Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Χρήστος Ζάχος : Οι αρουραίοι που κρύβονται κάτω από τις χαραμάδες της συνείδησης









Είναι κάποιες φορές που το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Λίγο η κούραση, λίγο να αφαιρεθείς, λίγο να μην προσέξεις, το φως, οι σκιές και κυρίως η φαντασία. Κυρίως η φαντασία; Δεν ξέρω.
Περπατούσα στο δρόμο, όταν άξαφνα, ένα αλλόκοτο πλάσμα ξεπρόβαλε από μια βιτρίνα και χάθηκε ευθύς αμέσως. Θα έπαιρνα όρκο πως το είδα, αλλά η λογική προστάζει πως δεν υπάρχει. Οπότε το απορρίπτω. Και μετά αυτός ο μεγάλος αρουραίος που μόλις πέρασε κάτω από τα πόδια μου. Να υπήρξε άραγε ή να είναι κι αυτό κατασκεύασμα της φαντασίας;
Κάποια σκιά μες το σκοτάδι, με ακολουθεί. Γυρνάω αιφνιδιαστικά. Δεν υπάρχει κανείς. Νιώθω συνεχώς πως κάτι με παρακολουθεί. Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος, ζώο ή κάτι άλλο. Τις περισσότερες φορές, το αγνοώ. Κάποιες φορές όμως, όχι.
Εκείνο το βράδυ που βγήκα στο μπαλκόνι για τσιγάρο, έστεκε απέναντί μου μια λευκή κουκουβάγια και με κοιτούσε. Δεν ήταν για μια στιγμή. Κάπνιζα και την κοιτούσα κι εγώ. Έπειτα, άπλωσε τα φτερά της και πέρασε με φόρα πάνω από το κεφάλι μου. Πάγωσα. Μετά τίποτα. Κανείς. Υπήρξε όντως ή ήταν οπτασία; Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.
Μετά απ’ αυτό, αποφάσισα να μπω μέσα και να αρκεστώ στις σκιές που με παρακολουθούν υπό το φως των κεριών. Εκεί έχω άλλη τακτική. Δεν παραξενεύομαι, τις αφήνω να φέρνουν βόλτες γύρω μου και το πνεύμα της λογικής, έρχεται πάντα να μου πει πως δεν υπάρχουν. Τις αγνοώ. Τι άλλο μπορώ να κάνω; Ακόμα κι αν θέλω να τους δώσω σημασία, δεν μπορώ. Εξαφανίζονται στη στιγμή. Να, τώρα, αυτή η τεράστια κατσαρίδα που περνάει και κρύβεται κάτω από τον καναπέ, ξέρω πως δεν υπάρχει. Άναψα το φως και τράβηξα τον καναπέ. Πουθενά. Γιατί να βασανίζομαι δηλαδή; Μάλλον, δεν υπάρχει λόγος. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα πάντα είναι στο μυαλό μου. Ακόμα κι εσύ που υποτίθεται πως διαβάζεις αυτά που γράφω, το ξέρω, δεν υπάρχεις. Αλλά ούτε κι εγώ υπάρχω. Όλα είναι μια ψευδαίσθηση. Ας το προσπεράσουμε λοιπόν και ας κάνουμε τέχνη. Τι άλλο πια μας μένει; Εγώ και οι δαίμονές μου…
Λες τελικά, αυτά να ευθύνονται για όλα; Ποιος νοιάζεται πραγματικά; Τελικά, το μόνο που υπάρχει, είναι ο νους. Κι ό,τι υπάρχει στο νου, δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε ψέμα. Η ροή της σκέψης. Δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν αυτές οι σκέψεις. Ακόμα κι αυτό το σώμα που λέω πως είναι δικό μου, είναι απλά ο αισθητήρας που θα γίνει αποδέκτης όλων αυτών που ο κοινός νους ονομάζει ψευδαισθήσεις. Μπορεί να έχω και μια μορφή σχιζοφρένειας, αλλά, όπως και να το κάνουμε, όλα αυτά δεν είναι απλά τα εργαλεία ενός συγγραφέα; Ή μήπως όχι; Δεν έχει σημασία καμιά.

Όταν κλείσω το φως, χάνονται όλα. Μάλλον οι σκιές οφείλουν την ύπαρξή τους στο φως. Στο απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχει τίποτα που να με απειλεί, ή έστω να με παρακολουθεί. Γνωρίζω τις αποστάσεις από εμπειρία κι έτσι δεν σκοντάφτω στα αντικείμενα. Καθώς στο δωμάτιο δεν μπαίνει από πουθενά φως, εξασκώ τις αισθήσεις μου σαν τυφλός και βρίσκω το δρόμο για το κρεβάτι. Τότε, όταν κλείνω τα μάτια, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά. Ίσα ίσα που με τα μάτια κλειστά, το μαύρο γίνεται πιο βελούδινο, δεν κουράζει το μάτι. Κι αν καταφέρω να κοιμηθώ, δεν βλέπω όνειρα ποτέ. Τα όνειρα όλα γίνονται με το φως της μέρας, ξύπνιος, προχωρώντας, κάνοντας κάτι άλλο. Και οι αλλόκοτες εικόνες, τα ανύπαρκτα ή υπαρκτά πλάσματα, τα πάντα, συμβαίνουν όλα όσο διαρκεί το φως. Έστω, αυτό το φως των κεριών όταν βραδιάζει… αλλά το φως. Πάντα το φως.

Πολλές φορές, ακόμα κι όταν συμβαίνει κάτι το οποίο είμαι σίγουρος πως έχει συμβεί, ακόμα κι όταν υπάρχουν μάρτυρες γύρω μου — όντα που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους — δεν πείθομαι πως όντως έχει συμβεί και δεν είναι ουσιαστικά μια μαζική ψευδαίσθηση. Έτσι αμφιβάλω αν αυτό που έχω ζήσει ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας ή κάπου αλλού. Ποιος ξέρεις που;…

Όσο για τους άλλους, σκοτίστηκα. Μπορεί να είναι όντα όμοια με μένα που όμως, δεν έχουν συνειδητοποιήσει αυτό που έχω συνειδητοποιήσει εγώ. Κι εδώ που τα λέμε, ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί κι εγώ που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα διαφορετικά, πέρα από το να βασανίζομαι και να διερωτώμαι, δεν έχω καταλήξει πουθενά. Ίσως λοιπόν, να είναι πιο βολικό και πιο ευχάριστο να μην κατανοείς τα πάντα. Και φυσικά, να μην προβληματίζεσαι, να μη θέτεις ερωτήματα, να μην μπαίνεις καν στον κόπο να αναρωτηθείς γιατί ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή και όχι από τη δύση ή πώς προκύπτει αυτή η σκιά στον τοίχο αφού δεν υπάρχει τίποτα που να τη δημιουργεί.
Ίσως λοιπόν, να είναι καλύτερα έτσι, ζώντας μες τις ψευδαισθήσεις, τους θανάτους, τις αγονίες, τους ορίζοντες την ώρα της δύσης και με το γεγονός πως οι περισσότεροι, δεν έχουν καταφέρει να παρατηρήσουν αυτά τα στοιχειά που μας ακολουθούν πάντα κατά τη διάρκεια της μέρας ή έστω, του φωτός, από όπου κι αν πηγάζει.

Είπα να ξεκουραστώ λίγο και να στρίψω ένα τσιγάρο. Άνοιξα το φακελάκι με τον καπνό και 10 κατσαρίδες ξεχύθηκαν στο δωμάτιο. Έβαλα τα χέρια μου μέσα κι αυτό που είχε απομείνει, ήταν το τελείωμα της μεταμόρφωσης του Κάφκα. Έστριψα λοιπόν ένα τσιγάρο με αυτό και το κάπνισα. Ωραίο ήταν, πραγματικά με βοήθησε να ησυχάσω. Ο καπνός που ανέβαινε προς τα πάνω, έπαιρνε συνεχώς και διαφορετική μορφή. Μιας γυναίκας, ενός λουλουδιού, ενός καλικάντζαρου. Έδειξα, φαίνεται πως το απολαμβάνω, κι ίσως για με τιμωρήσει, έγινε σαν καπνός που βγαίνει από το τσιγάρο – χωρίς να παίρνει καμία μορφή. Μη μου πεις γιατρέ μου πως το ξεπέρασα, πως έχω θεραπευτεί. Τι θα απογίνω τώρα;

Ένας τεράστιος αρουραίος εμφανίστηκε πίσω από την κουρτίνα και ήρθε προς το μέρος μου. Ευτυχώς, σκέφτηκα, είμαι καλά, ενώ αυτός είχε ήδη ξεκινήσει να μου ροκανίζει το κεφάλι.



Αναρτήθηκε από Χρήστος Αντισθένης Ζάχος στο μπλογκ του
http://czachos78.blogspot.gr/2014/06/blog-post_26.html

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Λιάνα Τσιρίδου: Το ρολόι της




Την ξύπνησε μια κορώνα της Τζούλι Άντριους. Είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, κάτω απ’ την καρώ κουβερτούλα της βυθισμένη γλυκά στη ‘Μελωδία της Ευτυχίας’, μιας ευτυχίας πολυκαιρισμένης, σαν τις δικές της ευτυχίες. Την γαλήνεψαν, φαίνεται, τα βάσανα της οικογένειας Τραπ, έτσι συμβαίνει με τα βάσανα που έχουν ημερομηνία λήξης, γίνονται αναπαυτικά, ένα σκαλάκι πριν το ‘’έζησαν αυτοί καλά…’’ Τινάχτηκε, πώς την πήρε έτσι ο ύπνος, αφύλαχτη την βρήκε, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να γείρει μόνο για ένα τέταρτο, ίσα να ξεκουραστεί από τις πρωινές αλητείες… αχ, Ελεωνόρα, μονολόγησε, χάλασες, ξεμυαλίστηκες, τώρα στα γεράματα… Μα πού είναι τα γυαλιά της; Καλό, χρυσό το ρολογάκι της αλλά όταν της το χάριζε ο Κώστας, τόσες δεκαετίες πριν, κανείς από τους δυο τους δεν σκεφτόταν την πρεσβυωπία. Τώρα σχεδόν χρειαζόταν μεγεθυντικό φακό για να δει την ώρα. Δε βαριέσαι, επικοινωνούσε με το ρολογάκι σαν να της μιλούσε, είχε συνδεθεί με τρόπο αόρατο με το βιολογικό της ρολόι. Ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να το αποχωριστεί, ας της κουβαλούσαν κάθε τόσο τα παιδιά κάποιο καινούριο. Τα καταχώνιαζε στο συρτάρι της τουαλέτας της μαζί με τα ‘’ευχαριστώ’’ της κι επέμενε στο μικρό ασημί ρολογάκι της με τους λατινικούς αριθμούς και το καθημερινό κούρντισμα. Μ’ αυτό μέτρησε όλη της τη ζωή, τι στο καλό, αν το αποχωριζόταν, θα ήταν σαν να έκοβε το αριστερό της χέρι.

Πέντε παρά τέταρτο; Αδύνατον να προλάβει! Χριστέ μου, θα έρθουν τα παιδιά και θα τη βρουν με τις κατσαρόλες να βροντοχτυπούν και το κρέας ανίκητο ακόμη στο φούρνο, θ’ αρχίσουν πάλι τα ‘’μάνα γέρασες’’, επιλεκτικά της το κοπανούν, όχι όταν είναι να τους εξυπηρετήσει. Τέλος πάντων, δυο γουλιές καφέ μονάχα, αλλιώς είναι αδύνατον να λειτουργήσει, κι όσο να στάξει στην καφετιέρα, χαρτί-μολύβι για την οργάνωσή της, δεν εμπιστεύεται κι η ίδια εντελώς το μυαλό της, αφηρημάδες συνεχώς. Κάποτε μπορούσε να επιβλέπει τρεις και τέσσερις κατσαρόλες ταυτόχρονα. Τώρα πια… καλύτερα να πάει με τη σειρά.

Πρώτα πιάτα. Κρεατόπιτα και λαχανοντολμάδες. Τυλιχτά και γεμιστά την Πρωτοχρονιά φέρνουν ευημερία στο σπίτι, έλεγε το προσφυγόσογο της μάνας της. Κρεμμύδι μπόλικο για τη γέμιση, δάκρυα του κρεμμυδιού και βουρκώματα των αναμνήσεων, καλό σοτάρισμα, λίγο κύμινο, ύστερα ένα εικοσαλεπτάκι θέλει, στο μεταξύ να ζεματίσει το λάχανο. Θυμάται την πρώτη φορά που προσπάθησε να φτιάξει λαχανοντολμάδες, μια σκέτη αποτυχία βγήκαν, στραβοτυλιγμένοι, χαμογελαστοί, είπε ο Κώστας, μια ντροπή της κατσαρόλας, πιο πολύ κρυφτό έπαιζε ο κιμάς με το λαχανόφυλλο παρά να μοιάζει φαγητό αυτό, γελούσε ο Κώστας, δεν πειράζει, Νοράκι, κάνεις όμως ανώδυνες απονευρώσεις, έκαστος με τα ταλέντα του. Τώρα πια το χέρι της τυλίγει με ρυθμό μηχανής, ως πού θα την έφταναν τα ντολμαδάκια της ζωής της αν μπορούσε να τα βάλει το ένα πίσω από το άλλο; Από ποια κορυφή θ’ ατένιζε τον κόσμο, αν έστρωνε σε λόφο τους κεφτέδες της; Ωχ, ανόητες σκέψεις, συμμαζεύει τον εαυτό της, έθρεψα οικογένεια, μεγάλωσα τρία παιδιά και τώρα τρία εγγόνια, πρέπει να είμαι ευχαριστημένη με το κλείσιμο του κύκλου.

Ανυπάκουο μυαλό, την πέταξε πίσω. Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1968, νιόπαντρη, μόλις είχε στήσει το ιατρείο της, χορηγία του πλουσιόσογου, του πατέρα της και συγκεκριμένα της γιαγιάς Πολυτίμης. Δεν ήταν οικονομικά τα άγχη της, επιτυχία ήθελε, επιβεβαίωση των κόπων της, των σπουδών της, της τόλμης της- τρεις κοπέλες ήταν όλες κι όλες στο έτος της, άλλα χρόνια. Εκείνη την παραμονή της χάρισε ο Κώστας το ρολόι της, για να μη χάνεις κανένα ραντεβού, της έγραφε στην κάρτα, και κυρίως όχι τα δικά μας. Κι έγινε το χέρι της ενήλικο, επαγγελματικό. Άρχισε το ρολογάκι να μετράει, στο ακριβώς, στο και μισή, που εναλλάσσονταν κυρίως τα ραντεβού της. Μια ώρα να βράσουν οι ντολμάδες, τι είναι μια ώρα, δυο σφραγίσματα, με σφραγίσματα κι εξαγωγές μέτραγε το χρόνο της εκείνο τον πρώτο καιρό και γυρνούσε στο σπίτι πετώντας, να ετοιμάσει βραδινό για τον Κώστα. Αυγολέμονο, τώρα, καλό χτύπημα το ασπράδι, της το είχε μάθει η πεθερά της, άριστη μαγείρισσα, πριν την απώλεια του κόσμου της.

Έξι και δέκα κιόλας. Ώρα για την κρεατόπιτα. Να προθερμάνει και το φούρνο. Αν καταφέρει να τη βάλει στις εξίμιση, σε μια ώρα θα είναι έτοιμη. Ότι πρέπει, για να προλάβει να κρυώσει κάπως. Να ετοιμάσει μετά τα συκωτάκια για το πατέ, το αγαπημένο της νύφης της, της Μυρσίνης, δεν μπορεί να το παραλείψει. Βιάσου, Ελεωνόρα, τρέχει ο χρόνος. Μόνο στον πόνο μένει ακίνητος. Κι ανίκητος. Την πρώτη φορά που της φάνηκε ότι το ρολόι της είχε χαλάσει, ήταν όταν μετρούσε τις ωδίνες της. Δώδεκα ώρες πονούσε στη γέννα της Αθηνάς. Και το ρολόι της πήγαινε δέκα φορές πιο αργά από την κανονική ροή του χρόνου. Θα πεις, ποια είναι η κανονική ροή του χρόνου; Με το νεογέννητο, για παράδειγμα, δεν υπήρχε για πέντε μήνες η έννοια της νύχτας, της ανάπαυσης, δεν υπήρχε πια δικός της χρόνος, ήταν ο χρόνος του ιατρείου και ο χρόνος της μικρής Αθηνάς. Χαλάλι της. Ο θησαυρός της. Και τα έβγαλε πέρα μια χαρά.

Να βγάλει την πίτα απ’ το φούρνο, ρόδισε όμορφα, να βάλει τώρα το κρέας, να μουλιάζουν στο μεταξύ τα δαμάσκηνα για τη γαρνιτούρα, να ξεφλουδίσει και τα αμύγδαλα. Κα μετά το πιλάφι, τρίχρωμο, με δυο ειδών ρύζι και κριθαράκι να τσιγαρίζονται στο βούτυρο σε διαφορετικούς χρόνους. Πώς δεν το βαρέθηκαν ακόμη, σαράντα χρόνια το ίδιο φαγητό κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς, ίσως όχι σαράντα, αλλά παραλίγο, θυμάται την Αθηνά μωρό να είναι στην αγκαλιά του Κώστα και με τεντωμένο δαχτυλάκι να ζητάει ‘μαμάκηνο’. Και σαράντα περίπου χρόνια δεν βρέθηκε ένας να την καλέσει παραμονή πρωτοχρονιάς, ν’ απολαύσει κι αυτή καλεσμένη, στολισμένη, χωρίς σπασμένα νύχια και ξεραμένα απ’ το svelto χέρια. Είναι βέβαια και που έχει τα γενέθλιά της σήμερα, πάντα αυτό ήταν το πρόσχημα, τους κάνει τη γιορτή διπλή. Πολύ περισσότερο απόψε, που κλείνει τα εβδομήντα. Πότε πέρασαν; Μια ανάσα. Ένα ανοιγόκλεισμα του βλέφαρου.

Όταν γεννήθηκαν τα δίδυμα, ο Πέτρος κι η Λένα, το ’76, κόντεψε να μισήσει το ρολογάκι της. Σαν να είχε γίνει εχθρός, να της έκλεβε χρόνο, να της έπαιζε παιχνίδια. Τρία παιδιά, το μεγάλο μόλις έξι χρονών, και γιατρείο κι ο Κώστας εξαφανισμένος, νοσοκομειακός ακόμη εκείνος, αργότερα άνοιξε κι αυτός ιατρείο, αλλά πάντα είχε μια ιδέα υπεροψίας και άρνησης ν’ ασχοληθεί με τα του οίκου του, το επιχείρημα ήταν πάντα ‘άλλο ο βηματοδότης, άλλο το σφράγισμα κι η ουλίτιδα’. Τα χρόνια της μονομερούς κατανόησης. Και των ανέξοδων επαίνων. Μα το δικό της ρολόι μέτραγε ιώσεις, πυρετούς, εμβόλια, μέτραγε ήλιους στις παιδικές χαρές, μέτραγε τόνους άπλυτα κι ασιδέρωτα, κοντορεβυθούληδες, κακές μάγισσες και καλές νεράιδες.

Είκοσι λεπτά μουλιάζουν τα δαμάσκηνα, να τα στραγγίξει τώρα. Είκοσι χρόνια με σιδερένια μέση, εννιά με δύο και πέντε μ’ οκτώ, ανοίξτε, ξεπλύνετε, φτύστε, τροχός στο μυαλό, κλίβανος, κλείδωμα, τακ τακ τα τακούνια της ως το ασανσέρ, κι απ’ την Αγγελάκη ως τη Λασάνη αρπάζει απ’ το δρόμο της, ψωμί, γάλα, μαρούλια, κοτόπουλο, καφέ, σοκοφρέτες, ό,τι θυμηθεί, να φτάσει μια ώρα αρχύτερα κοντά τους, να φύγει η Ρούλα, μαμά Ρούλα τη φώναζαν, πιο πολλές ώρες περνούσε εκείνη μαζί τους. Να φάνε, να πλυθούν, να ελέγξουν διαβάσματα, να γίνει η διαιτησία των απογευματινών διαφορών, να καληνυχτιστούν με σφιχτές αγκαλιές. Ύστερα να βγάλει τα παπούτσια της, να δει λίγο τον Κώστα, να χωθεί στην κουζίνα για το φαγητό της επομένης.

Πριν καλά καλά το καταλάβει, το ρολογάκι μέτραγε φροντιστήρια αγγλικών, ωδεία κι επαναλήψεις στα μαθηματικά και τη χημεία. Κι ύστερα μέτραγε κυκλοθυμίες, εφηβείες, έρωτες και χρόνο λήξης του πάρτυ.

Κι όταν τα παιδιά μεγάλωσαν κάπως κι είπε θ’ ανασάνω, αρρώστησε η πεθερά της. Τα πρώτα συμπτώματα απ’ το ’88, όταν η Αθηνά διάβαζε για το πανεπιστήμιο, το ’90 όμως φάνηκε πως η γιαγιά δεν μπορούσε πια να μένει μόνη. Το πέπλο του Αλτσχάιμερ τα σκέπασε όλα, αδύναμη, ανήμπορη, η θλίψη της Ελεωνόρας για την παρακμή νικούσε και την κούρασή της. Εγκατέστησαν τη γιαγιά Αθηνά στο δωμάτιο της εγγονής Αθηνάς που είχε φύγει για αναμέτρηση με τη Νομική Αθήνας ένα χρόνο πριν. Ο χρόνος πάλι αλλιώς. Με το ρολογάκι σύμμαχο, με το ρολογάκι εχθρό, να τρέξει στο σπίτι για να φύγει η Σνεζάνα, ταΐσματα, φάρμακα, συνεχής προσοχή, μην κάνει τίποτα επικίνδυνο, κι αν προλάβαινε ένα χάδι στο γερασμένο χεράκι, μια αγκαλιά στο απορημένο βλέμμα. Εννιά χρόνια το αμνήμον σώμα της γιαγιάς Αθηνάς διεκδίκησε τη φροντίδα της Ελεωνόρας σχεδόν στο βαθμό που το είχαν κάνει και τα παιδιά της. Μα χωρίς την ανταμοιβή των παιδικών χαμόγελων. Μόνο την ικανοποίηση ότι φροντίζει έναν αγαπημένο άνθρωπο. Έσβησε τουλάχιστον ήσυχα. Κι ευτυχώς χωρίς να καταλαβαίνει όλα όσα γινόταν γύρω της.

Ούτε η Ελεωνόρα καταλάβαινε πάντα βέβαια, απεδείχθη εκ των υστέρων. Να στολίσει τώρα τη βασιλόπιττα, ευτυχώς την είχε ετοιμάσει από χθες, με άχνη και γλάσσο και τρουφάκι, καλλιγραφικό 2014, η πιο πικρή Πρωτοχρονιά της ζωής της αυτή του 1994. Εκείνη την Πρωτοχρονιά προφασίστηκε αρρώστια και τα πήρε όλα, φαγητά και γλυκά, έτοιμα. Δεν είχε κουράγιο για μαγείρεμα, όλη της η ενέργεια έπρεπε να καταναλωθεί στο θέατρο, να μη καταλάβουν τίποτα τα παιδιά. Μεγάλα, βέβαια, η μια στο διδακτορικό κι οι άλλοι φοιτητές. Τι σημασία όμως; Γιατί να τα πληγώσει με το δικό της τραύμα, πώς να τους γκρεμίσει την εικόνα του αξιοσέβαστου πατέρα, του σπουδαίου γιατρού; Δικό της μόνο το άχθος της εικόνας. Κι ας μην την είχε κι η ίδια επιλέξει. Που να φανταστεί; Την είχε χαιρετήσει ο Κώστας από το μεσημέρι, θα έφευγε για συνέδριο στα Γιάννενα. Μα ξέχασε να της αφήσει τα χαρτιά για τον λογιστή. Κι εκείνη πήγε στο γιατρείο του να τα πάρει. Πάντα είχαν δεύτερα κλειδιά, ο ένας από το ιατρείο του άλλου, για ασφάλεια. Τον βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα να πηδάει τη γραμματέα του. Μαρμάρωσε. Δε μίλησε. Μόνο τα βλέμματά τους κονταροχτυπήθηκαν για μια στιγμή. Της χαμηλοβλεπούσας κονταροχτυπήθηκε με το πάτωμα. Ούτε μετά του μίλησε. Καθόλου. Ποτέ. Τουλάχιστον ποτέ όταν ήταν μόνοι. Γιατί έμεινε; Απομεινάρια αγάπης; Κούραση; Αίσθηση του μάταιου; Προστασία των παιδιών; Όλα;

Ο χρόνος άλλαξε από τότε. Όχι στις καθημερινές κινήσεις, όχι στη ρουτίνα του. Άλλαξε στη γεύση και στη μυρωδιά του. Ο χρόνος δεν ήταν πια ποτισμένος με την αγάπη τους. Ήταν χρόνος βουβός, ο χρόνος της σιωπής, για τέσσερα-πέντε χρόνια τη σιωπή τους διέκοπταν μόνο τα ακατάληπτα της γιαγιάς.

Το τηλέφωνο διέκοψε τον κατήφορο της μελαγχολίας. Η καλή της φίλη, η Βεατρίκη, ‘’είπα να σε πάρω τώρα μια στιγμή, να ευχηθούμε το καλή χρονιά, γιατί όταν μας πλακώσουν τα ασκέρια παιδιών κι εγγονών, πού να βρεθεί σειρά…’’ Τα ίδια κι η Βεατρίκη, τραπεζώματα κι εγγόνια sitting κάθε τρεις και μία. ‘’Σε τι φάση είσαι;’’ Τη ρώτησε. ‘’Στα επιδόρπια’’.

Το σαραγλί ήθελε μόνο σιρόπιασμα, η τάρτα σοκολάτας να ενωθούν τα κομμάτια της. Της Ελεωνόρας τα κομμάτια άρχισαν να ξαναδένονται μέσα απ’ τις ζωές των παιδιών της. Το ρολογάκι άρχισε να μετράει καινούριους κύκλους, η Αθηνά πρώτη, φυσικά, ύστερα ο Πέτρος και τέλος η Λένα, γάμοι, γέννες, βαφτίσια, όλα τα χαρούμενα κι η Ελεωνόρα να είναι δίπλα τους, να βοηθάει, να συμπαρίσταται, να εισπνέει τις χαρές τους, να χαϊδεύει τις αγωνίες τους, ξανά τα πάμπερς, οι φρουτόκρεμες κι οι βασιλοπούλες, αλλά και ζωντανοί οι δράκοι της δικής της ζωής.

Ο Κώστας αρρώστησε το 2008. Έπεσε πάνω του να τον σώσει όλος ο ιατρικός κόσμος της πόλης. Αλλά… Τον έβλεπε να λιώνει, της έλιωσε κι ο πάγος τόσων χρόνων μέσα της, τη συνταξιοδότησή της την ξεκίνησε με καινούρια καριέρα, αποκλειστική νοσοκόμα του Κώστα. Σε κάθε περιποίηση της εκείνος βούρκωνε, σε κάθε ενοχή του και σε κάθε φόβο του εκείνη απαντούσε με χαμόγελο. Κουρασμένο. Αλλά χαμόγελο. ‘’Ξέχνα τα’’, του έλεγε, ‘’γαλήνη μας χρειάζεται, μη βασανίζεσαι για να μη βασανίζομαι κι εγώ’’. Δυο χρόνια έλιωνε ο πάλαι ποτέ κραταιός, ο Θεός, ο μάγος της φυλής, που τόσους και τόσους είχε αρπάξει απ’ το χάρο και τους ξαναγύρισε στη ζωή. Τον έκλαψε πολύ. Της έλειπε ακόμη. Της έλειπε η ανάσα του στο σπίτι. Μετάνιωνε για τα χαμένα χρόνια, μετάνιωνε που τόσο άργησε να του δώσει τη συγχώρεση που της ζητούσε κι εκείνη μισή του την έδωσε στο τέλος.

Μισή ώρα της μένει ώσπου να έρθουν τα παιδιά. Κουράστηκε ήδη, τέσσερις ώρες και βάλε ορθοστασία στην κουζίνα. Να στρώσει το τραπέζι. Λευκό τραπεζομάντηλο κεριά και λουλούδια. Αυτά τα λουλούδια την κατέστρεψαν σήμερα, της ανέτρεψαν όλο το πρόγραμμα. Λουλούδια βγήκε να ψωνίσει το πρωί κι είχε τη φαεινή ιδέα να κάνει μια βόλτα πρώτα στην Αριστοτέλους. Να περπατήσει λίγο άσκοπα, χωρίς προορισμό. Πόσα χρόνια είχε να το κάνει; Ήθελε σήμερα να χαζέψει φάτνες και μάγους και μπαλόνια και παιδικά μαγουλάκια κοκκινισμένα από το κρύο και την έξαψη. Κι ύστερα να πάει για λουλούδια στα λουλουδάδικα κι όχι στο ανθοπωλείο δίπλα στο σπίτι της. Κι από εκεί ξεμυαλίστηκε απ’ την ίδια της την πόλη.

Κρίση και φτώχεια αλλά οι πεισματάρηδες αντέχουν. Και γέλια και νταούλια και ζουρνάδες και τσίκνες από πρόχειρες ψησταριές μπροστά στα μαγαζιά και τσίπουρα να νικάνε το ψοφόκρυο και το ρολόι της κρυμμένο κάτω απ’ το γάντι. Έπεσε χωρίς αντίσταση στην πρόσκληση των πρώτων γνωστών της που συνάντησε, παλιοί συνάδελφοι, γλεντζέδες, τους θυμόταν κι απ’ τα ξεσαλώματα των τριών συνεδρίων που είχε καταφέρει να παρακολουθήσει – τα συνέδρια ήταν γενικά προνόμιο του Κώστα. Γλυκόπιοτα τα τσιπουράκια, καλοκαρδίστηκε κι εκείνη, τα τελευταία γέλια της έπεσαν στο τελευταίο φως της Παραμονής κι έφυγε παραπατώντας για το σπίτι της, λέγοντας ‘σκάσε’ στο ρολόι και στην ενοχή της.

Κουδούνι. Τα παιδιά. Αγκαλιές και φιλιά. Επιφωνήματα απόλαυσης στο φαγητό. Όλα τα χατίρια στρωμένα στο τραπέζι, το χοιρινό για την Αθηνά, το πατέ για τη Μυρσίνη, οι ντολμάδες για τον Πέτρο, η κρεατόπιτα για τον Άγγελο, τον άντρα της Αθηνάς, η τάρτα σοκολάτας για τη Λένα, το σαραγλί για τον Κώστα, ναι, και για τους απόντες…

Δώδεκα παραπέντε το ρολογάκι της σταμάτησε. Η τηλεόραση τους έμπασε στον καινούριο χρόνο με προκάτ ευθυμίες, καινούριες αγκαλιές, ευχές και φιλιά μεταξύ τους, αλλά όταν κοίταξε το ρολόι της πηγαίνοντας να φέρει τη βασιλόπιττα, το αντιλήφθηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που σταματούσε. Μα αυτή τη φορά τη θεώρησε, ανεξήγητα, κάπως σημαδιακή. Κάτι θέλει να μου πει, σκέφτηκε. Το έβγαλε από το χέρι της και το κρέμασε στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. ‘’Τι κάνεις εκεί, μαμά;’’ ρώτησε γελώντας η Αθηνά. ‘’Νομίζω πως δε μου χρειάζεται πια’’.

Τα παιδιά έφυγαν γρήγορα, να βρεθούν για ποτά με τους φίλους τους. Τα εγγόνια κοιμόντουσαν αγκαλιά με τα δώρα του Αη Βασίλη στα κρεβάτια που παλιά κοίμιζαν τους γονείς τους. Η Ελεωνόρα έβγαλε τα παπούτσια της και δίπλωσε τα κουρασμένα της πόδια στον καναπέ. Δεν είχε κουράγιο να καταπιαστεί με τα άπλυτα πιάτα. Αύριο. Θα ξεκινήσει και το 2014 στο νεροχύτη.

Πήρε το τηλέφωνο.

‘’Βεατρίκη, δεν πιστεύω να κοιμάσαι. Σε παίρνω γιατί έχω να σου κάνω μια πρόταση. Την άλλη εβδομάδα ξεκινάμε οι δυο μας για ένα μεγάλο ταξίδι’’.

‘’Ήπιες πολύ, Ελεωνόρα; Τι σου ήρθε πρωτοχρονιάτικα;’’

‘’Ούτε ήπια πολύ ούτε αντιρρήσεις θα δεχτώ. Ένα μεγάλο ταξίδι, όλη την Ιταλία, από τη Τζένοβα ως τη Σικελία. Χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Σταματάμε όπου και για όσο μας αρέσει. Μια ζωή δεν το μελετούσαμε κι οι δυο; Λοιπόν, ήρθε η στιγμή. Έχουμε εκπληρώσει όλες μας τις υποχρεώσεις και με το παραπάνω. Έχουμε και οι δυο μας ωραία Ιταλικά ονόματα. Είμαστε από τους τυχερούς που παρά την κρίση έχουμε ακόμη δυο φράγκα στην άκρη. Και για πρώτη φορά στη ζωή μας λίγο χρόνο μπροστά μας. Λίγο χρόνο δικό μας’’.

*Η Λιάνα Τσιρίδη γεννήθηκε στις Σάπες Ροδόπης το 1958. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ.Από το 1989 ζει στην Κέρκυρα και εργάζεται ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.Από τις εκδόσεις Ιβίσκος κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της «ΤΕΛΟΣ ΠΑΡΤΙΔΑΣ» (2013) και «ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ» (2015)

Πηγή http://parallaximag.gr/parallax-view/to-roloi-tis/
Εικόνα: Ceorge Mekras

Μαρία Ζωγράφου Οζούνογλου ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2016






ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2016





Δεν ξέρω τι να ευχηθώ πια για τον νέο χρόνο, που να είναι γιορτινό και μαζί να είναι και ειλικρινή, αληθινό και να τιμάει την ανθρωπιά μας. Για να είναι γιορτινές οι ευχές μου, θα πρέπει να μπορώ να αποσιωπήσω το ότι, για να συνεχίσει να ζει κανείς αυτό που κάνει είναι να διαγράφει συνεχώς από την καρδιά και την σκέψη του, ανθρώπους που αποδιοργανώνεται η ζωή τους και αργοπεθαίνουν μαραζωμένοι σκληρά και ανελέητα στους δρόμους και στο περιθώριο της ζωής μας, χωρίς ελπίδα να αναδιοργανωθεί η ζωή τους. Και ενώ ο καθένας μας ζει με τον φόβο ότι θα έρθει και η σειρά του να ζήσει τα ίδια, προσπαθεί να το ξορκίσει με γιορτές και φιέστες, στολίσματα μέσα και έξω από το σπίτι και στην εμφάνιση του, για να πείσει τον εαυτό του ότι όλα είναι όπως πριν που συναγωνιζόμασταν σε κάθε υπερβολή της ζωής και το πληρώνουμε τώρα.


Είναι άνθρωποι σαν κ εμάς. Σάρκα απο τη σάρκα μας.
Είμαστε εμείς οι ίδιοι εκεί.

Επιμένουμε να κρατηθούμε στο ψέμα και στην υπερβολή του εγωκεντρισμού μας και ανταλλάσσουμε τέτοιες ευχές που στόχο έχουν να πείσουμε τον αυτό μας πρώτα και μετά τους άλλους, ότι μπορούμε να ζούμε κάθε φορά με όσους από μας απομένουν στην ζωή μέσα στην αποδιοργάνωση των πάντων. Χωρίς να αναφερόμαστε σε όσους δολοφονεί συνεχώς η ανέχεια η απελπισία, η απονιά μας, με την υπερηφάνεια μέσα μας και την αλαζονεία, ότι εμείς έχουμε την μαγκιά να μην είμαστε ένας από αυτούς. Και αν καμιά φορά αναφερθούμε σε αυτούς τους πάρα πολλούς δυστυχείς, που μέχρι χθες ήταν ενεργά μέλη της κοινωνίας μας και ζούσαμε μαζί τους, το κάνουμε πάλι ξοδεύοντας την ελάχιστη από την ενέργεια μας, για τα προσχήματα που τάχα μου θα δώσουν στην άδεια στην ανθρωπιά μας να γιορτάζει. Δεν ενδιαφερόμαστε επί της ουσίας, να κάνουμε κάτι που να δίνει προοπτική στην ζωή τους. Δεν επικεντρωνόμαστε στην ανάγκη να δημιουργήσουμε τις συνθήκες εκείνες που τους επανεντάσσουν στην διαδικασία της ζωής μαζί μας. Να τους τραβήξουμε από τον πάτο του πηγαδιού να μοιραστούν την ζωή μαζί μας. Κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε ότι όσο υπάρχει το πηγάδι ανοιχτό με ανθρώπους απόβλητα της ζωής, θα μας τραβάει όλους έναν – ένα μέσα στον πάτο του! Δεν στεκόμαστε να σκεφτούμε πάνω σε αυτό, όσο χρειάζεται μέχρι να έχουμε αποτέλεσμα, γιατί δεν μας καίει η κατάσταση τους. Στεγνώσαμε από αγάπη, αυτονομήσαμε την αυτοσυντήρηση μας από τους άλλους από εγωκεντρισμό, που μας ξεγελάει ότι μπορεί να συνεχίσει να μας μεθάει με εξουσίες και ηδονές.



Πριν λίγο καιρό, μέσα στην αγωνία μου να ανοίξω δρόμο στην αγάπη με όσους ψυχικούς και πρακτικούς πόρους διαθέτω, έκανα μια πρόταση που απευθυνόταν σε ανθρώπους που δείχνουν να έχουν στην καρδιά τους χώρο για αγάπη και τρόπο να βοηθήσουν να γίνει πράξη. Η πρόταση μου ήταν να με βοηθήσουν να διαθέσω την τέχνη μου στην υπηρεσία της αγάπης των συνανθρώπων. Αν συγκατέβαιναν στην πρόταση μου θα τους χρωστούσα χάρη σε όλη την ζωή μου. Δεν το έκαναν. Μπορεί να φοβήθηκαν ότι η προσφορά αγάπη εκ μέρους μου θα μου έφερνε εξουσία που θα μπορούσα να καταχραστώ. Μέσα σε τέτοιο ανταγωνιστικό περιβάλλον που είναι αναγκασμένοι να ζουν, θα έχουν πολλές τέτοιες εμπειρίες που δικαιολογούν τέτοιες σκέψεις. Μήπως, χωρίς να το συνειδητοποιούν, νοιώθουν ότι η πράξη αγάπης εκ μέρους μου θα μπορούσε να κλέψει κάτι από την λάμψη τους και την αξία τους; Μα, όταν κάποιος ξεχειλίζει από αγάπη και δουλεύει για να κάνει πράξη την αγάπη, δεν μπορεί να προσβάλει την αξία άλλων ανθρώπων και να υπογραμμίζει τυχών αδυναμίες του χαρακτήρα που όλοι έχουμε. Το θέμα είναι πως θα επικεντρωθούμε στις καλές πλευρές του χαρακτήρα του καθένα μας, για να νικήσουμε τις ανθρώπινες αδυναμίες όλοι μαζί, τιμώντας ο ένας τον άλλο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να βγει αγαπητικό αποτέλεσμα στην ζωή, από τον σεβασμό στον άλλο στην κατάσταση που βρίσκεται και όχι σε αυτήν που θα θέλαμε να βρίσκεται.




"Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω". Δεν υπάρχουν αναμάρτητοι, άνθρωποι. Εύχομαι και προσεύχομαι στον Χριστό και την Παναγία μας να μας φωτίσει όλους να νοιώσουμε πραγματικό ενδιαφέρον προς το καλό ο ένας του άλλου. Και μαζί να φωτίσει και τους δικούς μου ανθρώπους τους οποίους χρειάζομαι την βοήθεια τους, να καταλάβουν την ανάγκη που υπάρχει να βοηθήσουν να κάνουμε μαζί την ζωή υποφερτή σε όσους περισσότερους ανθρώπους μπορέσουμε με τρόπο την αγάπη και την προσφορά.




Πρέπει να αφουγκραστούμε όλοι να ακούσουμε τους ήχους των μαστόρων που χτίζουν τα τοίχοι γύρω μας στο ποίημα του Καβάφη (να κατανοήσουμε την κατάσταση) πριν είναι πολύ αργά. Γιατί το κακό δεν ντρέπεται και είναι ύπουλο. Μας πιάνει στον ύπνο. Και δεν θα επιβιώσουμε αν ο καθένας μας κλείνεται στον εαυτό του και στην παρέα του, αφήνοντας τον υπόλοιπο κόσμο στην δυστυχία του, έξω από τα όρια της καρδιάς του.


Κωνσταντίνος Καβάφης «Τείχη»


Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

http://texni-zoi.blogspot.gr/2016/01/2016.html

Maria Zografou Ouzounoglou
3/1/2016 ·



Έγραψα αυτό το κείμενο για να καταλάβετε τους λόγους που δυσκολεύομαι να στέλνω ή να απαντώ σε ευχές που στις μέρες μας δεν έχουν περιεχόμενο.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Σταύρος Σταυρόπουλος - Μαρία Χρονιάρη / ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ



Με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος και η Μαρία Χρονιάρη συνομιλούν με τον Κώστα Καλημέρη για τους δρόμους της γραφής, την ηθική, τον χρόνο και την λογοτεχνία των ζωντανών. Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

Η Μαρία Χρονιάρη διαβάζει τα 6 ποιήματα της συλλογής.

Την Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016. Γενέθλια μέρα. Στις 8μμ. Είστε όλοι καλεσμένοι.

Στο Polis Art Cafe-αιθριο Αρσακειου Μεγαρου
Πεσμαζόγλου 5 Αίθριο Στοάς Βιβλίου
2103249588

Είσοδος ελεύθερη

https://www.facebook.com/events/1004222006305298/

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Μάριον Μίντση ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ


Ναι, κυρ Στέφανε, 
βάλε και 2 κιλά υπομονή 
και 3 κιλά ελπίδα, 
ρίξε στο σακούλι και την μεγάλη προσδοκία...
και μπόλικη Υγεία, ναι, ναι απ΄την καλή...
βάλε λιγουλάκι ακόμα, 
να μην μείνει στο κρεββάτι ούτε μια ψυχή! 


Ναι κυρ Στέφανε, 
θα το κάψουμε απόψε
το αποτρόπαιο 2015
και στο τραπέζι του θα στήσουμε
2016 ονείρατα,
με σοκολατίνες Δυναμικής λαλιάς!!!
Χρόνια μας πολλά!!!
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ 

"Ανάσα από πηλό" μυθιστόρημα του Γιώργου Δουατζή



Ανάσα από πηλό, μυθιστόρημα, Γιώργος Δουατζής, εκδόσεις Πάπυρος 2015 (από το Vakxikon.gr), του Απόστολου Μπενάτση, τ.καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Κάθε φορά που κυκλοφορεί ένα καινούριο βιβλίο του Γιώργου Δουατζή, είτε ποίηση είτε μυθιστόρημα, αποτελεί για μένα μια ευχάριστη έκπληξη. Το ίδιο ισχύει και για το μυθιστόρημά του Ανάσα από πηλό, το οποίο αποτελεί μια νέα πρόταση στο χώρο του μυθιστορήματος.

Διαβάζοντας κανείς το νέο έργο του Γιώργου Δουατζή Ανάσα από πηλό βρίσκεται μπροστά σε χαρακτηριστικές αντιθέσεις. Η ζωή και ο θάνατος, η πληρότητα και η στέρηση, τα πάθη και η υπέρβασή τους αποτελούν μερικές απ’ αυτές. Ασφαλώς όλα αυτά αποτελούν ένα εύφορο έδαφος για να ασχοληθεί ένας σημειωτικός.

Στην αρχική σκηνή περιγράφεται ο θάνατος του πατέρα του Κώστα Μοίρα, πρωταγωνιστή του έργου. Πρόκειται ασφαλώς για μια μετάβαση από την οικογενειακή πληρότητα στην συναισθηματική στέρηση. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και μια διαδικασία μύησης στη ζωή και ένταξης του ήρωα στον κόσμο των μεγάλων. Μέσα από υπόγειες συζεύξεις και συναρτήσεις ο θάνατος υπερβαίνεται και η προσωπική πληρότητα καθιστούν τον Μοίρα ικανό να συνεχίσει τη ζωή του. Πρόκειται θα λέγαμε για μια δοκιμασία χαρακτηρισμού, όπου ο ήρωας αναδεικνύεται ικανός να αντιμετωπίσει τις μεταγενέστερες προκλήσεις της ζωής.

Από την άλλη μεριά προβάλλει ένα πλήθος οπτικών που φωτίζουν από διαφορετικές γωνίες τα δρώντα πρόσωπα του κειμένου. Αν προσέξουμε την Ελένη θα διαπιστώσουμε τους πολλαπλούς της μετασχηματισμούς. Αρχικά είναι η κόρη του Καρτάλου που βρίσκεται κάτω από μια οικογενειακή πίεση. Στη συνέχεια θα μεταβληθεί σε μια εξαιρετική σύντροφο του ήρωα που με την δράση της τον αναδεικνύει σε εξέχουσα καλλιτεχνική μορφή στο χώρο των πλαστικών τεχνών. Στο τέλος, όμως, θα εμφανιστεί ως ένα πλάσμα που κινδυνεύει και χρειάζεται τη συμπαράσταση του Μοίρα για να υπερβεί τον κίνδυνο του θανάτου. Απ' αυτή την άποψη οι μετασχηματισμοί θα θεωρηθούν ως δρόμοι που οδηγούν από τη μια κατάσταση στην άλλη και συντελούν και στον μετασχηματισμό της ψυχικής διάθεσης του αναγνώστη, ο οποίος βλέπει τα γεγονότα κάθε φορά, από άλλη σκοπιά. Υπάρχει ακόμη στο κείμενο ένας θυμικός μετασχηματισμός που προκαλείται από τη σύγκρουση του πατέρα της Ελένης με τη μητέρα της. Σ' αυτή τη φάση της ακολουθίας πάθους οι ήρωες δεν έχουν τίποτε να ανταλλάξουν παρά σημεία σκληρότητας και αδιαφορίας καθώς και θυμικές χειραγωγήσεις.

Σπουδαία είναι και η χρήση του χρόνου. Ο χρόνος κινείται μπρος-πίσω συνδέοντας το παρόν και το παρελθόν των ηρώων και επιτρέπει στο συγγραφέα να τονίζει τα γεγονότα που θεωρεί σημαντικά. Ο τρόπος αυτός γραφής καθιστά το κείμενο εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Σκόπιμο είναι να τονιστεί η λειτουργία της τυχαιότητας σ΄ αυτό το έργο. Ο Δουατζής αναδεικνύει σε βασικό στοιχείο της μυθιστορίας του την αρκετά πρόσφατη ιδέα της τυχαιότητας, σε αντίθεση με το παλιότερο μυθιστόρημα όπου τα γεγονότα είχαν μια συνεχή διαδοχή, όπου το ένα πυροδοτούσε το άλλο. Η αποκοπή του από αυτή την τάση και η αποδοχή μιας καταιγιστικής τυχαιότητας, όπως είναι ο σεισμός, έχει άμεση σχέση με τη διαδικασία διαφοροποίησης των ηρώων, που έχουν πια να αντιμετωπίσουν καινούργιες καταστάσεις και να τις υπερβούν και κυρίως να περάσουν από τον κίνδυνο του θανάτου σε μια νέα ολοκληρωμένη ζωή με την απόκτηση ενός παιδιού.

Θα θέλαμε, τέλος, να μείνουμε σε τρία δρώντα πρόσωπα που είναι φίλοι του πρωταγωνιστή, συμμετέχουν στη δράση και κυρίως σχολιάζουν τα γεγονότα και μιλούν για σύγχρονες καταστάσεις. Λειτουργούν θα λέγαμε ως ο χορός της αρχαίας τραγωδίας που ως θεατής παρακολουθεί το "θέαμα" και ερμηνεύει τη σημασία του, είτε για δικό του λογαριασμό είτε, συχνότερα, για το αναγνωστικό κοινό. 0 λόγος τους μπορεί να αναλυθεί ως λόγος της πειθούς, ο οποίος σκοπό έχει να καταστήσει τους ήρωες ενεργούς, αλλά και να κάνει το κοινό να αποκτήσει μια συγκεκριμένη εικόνα της δικής του ταυτότητας.

Ο Δουατζής με τη συνύπαρξη των αντιθέτων, τους συνεχείς μετασχηματισμούς των ηρώων, την εναλλαγή των οπτικών γωνιών, τη χρήση της τυχαιότητας και το συνεχές πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν, δημιουργεί ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα όπου οι ήρωες μετατρέπονται σε σύμβολα της καθημερινής εμπειρίας και της υψηλής τέχνης. Γνωρίζει πολύ καλά την ψυχολογία των ηρώων και την αναδεικνύει σε όλες τις περιπτώσεις. Η αντιπαράθεση δε ζωής-θανάτου δίνει στο κείμενο μια διάσταση αρχετυπική. Και αυτό, νομίζω, πως είναι το επίτευγμά του.
Πηγή : Γιώργος Δουατζής 27 Οκτωβρίου ·


Ο Κ.ΜΑΡΔΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΑΝΑΣΑ ΑΠΟ ΠΗΛΟ" ΣΤΟ ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η δημιουργία και η καταστροφή, ο έρωτας και ο θάνατος, το παρελθόν και η λήθη, η ενοχή και η κάθαρση, τα σκοτεινά μυστικά και η αποκάλυψη, η δίψα και ο κορεσμός, η δόξα και το καταστροφικό χρήμα, το μοιραίο και το οριστικό, αναδύονται από τις σελίδες του νέου μυθιστορήματος του Γιώργου Δουατζή “Ανάσα από πηλό” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος, με προμετωπίδα το προκλητικό ρηθέν του Μισέλ Φουκώ “Όποιος έχει πεποιθήσεις είναι ηλίθιος”.

Ο γνωστός δημοσιογράφος, ποιητής και συγγραφέας, συνεχίζει την πορεία του στα γράμματα με το εικοστό δεύτερο βιβλίο του, που είναι μια απολαυστική ιστορία για το προαιώνιο θέμα της σχέσης ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, για τα οικογενειακά βιώματα, για τη δύναμη της τέχνης, για τον ανταγωνιστικό χώρο των εικαστικών, για τη δύναμη της φιλίας, για τις εκρηκτικές δυνάμεις που κρύβονται στις ψυχές των ανθρώπων.

Ο γλύπτης Κώστας Μοίρας εργάζεται στην αφάνεια αποφεύγοντας κάθε επαφή με τον κόσμο της αγοράς της τέχνης, παραμένοντας πιστός σε αξίες και ιδανικά . Η Ελένη, μια νέα γυναίκα , ιστορικός της τέχνης, ζει φορτωμένη με ένα βαρύ οικογενειακό παρελθόν. Τους ενώνει ο έρωτας για την τέχνη και τη ζωή, αλλά τους χωρίζουν καταστάσεις.

Ο συγγραφέας αρχίζει με τον πενηντάχρονο ήρωά του να ανοίγει ένα πολυκαιρισμένο μπλόκ και να διαβάζει όσα είχε γράψει χρόνια πριν για το θάνατο του όμορφου, σκληρού, αγαπημένου του πατέρα, που πέθανε μόλις στα τριάντα ένα χρόνια του…

“Ε, λοιπόν, εγώ στο σπίτι δεν έκλαψα. Το έκαναν όμως για λογαριασμό μου, σαν παράσταση σε αρχαίο δράμα, οι μοιρολάτρες του νησιού, διατηρώντας τα έθιμα κατά βάρβαρο τρόπο, στα παιδικά μου μάτια. Η μάνα μου έσπευσε να αλλάξει ρούχα, μαύρα έβαλε βεβαίως, ίσως για να μη διανοηθεί κάποιος ότι δεν πενθεί. Δεν έκλαψα λοιπόν, λες και γνώριζα ότι θα είχα όλον τον καιρό, όλες τις αιτίες να κλάψω, χρόνια αργότερα, για πολλές ακόμα απώλειες, για πολλές ακόμα συμφορές. Αλλά, προπάντων, εγώ ήμουν πάντα εκεί για να αντέξω, να αναλάβω ευθύνες.

“Θυμάμαι τώρα, τόσα χρόνια μετά, τις λέξεις-αναγγελία: Ο πατέρας πέθανε. Θυμάμαι την αποχαιρετιστήρια εικόνα του. Θυμάμαι τα μοιρολόγια που μου έσκισαν την καρδιά. Τη βιάση να οδηγηθώ στο κρεβάτι μου για ύπνο με τη μικρότερη αδελφή μου. Το μαύρο περιβραχιόνιο που μου έβαλαν για να διαλαλώ το πένθος μου. Τις φωνές, τα κλάματα, τις αναπάντητες ερωτήσεις προς τη μάνα μου: “Τι θα κάνεις τώρα, έρμη, με δύο ορφανά;” Τα ορφανά ήμουν εγώ και η αδελφή μου. Τις μυρωδιές θυμάμαι, κεριού, λιβανιού, σαπουνιού, αφού έπρεπε να είμαστε όλοι πεντακάθαροι στην κηδεία. Των λουλουδιών τις μυρωδιές θυμάμαι. Μου τις θύμιζαν για δεκαετίες αυτές των επιταφίων. Ναι, ακόμα θυμάμαι και βουρκώνω, καμιά φορά κλαίω με λυγμούς κιόλας, λες και έχω δάκρυα χρεωστούμενα, για ποιον άραγε και πότε και γιατί, αλλά τι σημασία έχει πια; Η απώλεια δεδομένη. Η πορεία καθορισμένη. Θυμάμαι το αίσθημα αποστροφής που είχα για όσα γινόταν. Προφανώς, δεν ήθελα να παραδοθώ στη θλίψη. Το θυμάμαι καλά αυτό. “Δεν θα λυγίσω” είπα. Θα μπορώ να λέω “δεν θα λυγίσω” και αύριο;”. (…).

“Ο Κώστας Μοίρας έκλεισε το μπλοκ με κινήσεις που πρόδιδαν σεβασμό, με μεγάλη προσοχή, σαν να κρατούσε το πιο εύθραυστο, το πολυτιμότερο κρύσταλλο του κόσμου. Αναστέναξε με βαθιά εκπνοή και έβαλε το μπλοκ στο κομοδίνο. Σε περιπτώσεις που δυσκολευόταν να πάρει σημαντικές αποφάσεις ή σε στιγμές συναισθηματικής έξαρσης, το καταφύγιο του ήταν η ανάγνωση αυτού του αποσπάσματος από τα χειρόγραφά του. Η ανάγνωση αυτή του γύριζε αρκετά χρόνια πίσω, τον πονούσε, αλλά του έδινε μια γλυκιά δύναμη”.


Το δεύτερο κεφάλαιο με την Ελένη:

“Ξαφνικά η γη άρχισε να τρέμει. Βουητό τρομακτικό ερχόταν από τα έγκατα της γης. Τριγμοί φοβεροί ακούγονταν, έτριξε όλο το οικοδόμημα, έτοιμο, λες, να λυγίσει. Ο σεισμός ήταν μεγάλος, με ασυνήθιστη διάρκεια και προφανώς με το επίκεντρο κοντά. Τους βρήκε στο εκθετήριο, να φωτογραφίζουν τα γλυπτά. Η Ελένη έβγαλε μια κραυγή τρόμου, έτρεξε ασυναίσθητα και κρύφτηκε στην αγκαλιά του Κώστα. Εκείνος, ψύχραιμος, την αγκάλιασε προστατευτικά και δεν κινήθηκε διόλου. Έμειναν έτσι για δευτερόλεπτα αγκαλιασμένοι στη μέση του εκθετηρίου. Ξαφνικά ο θόρυβος εντάθηκε από τη μαζική πτώση των γλυπτών στο πάτωμα. Τα έβλεπε να τρέμουν στα βάθρα τους και σε δευτερόλεπτα να πέφτουν σχεδόν ταυτόχρονα, με έναν θόρυβο που θα του έμενε στη μνήμη έως θανάτου, ως ο εφιαλτικότερος ήχος της ζωής του”. (…).

Ένα μυθιστόρημα – καταβύθιση στον ψυχισμό των ηρώων, που είναι και δικοί μας άνθρωποι.

Κώστας Μαρδάς, ΑΘΗΝΑ, ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πηγή : Γιώργος Δουατζής 22 Νοεμβρίου ·


Γιώργος Δουατζής, Ανάσα από πηλό -κριτική από την Ιφιγένεια Σιαφάκα (δημοσιευμένη τις 15/12/2015 http://staxtes.com/2003/?p=7809 )

Εκδόσεις Πάπυρος 2015





Το μυθιστόρημα του Γιώργου Δουατζή «Ανάσα από πηλό» πραγματεύεται το κλασικό θέμα της ζωής και του θανάτου, χρησιμοποιώντας αυτήν τη φορά ως μοχλούς και φορείς τους το ζεύγος έρωτα-τέχνης. Ο κεντρικός ήρωας ασχολείται με τη γλυπτική, ενώ η κεντρική ηρωίδα με την ιστορία της τέχνης και την κριτική των έργων τέχνης. Τα ονόματά τους Κώστας και Ελένη σηματοδοτούν πολλαπλώς τη σχέση, τους διπλούς ρόλους που έκαστος υιοθετεί στο πλαίσιο αυτό αλλά και την «ιερότητα» του στόχου της μυθιστορηματικής τους εμπλοκής. Άξιο προσοχής είναι ότι ο Δουατζής συλλαμβάνει και χειρίζεται τα σημαίνοντα που ο ίδιος δημιουργεί σε όλο το μυθιστόρημα, χωρίς να παραλείπει να δημιουργεί κάθε φορά συνειρμούς στον αναγνώστη και να τα επανατοποθετεί σε νέο συγκείμενο: το χώμα, το νερό και η ανάσα διαχέονται νοηματικά στο βιβλίο, υποστηρίζοντας και τη δομή του, έως ότου να φθάσουμε στο τέλος κυριολεκτικά στη δυσοσμία του θανάτου, στην άπνοια αλλά και στην ανάσα της ζωής. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Πρώτη του ύλη, το απλούστερο των υλικών, ο πηλός. Χώμα και νερό. Όπως έλεγε ο Κώστας, συμβόλιζαν γι’ αυτόν τη μάνα γη, που θρέφει τους ανθρώπους, και τον ουρανό, που στέλνει με τη βροχή ζωογόνο νερό και κάνει την ανθρωπότητα να ονειρεύεται. Το σκεπτόταν συχνά αυτό όταν δούλευε και ένιωθε μια ιδιαίτερη τρυφερότητα για τον πηλό, έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να υπάρχει και ο ίδιος, υλικά και πνευματικά. Ο πηλός ήταν το μέσο να επιβιώνει με τα κεραμικά του και παράλληλα να εκφράζει ως καλλιτέχνης τα βαθύτερα της ψυχής του, με τα γλυπτά του. Ο πηλός ήταν ο ίδιος ο εαυτός του».

Η αφήγηση είναι άλλοτε τριτοπρόσωπη, στο όνομα του παντογνώστη αφηγητή, και άλλοτε πρωτοπρόσωπη, είτε με τη μορφή εσωτερικού μονολόγου είτε διά μέσου στιχομυθίας στη φόρμα του θεατρικού διαλόγου. Ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθήσει την υπόθεση όχι μόνον της δημιουργίας με πηλό αλλά και της λάσπης, όταν τα «υλικά» δεν μετουσιώνονται, όπως επίσης της «οξυγόνωσης» και της «στάχτης» των ηρώων: «Όλοι οι τοίχοι, όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν στο εκθετήριο ήταν σκεπασμένα με σκόνη. Ο Κώστας σκέφτηκε πως αυτή η σκόνη, η σκόνη από τα δημιουργήματά του, είχε μπει στους πνεύμονες της Ελένης. Αυτή η σκόνη την έστελνε τόσο κοντά στο θάνατο», προς χρήσιν παραδείγματος.

Από την άλλη, το εύρημα του ξαφνικού σεισμού δρα δομικά στον τρόπο επεξεργασίας του χρόνου, έτσι ώστε τα συμβάντα να μην παρουσιάζονται ευθύγραμμα. Αντίθετα, δημιουργούνται δυο διαφορετικές χρονικές ακολουθίες, μία παροντική και μία παρελθοντική, όπου επιτρέπουν να αποκαλυφθούν σπονδυλωτά τόσο οι χαρακτήρες όσο και ο κόσμος που τους περιβάλλει σηματοδοτώντας την εξέλιξή τους, πάντα όμως σε σχέση με ένα ανατρεπτικό παρόν και με τις συνέπειές του. Η θέση αυτή προοικονομείται ήδη στο μότο του βιβλίου: Όποιος έχει πεποιθήσεις είναι ηλίθιος (Φουκώ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθήσει τους ήρωες, που βαδίζουν προς την αυτογνωσία και την αποδοχή της πραγματικότητάς τους, ύστερα από πολλαπλές προδοσίες, απωθήσεις και κούφιες συγκαλύψεις της προσωπικής τους αλήθειας – «Ένα μυστικό του πηλού για να μη σκάει είναι να τον αφήνεις να στεγνώνει σιγά-σιγά. Να μένει λίγο ξεσκέπαστος, χωρίς τις βρεγμένες λινάτσες, για να αναπνέει και να στεγνώνει σταδιακά, μέχρι να μείνει όλο το έργο ξεσκέπαστο, ανοιχτό στον αέρα. Σαν κάποιος να έρχεται από έναν άλλο κόσμο και πρέπει εσύ να του μαθαίνεις να παίρνει μικρές ανάσες στην αρχή, μέχρι τελικά να προσαρμοστεί και να μπορεί να παίρνει βαθιές αναπνοές. Αυτό δεν πετύχαινε πάντοτε και λίγο-πολύ όλα τα έργα έπρεπε για σιγουριά να ψηθούν στο φούρνο», αναφέρει ο Γιώργος Δουατζής και αν ο αναγνώστης συγκρατήσει τις φράσεις αυτές, θα κατανοήσει και το τέλος του βιβλίου, που έρχεται να επιβεβαιώσει την τραγική ειρωνεία ή και τον σαρκασμό, ακόμη, αυτής της φαινομενικά αθώας πληροφορίας.

*

©Ιφιγένεια Σιαφάκα

Γιώργος Δουατζής - Το πουκάμισο



Που λες, εγώ συνέχισα να απλώνω τα πουκάμισα με τον ίδιο τρόπο. Τα έπλενα τακτικά, διότι ο αγαπημένος μου ήταν πεντακάθαρος και δεν φορούσε ρούχο για δεύτερη φορά. Μετά το πλύσιμο, λοιπόν, δεν άπλωνα τα πουκάμισα του στο σύρμα του απλώματος ρούχων, αλλά τα έβαζα σε κρεμάστρα, κούμπωνα τα πρώτα πάνω δύο κουμπιά και κρεμούσα την κρεμάστρα στον ήλιο.

Το ενδιαφέρον σε αυτό το είδος απλώματος, ήταν το παιχνίδι με τον άνεμο. Με το φύσημα του ανέμου το πουκάμισο όχι μόνο έπαιρνε όγκο σαν να το φορούσε κάποιος, αλλά κουνιόταν, έτσι που αυτό το αέρινο σώμα έπαιρνε διάφορες στάσεις, με πλησίαζε, έσκυβε, αποτραβιόταν, ξανασίμωνε, άπλωνε τα χέρια, υποκλινόταν, έφευγε με απαρέσκεια.
Έτσι που το χάζευα να ζει με την αέρινη σάρκα του, έβλεπα τον ποιητή μου να κινείται, όπως τότε που ζούσε και μου χάριζε για καλημέρα ένα καινούργιο ποίημα.

Βέβαια, τώρα δεν τολμάω να του πω “Σήμερα δεν μου είπες καλημέρα”, διότι το αέρινο σώμα του δεν θα μάθει ποτέ να γράφει ποιήματα...


**

Ο Γιώργος Δουατζής ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει ποίηση, μυθιστόρημα, διηγήματα, δοκίμια και μελέτες: Γραφτά (ιδ. έκδοση 1976), Τοπική Αυτοδιοίκηση (εκδόσεις Εξάντας 1986), Τα Μικρά(εκδόσεις Κάκτος 1996), Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη (εκδόσεις Κέδρος 1997), Προς Δέκα Επιστολή(εκδόσεις Μίλητος 2001), Προς Δέκα Επιστολή - Τα Ανεπίδοτα (εκδόσεις Κάκτος 2003), Σπονδές(εκδόσεις Εξάντας 2004), Τα Μικρά β’ (εκδόσεις Εξάντας 2004), Τα Κόκκινα Παπούτσια (εκδόσεις Εξάντας 2004, εκδόσεις Vakxikon.gr 2012, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014 [ελληνικά-ισπανικά]), Το Κουμπί(εκδόσεις Εξάντας 2004, εκδόσεις Ιωνικό Κέντρο 2011), Μη Φεύγετε Κύριε Ευχέτη (εκδόσεις Λιβάνης 2008), Περί Δημοσιογραφίας (εκδόσεις Πεδίο 2010), Φωτοποιήματα (εκδόσεις Καπόν 2010), Πατρίδα των Καιρών (εκδόσεις Καπόν 2010), Το Σπασμένο Παιχνίδι, Κώστας Αξελός (εκδόσεις Καπόν 2011),Σχεδίες (εκδόσεις Καπόν 2012), Να Βγω από Μένα, Γιάννης Δάλλας (εκδόσεις Καπόν 2013), Τα 99 Μικρά (εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), Η Άλλη Λέξη (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014), Κράτα την Άνοιξη(εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014 [ελληνικά-γαλλικά & μουσικό cd]), Ανάσα από πήλο (εκδόσεις Πάπυρος 2014).