Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Μουσικοποιητική βραδιά παρουσιάζοντας το βιβλίο του Χρήστου Ζάχου Χ - έγερση υποσυνειδήτου


Στο Βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια) σας προσκαλούν σε μια βραδιά ποίησης και μουσικής την Τρίτη 5/1/2016 στις 7:30 μμ
Θα διαβάσει ποιήματά του ο Χρήστος Ζάχος, από την τελευταία του λογοτεχνική δουλειά
"Χ-έγερση Υποσυνειδήτου"
και θα τον συνοδέψει με την κιθάρα του ο Γιάννης Ισαακίδης



Χρήστος Ζάχος
Χ - έγερση υποσυνειδήτου*
(ποιήματα και πεζά)
εκδόσεις των συναδέλφων 2014

Περιέχει CD με μουσικές απαγγελίες

http://czachos78.blogspot.gr/2014/05/x.html

Διαβάστε πατώντας στο παρακάτω λινκ :
Χρήστος Ζάχος : Ευθεία ( απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου" )

Βιογραφικό (αναδημοσίευση από το ΠΟΙΕΙΝ http://www.poiein.gr/archives/10016)
Ο Χρήστος Ζάχος γεννήθηκε το ‘78 στην Αθήνα. Παρακολούθησε μαθήματα ηλεκτρολογίας και σπούδασε στο τμήμα μουσικής τεχνολογίας και ακουστικής.

Μη αντέχοντας να κρατάει το βάρος των γραπτών του, αποφασίζει να το μοιραστεί εκδίδοντας τη δουλειά του, προσδοκώντας να εκφράσει και να εμπνεύσει τους αναγνώστες του.

Έως σήμερα, έχει εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές: «Η Νόσος της Ποίησης» (2009) και «Κραταιά ως θάνατος Αγάπη» (2010), από τον εκδοτικό οίκο: ΙΑΜΒΟΣ.

(Το πραγματικό του όνομα είναι Χρήστος Ζαχόπουλος. Χρησιμοποιεί το Χρήστος Ζάχος ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο)
Το προφίλ του στο fb : Χρήστος Αντισθένης Ζάχος

Τα ιστολόγια του Χρήστου Ζάχου :
Το έργο που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου Χ - έγερση υποσυνειδήτου του Χρήστου Ζάχου είναι του ίδιου

Περισσότερα έργα του στο ιστολόγιο του http://zachospaintings.blogspot.gr/


Σκίτσο του Γιώργου Μικάλεφ για την παρουσίαση!


Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!

Έξι η ώρα το πρωί
με τους αδειανούς της δρόμους,
τα άθλια κτίσματα που μοιάζουν τώρα
μικρές ζεστές φωλιές...
Τη βροχερή ημέρα αυτή
που την κάνει τόσο μελαγχολική, τόσο όμορφη,
που ξεπλένει τους δρόμους της
τα σπίτια τ' αυτοκίνητα,
που ξεπλένει τη μαυρίλα όλων των κατοίκων της!
Την πόλη αυτή
που είναι εκεί για να μας διασκεδάζει,
με εκθέσεις, μουσικές και θέατρα,
με βραδιές ποίησης και φιλοσοφικές διαλέξεις
"ανεπίσημων" πολιτών στα καφενεία και στα μπαρ,
στα πορνεία και στις αίθουσες τέχνης...
Mε τους δήθεν, τους μικροαστούς
και τους άλλους, τους έτσι, τους "αναρχικούς",
με τις επετείους δολοφονημένων νεαρών,
από τις σφαίρες της "εξουσίας"
και τις εξεγέρσεις, τις σπίθες, τις φωτιές,
φωτιές των πολιτών της απ' αγάπη
να ομορφύνει, να μας ζεστάνει, να αλλάξει κάτι,
να γίνει η πόλη που ονειρευόμαστε
ή να καεί ολοσχερώς!
να μας απαλλάξει από το βάρος της,
να ελαφρύνει,
να γίνει πούπουλο,
να πετάξουμε μαζί της!
Φωτιά και βροχή και ποίηση και μελαγχολία...
Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Μακράν, η πιο ποιητική!

Η βροχή της λήθης

Πάλι βρέχει μέσα στο δωμάτιο
και ο χαμηλός φωτισμός δε βοηθάει,
ούτε που έχω κρεμάσει το κεφάλι μου πάνω απ' το γραφείο
σαν κορνίζα πεθαμένου.
Θα μουσκέψει όλους μου τους πίνακες
θα λιώσει το μελάνι από τα γραπτά μου
θα καταστρέψει την κιθάρα μου και όλα τα βιβλία
θα αχρηστέψει όλη μου τη μουσική.

Πώς θα αντιμετωπίσω αυτή την απώλεια;
Και δε με νοιάζει για μένα,
αλλά για όλα τα ίχνη της ανούσιας ύπαρξής μου
που μάταια προσπαθούσα να σώσω από τη λήθη.

Συνεχίζει να βρέχει.
Το νερό έχει φτάσει ως τα γόνατα ,
θα περιμένω λίγο ακόμα.
Το ξέρω, θα μου κάνει τη χάρη,
δε θα με αφήσει έτσι.
Θα με πλύνει,
θα καθαρίσει κάθε ίχνος,
θα με βουλιάξει σε μια απέραντη λησμονιά
να με λυτρώσει

Κι έπειτα
με βεβαιότητα θα πω
πως δεν υπήρξα ποτέ.


Απόσπασμα από την μουσικοποιητική βραδιά στο χαλικούτι (Ρέθυμνο) στα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής του Χρήστου Ζάχου 29/11/12

http://czachos78.blogspot.gr/
"Οι γελωτοποιοί σήμερα λέγονται ποιητές
και μαραίνονται στα σκυθρωπά δωμάτιά τους
για να ανθήσουν μολυσμένα άνθη"

Διαβάστε επίσης : 



*Το βιβλίο “Χ – έγερση υποσυνειδήτου” μπορείτε να το βρείτε από τις εκδόσεις των συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια) στέλνοντας ένα email στο syneditions@gmail.com ή τηλεφωνικά στο 2103818840.
Επίσης μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, Πρωτοπορία, Πατάκης, Πολιτεία και στο Ρέθυμνο στο συνεταιριστικό καφενείο Χαλικούτι και στα βιβλιοπωλεία Πλαίσιο και Κλαψινάκης.

1. ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΑΘΗΝΑ)
2. Ποτέ πια στον Ιανό...
3. ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ (ΑΘΗΝΑ-ΠΑΤΡΑ-ΘΕΣ/ΚΗ)
4. ΠΑΤΑΚΗΣ (ΑΘΗΝΑ)
5. ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (ΘΕΣ/ΚΗ)
6. ΚΕΝΤΡΙ (ΘΕΣ/ΚΗ)
7. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ (ΑΘΗΝΑ - ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ)
8. ΠΛΑΙΣΙΟ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
9. ΚΛΑΨΙΝΑΚΗΣ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
10. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ (φυσικά)
11. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΣΑΣ (Κατόπιν παραγγελίας)

Χρήστος Ζάχος : Ευθεία ( απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου" )





Πίνακας του Jeremy Man




Περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Υπήρχε κόσμος τριγύρω. Μεθυσμένοι όλοι. Ένα παλούκι πεταμένο κάπου στο πεζοδρόμιο. Ένα φανάρι μπροστά τους. “Γιατί να υπάρχουν φανάρια;”, σκέφτεται ο ένας και πιάνει το παλούκι και σπάει το κόκκινο και λίγο από το πορτοκαλί. Πιάνει ο άλλος το παλούκι και σπάει το πράσινο και αποτελειώνει το πορτοκαλί. Ήταν πραγματικά φίλοι.
Αρχίζουν και τρέχουν. Τρέχουν ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ψυγείο με μπύρες και αναψυκτικά βρίσκεται στο δρόμο τους. Έτσι όπως τρέχουν, ο ένας από τους δυο, του ρίχνει μια και το σωριάζει κάτω. Ο άλλος του ρίχνει μια κλωτσιά και σπάει το τζάμι.
Συνεχίζουν να τρέχουν. Στα μάτια τους η καταστροφή. Δε θα γλιτώσει τίποτα που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν τολμάει να τους επιπλήξει κανείς. Δεν τολμάει να τους πλησιάσει κανείς.
Είναι νέοι. Ο ένας με μακριά καμπαρτίνα, μπότες και μαύρο τζιν. Ο άλλος με καφέ δερμάτινο μπουφάν, μπότες και μπλε ξεθωριασμένο τζιν. Ο ένας, ψηλός, μελαχρινός με κοντό μαλλί. Ο άλλος, λίγο πιο κοντός με καστανό μακρύ μαλλί.
Χάνονται στα στενά. Δεν τους ακολουθεί κανείς. Πρέπει να φύγουν. Φθάνουν στο αμάξι. Οδηγεί ο ψηλός. “Γρήγορα, πάμε!”, του φωνάζει ο άλλος. Ξεκινούν. Πορεία ευθεία. Ευθεία. Αριστερά και δεξιά, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ευθεία. Ευθεία παρεκκλίνουσα. Χτυπάει έναν καθρέπτη από τα παρκαρισμένα. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Μετά τέταρτο. Μετά πέμπτο. Μετά όλους. Σπάει και ο δικός τους δεξής καθρέπτης. Σκάει και το μπροστινό δεξί λάστιχο. Συνεχίζουν.
«Πρέπει να αλλάξουμε λάστιχο»
«Μη σταματάς τώρα»
«Λίγο πιο κάτω. Θα μπω σε άλλο στενό»
Σταματάνε σε κάποιο φανάρι. Κάτι τους λένε δυο τύποι από ένα διπλανό αμάξι. Κατεβαίνουν κάτω. Περιμένουν ουρά τα αμάξια. Δεν κορνάρει κανείς. Λογομαχούν, αλλά δεν πέφτει ξύλο. Οι άλλοι, υποχωρούν. Οι δικοί μας, μπαίνουν στο αμάξι και απομακρύνονται δίχως να κοιτάξουν φανάρι.
Πρέπει να αλλάξουν λάστιχο. Στρίβουν σε ένα στενό και σταματάνε. Φαίνεται ήσυχα εκεί. Σκοτεινά. Βγάζουν το γρύλο, τη ρεζέρβα κι αρχίζουν να ξεσφίγγουν τα μπουλόνια. Σε λίγο ο τροχός πέφτει κάτω και τοποθετούν τη ρεζέρβα. Δεν τους παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Το δεξί φτερό, πόρτα, καθρέπτης και γενικά, όλη η δεξιά μεριά του αυτοκινήτου, είναι κατεστραμμένη.
«Θα μπορέσεις να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι;»
«Θα μπορέσω»
«Είσαι σίγουρος;»
«Σίγουρος είμαι»
«Πήγαινε αργά και μην κάνεις άλλη μαλακία»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθουμε τίποτα»

Μπαίνουν στο αμάξι και συνεχίζουν ευθεία στον κεντρικό δρόμο. Μόνο κάτι παρκαρισμένα. Ο δρόμος είναι πλατύς. Τρέχουν χωρίς να σταματάνε σε φανάρια. Τρέχουν σε ευθεία, όλο ευθεία. Πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, πλατύ πεζοδρόμιο, είναι παρκαρισμένο ένα αμάξι. Πηγαίνουν ευθεία, ευθεία στη μέση του δρόμου. Η πορεία τους αρχίζει και πάλι να παρεκκλίνει. Πιο πολύ. Πιο πολύ. Χάνουν τον έλεγχο. Καβαλάνε το πεζοδρόμιο με ταχύτητα μεγάλη και παρασέρνουν το παρκαρισμένο αμάξι. Αυτή τη φορά σκάνε και τα δυο λάστιχα από τη δεξιά πλευρά. Το αμάξι δεν μπορεί να συνεχίσει, αλλά ούτε κι αυτοί.

Το πρωί, απεγκλώβισαν τα πτώματα κι έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιο ατύχημα δυο μεθυσμένων. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Κανείς δεν έμαθε τι πραγματικά έγινε. Δεν τους αναγνώρισε κανείς. Ούτε αυτούς, ούτε το αμάξι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.




απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"

Χρήστος Ζάχος : Οι αρουραίοι που κρύβονται κάτω από τις χαραμάδες της συνείδησης









Είναι κάποιες φορές που το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Λίγο η κούραση, λίγο να αφαιρεθείς, λίγο να μην προσέξεις, το φως, οι σκιές και κυρίως η φαντασία. Κυρίως η φαντασία; Δεν ξέρω.
Περπατούσα στο δρόμο, όταν άξαφνα, ένα αλλόκοτο πλάσμα ξεπρόβαλε από μια βιτρίνα και χάθηκε ευθύς αμέσως. Θα έπαιρνα όρκο πως το είδα, αλλά η λογική προστάζει πως δεν υπάρχει. Οπότε το απορρίπτω. Και μετά αυτός ο μεγάλος αρουραίος που μόλις πέρασε κάτω από τα πόδια μου. Να υπήρξε άραγε ή να είναι κι αυτό κατασκεύασμα της φαντασίας;
Κάποια σκιά μες το σκοτάδι, με ακολουθεί. Γυρνάω αιφνιδιαστικά. Δεν υπάρχει κανείς. Νιώθω συνεχώς πως κάτι με παρακολουθεί. Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος, ζώο ή κάτι άλλο. Τις περισσότερες φορές, το αγνοώ. Κάποιες φορές όμως, όχι.
Εκείνο το βράδυ που βγήκα στο μπαλκόνι για τσιγάρο, έστεκε απέναντί μου μια λευκή κουκουβάγια και με κοιτούσε. Δεν ήταν για μια στιγμή. Κάπνιζα και την κοιτούσα κι εγώ. Έπειτα, άπλωσε τα φτερά της και πέρασε με φόρα πάνω από το κεφάλι μου. Πάγωσα. Μετά τίποτα. Κανείς. Υπήρξε όντως ή ήταν οπτασία; Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.
Μετά απ’ αυτό, αποφάσισα να μπω μέσα και να αρκεστώ στις σκιές που με παρακολουθούν υπό το φως των κεριών. Εκεί έχω άλλη τακτική. Δεν παραξενεύομαι, τις αφήνω να φέρνουν βόλτες γύρω μου και το πνεύμα της λογικής, έρχεται πάντα να μου πει πως δεν υπάρχουν. Τις αγνοώ. Τι άλλο μπορώ να κάνω; Ακόμα κι αν θέλω να τους δώσω σημασία, δεν μπορώ. Εξαφανίζονται στη στιγμή. Να, τώρα, αυτή η τεράστια κατσαρίδα που περνάει και κρύβεται κάτω από τον καναπέ, ξέρω πως δεν υπάρχει. Άναψα το φως και τράβηξα τον καναπέ. Πουθενά. Γιατί να βασανίζομαι δηλαδή; Μάλλον, δεν υπάρχει λόγος. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα πάντα είναι στο μυαλό μου. Ακόμα κι εσύ που υποτίθεται πως διαβάζεις αυτά που γράφω, το ξέρω, δεν υπάρχεις. Αλλά ούτε κι εγώ υπάρχω. Όλα είναι μια ψευδαίσθηση. Ας το προσπεράσουμε λοιπόν και ας κάνουμε τέχνη. Τι άλλο πια μας μένει; Εγώ και οι δαίμονές μου…
Λες τελικά, αυτά να ευθύνονται για όλα; Ποιος νοιάζεται πραγματικά; Τελικά, το μόνο που υπάρχει, είναι ο νους. Κι ό,τι υπάρχει στο νου, δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε ψέμα. Η ροή της σκέψης. Δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν αυτές οι σκέψεις. Ακόμα κι αυτό το σώμα που λέω πως είναι δικό μου, είναι απλά ο αισθητήρας που θα γίνει αποδέκτης όλων αυτών που ο κοινός νους ονομάζει ψευδαισθήσεις. Μπορεί να έχω και μια μορφή σχιζοφρένειας, αλλά, όπως και να το κάνουμε, όλα αυτά δεν είναι απλά τα εργαλεία ενός συγγραφέα; Ή μήπως όχι; Δεν έχει σημασία καμιά.

Όταν κλείσω το φως, χάνονται όλα. Μάλλον οι σκιές οφείλουν την ύπαρξή τους στο φως. Στο απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχει τίποτα που να με απειλεί, ή έστω να με παρακολουθεί. Γνωρίζω τις αποστάσεις από εμπειρία κι έτσι δεν σκοντάφτω στα αντικείμενα. Καθώς στο δωμάτιο δεν μπαίνει από πουθενά φως, εξασκώ τις αισθήσεις μου σαν τυφλός και βρίσκω το δρόμο για το κρεβάτι. Τότε, όταν κλείνω τα μάτια, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά. Ίσα ίσα που με τα μάτια κλειστά, το μαύρο γίνεται πιο βελούδινο, δεν κουράζει το μάτι. Κι αν καταφέρω να κοιμηθώ, δεν βλέπω όνειρα ποτέ. Τα όνειρα όλα γίνονται με το φως της μέρας, ξύπνιος, προχωρώντας, κάνοντας κάτι άλλο. Και οι αλλόκοτες εικόνες, τα ανύπαρκτα ή υπαρκτά πλάσματα, τα πάντα, συμβαίνουν όλα όσο διαρκεί το φως. Έστω, αυτό το φως των κεριών όταν βραδιάζει… αλλά το φως. Πάντα το φως.

Πολλές φορές, ακόμα κι όταν συμβαίνει κάτι το οποίο είμαι σίγουρος πως έχει συμβεί, ακόμα κι όταν υπάρχουν μάρτυρες γύρω μου — όντα που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους — δεν πείθομαι πως όντως έχει συμβεί και δεν είναι ουσιαστικά μια μαζική ψευδαίσθηση. Έτσι αμφιβάλω αν αυτό που έχω ζήσει ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας ή κάπου αλλού. Ποιος ξέρεις που;…

Όσο για τους άλλους, σκοτίστηκα. Μπορεί να είναι όντα όμοια με μένα που όμως, δεν έχουν συνειδητοποιήσει αυτό που έχω συνειδητοποιήσει εγώ. Κι εδώ που τα λέμε, ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί κι εγώ που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα διαφορετικά, πέρα από το να βασανίζομαι και να διερωτώμαι, δεν έχω καταλήξει πουθενά. Ίσως λοιπόν, να είναι πιο βολικό και πιο ευχάριστο να μην κατανοείς τα πάντα. Και φυσικά, να μην προβληματίζεσαι, να μη θέτεις ερωτήματα, να μην μπαίνεις καν στον κόπο να αναρωτηθείς γιατί ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή και όχι από τη δύση ή πώς προκύπτει αυτή η σκιά στον τοίχο αφού δεν υπάρχει τίποτα που να τη δημιουργεί.
Ίσως λοιπόν, να είναι καλύτερα έτσι, ζώντας μες τις ψευδαισθήσεις, τους θανάτους, τις αγονίες, τους ορίζοντες την ώρα της δύσης και με το γεγονός πως οι περισσότεροι, δεν έχουν καταφέρει να παρατηρήσουν αυτά τα στοιχειά που μας ακολουθούν πάντα κατά τη διάρκεια της μέρας ή έστω, του φωτός, από όπου κι αν πηγάζει.

Είπα να ξεκουραστώ λίγο και να στρίψω ένα τσιγάρο. Άνοιξα το φακελάκι με τον καπνό και 10 κατσαρίδες ξεχύθηκαν στο δωμάτιο. Έβαλα τα χέρια μου μέσα κι αυτό που είχε απομείνει, ήταν το τελείωμα της μεταμόρφωσης του Κάφκα. Έστριψα λοιπόν ένα τσιγάρο με αυτό και το κάπνισα. Ωραίο ήταν, πραγματικά με βοήθησε να ησυχάσω. Ο καπνός που ανέβαινε προς τα πάνω, έπαιρνε συνεχώς και διαφορετική μορφή. Μιας γυναίκας, ενός λουλουδιού, ενός καλικάντζαρου. Έδειξα, φαίνεται πως το απολαμβάνω, κι ίσως για με τιμωρήσει, έγινε σαν καπνός που βγαίνει από το τσιγάρο – χωρίς να παίρνει καμία μορφή. Μη μου πεις γιατρέ μου πως το ξεπέρασα, πως έχω θεραπευτεί. Τι θα απογίνω τώρα;

Ένας τεράστιος αρουραίος εμφανίστηκε πίσω από την κουρτίνα και ήρθε προς το μέρος μου. Ευτυχώς, σκέφτηκα, είμαι καλά, ενώ αυτός είχε ήδη ξεκινήσει να μου ροκανίζει το κεφάλι.



Αναρτήθηκε από Χρήστος Αντισθένης Ζάχος στο μπλογκ του
http://czachos78.blogspot.gr/2014/06/blog-post_26.html

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Λιάνα Τσιρίδου: Το ρολόι της




Την ξύπνησε μια κορώνα της Τζούλι Άντριους. Είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, κάτω απ’ την καρώ κουβερτούλα της βυθισμένη γλυκά στη ‘Μελωδία της Ευτυχίας’, μιας ευτυχίας πολυκαιρισμένης, σαν τις δικές της ευτυχίες. Την γαλήνεψαν, φαίνεται, τα βάσανα της οικογένειας Τραπ, έτσι συμβαίνει με τα βάσανα που έχουν ημερομηνία λήξης, γίνονται αναπαυτικά, ένα σκαλάκι πριν το ‘’έζησαν αυτοί καλά…’’ Τινάχτηκε, πώς την πήρε έτσι ο ύπνος, αφύλαχτη την βρήκε, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να γείρει μόνο για ένα τέταρτο, ίσα να ξεκουραστεί από τις πρωινές αλητείες… αχ, Ελεωνόρα, μονολόγησε, χάλασες, ξεμυαλίστηκες, τώρα στα γεράματα… Μα πού είναι τα γυαλιά της; Καλό, χρυσό το ρολογάκι της αλλά όταν της το χάριζε ο Κώστας, τόσες δεκαετίες πριν, κανείς από τους δυο τους δεν σκεφτόταν την πρεσβυωπία. Τώρα σχεδόν χρειαζόταν μεγεθυντικό φακό για να δει την ώρα. Δε βαριέσαι, επικοινωνούσε με το ρολογάκι σαν να της μιλούσε, είχε συνδεθεί με τρόπο αόρατο με το βιολογικό της ρολόι. Ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να το αποχωριστεί, ας της κουβαλούσαν κάθε τόσο τα παιδιά κάποιο καινούριο. Τα καταχώνιαζε στο συρτάρι της τουαλέτας της μαζί με τα ‘’ευχαριστώ’’ της κι επέμενε στο μικρό ασημί ρολογάκι της με τους λατινικούς αριθμούς και το καθημερινό κούρντισμα. Μ’ αυτό μέτρησε όλη της τη ζωή, τι στο καλό, αν το αποχωριζόταν, θα ήταν σαν να έκοβε το αριστερό της χέρι.

Πέντε παρά τέταρτο; Αδύνατον να προλάβει! Χριστέ μου, θα έρθουν τα παιδιά και θα τη βρουν με τις κατσαρόλες να βροντοχτυπούν και το κρέας ανίκητο ακόμη στο φούρνο, θ’ αρχίσουν πάλι τα ‘’μάνα γέρασες’’, επιλεκτικά της το κοπανούν, όχι όταν είναι να τους εξυπηρετήσει. Τέλος πάντων, δυο γουλιές καφέ μονάχα, αλλιώς είναι αδύνατον να λειτουργήσει, κι όσο να στάξει στην καφετιέρα, χαρτί-μολύβι για την οργάνωσή της, δεν εμπιστεύεται κι η ίδια εντελώς το μυαλό της, αφηρημάδες συνεχώς. Κάποτε μπορούσε να επιβλέπει τρεις και τέσσερις κατσαρόλες ταυτόχρονα. Τώρα πια… καλύτερα να πάει με τη σειρά.

Πρώτα πιάτα. Κρεατόπιτα και λαχανοντολμάδες. Τυλιχτά και γεμιστά την Πρωτοχρονιά φέρνουν ευημερία στο σπίτι, έλεγε το προσφυγόσογο της μάνας της. Κρεμμύδι μπόλικο για τη γέμιση, δάκρυα του κρεμμυδιού και βουρκώματα των αναμνήσεων, καλό σοτάρισμα, λίγο κύμινο, ύστερα ένα εικοσαλεπτάκι θέλει, στο μεταξύ να ζεματίσει το λάχανο. Θυμάται την πρώτη φορά που προσπάθησε να φτιάξει λαχανοντολμάδες, μια σκέτη αποτυχία βγήκαν, στραβοτυλιγμένοι, χαμογελαστοί, είπε ο Κώστας, μια ντροπή της κατσαρόλας, πιο πολύ κρυφτό έπαιζε ο κιμάς με το λαχανόφυλλο παρά να μοιάζει φαγητό αυτό, γελούσε ο Κώστας, δεν πειράζει, Νοράκι, κάνεις όμως ανώδυνες απονευρώσεις, έκαστος με τα ταλέντα του. Τώρα πια το χέρι της τυλίγει με ρυθμό μηχανής, ως πού θα την έφταναν τα ντολμαδάκια της ζωής της αν μπορούσε να τα βάλει το ένα πίσω από το άλλο; Από ποια κορυφή θ’ ατένιζε τον κόσμο, αν έστρωνε σε λόφο τους κεφτέδες της; Ωχ, ανόητες σκέψεις, συμμαζεύει τον εαυτό της, έθρεψα οικογένεια, μεγάλωσα τρία παιδιά και τώρα τρία εγγόνια, πρέπει να είμαι ευχαριστημένη με το κλείσιμο του κύκλου.

Ανυπάκουο μυαλό, την πέταξε πίσω. Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1968, νιόπαντρη, μόλις είχε στήσει το ιατρείο της, χορηγία του πλουσιόσογου, του πατέρα της και συγκεκριμένα της γιαγιάς Πολυτίμης. Δεν ήταν οικονομικά τα άγχη της, επιτυχία ήθελε, επιβεβαίωση των κόπων της, των σπουδών της, της τόλμης της- τρεις κοπέλες ήταν όλες κι όλες στο έτος της, άλλα χρόνια. Εκείνη την παραμονή της χάρισε ο Κώστας το ρολόι της, για να μη χάνεις κανένα ραντεβού, της έγραφε στην κάρτα, και κυρίως όχι τα δικά μας. Κι έγινε το χέρι της ενήλικο, επαγγελματικό. Άρχισε το ρολογάκι να μετράει, στο ακριβώς, στο και μισή, που εναλλάσσονταν κυρίως τα ραντεβού της. Μια ώρα να βράσουν οι ντολμάδες, τι είναι μια ώρα, δυο σφραγίσματα, με σφραγίσματα κι εξαγωγές μέτραγε το χρόνο της εκείνο τον πρώτο καιρό και γυρνούσε στο σπίτι πετώντας, να ετοιμάσει βραδινό για τον Κώστα. Αυγολέμονο, τώρα, καλό χτύπημα το ασπράδι, της το είχε μάθει η πεθερά της, άριστη μαγείρισσα, πριν την απώλεια του κόσμου της.

Έξι και δέκα κιόλας. Ώρα για την κρεατόπιτα. Να προθερμάνει και το φούρνο. Αν καταφέρει να τη βάλει στις εξίμιση, σε μια ώρα θα είναι έτοιμη. Ότι πρέπει, για να προλάβει να κρυώσει κάπως. Να ετοιμάσει μετά τα συκωτάκια για το πατέ, το αγαπημένο της νύφης της, της Μυρσίνης, δεν μπορεί να το παραλείψει. Βιάσου, Ελεωνόρα, τρέχει ο χρόνος. Μόνο στον πόνο μένει ακίνητος. Κι ανίκητος. Την πρώτη φορά που της φάνηκε ότι το ρολόι της είχε χαλάσει, ήταν όταν μετρούσε τις ωδίνες της. Δώδεκα ώρες πονούσε στη γέννα της Αθηνάς. Και το ρολόι της πήγαινε δέκα φορές πιο αργά από την κανονική ροή του χρόνου. Θα πεις, ποια είναι η κανονική ροή του χρόνου; Με το νεογέννητο, για παράδειγμα, δεν υπήρχε για πέντε μήνες η έννοια της νύχτας, της ανάπαυσης, δεν υπήρχε πια δικός της χρόνος, ήταν ο χρόνος του ιατρείου και ο χρόνος της μικρής Αθηνάς. Χαλάλι της. Ο θησαυρός της. Και τα έβγαλε πέρα μια χαρά.

Να βγάλει την πίτα απ’ το φούρνο, ρόδισε όμορφα, να βάλει τώρα το κρέας, να μουλιάζουν στο μεταξύ τα δαμάσκηνα για τη γαρνιτούρα, να ξεφλουδίσει και τα αμύγδαλα. Κα μετά το πιλάφι, τρίχρωμο, με δυο ειδών ρύζι και κριθαράκι να τσιγαρίζονται στο βούτυρο σε διαφορετικούς χρόνους. Πώς δεν το βαρέθηκαν ακόμη, σαράντα χρόνια το ίδιο φαγητό κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς, ίσως όχι σαράντα, αλλά παραλίγο, θυμάται την Αθηνά μωρό να είναι στην αγκαλιά του Κώστα και με τεντωμένο δαχτυλάκι να ζητάει ‘μαμάκηνο’. Και σαράντα περίπου χρόνια δεν βρέθηκε ένας να την καλέσει παραμονή πρωτοχρονιάς, ν’ απολαύσει κι αυτή καλεσμένη, στολισμένη, χωρίς σπασμένα νύχια και ξεραμένα απ’ το svelto χέρια. Είναι βέβαια και που έχει τα γενέθλιά της σήμερα, πάντα αυτό ήταν το πρόσχημα, τους κάνει τη γιορτή διπλή. Πολύ περισσότερο απόψε, που κλείνει τα εβδομήντα. Πότε πέρασαν; Μια ανάσα. Ένα ανοιγόκλεισμα του βλέφαρου.

Όταν γεννήθηκαν τα δίδυμα, ο Πέτρος κι η Λένα, το ’76, κόντεψε να μισήσει το ρολογάκι της. Σαν να είχε γίνει εχθρός, να της έκλεβε χρόνο, να της έπαιζε παιχνίδια. Τρία παιδιά, το μεγάλο μόλις έξι χρονών, και γιατρείο κι ο Κώστας εξαφανισμένος, νοσοκομειακός ακόμη εκείνος, αργότερα άνοιξε κι αυτός ιατρείο, αλλά πάντα είχε μια ιδέα υπεροψίας και άρνησης ν’ ασχοληθεί με τα του οίκου του, το επιχείρημα ήταν πάντα ‘άλλο ο βηματοδότης, άλλο το σφράγισμα κι η ουλίτιδα’. Τα χρόνια της μονομερούς κατανόησης. Και των ανέξοδων επαίνων. Μα το δικό της ρολόι μέτραγε ιώσεις, πυρετούς, εμβόλια, μέτραγε ήλιους στις παιδικές χαρές, μέτραγε τόνους άπλυτα κι ασιδέρωτα, κοντορεβυθούληδες, κακές μάγισσες και καλές νεράιδες.

Είκοσι λεπτά μουλιάζουν τα δαμάσκηνα, να τα στραγγίξει τώρα. Είκοσι χρόνια με σιδερένια μέση, εννιά με δύο και πέντε μ’ οκτώ, ανοίξτε, ξεπλύνετε, φτύστε, τροχός στο μυαλό, κλίβανος, κλείδωμα, τακ τακ τα τακούνια της ως το ασανσέρ, κι απ’ την Αγγελάκη ως τη Λασάνη αρπάζει απ’ το δρόμο της, ψωμί, γάλα, μαρούλια, κοτόπουλο, καφέ, σοκοφρέτες, ό,τι θυμηθεί, να φτάσει μια ώρα αρχύτερα κοντά τους, να φύγει η Ρούλα, μαμά Ρούλα τη φώναζαν, πιο πολλές ώρες περνούσε εκείνη μαζί τους. Να φάνε, να πλυθούν, να ελέγξουν διαβάσματα, να γίνει η διαιτησία των απογευματινών διαφορών, να καληνυχτιστούν με σφιχτές αγκαλιές. Ύστερα να βγάλει τα παπούτσια της, να δει λίγο τον Κώστα, να χωθεί στην κουζίνα για το φαγητό της επομένης.

Πριν καλά καλά το καταλάβει, το ρολογάκι μέτραγε φροντιστήρια αγγλικών, ωδεία κι επαναλήψεις στα μαθηματικά και τη χημεία. Κι ύστερα μέτραγε κυκλοθυμίες, εφηβείες, έρωτες και χρόνο λήξης του πάρτυ.

Κι όταν τα παιδιά μεγάλωσαν κάπως κι είπε θ’ ανασάνω, αρρώστησε η πεθερά της. Τα πρώτα συμπτώματα απ’ το ’88, όταν η Αθηνά διάβαζε για το πανεπιστήμιο, το ’90 όμως φάνηκε πως η γιαγιά δεν μπορούσε πια να μένει μόνη. Το πέπλο του Αλτσχάιμερ τα σκέπασε όλα, αδύναμη, ανήμπορη, η θλίψη της Ελεωνόρας για την παρακμή νικούσε και την κούρασή της. Εγκατέστησαν τη γιαγιά Αθηνά στο δωμάτιο της εγγονής Αθηνάς που είχε φύγει για αναμέτρηση με τη Νομική Αθήνας ένα χρόνο πριν. Ο χρόνος πάλι αλλιώς. Με το ρολογάκι σύμμαχο, με το ρολογάκι εχθρό, να τρέξει στο σπίτι για να φύγει η Σνεζάνα, ταΐσματα, φάρμακα, συνεχής προσοχή, μην κάνει τίποτα επικίνδυνο, κι αν προλάβαινε ένα χάδι στο γερασμένο χεράκι, μια αγκαλιά στο απορημένο βλέμμα. Εννιά χρόνια το αμνήμον σώμα της γιαγιάς Αθηνάς διεκδίκησε τη φροντίδα της Ελεωνόρας σχεδόν στο βαθμό που το είχαν κάνει και τα παιδιά της. Μα χωρίς την ανταμοιβή των παιδικών χαμόγελων. Μόνο την ικανοποίηση ότι φροντίζει έναν αγαπημένο άνθρωπο. Έσβησε τουλάχιστον ήσυχα. Κι ευτυχώς χωρίς να καταλαβαίνει όλα όσα γινόταν γύρω της.

Ούτε η Ελεωνόρα καταλάβαινε πάντα βέβαια, απεδείχθη εκ των υστέρων. Να στολίσει τώρα τη βασιλόπιττα, ευτυχώς την είχε ετοιμάσει από χθες, με άχνη και γλάσσο και τρουφάκι, καλλιγραφικό 2014, η πιο πικρή Πρωτοχρονιά της ζωής της αυτή του 1994. Εκείνη την Πρωτοχρονιά προφασίστηκε αρρώστια και τα πήρε όλα, φαγητά και γλυκά, έτοιμα. Δεν είχε κουράγιο για μαγείρεμα, όλη της η ενέργεια έπρεπε να καταναλωθεί στο θέατρο, να μη καταλάβουν τίποτα τα παιδιά. Μεγάλα, βέβαια, η μια στο διδακτορικό κι οι άλλοι φοιτητές. Τι σημασία όμως; Γιατί να τα πληγώσει με το δικό της τραύμα, πώς να τους γκρεμίσει την εικόνα του αξιοσέβαστου πατέρα, του σπουδαίου γιατρού; Δικό της μόνο το άχθος της εικόνας. Κι ας μην την είχε κι η ίδια επιλέξει. Που να φανταστεί; Την είχε χαιρετήσει ο Κώστας από το μεσημέρι, θα έφευγε για συνέδριο στα Γιάννενα. Μα ξέχασε να της αφήσει τα χαρτιά για τον λογιστή. Κι εκείνη πήγε στο γιατρείο του να τα πάρει. Πάντα είχαν δεύτερα κλειδιά, ο ένας από το ιατρείο του άλλου, για ασφάλεια. Τον βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα να πηδάει τη γραμματέα του. Μαρμάρωσε. Δε μίλησε. Μόνο τα βλέμματά τους κονταροχτυπήθηκαν για μια στιγμή. Της χαμηλοβλεπούσας κονταροχτυπήθηκε με το πάτωμα. Ούτε μετά του μίλησε. Καθόλου. Ποτέ. Τουλάχιστον ποτέ όταν ήταν μόνοι. Γιατί έμεινε; Απομεινάρια αγάπης; Κούραση; Αίσθηση του μάταιου; Προστασία των παιδιών; Όλα;

Ο χρόνος άλλαξε από τότε. Όχι στις καθημερινές κινήσεις, όχι στη ρουτίνα του. Άλλαξε στη γεύση και στη μυρωδιά του. Ο χρόνος δεν ήταν πια ποτισμένος με την αγάπη τους. Ήταν χρόνος βουβός, ο χρόνος της σιωπής, για τέσσερα-πέντε χρόνια τη σιωπή τους διέκοπταν μόνο τα ακατάληπτα της γιαγιάς.

Το τηλέφωνο διέκοψε τον κατήφορο της μελαγχολίας. Η καλή της φίλη, η Βεατρίκη, ‘’είπα να σε πάρω τώρα μια στιγμή, να ευχηθούμε το καλή χρονιά, γιατί όταν μας πλακώσουν τα ασκέρια παιδιών κι εγγονών, πού να βρεθεί σειρά…’’ Τα ίδια κι η Βεατρίκη, τραπεζώματα κι εγγόνια sitting κάθε τρεις και μία. ‘’Σε τι φάση είσαι;’’ Τη ρώτησε. ‘’Στα επιδόρπια’’.

Το σαραγλί ήθελε μόνο σιρόπιασμα, η τάρτα σοκολάτας να ενωθούν τα κομμάτια της. Της Ελεωνόρας τα κομμάτια άρχισαν να ξαναδένονται μέσα απ’ τις ζωές των παιδιών της. Το ρολογάκι άρχισε να μετράει καινούριους κύκλους, η Αθηνά πρώτη, φυσικά, ύστερα ο Πέτρος και τέλος η Λένα, γάμοι, γέννες, βαφτίσια, όλα τα χαρούμενα κι η Ελεωνόρα να είναι δίπλα τους, να βοηθάει, να συμπαρίσταται, να εισπνέει τις χαρές τους, να χαϊδεύει τις αγωνίες τους, ξανά τα πάμπερς, οι φρουτόκρεμες κι οι βασιλοπούλες, αλλά και ζωντανοί οι δράκοι της δικής της ζωής.

Ο Κώστας αρρώστησε το 2008. Έπεσε πάνω του να τον σώσει όλος ο ιατρικός κόσμος της πόλης. Αλλά… Τον έβλεπε να λιώνει, της έλιωσε κι ο πάγος τόσων χρόνων μέσα της, τη συνταξιοδότησή της την ξεκίνησε με καινούρια καριέρα, αποκλειστική νοσοκόμα του Κώστα. Σε κάθε περιποίηση της εκείνος βούρκωνε, σε κάθε ενοχή του και σε κάθε φόβο του εκείνη απαντούσε με χαμόγελο. Κουρασμένο. Αλλά χαμόγελο. ‘’Ξέχνα τα’’, του έλεγε, ‘’γαλήνη μας χρειάζεται, μη βασανίζεσαι για να μη βασανίζομαι κι εγώ’’. Δυο χρόνια έλιωνε ο πάλαι ποτέ κραταιός, ο Θεός, ο μάγος της φυλής, που τόσους και τόσους είχε αρπάξει απ’ το χάρο και τους ξαναγύρισε στη ζωή. Τον έκλαψε πολύ. Της έλειπε ακόμη. Της έλειπε η ανάσα του στο σπίτι. Μετάνιωνε για τα χαμένα χρόνια, μετάνιωνε που τόσο άργησε να του δώσει τη συγχώρεση που της ζητούσε κι εκείνη μισή του την έδωσε στο τέλος.

Μισή ώρα της μένει ώσπου να έρθουν τα παιδιά. Κουράστηκε ήδη, τέσσερις ώρες και βάλε ορθοστασία στην κουζίνα. Να στρώσει το τραπέζι. Λευκό τραπεζομάντηλο κεριά και λουλούδια. Αυτά τα λουλούδια την κατέστρεψαν σήμερα, της ανέτρεψαν όλο το πρόγραμμα. Λουλούδια βγήκε να ψωνίσει το πρωί κι είχε τη φαεινή ιδέα να κάνει μια βόλτα πρώτα στην Αριστοτέλους. Να περπατήσει λίγο άσκοπα, χωρίς προορισμό. Πόσα χρόνια είχε να το κάνει; Ήθελε σήμερα να χαζέψει φάτνες και μάγους και μπαλόνια και παιδικά μαγουλάκια κοκκινισμένα από το κρύο και την έξαψη. Κι ύστερα να πάει για λουλούδια στα λουλουδάδικα κι όχι στο ανθοπωλείο δίπλα στο σπίτι της. Κι από εκεί ξεμυαλίστηκε απ’ την ίδια της την πόλη.

Κρίση και φτώχεια αλλά οι πεισματάρηδες αντέχουν. Και γέλια και νταούλια και ζουρνάδες και τσίκνες από πρόχειρες ψησταριές μπροστά στα μαγαζιά και τσίπουρα να νικάνε το ψοφόκρυο και το ρολόι της κρυμμένο κάτω απ’ το γάντι. Έπεσε χωρίς αντίσταση στην πρόσκληση των πρώτων γνωστών της που συνάντησε, παλιοί συνάδελφοι, γλεντζέδες, τους θυμόταν κι απ’ τα ξεσαλώματα των τριών συνεδρίων που είχε καταφέρει να παρακολουθήσει – τα συνέδρια ήταν γενικά προνόμιο του Κώστα. Γλυκόπιοτα τα τσιπουράκια, καλοκαρδίστηκε κι εκείνη, τα τελευταία γέλια της έπεσαν στο τελευταίο φως της Παραμονής κι έφυγε παραπατώντας για το σπίτι της, λέγοντας ‘σκάσε’ στο ρολόι και στην ενοχή της.

Κουδούνι. Τα παιδιά. Αγκαλιές και φιλιά. Επιφωνήματα απόλαυσης στο φαγητό. Όλα τα χατίρια στρωμένα στο τραπέζι, το χοιρινό για την Αθηνά, το πατέ για τη Μυρσίνη, οι ντολμάδες για τον Πέτρο, η κρεατόπιτα για τον Άγγελο, τον άντρα της Αθηνάς, η τάρτα σοκολάτας για τη Λένα, το σαραγλί για τον Κώστα, ναι, και για τους απόντες…

Δώδεκα παραπέντε το ρολογάκι της σταμάτησε. Η τηλεόραση τους έμπασε στον καινούριο χρόνο με προκάτ ευθυμίες, καινούριες αγκαλιές, ευχές και φιλιά μεταξύ τους, αλλά όταν κοίταξε το ρολόι της πηγαίνοντας να φέρει τη βασιλόπιττα, το αντιλήφθηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που σταματούσε. Μα αυτή τη φορά τη θεώρησε, ανεξήγητα, κάπως σημαδιακή. Κάτι θέλει να μου πει, σκέφτηκε. Το έβγαλε από το χέρι της και το κρέμασε στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. ‘’Τι κάνεις εκεί, μαμά;’’ ρώτησε γελώντας η Αθηνά. ‘’Νομίζω πως δε μου χρειάζεται πια’’.

Τα παιδιά έφυγαν γρήγορα, να βρεθούν για ποτά με τους φίλους τους. Τα εγγόνια κοιμόντουσαν αγκαλιά με τα δώρα του Αη Βασίλη στα κρεβάτια που παλιά κοίμιζαν τους γονείς τους. Η Ελεωνόρα έβγαλε τα παπούτσια της και δίπλωσε τα κουρασμένα της πόδια στον καναπέ. Δεν είχε κουράγιο να καταπιαστεί με τα άπλυτα πιάτα. Αύριο. Θα ξεκινήσει και το 2014 στο νεροχύτη.

Πήρε το τηλέφωνο.

‘’Βεατρίκη, δεν πιστεύω να κοιμάσαι. Σε παίρνω γιατί έχω να σου κάνω μια πρόταση. Την άλλη εβδομάδα ξεκινάμε οι δυο μας για ένα μεγάλο ταξίδι’’.

‘’Ήπιες πολύ, Ελεωνόρα; Τι σου ήρθε πρωτοχρονιάτικα;’’

‘’Ούτε ήπια πολύ ούτε αντιρρήσεις θα δεχτώ. Ένα μεγάλο ταξίδι, όλη την Ιταλία, από τη Τζένοβα ως τη Σικελία. Χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Σταματάμε όπου και για όσο μας αρέσει. Μια ζωή δεν το μελετούσαμε κι οι δυο; Λοιπόν, ήρθε η στιγμή. Έχουμε εκπληρώσει όλες μας τις υποχρεώσεις και με το παραπάνω. Έχουμε και οι δυο μας ωραία Ιταλικά ονόματα. Είμαστε από τους τυχερούς που παρά την κρίση έχουμε ακόμη δυο φράγκα στην άκρη. Και για πρώτη φορά στη ζωή μας λίγο χρόνο μπροστά μας. Λίγο χρόνο δικό μας’’.

*Η Λιάνα Τσιρίδη γεννήθηκε στις Σάπες Ροδόπης το 1958. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ.Από το 1989 ζει στην Κέρκυρα και εργάζεται ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.Από τις εκδόσεις Ιβίσκος κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της «ΤΕΛΟΣ ΠΑΡΤΙΔΑΣ» (2013) και «ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ» (2015)

Πηγή http://parallaximag.gr/parallax-view/to-roloi-tis/
Εικόνα: Ceorge Mekras

Μαρία Ζωγράφου Οζούνογλου ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2016






ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΓΑΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2016





Δεν ξέρω τι να ευχηθώ πια για τον νέο χρόνο, που να είναι γιορτινό και μαζί να είναι και ειλικρινή, αληθινό και να τιμάει την ανθρωπιά μας. Για να είναι γιορτινές οι ευχές μου, θα πρέπει να μπορώ να αποσιωπήσω το ότι, για να συνεχίσει να ζει κανείς αυτό που κάνει είναι να διαγράφει συνεχώς από την καρδιά και την σκέψη του, ανθρώπους που αποδιοργανώνεται η ζωή τους και αργοπεθαίνουν μαραζωμένοι σκληρά και ανελέητα στους δρόμους και στο περιθώριο της ζωής μας, χωρίς ελπίδα να αναδιοργανωθεί η ζωή τους. Και ενώ ο καθένας μας ζει με τον φόβο ότι θα έρθει και η σειρά του να ζήσει τα ίδια, προσπαθεί να το ξορκίσει με γιορτές και φιέστες, στολίσματα μέσα και έξω από το σπίτι και στην εμφάνιση του, για να πείσει τον εαυτό του ότι όλα είναι όπως πριν που συναγωνιζόμασταν σε κάθε υπερβολή της ζωής και το πληρώνουμε τώρα.


Είναι άνθρωποι σαν κ εμάς. Σάρκα απο τη σάρκα μας.
Είμαστε εμείς οι ίδιοι εκεί.

Επιμένουμε να κρατηθούμε στο ψέμα και στην υπερβολή του εγωκεντρισμού μας και ανταλλάσσουμε τέτοιες ευχές που στόχο έχουν να πείσουμε τον αυτό μας πρώτα και μετά τους άλλους, ότι μπορούμε να ζούμε κάθε φορά με όσους από μας απομένουν στην ζωή μέσα στην αποδιοργάνωση των πάντων. Χωρίς να αναφερόμαστε σε όσους δολοφονεί συνεχώς η ανέχεια η απελπισία, η απονιά μας, με την υπερηφάνεια μέσα μας και την αλαζονεία, ότι εμείς έχουμε την μαγκιά να μην είμαστε ένας από αυτούς. Και αν καμιά φορά αναφερθούμε σε αυτούς τους πάρα πολλούς δυστυχείς, που μέχρι χθες ήταν ενεργά μέλη της κοινωνίας μας και ζούσαμε μαζί τους, το κάνουμε πάλι ξοδεύοντας την ελάχιστη από την ενέργεια μας, για τα προσχήματα που τάχα μου θα δώσουν στην άδεια στην ανθρωπιά μας να γιορτάζει. Δεν ενδιαφερόμαστε επί της ουσίας, να κάνουμε κάτι που να δίνει προοπτική στην ζωή τους. Δεν επικεντρωνόμαστε στην ανάγκη να δημιουργήσουμε τις συνθήκες εκείνες που τους επανεντάσσουν στην διαδικασία της ζωής μαζί μας. Να τους τραβήξουμε από τον πάτο του πηγαδιού να μοιραστούν την ζωή μαζί μας. Κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε ότι όσο υπάρχει το πηγάδι ανοιχτό με ανθρώπους απόβλητα της ζωής, θα μας τραβάει όλους έναν – ένα μέσα στον πάτο του! Δεν στεκόμαστε να σκεφτούμε πάνω σε αυτό, όσο χρειάζεται μέχρι να έχουμε αποτέλεσμα, γιατί δεν μας καίει η κατάσταση τους. Στεγνώσαμε από αγάπη, αυτονομήσαμε την αυτοσυντήρηση μας από τους άλλους από εγωκεντρισμό, που μας ξεγελάει ότι μπορεί να συνεχίσει να μας μεθάει με εξουσίες και ηδονές.



Πριν λίγο καιρό, μέσα στην αγωνία μου να ανοίξω δρόμο στην αγάπη με όσους ψυχικούς και πρακτικούς πόρους διαθέτω, έκανα μια πρόταση που απευθυνόταν σε ανθρώπους που δείχνουν να έχουν στην καρδιά τους χώρο για αγάπη και τρόπο να βοηθήσουν να γίνει πράξη. Η πρόταση μου ήταν να με βοηθήσουν να διαθέσω την τέχνη μου στην υπηρεσία της αγάπης των συνανθρώπων. Αν συγκατέβαιναν στην πρόταση μου θα τους χρωστούσα χάρη σε όλη την ζωή μου. Δεν το έκαναν. Μπορεί να φοβήθηκαν ότι η προσφορά αγάπη εκ μέρους μου θα μου έφερνε εξουσία που θα μπορούσα να καταχραστώ. Μέσα σε τέτοιο ανταγωνιστικό περιβάλλον που είναι αναγκασμένοι να ζουν, θα έχουν πολλές τέτοιες εμπειρίες που δικαιολογούν τέτοιες σκέψεις. Μήπως, χωρίς να το συνειδητοποιούν, νοιώθουν ότι η πράξη αγάπης εκ μέρους μου θα μπορούσε να κλέψει κάτι από την λάμψη τους και την αξία τους; Μα, όταν κάποιος ξεχειλίζει από αγάπη και δουλεύει για να κάνει πράξη την αγάπη, δεν μπορεί να προσβάλει την αξία άλλων ανθρώπων και να υπογραμμίζει τυχών αδυναμίες του χαρακτήρα που όλοι έχουμε. Το θέμα είναι πως θα επικεντρωθούμε στις καλές πλευρές του χαρακτήρα του καθένα μας, για να νικήσουμε τις ανθρώπινες αδυναμίες όλοι μαζί, τιμώντας ο ένας τον άλλο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να βγει αγαπητικό αποτέλεσμα στην ζωή, από τον σεβασμό στον άλλο στην κατάσταση που βρίσκεται και όχι σε αυτήν που θα θέλαμε να βρίσκεται.




"Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω". Δεν υπάρχουν αναμάρτητοι, άνθρωποι. Εύχομαι και προσεύχομαι στον Χριστό και την Παναγία μας να μας φωτίσει όλους να νοιώσουμε πραγματικό ενδιαφέρον προς το καλό ο ένας του άλλου. Και μαζί να φωτίσει και τους δικούς μου ανθρώπους τους οποίους χρειάζομαι την βοήθεια τους, να καταλάβουν την ανάγκη που υπάρχει να βοηθήσουν να κάνουμε μαζί την ζωή υποφερτή σε όσους περισσότερους ανθρώπους μπορέσουμε με τρόπο την αγάπη και την προσφορά.




Πρέπει να αφουγκραστούμε όλοι να ακούσουμε τους ήχους των μαστόρων που χτίζουν τα τοίχοι γύρω μας στο ποίημα του Καβάφη (να κατανοήσουμε την κατάσταση) πριν είναι πολύ αργά. Γιατί το κακό δεν ντρέπεται και είναι ύπουλο. Μας πιάνει στον ύπνο. Και δεν θα επιβιώσουμε αν ο καθένας μας κλείνεται στον εαυτό του και στην παρέα του, αφήνοντας τον υπόλοιπο κόσμο στην δυστυχία του, έξω από τα όρια της καρδιάς του.


Κωνσταντίνος Καβάφης «Τείχη»


Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

http://texni-zoi.blogspot.gr/2016/01/2016.html

Maria Zografou Ouzounoglou
3/1/2016 ·



Έγραψα αυτό το κείμενο για να καταλάβετε τους λόγους που δυσκολεύομαι να στέλνω ή να απαντώ σε ευχές που στις μέρες μας δεν έχουν περιεχόμενο.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Σταύρος Σταυρόπουλος - Μαρία Χρονιάρη / ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ



Με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος και η Μαρία Χρονιάρη συνομιλούν με τον Κώστα Καλημέρη για τους δρόμους της γραφής, την ηθική, τον χρόνο και την λογοτεχνία των ζωντανών. Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

Η Μαρία Χρονιάρη διαβάζει τα 6 ποιήματα της συλλογής.

Την Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016. Γενέθλια μέρα. Στις 8μμ. Είστε όλοι καλεσμένοι.

Στο Polis Art Cafe-αιθριο Αρσακειου Μεγαρου
Πεσμαζόγλου 5 Αίθριο Στοάς Βιβλίου
2103249588

Είσοδος ελεύθερη

https://www.facebook.com/events/1004222006305298/

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Μάριον Μίντση ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ


Ναι, κυρ Στέφανε, 
βάλε και 2 κιλά υπομονή 
και 3 κιλά ελπίδα, 
ρίξε στο σακούλι και την μεγάλη προσδοκία...
και μπόλικη Υγεία, ναι, ναι απ΄την καλή...
βάλε λιγουλάκι ακόμα, 
να μην μείνει στο κρεββάτι ούτε μια ψυχή! 


Ναι κυρ Στέφανε, 
θα το κάψουμε απόψε
το αποτρόπαιο 2015
και στο τραπέζι του θα στήσουμε
2016 ονείρατα,
με σοκολατίνες Δυναμικής λαλιάς!!!
Χρόνια μας πολλά!!!
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ