρες Αλεξάνδρειας, Ψυχογιός

(2010) Θα πολεμάς με τους θεούς, Εκδόσεις Πατάκη

(2009) Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι, Εκδόσεις Πατάκη

(2007) Μέρες Αλεξάνδρειας, Εκδόσεις Πατάκη

(2004) Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, Ωκεανίδα

(2002) Λέγε με Καΐρα, Ωκεανίδα

(2000) Φρούτα εποχής, Ωκεανίδα




Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2012) Τέλος καλό, όλα καλά, Εκδόσεις Καστανιώτη

(2012) Τέλος καλό, όλα καλά, Εκδόσεις Καστανιώτη




Μεταφράσεις

(2014) Balzac, Honoré de, 1799-1850, Συνταγματάρχης Σαμπέρ, Έναστρον

(2010) Brodsky, Joseph, 1940-1996, Το τραγούδι του εκκρεμούς, Εκδόσεις Καστανιώτη

(2009) Moor, Donald R., Καφές με τον Πλάτωνα, Εκδόσεις Πατάκη

(2009) Curnutt, Kirk, Καφές με τον Χεμινγουέυ, Εκδόσεις Πατάκη

(2007) Capote, Truman, Πρόγευμα στο Τίφφανυς, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη

(2007) Bellow, Saul, 1915-2005, Χέρτσογκ, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη

(2006) Holland, Tom, Η περσική φωτιά, Ωκεανίδα

(2006) Fox, Robin Lane, Ο κλασικός κόσμος, Ωκεανίδα

(2006) Freeman, Charles, Τα άλογα του Αγίου Μάρκου, Ωκεανίδα

(2005) Haag, Michael, Αλεξάνδρεια, Ωκεανίδα

(2005) Holland, Tom, Ρουβίκωνας, Ωκεανίδα

(2005) Atwood, Margaret, 1939-, Συνομιλώντας με τους νεκρούς, Ωκεανίδα

(2002) Updike, John, 1932-2009, Γερτρούδη και Κλαύδιος, Εκδόσεις Καστανιώτη

(2001) Bellow, Saul, 1915-2005, Ραβελστάιν, Εκδόσεις Καστανιώτη

(2000) Mérimée, Prosper, 1803-1870, Κάρμεν, Εκδόσεις Καστανιώτη

(2000) Mérimée, Prosper, 1803-1870, Κάρμεν, Εκδόσεις Καστανιώτη

(2000) Forster, E. M., 1879-1970, Στην άλλη ζωή, Εκδόσεις Καστανιώτη

(1999) Brodsky, Joseph, 1940-1996, Το τραγούδι του εκκρεμούς, Εκδόσεις Καστανιώτη

(1999) Bellow, Saul, 1915-2005, Χέρτσογκ, Εκδόσεις Καστανιώτη




Κριτικογραφία

Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού [Αλμπέρ Καμύ, Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού], http://www.culturenow.gr, 26.1.2015Ο Δημήτρης Στεφανάκης διαβάζει Τόμας Πίντσον [Τόμας Πίντσον, Υπεραιχμή], "Athens Voice", τχ. 510, 22.1.2015Μεταφράζοντας τον «Συνταγματάρχη Σαμπέρ» [Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Συνταγματάρχης Σαμπέρ], "Athens Voice", τχ. 509, 15.1.2015Συνομιλίες με τον Γκαίτε [Johann Peter Eckermann, Συνομιλίες με τον Γκαίτε], http://www.culturenow.gr, 7.1.2015Οι ιστορίες του Καντέρμπερυ [Τζέφρυ Τσώσερ, Οι ιστορίες του Καντέρμπερυ], http://www.culturenow.gr, 1.12.2014Ουίσκι μπλε [Τέσυ Μπάιλα, Ουίσκι μπλε], "Athens Voice", 6.11.2014Διαθήκη [Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Διαθήκη], "Athens Voice", τχ. 502, 30.10.2014Ο κολυμβητής και άλλες ιστορίες [Τζον Τσίβερ, Ο κολυμβητής και άλλες ιστορίες], "Athens Voice", τχ. 464, 1.9.2014Φώτης Θαλασσινός [Φώτης Θαλασσινός, Εκείνο], "Athens Voice", τχ. 489, 3.7.2014Η περίπτωση Τζέικομπσον, Με αφορμή την «Αστική ζωολογία» [Χάουαρντ Τζέικομπσον, Αστική ζωολογία], http://literature.gr, 10.5.2014Ζωή και πεπρωμένο [Βασίλι Γκρόσμαν, Ζωή και πεπρωμένο], http://www.culturenow.gr, 10.3.2014Οι συνωμότες [Γιώργος Ζ. Ηλιόπουλος, Οι συνωμότες], http://www.culturenow.gr, 10.3.2014Ταξιδιώτης και φεγγαρόφωτο [Άνταλ Σερμπ, Ταξιδιώτης και φεγγαρόφωτο], http://www.culturenow.gr, 27.12.2013Σιγανά, σιγανά πατώ τη γη [Κώστια Κοντολέων, Σιγανά, σιγανά πατώ τη γη], diastixo.gr, 16.12.2013Ταξίδι στην άκρη της νύχτας [Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας], http://www.culturenow.gr, 23.9.2013Εμβατήριο Ραντέτσκυ [Joseph Roth, Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ], http://www.culturenow.gr, 16.9.2013Τo μυστικό ήταν ζάχαρη [Τέσυ Μπάιλα, Το μυστικό ήταν η ζάχαρη], "Athens Voice", 5.7.2013Από την Ιαπωνία στην Αμερική. Η περίπτωση Φράνζεν [Τζόναθαν Φράνζεν, Η εικοστή έβδομη πολιτεία], "Athens Voice", τχ. 414, 22.11.2012Οι γεύσεις γράφουν ιστορία [Γιώργος Ηλιόπουλος, Γαστρονομικόν], "Athens Voice", τχ. 411, 8.11.2012Ένα αδημοσίευτο κεφάλαιο [Δημήτρης Στεφανάκης, Φιλμ νουάρ], "Athens Voice", τχ. 407, 4.10.2012Το παραμύθι της βροχής [Τέσυ Μπάιλα, Το παραμύθι της βροχής], Περιοδικό "Κλεψύδρα", τχ. 2, Μάιος 201213 συγγραφείς προτείνουν βιβλία, www.in2life.gr, 23.4.2012Ντοστογιέφσκι: το μαγικό βουνό του μυθιστορήματος, "The Books' Journal", τχ. 7, Μάιος 2011Η αποδόμηση του Σταλινισμού [Μάρτιν Έιμις, Ιδιωτικές συναντήσεις], Περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 485, Μάιος 2008Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται [Τζων Μπάνβιλ, Σάβανο], "Ελεύθερος Τύπος", 27.1.2008




Πηγές :

https://www.facebook.com/events/1423721537932246/

http://www.psichogios.gr/site/Books/show/1002903/o-xoros-twn-pseydaisthhsewn

http://www.biblionet.gr

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Χρήστος Μποκόρος : 1967


1967
Είχαν κατέβει των Βαγιών απ΄ την Αθήνα δύο λόγιοι φίλοι και συμμαθητές του πατέρα μου, ο Λάζαρος Τσαμπάζης, που ήταν και νονός της αδερφής μου, κι ο Πάνος Χατζόπουλος, ο ποιητής των "Αιτωλικών'" που βιοποριζόταν ως ιατρικός επισκέπτης. Ήρθαν βράδυ στο σπίτι, καθάριζε η μάνα μου μήλα στην κουζίνα, τά 'κοψε λεπτές φέτες σε μεγάλο πιάτο, τ' άχνισε με κανέλλα και μού 'πε να τα πάω μέσα στο δωμάτιο με το τζάκι που καθόντουσαν οι μεγάλοι και συζητούσανε συννεφιασμένοι. Διακόψανε και χαμογελάσανε που με είδανε να μπαίνω με τα μήλα, χάιδεψε ο Πάνος με το μεγάλο χέρι του το κουρεμένο μου κεφάλι, "μεγάλωσες Χρηστάκη" μού 'πε. "Α! τι ωραία! ευχαριστούμε Γιωργία", φώναξε ο Λάζαρος, "πάει το σχολείο ε; άντε, δυο βδομάδες διακοπές και παιχνίδι τώρα." 'Ημουνα δέκα χρονών. "Θωμά, δεν πάνε καλά τα πράγματα πάνω, κάτι άρρωστο ετοιμάζουνε, καθάρισε το σπίτι" κρυφάκουγα μετά να λένε στον πατέρα μου. Το άλλο πρωί γύρω απ' τη φωτιά που έκαιγε στα καζάνια των πλυντηρίων πίσω απ' την αυλή είδα αποκαίδια, καμμένα βιβλία, στίβες χαρτιά, ξεχώρισα κάτι απ' τον χρωματιστό αντάρτη στο εξώφυλλο απ' το "στ' άρματα, στ' άρματα" που είχε αρχίσει να κυκλοφορεί σε τεύχη. Μετά τη Λαμπρή ήρθανε νύχτα στο σπίτι χωροφύλακες κι ένας αξιωματικός. Η μάνα μου φορούσε μια γαλάζια ρόμπα, ο πατέρας μου πυτζάμες, τον βρήκανε στο τραπεζάκι του να γράφει, να διαβάζει. "Τι μαργαριτάρια έχεις εκεί;" τον ρωτήσανε, "για την ιστορία του τόπου μας γράφω" τους απάντησε ήρεμος. Φυλλομετρούσαν τα γραπτά του, ψάχνανε τα συρτάρια, τις ντουλάπες, σ' όλο το σπίτι, παντού, τους κοίταζα. Του έδειξα ένα απ' τα αγαπημένα μου βιβλία που κρατούσανε μαζί με άλλα. "Ο Πλαπούτας, ξέρετε, ήταν σπουδαίος ήρωας του '21", άρχισε να τους εξηγεί χαμογελώντας, "δεξί χέρι του Κολοκοτρώνη, αφήστε το αυτό στο παιδί, αντιγράφει τις εικόνες με τους αγωνιστές, ανοίξτε το, κοιτάξτε μέσα να δείτε!" τους έπεισε εντέλει, μου το αφήσανε κι έμεινα όλη νύχτα με το βιβλίο αγκαλιά. Ήταν μια έκδοση με σκληρό σκούρο εξώφυλλο επιμελημένη απ' τον Περικλή Ροδάκη διανθισμένη με αντίγραφα χαρακτικών, κλέφτες κι αρματωλοί με ωραίες κορμοστασιές, κεντημένες φορεσιές και λεπτοστολισμένα όπλα σε ελαφρά γυαλισμένο υπόλευκο χαρτί.


Χρήστος Μποκόρος
21/4/2015 ·

ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ, ΕΡΩΤΑ ΜΕΓΑΛΕ! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ



Τι μου λες; Από πότε η ανέραστη, έγινε έρωτας μεγάλος; Επειδή βαφτίσαμε την πλήξη μας, επιλογή, θα λαδώσουμε τη μοναξιά στην κολυμπήθρα της ευδαιμονίας;
Εσύ ολοένα στους τοίχους κλαψουρίζεις, τη σκόνη σου διαβάζεις και το δάκρυ της ψυχής, στον κουβά ενταφιάζεις.
Κι όσο την ώρα σου σκοτώνεις, τόσο αυτή η τιμωρός, στην ανία σε ματώνει.
Για πες μου λοιπόν, σ΄αυτήν τη μούχλα, τι απ΄όλα αγαπάς;

Αγαπώ, σημαίνει… χαρίζω εκείνο που δεν έχω, γιατί
‘’σαν αγαπώ, χρωστώ’’

Ενώ εσύ, εκείνο που δεν έχεις, είναι η δράση.
Αν ήσουν βέβαια της έμπνευσης μοναχοκόρη, της παλέτας ο ζωγράφος και της ποίησης ο κυνηγός, η μοναχικότητα θα ήταν ευλογία!
Eσύ όμως…τι εσύ; Ποιος σου είπε, ότι δεν μπορείς να συμφιλιωθείς με τον μισητό εχθρό του εαυτού σου, ώστε να γίνεις των χεριών σου ο πλάστης και της φαντασίας σου δημιουργός;
Ανέξοδα κι απλά. Αρκεί να ξεριζώσεις τα μαύρα της τεθλιμμένης σου συνήθειας και να φυτέψεις στην αυταπάρνησή σου, ηθικό!
Ολημερίς σε βλέπω. Γυαλάκια και βαζάκια, στον κάδο της λιποταξίας.

Έλα, σήκω απ΄την σεσημασμένη καρέκλα της ακινησίας, δώσε στα άψυχα ψυχή, να κατηφορήσει ντροπιασμένη η πλήξη, απ΄το μεράκι της προσωπικής σου ανατολής!
‘’Γοργά- γοργά τις αλλαγές, να μη μας φάει η μαρμάγκα’’
Να, κοίτα τι κάνω εγώ! Τα υιοθέτησα με το χρυσό της αστραπής και με μιας η βαρεμάρα, βρόντηξε αξία καλλιτεχνική! Ύστερα, κόλλησα επάνω τους ανθάκια, μαζί με όλα τα χορτασμένα αυτοκόλλητα, που χασμουριούνται πάνω απ΄το νηστικό ψυγείο
και άκου με πόση ευγνωμοσύνη, μου λένε ευχαριστώ:
Aπό ζητιανάκι σκουπιδιών, φαντάζω, σαλονάτο αρχοντικό!

Δε λέω, σπουδαίο ήταν αυτό που είπε η Δημουλά!
‘’Στην αταξία, η τάξη πρέπει να σωπαίνει.
Μεγάλη πείρα ο χαμός’’
Όμως, μην αφήνεις το μυαλό σε αφασία, η αδράνεια παραμονεύει, τη μνήμη σου να ναυαγήσει, στους ωκεανούς της αμνησίας.
Φόρα στο ηττημένο κέφι σου, της νίκης το μανδύα, και με την μαγεία της αναγέννησής σου, θα γίνει το σύμπαν σου ξεχωριστό!

Κι όταν την αυλαία του ληθαργημένου πάθους σου ανοίξεις, η αξιοσύνη σου, θα υποκλιθεί και θα σε χειροκροτήσει!
Απ΄ το μεσίστιο βλέμμα της ανυπαρξίας, με το σάλτο μορτάλε στην ματιά της αυτολύπησης,
πότε για της ζήσης σου τον στεναγμό
και πότε για της στοιχειωμένης σου ύπαρξης την τυραννία,
θα κυοφορήσεις το κίνητρο, για της ψυχής την απογείωση και του ετοιμόρροπου μυαλού την ευφορία.

Και τότε, με ανακούφιση θα τραγουδήσεις!
Ξεφυλλίζοντας απόψε της ζωής μου την ανία,
μήτε τη βαρυγκωμούσα θλίψη δεν θυμήθηκα
‘’και προσπαθώντας κάτι για να θυμηθώ’’
με την συντροφικότητά μου αποκοιμήθηκα!

Μοναξιά μου, silver aller…
Αιωνία σου η λήθη, δε σ΄αναζητώ!
*** ***
*** *** ***
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ, ΕΡΩΤΑ ΜΕΓΑΛΕ! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Φωτογρ. πίνακα : Άβλιχος Γεώργιος-Ζάκυνθος, 1879

Χρήστος Βακαλόπουλος: Η 21η Απριλίου κι εμείς


Κείμενο του Χρήστου Βακαλόπουλου δημοσιευμένο στο περιοδικό ΙΣΤΟΣ το 1992, για τα 25 χρόνια από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας

Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. Μαζευτήκαμε τότε γύρω από ένα συγκρότημα ροκ, τους Peppers και αργότερα Ρέμπελους, που πρόλαβαν να παίξουν σε μερικές συναυλίες και να βγάλουν ένα δίσκο σαράντα πέντε στροφών στην εταιρεία Zodiac, λίγο πριν διαλυθούν μέσα σ’ αυτή την παρεξήγηση που ονομάσθηκε μεταπολίτευση. Πίσω μας είχαμε έναν κόσμο ουσιώδους αφέλειας που δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια της χούντας συνέχιζε ακόμα να υπάρχει – οι άνθρωποι έβγαζαν καρέκλες στους δρόμους της Κυψέλης, οι θερινοί κινηματογράφοι γέμιζαν στις ταράτσες, στα πάρτυ όλοι ντρεπόντουσαν με την άνεσή τους. Όμως αυτός ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται σε όφελος της τηλεόρασης, των ντισκοτέκ και του φαινομενικού αντίβαρού τους, της αμφισβήτησης.

Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλληκάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από το λαιμό και δε λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο. Εφτά ολόκληρα χρόνια μαθαίναμε ο ένας τον άλλο να περιφρονεί τον τόπο του και να θαυμάζει ένα μυθικό τόπο, αποτελούμενο από συγκροτήματα ροκ, φοιτητικές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα της κραιπάλης, ελεύθερες σχέσεις, πρίγκηπες της παρακμής, χιλιάδες παιδικές χαρές για μεγάλους. Μάθαμε να περιμένουμε κάτι και ξεμάθαμε να βλέπουμε τι γινόταν γύρω μας. Την ώρα που ο Παττακός εκτελούσε το εθνοσωτήριο έργο του μαζεύοντας γόπες στην οδό Πατησίων και ο Καράγιωργας έχανε το χέρι του ώστε να γίνει αργότερα υπουργός ο Κατσιφάρας, εμείς φανταζόμαστε τη ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ ή μια ροχάλα του Κον Μπεντίτ. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών αλλά αυτό δεν μας ένοιαζε καθόλου, η Ελλάδα δεν υπήρχε για μας, όπως δεν υπήρχε και για όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μ’ αυτό το κουρασμένο ύφος του ανθρώπου-που-ένοιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του, την Ελλάδα τη χαρίζαμε στους χουντικούς μαζί με το δημοτικό τραγούδι. Εμείς οι ίδιοι, στρατιώτες του μέλλοντος, βάλαμε ένα χεράκι ώστε να την κρύψουμε για πάντα από τους εαυτούς μας και σχεδόν την τελειώσαμε μέσα μας.

Από την 21η Απριλίου και μετά η ελληνική κοινωνία εγκατέλειψε τον εαυτό της και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Μέχρι τότε ήξερε να ζει και να πεθαίνει, να ερωτεύεται και να ματώνει, γνώριζε όλες αυτές τις εντάσεις που τις σάρωσε η χούντα, η τηλεόραση, η αντίσταση στη χούντα, η αντίσταση στην τηλεόραση, η κατανάλωση, η αντίσταση στην κατανάλωση, ο Νίκος Μαστοράκης, τα συγκροτήματα ροκ ως αντίσταση στον Νίκο Μαστοράκη. Χούντα και αντίσταση πήγαν μαζί και συνεχίζουν να πηγαίνουν μαζί κι εκείνο που χάθηκε είναι ο ρυθμός της καθημερινής ζωής που συνδεόταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο με τους αιώνες, αυτούς τους φτωχούς αιώνες που τους αφήσαμε πίσω για πάντα δημιουργώντας συγκροτήματα ροκ, συγκροτήματα ελεύθερων σχέσεων, συγκροτήματα πολιτιστικών συλλόγων, συγκροτήματα πλήξης, συγκροτήματα γκρίνιας FM stereo. Οι άνθρωποι δεν βγάζουν πια καρέκλες στους δρόμους, οι θερινοί κινηματογράφοι γκρεμίζονται, στα πάρτυ δεν ντρέπεται κανείς, η καχυποψία έχει εγκατασταθεί παντού, πολύ ωραία τα καταφέραμε. Οι Ρέμπελοι διαλύθηκαν τη στιγμή που ο Καραμανλής πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, τα μέλη τους πήγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Εγώ έμεινα πίσω και νοιώθω πολύ αμήχανος όταν τους βλέπω – νομίζω άλλωστε ότι και σ’ αυτούς συμβαίνει το ίδιο.

Δεν είμαστε πια ο εαυτός μας και το ξέρουμε. Όλοι μας φτιάξαμε ένα συγκρότημα στη διάρκεια της δικτατορίας και τώρα το διαλύουμε συνεχώς, γιατί αυτό που επιθυμήσαμε – η μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά – αποδείχθηκε εξ ίσου ξενέρωτο με τη χουντική αντιαισθητική πραγματικότητα. Οι συνταγματάρχες, αυτοί οι «κακοί του καφενείου» που πήραν την εξουσία, μας οδήγησαν στο στρατόπεδο της καχυποψίας, μας έχωσαν μέσα στην ιδεολογία από την οποία δεν βγήκαμε ποτέ, ακόμη και σήμερα που ιδεολογία μας είναι η διαφήμιση. Αν είναι να ξανακάνουμε κάποιο συγκρότημα, πρέπει να τα έχουμε υπ’ όψη μας όλα αυτά και να επιστρέψουμε πίσω, όχι με σημαίες και γελοία ταμπούρλα, να γυρίσουμε πίσω μέσα μας, χωρίς να το πούμε σε κανέναν. Διαφορετικά, πρέπει να μείνουμε αμήχανοι όπως είμαστε, αποφεύγοντας την πολλή παρέα.


Φωτογραφία και κείμενο από