Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Μαρία Κατσοπούλου ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΩΝΑΞΩ [Από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά»]


ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΩΝΑΞΩ


Θέλω να φωνάξω στον κόσμο

Να σπάσει τις τηλεοράσεις του

Θέλω να φωνάξω στον κόσμο

Να τα παρατήσει όλα και να βγει

Στο δρόμο να φωνάξουμε μαζί

Ν’ αδειάσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς

Να σταματήσει να καταναλώνει θάλασσα, αέρα, γη

Θέλω να φωνάξω στον κόσμο

Να ζητήσει πίσω την ελευθερία που πούλησε

Για μια BWM, για μια οθόνη plasma, για ένα i-pod

Για τη μεταμοντέρνα πρέζα του

Μ’ ακούτε;

Είστε όλοι σας πρεζάκηδες των MHz και των φούρνων μικροκυμάτων

Είστε το δημιούργημα των ηλεκτρικών κενώσεων

Μιας κοπρολάγνας εξουσίας

Τροφή για τη μαύρη τρύπα που ονομάζεται πλανήτης Γη

Πουλημένοι!


[Από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά»]


http://ekebi.wordpress.com/2011/10/26/%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CF%89-%CE%BD%CE%B1-%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CF%89/

Μιχάλης Γκανάς στον όμορφο τον τόπο



Άσε με εδώ που κάθομαι
Στον όμορφο τον τόπο
Βαρέθηκα να τριγυρνώ
Χωρίς ν' αλλάζω τρόπο

Άσε με εδώ να σε χαρώ
Στον όμορφο τον τόπο
Με γέλασαν ματάκια μου
Τα μάτια των ανθρώπων

Κι αν μ' αγαπούσες κάποτε
Κι αν σ' αγαπώ ακόμα
Δεν λησμονιούνται μάτια μου
Τόσα φιλιά στο στόμα

Άσε με εδώ που κάθομαι
Στον όμορφο τον τόπο
Βαρέθηκα να τριγυρνώ
Χωρίς ν' αλλάζω δρόμο

Άσε να βλέπω τα βουνά
Ν' ακούω τα ποτάμια
Και να λυγίζω στον βοριά
Σαν τα χλωρά καλάμια

Να βρεις κι εσύ τον δρόμο σου
Και μιαν αγάπη άλλη
Στρωτή σαν λιμνοθάλασσα
Ρηχή σαν ακρογιάλι


Μουσική: ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ*
Στίχοι: ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ*
Ερμηνεία: ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΗΣ*
β΄ φωνή: ΑΘΗΝΑ ΜΟΡΑΛΗ*
δίσκος: Ο μάγος της πόλης*
Minos 1997 _

«Το φιλί του θανάτου», του Γάλλου Ζιλ Βενσάν (σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη) εκδόσεις Καστανιώτη.


Περίληψη

Γρανάδα, Αύγουστος 1936: οι φρανκιστές δολοφονούν τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.
Μασσαλία, Αύγουστος 2011: το παρελθόν ζωντανεύει και σκοτώνει˙ στο σιδηροδρομικό σταθμό βρίσκουν το απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας πεταμένο στις ράγες.
Ανάμεσα σε αυτούς τους δυο θανάτους εγγράφονται οι τραγωδίες του 20ού αιώνα, κρατικά μυστικά, τα παρασκήνια της εύθραυστης ισπανικής δημοκρατίας και το απίστευτο πάθος μιας νεαρής γυναίκας, στοιχειωμένης από τη σκιά του ποιητή…
Με φόντο τον ισπανικό Εμφύλιο, ένα συγκλονιστικό νουάρ μυθιστόρημα όπου συνυπάρχουν η τραγωδία, το αίμα, τα δάκρυα, οι πικρές μνήμες, ο έρωτας, η τρέλα, η εκδίκηση…
Ένα καυτό φιλί του θανάτου που πλανεύει…

Ένα βραβευμένο μυθιστόρημα από τον συγγραφέα του Ντζεμπέλ.

PRIX CEZAM INTER CE 2014

Βιογραφικά στοιχείαΖιλ Βενσάν

Ο Ζιλ Βενσάν γεννήθηκε το 1958 στο Ισί-λε-Μουλινό. Η παράδοση της οικογένειάς του (ο παππούς του ήταν βουλευτής του Λαϊκού Μετώπου, εξέχουσα φυσιογνωμία της Αντίστασης) τον σημαδεύει από μικρή ηλικία. Ως έφηβος μαγεύεται από τα βιβλία, τις ιστορίες, τους φανταστικούς κόσμους. Έχει ήδη πάρει την απόφασή του: όταν μεγαλώσει, θα αφηγείται κι αυτός ιστορίες. Στα είκοσί του, παρατάει τις σπουδές του και φεύγει για το Νότο: τον μαγεύει η πόλη της Μασσαλίας και αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην «περιπέτεια των λέξεων» … Έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα, μεταξύ άλλων: Ντζεμπέλ([Prix EuroPolar 2014], τα κινηματογραφικά δικαιώματα του έργου έχει αγοράσει η Ιζαμπέλ Αντζανί), Sad Sunday (Prix Marseillais du Polar 2010), Peine Maximum, Parjures, Flamencos, Beso de la muerte ([Το φιλί του θανάτου] το οποίο θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις Εκδόσεις Καστανιώτη), Trois heures avant l’ aube κ.ά.



Βιβλιογραφία
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:
Το φιλί του θανάτου, 2015
Ντζεμπέλ, 2014
Ντζεμπέλ (ePUB), 2014


Κριτικές - Παρουσιάσεις
Όλγα Σελλά, Ο θάνατος του Φεντερίκο Γκ. Λόρκα και το φιλί μιας γυναίκας, "Η Καθημερινή", 20.6.2015Φίλιππος Φιλίππου, Ερωτευμένη με τον Λόρκα, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 24.5.2015Κώστας Αθανασίου, Το πάθος για τον Λόρκα και η ακροδεξιά τρομοκρατία, "Η Εποχή", 6.5.2015Μανώλης Πιμπλής, «Το μέλλον θα έρθει από τον Νότο», "Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο", 2.5.2015Ελένη Γκίκα, «Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…», "Fractal", Απρίλιος 2015
Πηγές :
http://www.biblionet.gr/

«Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…» *

Γράφει η Ελένη Γκίκα //

«Το φιλί του θανάτου» του Ζιλ Βενσάν. Μετάφραση από τα Γαλλικά: Ρίτα Κολαίτη, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 273

Μυθιστόρημα που αποδεικνύει ότι συχνά η λογοτεχνία προηγείται της ζωής και ότι η ιστορία είναι πάντοτε εκεί, ζωντανή και καθοριστική στον χρόνο που ακολουθεί.

Ο Ζιλ Βενσάν που αγαπά την Ιστορία και το νουάρ επιστρέφει μετά από την «Ντζεμπέλ» και τον πόλεμο της Αλγερίας, αυτή τη φορά με ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει τις ρίζες του στον Ισπανικό Εμφύλιο και στα εγκλήματα του Φράνκο.

«Εσένα, που κατάγεσαι απ’ την Αλγερία, δε σου ‘ρθε ποτέ να φτιάξεις απ’ την αρχή την ιστορία των δικών σου, να επανορθώσεις τις αδικίες, ν’ αποκαταστήσεις τους αθώους; Εσένα, ποτέ δε σε στοίχειωσαν τέτοια πράγματα;»

Οι ήρωές του, στοιχειωμένοι από το παρελθόν, ερωτεύονται φαντάσματα και συμβιούν μαζί τους. Επανορθώνουν αδικίες, εγκλήματα, αναβιώνουν τα σκοτεινά εκείνα ιστορικά σημεία που αφορούν, επί τω προκειμένω, την δολοφονία του Λόρκα αναζητώντας τον τάφο του τον οποίο γνωρίζει μονάχα ο δολοφόνος του.

Ταυτοχρόνως λοιπόν με την αποκάλυψη ότι η δολοφονία του Ποιητή ήταν έργο Φρανκικής δολοφονικής έμπνευσης, ο Ζιλ Βενσάν κυκλοφορεί ήδη την δική του πανομοιότυπη μυθιστορηματική εκδοχή. Και η οποία είναι αυτή ακριβώς, η αποδεδειγμένα ιστορική.

Κινούμενο σε δυο χρόνους, παρελθόν και παρόν, «Το φιλί του θανάτου» αρχίζει στη Γρανάδα το 1936 όταν οι φρανκιστές, υπό την επίβλεψη του El Capitan, ψευδώνυμο ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου, δολοφονούν τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Στη Μασσαλία, 75 χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 2011, στο απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας που βρίσκεται πεταμένο στις ράγες, το παρελθόν ζωντανεύει , μυστικές συμφωνίες αναδύονται απ’ το σκοτάδι και η ιστορία στοιχειώνει τη ζωή της Κλερ.

«Δηλαδή, πιστεύεις πως την αιτία του θανάτου της πρέπει να την αναζητήσουμε ακριβώς στα πάθη της;»

Την ημέρα του γάμου του ο αστυνόμος Ρουσέλ θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει την προηγούμενη ζωή του και η αστυνόμος Αϊσά με τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Σεμπαστιέν Τουρέν να αναζητήσουν τον δολοφόνο διασχίζοντας αντίστροφα χώρο και χρόνο:

«Τρελό πράμα τα γυρίσματα της ζωής». Καθώς κι εκείνη η υπόνοια ότι τίποτα, τελικά, δεν μένει κρυφό. Ο τίτλος του βιβλίου, δάνειο από την σχέση των πρωταγωνιστών με την ιστορική αλήθεια:

“«Το φιλί του θανάτου; Αυτό σημαίνει;»

«Ακριβώς. Ήθελε να πει πως όταν ερευνάς ένα καυτό θέμα, τη στιγμή που ακουμπάς την αλήθεια, πρέπει να την πλησιάσεις κι άλλο, την αλήθεια εννοώ, μέχρι ν’ ακουμπήσεις τα χείλη σου πάνω της. Κι αυτό το φιλί, όπως έλεγε, ίσως είναι και θανατηφόρο».

«Τι σχέση είχαν όλα αυτά με τις σπουδές της;»

«Το να μελετάς τη σύγχρονη Ισπανία, καταλαβαίνεις, σημαίνει να ρίχνεις φως εκεί που επιμένει η σκιά. Αυτό ακριβώς έκανε ασταμάτητα η Κλερ. Σκάλιζε τις πληγές του Εμφυλίου, ήθελε ν’ αποκαλύψει ατιμώρητα εγκλήματα, να δημοσιοποιήσει ονόματα που, μέχρι τότε βολεύονταν στη σιωπή»”.

Ένα νουάρ μυθιστόρημα δρόμου όπου η λύση κρύβεται στα κλειστά σπίτια, σε σφραγισμένα χρηματοκιβώτια και στη μνήμη των ελάχιστων πια ζωντανών:

«Πάει καιρός που είχε πειστεί πως τα σπίτια κρατούσαν μέσα τους ένα ψήγμα απ’ ό,τι είχε συμβεί σο εσωτερικό τους».

Η αλήθεια, κυριολεκτικά κάτω απ’ τη μύτη τους. Εντελώς παράλληλη με ό,τι ζήσαμε μόλις προχθές, η λογοτεχνία ενίοτε σαν την ποίηση, είναι προφητική:

«Απ’ τον φροντιστή, που περνούσε στον διάδρομο σπρώχνοντας το κυλιόμενο μπαρ, ζήτησε ανθρακούχο νερό, ύστερα άνοιξε το ατομικό του τραπεζάκι και ξαναδιάβασε το άρθρο για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Εξιστορούσε τη νιότη του, τη φιλία του με τον Νταλί και τον Πικάσο, το έργο του, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του αφιερώματος είχε να κάνει με τον τραγικό θάνατο του ποιητή. Καμιά σοβαρή μαρτυρία δεν επέτρεψε την ακριβή αναφορά των συνθηκών της εκτέλεσής του, κι ακόμα λιγότερο τον ακριβό προσδιορισμό , μετά από εβδομήντα χρόνια, του σημείου όπου βρισκόταν η σορός του.

19 Αυγούστου 1936, 19 Αυγούστου 2011. Οι αρχές, οι θαυμαστές, οι αναγνώστες, όλοι οι λάτρεις του μεγάλου Γκαρθία Λόρκα, είχαν δώσει ραντεβού, την επομένη το μεσημέρι, σ’ έναν απ’ τους λόφους του Βίθναρ, ένα χωριουδάκι βόρεια της Γρανάδας. Εκεί, μολονότι δεν βρέθηκε ποτέ ίχνος απ’ το σώμα του, πιστεύουν ότι δολοφονήθηκε ο ποιητής από ομάδα φρανκιστών πολιτοφυλάκων».

Και το σημαντικότερο πρόσωπο, η παθιασμένη με τον Λόρκα Κλερ, η ζώσα απόδειξη: υπάρχουν και περιπτώσεις στις ζωές των οποίων εντελώς ταυτίζονται τέχνη και ζωή:

«… Κατά τον Ρουσέλ ήταν σαν στοιχειωμένη. Ο πεθαμένος πριν από εξήντα χρόνια Ισπανός παρείσφρησε μέσα της, ανάμεσά τους, και τίποτα πια δε φαινόταν στ’ αλήθεια να την αγγίζει».

Το φινάλε απροσδόκητο, αλλά το επίκεντρο πάντα εκεί και σαφές: «Προτού αφεθεί στον ύπνο, μονολογεί ότι έχει τρελαθεί λίγο, αλλά τι να γίνει, έτσι είναι. Αυτή και ο Φεδερίκο της θα πορεύονται πια αντάμα. Μακριά απ’ τον κόσμο, απ’ την αλλοφροσύνη του πλήθους. Μακριά, επιτέλους, απ’ τα δικά της πεδία της μάχης, θα είναι η χήρα που ονειρεύεται. Μια άγρυπνη φρουρός, μια σιωπηλή και μυστική σύντροφος».

Με ιστορικές και πολιτικές αναφορές, ατμοσφαιρικά και με ψυχαναλυτικό τρόπο ο Βενσάν αποδεικνύει ότι μας στοιχειώνουν η ιστορία, τα αναγνώσματα, τα παιδικά μας χρόνια, η καταγωγή. Εξάλλου, έτσι ακριβώς έχει συμβεί με τον ίδιο: Ο Ζιλ Βενσάν γεννήθηκε το 1958 στο Ισί-λε-Μουλινό. Η παράδοση της οικογένειάς του (ο παππούς του ήταν βουλευτής του Λαϊκού Μετώπου, εξέχουσα φυσιογνωμία της Αντίστασης) τον σημαδεύει από μικρή ηλικία. Ως έφηβος μαγεύεται από τα βιβλία, τις ιστορίες, τους φανταστικούς κόσμους. Έχει ήδη πάρει την απόφασή του: όταν θα μεγαλώσει, θα αφηγείται κι αυτός ιστορίες. Στα είκοσί του, παρατάει τις σπουδές του και φεύγει για το Νότο: τον μαγεύει η πόλη της Μασσαλίας και αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην «περιπέτεια των λέξεων»… Έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα, μεταξύ άλλων: «Ντζεμπέλ (Prix Euro Polar 2014), τα κινηματογραφικά δικαιώματα του έργου έχει αγοράσει η Ιζαμπέλ Αντζανί και το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, «Trois heures avant’ aube», «Beso de la muerte» δηλαδή «Το φιλί του θανάτου» που μόλις κυκλοφόρησε.

Ένα μυθιστόρημα έκπληξη, που επαληθεύτηκε από την επικαιρότητα, από την εποχή.







* Στίχοι του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στο βιβλίο.
http://fractalart.gr/gilles-vincent/





Ο θάνατος του Φεντερίκο Γκ. Λόρκα και το φιλί μιας γυναίκας
Στη Γρανάδα και στη Μασσαλία εκτυλίσσονται τα δύο αυτά εγκλήματα, του παρόντος και του παρελθόντος.
Γράφει η ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ 20.06.2015
Εχει γεύση από την προπολεμική Ισπανία, τη Γρανάδα, και από τη σύγχρονη Μασσαλία, που κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί μητέρα του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος. Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτης, με τον τίτλο «Το φιλί του θανάτου», του Γάλλου Ζιλ Βενσάν (σε μετάφραση της εξαιρετικής Ρίτας Κολαΐτη).

Το βιβλίο κινείται σε δύο πόλεις: Στη Γρανάδα του 1936, όπου οι φρανκιστές δολοφονούν τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, και στη Μασσαλία το 2011. Εκεί, στην πόλη του γαλλικού Νότου το παρελθόν ζωντανεύει και σκοτώνει. Ξανά. Και στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης βρίσκουν το απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας, πεταμένο στις ράγες. Και παρότι φαίνεται περίεργο, ο θάνατος του Λόρκα και ο θάνατος αυτής της γυναίκας συνδέονται. Στις δύο αυτές δολοφονίες υπάρχουν κρατικά μυστικά, η εύθραυστη ισπανική δημοκρατία και το πάθος μιας γυναίκας για τον φλογερό Ισπανό ποιητή.

Κοιτάζω το βιογραφικό του συγγραφέα: ο παππούς του Ζιλ Βενσάν ήταν βουλευτής του Λαϊκού Μετώπου και εξέχουσα φυσιογνωμία της γαλλικής αντίστασης. Αυτό σημαδεύει από νωρίς τον Ζιλ Βενσάν. Από μικρός μαγεύεται από ιστορίες, από βιβλία, από φανταστικούς κόσμους. Και από νωρίς αποφασίζει ότι στη ζωή του αυτό θα κάνει: θα αφηγείται ιστορίες. Οταν έγινε 20 χρόνων άφησε τον γενέθλιο τόπο του, το Ισί-λε-Μουλινό, και εγκαθίσταται στη Μασσαλία. Γοητεύεται από την πόλη κι εκεί ζει από τότε και γράφει ιστορίες.

Σ’ αυτή την ιστορία του, η γυναίκα που συνεχίζει να μαγεύεται από τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα βρίσκει τα οστά του! «Γονάτισε στην άκρη της τρύπας, με το κρανίο ακουμπισμένο στα γόνατά της. Αναλογίστηκε τα μεγάλα σκούρα μάτια των φωτογραφιών που είχε στο διαμέρισμά της, προσπάθησε νοερά να τα βάλει μες στις κογχικές κοιλότητες. Κρατούσε στα χέρια της την ανθοδόχη μιας απ’ τις ωραιότερες ψυχές του κόσμου.

Ανάμεσα σε τούτα τα φθαρμένα από τη διάβρωση του εδάφους οστά συναρμόζονταν οι σκέψεις, οι λέξεις, οι φράσεις κι όλες οι εικόνες που τόσο την είχαν συγκλονίσει».1


http://www.kathimerini.gr/820035/article/politismos/vivlio/o-8anatos-toy-fenteriko-gk-lorka-kai-to-fili-mias-gynaikas

Παρασκευάς Καρασούλος - Τον εαυτό του παιδί



Τον εαυτό του παιδί απ' το χέρι κρατάει
στα ίδια μέρη κι απόψε η ζωή θα τους πάει.
θα περάσουν ξανά απ' της μνήμης τα σπίτια
από θάλασσες άδειες, απ' του φόβου τα δίχτυα.

Θα σταθούνε μαζί και θα δουν να περνάνε
σαν καράβια οι στιγμές που ποτέ δε γερνάνε
και τα πρόσωπα που έγιναν δρόμοι κι αιώνες
και τα όνειρα που έσκαψαν μες στα χρόνια κρυψώνες.

Όταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο
για να κρύβομαι εκεί απ' τη ζωή όταν λείπω
όταν ήμουν παιδί είχα κρύψει έναν ήλιο
να 'χει ο δρόμος μου φως κι η σιωπή μου έναν φίλο.

Τον εαυτό του παιδί απ' το χέρι θα πιάσει
σαν γυαλί μια στιγμή θα ραγίσει, θα σπάσει
θα χωρίσουν μετά κι ο καθένας θα πάει
σ' έναν κόσμο μισό που τους δυο δεν χωράει.
Φωτογραφία και Βίντεο από την αγαπημένη μου Θάλασσα μαυροθάλασσα
Aπό το cd : Ο Κήπος Των Ευχών
Στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλος
Μουσική - ερμηνεία : Μάριος Φραγκούλης

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Ο Τρελός Λαγός Σαχτούρης Mίλτος



Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα



(από τα Ποιήματα 1945-1971, Kέδρος 1977)



Ο Τρελός Λαγός (ανάγνωση: 280 Kb - 00:39)
(διαβάζει: Σαχτούρης Mίλτος, O Mίλτος Σαχτούρης διαβάζει Σαχτούρη, Διόνυσος 1977)


http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=234&author_id=43

Χίου Δημήτρης - Στον Federico Garcia Lorca


Στον Federico Garcia Lorca - που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τις φασιστικές ορδές της πέμπτης φάλαγγας, μόλις στα τριάντα εφτά του χρόνια, στις 19 Αυγούστου 1936…
“…Μηνύστε το στα γιασεμιά
Με την αέρινη ασπράδα.
Η θύμησή μου καίγεται!...”
.
Χωρίς βαρύτητα πετάω πάνω από τους μυστικούς ψίθυρους της ανταλουζιάνικης γης… μυστικοί ψίθυροι από λιοστάσια, πορτοκαλιώνες, λεμονιές, αμπέλια, κουβέλια και λουλούδια, πολλά λουλούδια… κρίνα, γιασεμιά, ανεμώνες, λιγαριές, νάρδοι… ο Γουαδαλκιβίρ κυλάει ακατάπαυστα, αιώνες τώρα ανάμεσα σ΄ αυτή τη γη της γοητείας των ανθρώπων και της ύλης…

Ο ήλιος κατηφορίζει λούζοντας μ΄ ένα εκκωφαντικό πορφυρόχρωμα όλα ένα γύρω…
Χαμηλώνω ανάλαφρα και περπατάω τέλεια ελεύθερος σ΄ αυτή την ελεύθερη γη του 1936 σιγοσφυρίζοντας… με τα χέρια στις τσέπες κι ανοιχτό πουκάμισο σ΄ ένα σκονισμένο χωριό με τις λουλουδιασμένες αυλές των φτωχών χωριατόσπιτων… ξυπόλητα, αθώα ninños τρέχουν εδώ κι εκεί φωνάζοντας και παίζοντας τα παιχνίδια τους… τσέρκια και πετροπόλεμο… γέροι αγρότες κρατώντας τις αξίνες τους στα ροζιασμένα απ΄ το κάματο του όργου χέρια, γυρίζουν απ΄ τα χωράφια τους… παλληκάρια μελαμψά κι ιδρωμένα, καβάλα στις ατίθασες φοράδες τους βλαστημάνε κι οδηγάνε βιαστικά τους ταύρους και τα γελάδια στα μαντριά τους… κοπέλλες όμορφες, ερωτιάρες, ετοιμάζονται για τη πλατεία του χωριού να τα συναντήσουν και να χορέψουν με τις κιθάρες… μανάδες κρεμασμένες στα παράθυρα, κοιτάζουν με διαπεραστικά μάτια πέρα στα καρπισμένα χωράφια…
Όλα, ίδια κι απαράλλαχτα, συμβαίνουν κάθε απομεσήμερο στο μικρό αυτό χωριό, πολλά πολλά χρόνια τώρα…

Μα ξαφνικά, μια φωνή τρυπάει τον ζεστό αέρα: “Έρχονται, έρχονται” !!! Και το ίδιο ξαφνικά, όλες, όλοι και όλα αλλάζουν… ό,τι έκαναν μέχρι εκείνη την ώρα το παρατάνε… κι η αμεριμνησία της καθημερινότητας μετατρέπεται σε ένα βουητό από ηχηρά γέλια, φωνές χαράς και τρεχαλητά προς το ακροχώρι για το καλωσόρισμα…
Κοιτάζω προς τους πέρα λόφους κατά τη μεριά των λιόδεντρων, και μέσα στο μακρινό κουρνιαχτό του χωματόδρομου, μια περίεργη πομπή αχνοφαίνεται να προχωράει αργά… μια πομπή από πνιγμένους στη σκόνη καβαλάρηδες που προπορεύονταν και πίσω τους ένα μακρύ βαγόνι παλιού τραίνου που ακολουθούσε πάνω στους τέσσερις ξύλινους, χοντρούς, μεγάλους τροχούς του… μπροστά, μια μεγάλη επιγραφή λαμπύριζε από τον ήλιο αλλά μέσα από τον κουρνιαχτό μπορούσες να διακρίνεις: La Barraca - Teatro Universitario…

La Barraca !!! Το περιπλανώμενο θεατρικό τσούρμο του φοιτηταριού της επαναστατημένης Ισπανίας, πασίγνωστο πλέον σ΄ όλα τα χωριά της Ανταλούζια, της Καταλούνια, της Καστίλιας … νάτο επιτέλους και στο χωριό τους !!!
Είχαν ακούσει και περίμεναν να τον γνωρίσουν κι από κοντά… τον εμπνευστή, δημιουργό και ψυχή αυτουνού του θεατρικού μπουλουκιού, που δίδασκε θέατρο, ποίηση, πολιτισμό σε όλα τα χωριά… τον αντάρτη που από τη πρώτη στιγμή της Επανάστασης του FAI/CNT τάχθηκε στο πλευρό της... Να γνωρίσουν και ν΄ ακούσουν τον Federico τους να διαβάζει ο ίδιος τα ποιήματά του... που όσες φορές έτυχε ν΄ ακούσουν τυχαία κάποια απ΄ αυτά ή σκόρπιους στίχους τους, λες κι όλα τ΄ αστέρια του κόκκινου ουρανού της Ισπανίας κατέβαιναν και χόρευαν στη πλατεία του φτωχού χωριού τους...
...
Ο Federico Garcia Lorca… πασίγνωστος, πια, και έξω απ΄ τα σύνορα της Ισπανίας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μουσικός, σκηνοθέτης κι ηθοποιός κι ο ίδιος στο μπουλούκι, μαζί με τα κορίτσια κι αγόρια της La Barraca…
Αργότερα, όλοι οι κάτοικοι του μικρού αυτού ανταλουζιάνικου χωριού, οι γέροι αγρότες, οι μανάδες, οι όμορφες μελαχρινές κοπέλλες και τα ξαναμμένα παλληκάρια, ακόμη κι αυτοί οι ξυπόλητοι γαβριάδες μαζεύτηκαν στη μικρή πλατεία του χωριού τους... Η πρόχειρη σκηνή ήταν έτοιμη και μέσα σε μια γενική αγαλλίαση ανάμικτη με δάκρυα, είδαν μπροστά τους να διαδραματίζονται από το μπουλούκι των φοιτητών και του Lorca, ζωντανεμένα έργα του Lope de Vega και του ίδιου του Lorca, όπως η Yerma ή οι περίφημοι Bodas de Sangre κ.ά.
...
Εκεί στην ίδια σκηνή άκουσαν και καμάρωναν τον ίδιο τον αντάρτη τους, που τα σκηνοθετούσε όλα αυτά κι έπαιζε κι ο ίδιος, έγραφε την τόσο γοητευτική μουσική τους, εμπνευσμένη πάντοτε από τη δημοτική τους παράδοση με κορυφαίο το Poema del cante jondo, 1921. Εκεί τον άκουσαν και τον καμάρωναν να διαβάζει κομμάτια από τα σπουδαία ποιήματά του – που αργότερα θα τον έκαναν πασίγνωστο κι αγαπημένο σ΄ ολάκερο τον κόσμο – Romancero Gitano ή από το Llianto por Ignacio Sanchez Mejias, κι αβίαστα η φαντασία τους θα ταξίδευε στη πραγματικότητα και στ΄ όνειρο, φυσικά, ανθρώπινα, έτσι που δεν κάθονταν να το καλοσυλλογιστούν...
Οι άνθρωποι του μικρού χωριού άκουγαν μαγεμένοι και ταυτόχρονα κοιτάζονταν μεταξύ τους και σταυροκοπιόνταν... Για σκέψου ! Μπροστά τους, αλλά και ένα μ΄ αυτούς δεν βρίσκονταν κανένας από εκείνους τους «μορφωμένους» των πόλεων ή των βιβλίων κι εφημερίδων που θα τους έλεγαν πλαδαρά, επίπεδα λόγια που όμως δεν θα τα καταλάβαιναν... μάλλον δεν θα γλύκαιναν την ψυχή τους, όπως τα ποιήματα του Lorca, έστω κι αν τα ποιήματα του αντάρτη λέγανε περίεργα πράγματα, που όμως δεν τα άκουγαν ως τρέλες ή παραλογισμούς, αλλά πόσο περίεργο... η αγνή ψυχή τους δέχονταν τόσο εύκολα τη συγκίνηση από τους παράξενους αυτούς στίχους που τους κατανοούσαν σαν να ήταν το πιο απλό πράγμα στο κόσμο...
...
Ο Lorca απομάκρυνε όλους τους πειρασμούς που θα τον έκαναν έναν ακόμη «γραφειοκράτη» της Επανάστασης και θα τον έσπρωχναν μακριά απ΄ τον σπουδαίο σκοπό που ο ίδιος είχε τάξει απ΄ αρχής στον εαυτό του... ούτε μια στιγμή δεν έγινε ο ψευτοσοφός του μονόλογου ή ο προπαγανδιστής πολιτικάντης... ήταν αντάρτης πραγματικός και μέσα από τα ποιήματά του ή τα θεατρικά του στάθηκε μακρυά από ακαδημαϊκές αντιλήψεις, και πλάθοντας την τεχνική του, έγινε για πρώτη φορά αυτό που λέμε «λαϊκός ποιητής», πάντα κοντά στο λαό που αγάπησε, και στην επιθυμία του για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία, πάντα χορεύοντας με τους στίχους του με το φεγγάρι και τ΄ αστέρια, με τις σκιές των εραστών της ακροποταμιάς, με τα όνειρα των παιδιών... Αλλά και κοντά στη μυστική αιτία της ομιλίας της γης της Ισπανίας... που έκρυβε στα σπλάχνα της χιλιάδες θανάτους, μαζί με το απαλό χάιδεμα του ανέμου της στα δέντρα, στα λουλούδια, στα αγριόχορτα... Αυτή τη γη που ο Federico Garcia Lorca αγάπησε αγέρωχα και μεγαλόπρεπα μέχρι και την άνανδρη δολοφονία του, χωρίς ποτέ να ζητήσει ανταλλάγματα ή τιμές...
...
Ο δικός μας Οδυσσέας Ελύτης, ανάμεσα στα πολλά που έγραψε για τον Lorca, έγραψε και τούτο και μ΄ αυτό τελειώνω: «... Γειά σου, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα! Η πιστολιά που σε σώριασε στο πέτρινο τοίχο ενός χωριού της πατρίδας σου τίποτε δεν κατάφερε να κάνει! Του λαού η δύναμη, που αγάπησες, ανασταίνει τώρα τα λόγια σου για πάντα, και ξέρεις εσύ πόσο το δάκρυ ενός χωριάτη αξίζει περισσότερο απ΄ όλα τα βραβεία των Ακαδημιών, πόσο από ένα κομμάτι χρυσάφι γίνεται δείγμα ζωής ανώτερο, το πλατανόφυλλο εκείνο που μέσα στα θαμπά πρωινά στέλνει συνοδειά ο βοριάς στους ώμους των αντάρτηδων που πολεμάνε !»...
Γειά σου κι από μένα αγαπημένε μου αντάρτη ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα !
.
Αθήνα 18 Αυγούστου 2015

Αυτός ο έρωτας Ζακ Πρεβέρ



Αυτός ο έρωτας

Τόσο ορμητικός

Τόσο εύθραυστος

Τόσο απαλός

Τόσο απεγνωσμένος

Αυτός ο έρωτας

Όμορφος σαν τη μέρα

Κι άθλιος σαν τον καιρό

Όταν ο καιρός είναι κακός

Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός

Αυτός ο έρωτας τόσο ωραίος

Τόσο ευτυχισμένος

Τόσο εύθυμος

Και τόσο γελοίος

Tρέμοντας από φόβο όπως ένα παιδί μέσα στο σκοτάδι

Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του

Όπως ένας άντρας ήσυχος στη μέση της νύχτας

Αυτός ο έρωτας που τρόμαζε τους άλλους

Που τους έκανε να μιλούν

Που τους έκανε να χλωμιάζουν

Αυτός ο έρωτας που τον παραμονεύουν

Γιατί κι εμείς τον έχουμε παραμονεύσει

Περικυκλωμένος ,τραυματισμένος ,ποδοπατημένος

σκοτωμένος , απαρνημένος , ξεχασμένος

Γιατί εμείς τον έχουμε καταδιώξει τραυματίσει ποδοπατήσει

σκοτώσει απαρνηθεί ξεχάσει

Αυτός ο έρωτας ολόκληρος

Ακόμα τόσο ζωντανός

Και τόσο ηλιόλουστος

Είναι ο δικός σου

Είναι ο δικός μου

Αυτός που ήταν

Εκείνο το πράγμα το πάντα νέο

Και που δεν έχει αλλάξει

Το ίδιο αληθινός όσο κι ένα φυτό

Το ίδιο να τρέμει όσο και ένα πουλί

Το ίδιο ζεστός το ίδιο ζωντανός όσο και το καλοκαίρι

Μπορούμε εμείς οι δυο

Να φεύγουμε και να ξαναγυρίζουμε

Μπορούμε να ξεχάσουμε

Και μετά να κοιμηθούμε πάλι

Να ξυπνήσουμε να υποφέρουμε να γεράσουμε

Κι άλλο να κοιμηθούμε

Το θάνατο να ονειρευτούμε

Να ξυπνήσουμε να χαμογελάσουμε και να γελάσουμε

Και να ξανανιώσουμε

Ο έρωτας μας εκεί στέκεται

Σα μια γαϊδούρα πεισματάρης

Ζωντανός όπως ο πόθος

Άσπλαχνος όπως η μνήμη

Βλάκας όπως η κλάψα

Τρυφερός σαν την ανάμνηση

Κρύος σαν το μάρμαρο

Όμορφος σαν τη μέρα

Εύθραυστος σαν το παιδί

Μας κοιτά χαμογελώντας

Και μας μιλά χωρίς να λέει τίποτα

Κι εγώ τρέμοντας τον ακούω

Και φωνάζω

Φωνάζω για σένα

Φωνάζω για μένα

Σε ικετεύω

Για σένα για μένα και για όλους αυτούς που αγαπιούνται

Και που έχουν αγαπηθεί

Ναι του φωνάζω

Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους

Που δεν τους γνωρίζω

Μείνε εκεί

Εκεί που είσαι

Εκεί που ήσουν παλιά

Μείνε εκεί

Μην κουνιέσαι

Να μη φύγεις

Εμείς που έχουμε αγαπηθεί

Σε έχουμε ξεχάσει

Εσύ μη μας ξεχνάς

Δεν έχουμε παρά μόνο εσένα πάνω στη γη

Μη μας αφήσεις να γίνουμε ψυχροί

Πολύ πιο μακριά πάντα

Και δεν έχει σημασία σε ποιο μέρος

Δώσε μας ένα σημάδι ζωής

Πολύ πιο αργά στη γωνιά κάποιας συστάδας

Μέσα στο δάσος της μνήμης

Ξεπρόβαλλε απότομα

Τέντωσέ μας το χέρι

Και να μας σώσεις


http://negrarosanr.blogspot.gr/2013/07/blog-post_14.html