Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Τζένη Μαστοράκη, Α' και δεν άκουγε, Β' Α, τι νύχτα ήταν εκείνη... - Μ' ένα στεφάνι φως Κέδρος

Μ’ ένα στεφάνι φως 
Ποιήματα
Τζένη Μαστοράκη
Κέδρος, 2003
63 σελ.
ISBN 960-04-0179-9,
ISBN-13 978-960-04-0179-0


[Α΄
ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΚΟΥΓΕ]

Τον εραστή των φαντασμάτων, των ταξιδευτών,
κι όσων εφύγαν πάρωρα, αυτόν καλούσε,

μες στο σκοτάδι που διαβαίνει μοναχός, στις ερη-
μιές που διάβαινε ωραίος, απ' τον καιρό λιωμένος,
σέρνοντας τη λύπη του, χλομό κοράσι.

Και σιγανά τού κρένει, και δεν άκουγε, πού περπα-
τείς, ψιθύριζε, και δεν τον φτάνει, στις ρεματιές
δροσίζεται, στο αγκαθινό, σε κλίνη ανεσκαμμένη
απ' άκρη σ' άκρη, και στα λινά μιας παραδείσου,
του ψιθύριζε, ήσουν καλός, και δεν ακούς, και μη
λυπάσαι, όνειρο ήταν και περνά, μη σκιάζεσαι,

εκεί που νυχτοπερπατείς σε ξένους ύπνους.

(το ποίημα της εναρκτήριας ενότητας της συλλογής)



Β΄ - Α, τι νύχτα ήταν εκείνη... 2 - Ah, quelle nuit c’était…

Β΄ - Α, τι νύχτα ήταν εκείνη...
Και λέει, μόνο να πεθάνω ήθελα, και πώς γυρίσαν όλα κι
ανατρέχουν, κύκλο τον κύκλο τ’ αφρισμένα στο νερό,
κύκλο τον κύκλο οι ζωές των ξένων, με ηλικίες αλλόκοτες
ξανάβρισκαν—

στο άγριο των οραμάτων ο βυθός, και στον ασάλευτο αέρα
που άδειαζε, ώ της ερήμου αρμάδες, ώ φτερά, κι ο θρήνος
τα λιωμένα γλείφοντας.

Οι πόλεις, ράκη αστροφεγγιάς, πνέουν, το κόκκινο λειρί τους
στην αντάρα, ζωές των ξένων, η ώρα μία της νυκτός προφτά-
νοντας με το συρμό των καταιγίδων—

κι εγώ που μόνο ήθελα, εγώ



Απόκοτη, όπως ταίριαζε, και χλιαρή από το πλήθος των
αιμάτων, έτσι πεσμένη, πριν κριθεί, εχάθη

στης πικροθάλασσας το κύμα, στ’ ανοιχτά.

Κι αερική, σαν πέρασμα καραβανιών, τρελών θιάσων,
φάρμακο που αρδεύει, αργό, ρούχο αργό των ίσκιων,
που της ταίριαζε,

σαράντα οργιές σκορπίζει στ’ ανοιχτά, σαν οπτασία που
ανθεί στα ξένα, σαν λυπημένο αγρίμι σκόρπιζε, στο κύμα
που φιλεί, και στ’ αξημέρωτα, όπου κοκόρι δεν σημαίνει,
σε ράχη ολόμαυρη,

το χέρι της φυλλοβολεί.



Ο τόπος έχει αλλάξει και δεν είναι πια, δεν είναι πια
πρωί, βορράς να φεύγουν, όσοι μονάχα εμποδισμένοι
και νυχτερινοί.

Δάσος κλειδώνεται, παγίδα σκοτεινή, τι σκοτεινό ανα-
τρίχιασμα, στους λάκκους, σημάδια που άλλοτε μικρός
περιηγητής,

δαμάσκο ξέφτι, αργυρή κλωστή, παρέκει θρόισμα τε-
λειώνει τ’ ακριβά του ρούχα.

Και σαν τροχιά λαμπρού φονιά, τυφλώνοντας, πίσω απ’
τα δέντρα ολοένα βασιλεύει, ο ίσκιος που ζυγίστηκε
ψηλά, φεγγάρι σκίζοντας τρελά—

τρελό φεγγάρι.



Θα ’ρθούνε χρόνοι κοπετών, μαγείας, ξανά η άπιστη σε
φονική αγκαλιά, κι η βλάστηση, ξανά, διαβρώνοντας
τις χαμηλές ρωγμές των τοίχων, τα φορέματα, όπλα που
επήραν τις ζωές ανδρείων,

κι απ’ τα ονόματα των άστρων που έφεγγαν, μήτε η λέξη
εωσφόρος, μήτε αλί—

Και θα σωπαίνεις πιο καλά, για να μ’ ακούς, φωνή αγνώ-
στου μέσα στο σκοτάδι, το αχ του τιμωρού που ρίχνει
τ’ άρματα, το πότε πια,

το πείσμα του αγγελιοφόρου, που αναπλέοντας με κίνδυ-
νο σε κοίλους χώρους, το στόμα του εσφράγισε και
περιμένει.



Πάντοτε νύχτα ταξιδεύουν τα μεγάλα χαίρε, τα έχε γεια,
καλότυχοι οι νεκροί που ξαγρυπνάνε, τις κορυφές, τ’
ακροκεραύνια περιπλέοντας, τις λόχμες μιας απύθμενης
υπνολαλίας,

κι όπως λιοντάρι στα στενά δε χόρτασε, το συννεφάκι
αυτό τούς σημαδεύει, την κόψη ανάβοντας, το ανάστημα,
μελαχρινό, το βλέμμα που ήταν—

Σαν να πεθύμησαν τη δροσερή φυγή, το αλγεινό των αρω-
μάτων σε κλεισμένους χώρους, τον ταπεινό αιγιαλό,

τη φοβερή φωλιά του ύπνου φεύγοντας, το λίγο των
ονείρων.



Αφού το φίλημα στις σκάλες, ο αποχωρισμός, τα πλοία,
το δαιμονικό, η ολέθρια δούλη, κι αφού το ζάλισμα, λευ-
κός αέρας και πανιών θυμός,

άδικα το χρυσάφι, τόσο, τα μαλλιά πού χύνονταν.

Η αναγνώριση, ξανά, γιατί θα ’ρθεί, να γίνει αυγή, δάγκωμα
κόβοντας στα δυο τον κόσμο, τα θαύματα, και τα νερά.

Να τρέμουν όσοι αγαπήθηκαν, και πώς, το αλάφιασμα, η
άγρια γύμνια, φτάνει, κι εδώ καθηλωμένοι, πώς, να γίνει
πάλι να χαθούν, και πώς, σαν ουρλιαχτό,

σαν ουρλιαχτό πέφτει το αίσιο τέλος και—



Για πάντα δεν είναι κανείς, ούτε διαρκεί, κανείς δε θά ’ρθει
απ’ την άλλη όχθη, στις εκβολές βραδυπορώντας με φωτιές.

Κι ανίσως το βραδάκι, στα σβηστά, με αδειανό σακούλι
ξεπεζεύει, πάλι απόξενος, δεν εννοεί, και λιποτάκτης δεν
μπορεί ούτε γνωρίζει.

Σαν ένας, λέει, που πλοηγώντας θα ξυπνά στη μαύρη λίμνη,
κι όπως παντού η σιγαλιά κι η άπνοια σκιάζει, στις φλέβες
του αφουγκράζεται το αιμοβόρο ψάρι,

και γύρω χόρτα πνίγουν τα περάσματα, των ναυτικών τα
ίχνη,

τα έια μάλα.



Μικρό μου, μήτε απ’ τα πουλιά και μήτε—

Ας πάψει πια εκείνο το τραγούδι, κι άλλο μην πεις, και μη
ρωτάς, που κλείδωσαν, απ’ τα ψηλά της παραθύρια γκρέ-
μιζε τα λόγια αλλιώς,

μοίρα χρυσή και δίκαιη των αυτοκτόνων,

το αίμα, τα αίματα, που μια στιγμή, σαν μακρινό μετέωρο
βουτώντας, το αίμα, μια στιγμή αγνάντεψε τα χαμηλά της
φώτα, την κάπνα πόλης που σωπαίνεται, σώμα βαρύ, κι
άλλο μην πεις, μην τραγουδάς, τα λόγια αλλιώς,

απ’ τα πουλιά τους φόνους της πενθεί, απ’ τα πουλιά και
μήτε, η πυρκαγιά, η πυρκαγιά ερημική,

μικρό μου—



Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά, για πάντα
εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για πάντα το κακό σημάδι
του, παραφροσύνη δίχως γυρισμό, φοβέρα σκιάζει,

μια ιερή σαρκοφαγία που εξαντλεί.

Κι ό,τι πονά, κι αν λησμονιέται την αυγή, μια νύχτα άλλη,
πλανήτης βάσκανος, ραγίζει η ανατολή, κι ανάρια λάμποντας
το πέρασμά του στο σκοτάδι, σαν ερπετό, μεγάλη σαύρα
που βουτά, θα ’ρθεί, μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο
και χλωρό κεφάλι, θα ’ρθεί, κατάχλωρος απ’ τη φωτιά, κι
ό,τι εξαντλεί, σαΐτα, βόλι και κακό φιλί,

ο μάγος έρωτας, ο τρόμος έρωτας το φέρνει πάλι.




Ξύπνα, φωνάζει, και μην κλαις, της φώναξε, το χέρι που
τιμώρησε και φεύγει, ξανά μουσκεύει στα παλιά του
αίματα, καιρός που λησμονεί,

κι ανάδρομα κυλώντας το φαρμάκι, χλόισε τα χείλη
πρώτα, το κατάσπρο φόρεμα—

Σαν το ναυάγιο, που κάποτε αναδύεται, με τα βαριά πανιά,
τους ναύτες, τα βρεγμένα ξύλα,

κύμα αντρειωμένο το γυρίζει με θυμό, σκίζει το στρώμα,
τα στιλπνά γεμίσματα, λίκνο πλωτό, φυσάει τρελή νοτιά,

ξύπνα, κι η νύχτα καταργεί τα εγκλήματα.



-------------------------------------------------------------

B’ - Ah, quelle nuit c’était…

Et elle dit, je voulais seulement mourir, et comment tout a changé et remonte, de cycle en cycle les écumants dans l’eau, de cycle en cycle les vies des étrangers, en des âges singuliers retrouvaient -

Dans la sauvagerie des apparitions le fin fond, et dans le vent figé qui vidait, ô armadas du désert, ô plumes, et la lamentation léchant les restes fondus.

Les villes, lambeaux de nuit étoilée, soufflent, leur crête rouge dans la brume, vies des étrangers, au cœur de la nuit parvenant avec le défilé des tempêtes -

et moi qui voulais seulement, moi


Follette, comme il seyait, et tiède de la multitude de sangs, ainsi effondrée, avant d’être jugée, s’est perdue

dans la vague de la mer amère, au large.

Et elle pur esprit, comme un passage de caravanes, de troupes en folie, remède qui irrigue, lent, vêtement lent, d’ombres, qui lui seyait,

quarante brasse elle disperse au large, comme une vision qui s'épanouit à l’étranger, comme un fauve attristé dispersait, dans la vague qu'elle embrasse, et dans les nuits sans fin, où aucun coq ne sonne matines, sur un versant tout noir

sa main se défeuille.





L’endroit a changé et ce n’est plus, ce n’est plus le matin, le vent du Nord pour qu’ils partent, ceux seulement qui sont empêchés et nocturnes.

Une forêt se verrouille, piège obscur, quel obscur frisson, dans les flaques, des signes qu’autrefois un petit voyageur,

effilochure de damas, fil d’argent, plus loin un bruissement achève ses riches vêtements.

Et comme la trajectoire d’un brillant assassin, en aveuglant, derrière les arbres se couche de plus en plus, l’ombre qui fut pesée en haut, une lune déchirant follement –

folle lune


Viendront des temps de lamentations, de magie, à nouveau la femme infidèle dans des bras meurtriers, et la végétation, à nouveau, érodant les fissures basses des murs, les robes, des armes qui prirent les vies de braves,

et d'entre les noms des astres qui brillaient, ni le mot lucifer, ni hélas –

Et tu te tairas mieux, pour m’écouter, voix d’un inconnu dans l’obscurité, le soupir du vengeur qui abat les chars, le quand donc,

l’obstination du messager, qui traçant sa route au péril en des lieux encaissés, a scellé sa bouche et attend.



Toujours de nuit voyagent les grands adieux, fortunés les morts qui restent éveillés, cabotant sur les cimes, sur l’extrémité des coups de tonnerre, dans les fourrés d’une divagation insondable en plein sommeil,

et comme lion dans le ravin ne se rassasie pas, ce petit nuage là leur laisse sa marque, embrasant le tranchant, la stature, sombre, le regard qui était –

Comme si leur manquaient la fuite rafraîchissante, le ravage des parfums en espaces clos, l’humble rivage,

le terrible terrier du sommeil dans la fuite, le presque rien des rêves.



Puisque le baiser aux escales, les adieux, les bateaux, le vent déchainé, l’esclave malfaisante, et puisque le vertige, le vent blanc et des voiles la fureur,

en vain les ors, tellement, les cheveux qui se répandaient.

La reconnaissance, à nouveau, parce que viendra, qu’advienne l’aube, morsure coupant en deux le monde, les miracles, et les eaux.

Que tremblent ceux qui furent aimés, et comment, l’effarouchement, la nudité farouche, suffit, ici aussi figés, comment, faire qu’à nouveau ils se perdent, et comment, comme un hurlement,

comme un hurlement tombe la fin heureuse et -



Pour toujours il n’y a personne, ni ne perdure, personne ne viendra de l’autre rive, marchant lentement aux embouchures avec des feux.

Et si jamais le soir, tous feux éteints, avec sa bourse vide met pied à terre, à nouveau étranger à tout, ne veut pas, et déserteur ne peut ni ne connaît.

Comme quelqu’un, dit-on, qui pilotant s’éveillera dans le lac noir, et comme partout le silence et le calme plat effarouche, dans ses veines tend l’oreille le poisson sanguinaire,

et des herbes alentour étouffent les passages, les traces des marins,

les ho hisse



Mon petit, ni de par les oiseaux et ni même –

que cesse enfin ce chant, et ne dis plus rien, et ne demande pas, où ils ont enfermé, de ses hautes fenêtres elle précipitait les paroles sinon,

destinée dorée et juste des suicidés,

le sang, les sangs, qui un instant, comme un lointain météore plongeant, le sang, un instant a contemplé ses faibles lumières, la fumée d’une ville qui se tait, corps lourd, et ne dis plus rien, ne chante pas, les paroles sinon,

de par les oiseaux elle tient le deuil de ses meurtres, de par les oiseaux et ni même, l’incendie, l’incendie désertique,

mon petit –



Il y a eu des méfaits et ils ont pesé lourd, et ce qui fait mal, pour toujours ici, pour toujours demeure, méchant baiser, pour toujours sa marque mauvaise, démence sans retour, menace qui assombrit,

un régime sacré de viande qui épuise.

Et ce qui fait mal, et même si c’est oublié à l’aube, une nuit autre, planète de mauvais augure, se fendille le levant, et resplendissant de temps en temps ses passages dans l’obscurité, comme un reptile, grand lézard qui bondit, viendra, après l’angoisse dans les sentes, corps brûlé et tête tendre, viendra, tout verdi par le feu, et ce qui épuise, flèche, projectile et méchant baiser,

l’amour sorcier, l’amour terreur le ramène à nouveau.




Réveille-toi, il crie, et ne pleure pas, lui cria-t-il, la main qui a puni et s’enfuit, à nouveau trempe dans son sang d’autrefois, temps qui oublie,

et à revers s’écoulant le poison, a verdi les lèvres d’abord, la robe toute blanche –

Comme le vaisseau naufragé, qui un jour émerge, avec les voiles alourdies, les marins, les bois détrempés,

une vague puissante le renverse avec colère, déchire le matelas, les garnissages luisants, berceau flottant, souffle un vent fou du Sud,

réveille-toi, et la nuit abolit les crimes.


in "En couronne de lumière", 1989, Kedros.

traduction :
Marie-Laure Coulmin Koutsaftis

Τζένη Μαστοράκη, Μ’ ένα στεφάνι φως Κέδρος,1989.


Μαστοράκη Τζένη
Η Τζένη Μαστοράκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε βυζαντινή και μεσαιωνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με ένα ποίημά της που περιλήφθηκε στην "Αντι-ανθολογία" του Δημήτρη Ιατρόπουλου, το 1971. Την επόμενη χρονιά τα ποιήματά της κίνησαν το ενδιαφέρον του Γιάννη Ρίτσου και της Νανάς Καλλιανέση, και εκδόθηκε από τον "Κέδρο" το πρώτο της βιβλίο, "Διόδια", με τίτλο που επέλεξε ο ποιητής. Έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα τέσσερα βιβλία ποίησης ("Διόδια", 1972, "Το σόι", 1978, "Ιστορίες για τα βαθιά", 1983 και "Μ' ένα στεφάνι φως", 1989), με το τελευταίο βιβλίο της, εμπνευσμένο από το έργο του Δ. Σολωμού, να έχει συγκεντρώσει την καθολική, σχεδόν, αποδοχή κριτικής και κοινού και να έχει επαινεθεί, μεταξύ άλλων, για την αριστοτεχνική χρήση της ελληνικής γλώσσας (Γ. Π. Σαββίδης) και της μυθοποιητικής παράδοσης (Δ. Μαρωνίτης). Τα ποιήματά της μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες και δημοσιεύθηκαν σε ανθολογίες και περιοδικά. Η διευθύντρια του προγράμματος ελληνικών σπουδών στο Columbia University της Νέας Υόρκης, Karen Van Dyck, αφιερώνει στη Τζένη Μαστοράκη ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου της "Η Κασσάνδρα και οι λογοκριτές" (1998), θεωρώντας την "μία από τις κορυφαίες ποιήτριες και μεταφράστριες της Ελλάδας". Δεινή μεταφράστρια, η Τζένη Μαστοράκη έχει μεταφράσει συγγραφείς πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, όπως οι Τζέι-Ντι Σάλιντζερ, Κάρσον ΜακΚάλερς, Ελίας Κανέττι, Χάινριχ Μπελ, Χάινριχ φον Κλάιστ, Καρλ Μαρξ, Κάρλο Γκολντόνι, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Άπτον Σίνκλαιρ, Λιούις Κάρολ, Τζόρτζιο Μανγκανέλλι, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Χάρολντ Πίντερ, Σάρα Κέην, Μιγέλ δε Θερβάντες, Χάουαρντ Μπάρκερ, Πωλ Σουήζι, Άγκνες Χέλερ, κι ακόμη τον "Πετροτσουλούφη" του Χάινριχ Χόφμαν και παραμύθια των Αδελφών Γκριμ. Το 1989 τιμήθηκε με το Thornton Niven Wilder Prize του Columbia University (Translation Center) για το σύνολο του μεταφραστικού της έργου και το 1992 με το ειδικό βραβείο του ΙΒΒΥ (International Board on Books for Young People) για τη μετάφραση του παιδικού βιβλίου "Ο ταξιδιώτης της αυγής", του Σι-Ες Λιούις (εκδόσεις Kέδρος). Ποιήματά της στα ελληνικά και σε γαλλική μετάφραση, επιλεγμένα από την ίδια, περιλαμβάνονται στο ιστολόγιό της: http://mastorakilfh2007.blogspot.com.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2003) Μ’ ένα στεφάνι φως, Κέδρος
(1990) Διόδια, Κέδρος
(1990) Το σόι, Κέδρος
(1986) Ιστορίες για τα βαθιά, Κέδρος

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2013) Ημερολόγιο: Παιδιά του κόσμου, Εκδόσεις Γκοβόστη
(2010) Επέτειος, Μικρή Άρκτος
(2005) Χρήσεις της γλώσσας, Σχολή Μωραΐτη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [εισήγηση]
(2004) Το χρονικό του Κέδρου, Κέδρος
(1992) Κύκλος Βάγκνερ, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Μεταφράσεις
(2014) Salinger, Jerome David, 1919-2010, Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης, Γράμματα
(2011) Marx, Karl, 1818-1883, Εγκώμιο του εγκλήματος, Άγρα
(2008) Machiavelli, Niccolo, 1469-1527, Ο μανδραγόρας, Θέατρο του Νέου Κόσμου/ Νέα Σκηνή Τέχνης
(2008) Kleist, Heinrich von, 1777-1811, Ο πρίγκιπας του Χόμπουργκ, Γράμματα [μετάφραση, επιμέλεια]
(2005) Marx, Karl, 1818-1883, Εγκώμιο του εγκλήματος, Άγρα
(2003) Kane, Sarah, 1971-1999, Λαχταρώ, Η Νέα Σκηνή
(2003) Hoffmann, Heinrich, Ο Πετροτσουλούφης, Γράμματα
(2001) Kane, Sarah, 1971-1999, Καθαροί, πια, Η Νέα Σκηνή
(2000) Hill, Adrian, Σχέδιο και ζωγραφική στο ύπαιθρο, Ντουντούμη
(2000) Hill, Adrian, Σχέδιο και ζωγραφική της αρχιτεκτονικής στο τοπίο, Ντουντούμη
(2000) Hill, Adrian, Σχέδιο και ζωγραφική. Πρόσωπα και σιλουέτες, Ντουντούμη
(2000) Hill, Adrian, Το σχέδιο και η ζωγραφική των δέντρων, Ντουντούμη
(2000) Hill, Adrian, Το σχέδιο και η ζωγραφική των λουλουδιών, Ντουντούμη
(1999) Lewis, Clive Staples, 1898-1963, Το λιοντάρι, η μάγισσα και η ντουλάπα, Κέδρος
(1998) Lewis, Clive Staples, 1898-1963, Ο ταξιδιώτης της αυγής, Κέδρος
(1996) Keeley, Edmund, 1928-, Η καβαφική Αλεξάνδρεια, Ίκαρος
(1996) Poe, Edgar Allan, 1809-1849, Λίγεια, Στιγμή
(1996) Kleist, Heinrich von, 1777-1811, Οι μαριονέτες, Άγρα
(1995) Lewis, Clive Staples, 1898-1963, Ο πρίγκιπας Κασπιανός, Κέδρος
(1994) Lewis, Clive Staples, 1898-1963, Το άλογο και το αγόρι του, Κέδρος
(1992) Συλλογικό έργο, Ο Βάγκνερ και η Ελλάδα, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
(1992) Hägg, Tomas, Το αρχαίο μυθιστόρημα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
(1991) Neill, A. S., Το πράσινο σύννεφο, Μπουκουμάνης
(1990) Lewis, Clive Staples, 1898-1963, Ο ανεψιός του μάγου, Κέδρος
(1988) Highet, Gilbert, Η κλασική παράδοση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
(1986) Böll, Heinrich, 1917-1985, Οι απόψεις ενός κλόουν, Γράμματα
(1985) Canetti, Elias, 1905-1994, Η τύφλωση, Γράμματα
(1985) Γκαντίνι, Τζοβάνι, Τ' όνειρο του Πετράκη, Οδυσσέας
(1985) Carpi, Pinin, Τα παράθυρα του ήλιου, Οδυσσέας
(1985) Όρι, Το ημερολόγιο του κόκκινου ήλιου, Οδυσσέας
(1985) Carpi, Pinin, Το νησί με τα μαγικά τετραγωνάκια, Οδυσσέας
(1983) Sinclair, Upton Beall, Η ζούγκλα, Γράμματα
(1982) Carroll, Lewis, 1832-1898, Γράμματα στα κοριτσάκια και φωτογραφίες, Άγρα
(1982) Schneider, Michael, Νεύρωση και πάλη των τάξεων, Κέδρος - Ράππα
(1981) McCullers, Carson, Πρόσκληση σε γάμο, Γράμματα
(1980) Υπαρξιακή ψυχολογία, Επίκουρος
(1978) Hofstätter, Peter R., Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
(1978) Μουζέλης, Νίκος Π., Νεοελληνική κοινωνία, Εξάντας
(1978) Salinger, Jerome David, 1919-2010, Ο φύλακας στη σίκαλη, Επίκουρος
(1978) Huberman, Leo, Τα υλικά αγαθά του ανθρώπου, Μπουκουμάνης
(1978) Sweezy, Paul M., Το παρόν σαν ιστορία, Μπουκουμάνης
(1977) Seger, Imogen, Εισαγωγή στην κοινωνιολογία, Μπουκουμάνης
(1977) Fromm, Erich, Η ανατομία της ανθρώπινης καταστροφικότητας, Μπουκουμάνης
(1977) Fromm, Erich, Η ανατομία της ανθρώπινης καταστροφικότητας, Μπουκουμάνης
(1977) Kiernan, Thomas, Ψυχοθεραπεία, Επίκουρος
(1976) Schleifstein, Josef, Εισαγωγή στη μελέτη του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν, Επίκουρος



Κριτικογραφία
Εφτά email του λεπτού, για τον βασίλη [Βασίλης Αμανατίδης, μ-otherpoem], www.chronosmag.eu, τχ. 22, Φεβρουάριος 2015"… στο φως, με ακουαφόρτε" [Ζαφείρης Νικήτας, Πισώπλατος ουρανός], Περιοδικό "Εντευκτήριο", τχ. 96, Ιανουάριος-Απρίλιος 2012Δεν πουλάει επανάσταση, "Ελευθεροτυπία", 1.2.2010Ούτε κουρσάρος, ούτε προσκυνητής Μόνο ευθείες [Δ. Ν. Μαρωνίτης, Η πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά], "Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο", 14.2.2009Τα μαύρα λουστρίνια, φτερωτά [Μάρω Δούκα, Τα μαύρα λουστρίνια], Περιοδικό "Η λέξη", τχ. 195, Ιανουάριος-Μάρτιος 2008

http://mastorakilfh2007.blogspot.gr/2007/04/b-ah-quelle-nuit-ctait.html
http://www.biblionet.gr/book

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Ανδρέας Καρακόκκινος - Λεμονανθοί στο πέλαγο

Λεμονανθοί στο πέλαγο


Γεννήθηκα σε χώματα νησιωτικά

απλωμένοι λεμονανθοί στο πέλαγο

στη πλώρη ένα ποδήλατο

άφηνε πεταλιές στο αύριο

κι ο ποδηλάτης στο κατάρτι

αγνάντευε τα βάθη των ονείρων

η θάλασσα λαμπύριζε πράσινη

κι έσμιγε με τις λεμονιές

και τις βιολέτες της αυλής

που σε μεθούσαν άνοιξη

στις πίσω σελίδες των βιβλίων

ζωγραφίζαμε με ξυλομπογιές

εικόνες της παιδικής μας φαντασίας

ξεχνώντας την αιώνια αδυσώπητη μοίρα

η αβάσταχτη αρμονία των αρωμάτων

δεν άντεξε στο χρόνο

η γης χαράχτηκε σε δυό κομμάτια

κι εμείς αναζητάμε στίχους

να χτίσουμε μια γέφυρα ανάμεσα.
Andreas Karakokkinos
12 Απριλίου στις 11:58 μ.μ. ·

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Παρουσίαση του συγγραφέα Σπύρου Σίγμα απο τους συγγραφείς Πάνο Σταθόγιαννη και Λίζα Διονυσιάδου


Την Τετάρτη, 13/4/2016, στις 19:30 στην αίθουσα ΑΙΤΙΟΝ, οι συγγραφείς Πάνος Σταθόγιαννης και Λίζα Διονυσιάδου, θα παρουσιάσουν τα βιβλία του Σπύρου Σίγμα( Σπύρου Σαμοίλη) , ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ και την 4η έκδοση του πρώτου βιβλίου του Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΜΩΝ.

(Οδός Τζιραίων 8-10, στάση Μετρό Ακρόπολη)


Η σφαγή των εντόμων
Σμίλη, 2016
Σελ.: 276
Επανέκδοση, 4η έκδοση 10η χιλιάδα
ISBN: 978-960-7793-55-3
Νεοελληνική πεζογραφία - Μυθιστόρημα [DDC: 889.3]


Η Σφαγή των εντόμων επανεκδίδεται από τη Σμίλη σε τέταρτη έκδοση, όντας εξαντλημένο από εικοσιπενταετίας.
Ο Σπύρος Σίγμα γράφει τις 9 Απριλίου στις 8:15 μ.μ. ·
"Είμαι χαρούμενος να σας ενημερώσω, ότι λίγο πριν τη δύση του αποψινού ήλιου, παρέλαβα την 4η έκδοση του πρώτου μου μυθιστορήματος, " Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΜΩΝ ", γραμμένο πριν από 35χρόνια, και εξαντλημένο πριν 25 χρόνια, στην 10η χιλιάδα των αντιτύπων του.

Είναι αφιερωμένο στους νέους ανθρώπους του κόσμου, που τους ισοπέδωσαν τα ιδανικά, στις χώρες χωρίς ταυτότητα αξιοπρέπειας.

Ο πίνακας που επιλέχτηκε τελικά είναι του Rene Magrit και ονομάζεται "Το αίμα του κόσμου".

Από τα μέσα της επόμενης εβδομάδας θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία.

Σας ευχαριστώ πολύ για το μέχρι σήμερα ενδιαφέρον σας."


Το οπισθόφυλλο του βιβλίου Η σφαγή των εντόμων του Σπύρου Σίγμα εκδόσεις Σμίλη 2016 Επανέκδοση, 4η έκδοση 10η χιλιάδα, ISBN: 978-960-7793-55-3


Έρωτες στα χρόνια του πολέμου
Σμίλη, 2015
528 σελ.
ISBN 978-960-6880-62-9,
Νεοελληνική πεζογραφία - Μυθιστόρημα [DDC: 889.3]

Ο ιδιοκτήτης αυτής της μυθιστορίας τη φρουρούσε στη φυλακή του μυαλού του με τους στρατιώτες της σωφροσύνης. Όταν αυτοί αποκοιμήθηκαν τις πρωινές ώρες του περσινού φθινοπώρου, εκείνη δραπέτευσε και οι χωρίς όριο έρωτες μιας οικογένειας ζωντάνεψαν αδίστακτοι και καταστροφικοί, κι αυτός έτρεξε ξωπίσω τους να τους φυλακίσει ξανά αυτή τη φορά σε ένα βιβλίο, απ’ όπου θα μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να τους επισκέπτονται και να ακούν τις διηγήσεις τους. Οι τολμηρές ερωτικές σκηνές αποφορτίζονται από τον πόλεμο που μαίνεται γύρω τους και από το χιούμορ-όπλο του συγγραφέα.


Σίγμα Σπύρος
Ο Σπύρος Σίγμα (φιλολογικό ψευδώνυμο του Σπύρου Σμοΐλη) γεννήθηκε στην Κέρκυρα.
Σπούδασε γιατρός στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, από όπου πήρε και το διδακτορικό του και ειδικεύτηκε στη χειρουργική. Άσκησε το επάγγελμά του σε νοσοκομεία της Αθήνας για σαράντα χρόνια. Στον ελεύθερο χρόνο του ταξίδεψε με πάθος στο Αιγαίο και στο τρία τοις εκατό του κόσμου, ασχολούμενος ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία, τη ζωγραφική, το κυνήγι και τη μαγειρική. Είναι μέλος του ΕΛΙΑ (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο), της Ελληνικής Εταιρείας Ιατρών Λογοτεχνών και της Φιλικής Εταιρείας Επιστημόνων Καλλιτεχνών.
Στα γράμματα εμφανίστηκε to 1981 με το μυθιστόρημα "Η σφαγή των εντόμων", που εκδόθηκε από το ΕΛΙΑ, υπήρξε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και από τις κριτικές χαρακτηρίστηκε ως "λογοτεχνικό γεγονός". Το καλοκαίρι του 1982 έγραψε στο Πάνω Κουφονήσι τη νουβέλα "Ιστορίες του ήλιου", που εκδόθηκε το 1991 από τις εκδόσεις Σμίλη. Την ίδια χρονιά επανεκδόθηκε "Η σφαγή των εντόμων" σε δεύτερη και τρίτη έκδοση από τις εκδόσεις Σμίλη καθώς και το καινούριο του μυθιστόρημα "Ο λυπημένος ερωδιός", που έκανε τρεις εκδόσεις μέσα σε έναν χρόνο, αποσπώντας κριτικές που έγραψαν ότι "...πρόκειται για μια προσωπική γραφή καινούρια στα ελληνικά γράμματα".
Το τελευταίο του μυθιστόρημα "Έρωτες στα χρόνια του πολέμου" γράφτηκε σε 110 μερόνυχτα όχι επειδή το ήθελε, αλλά επειδή δραπέτευσε από το μυαλό του, όπου επωαζόταν φρουρούμενο είκοσι τρία χρόνια. Εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2015 και έχει χαρακτηριστεί σαν ένα τολμηρό ερωτικό μυθιστόρημα. Εκτυλίσσεται στα χρόνια της Κατοχής στην Κέρκυρα
Τα τρία πρώτα βιβλία του κολυμπάνε στο Αιγαίο, το τέταρτο βασανίζεται σε ένα ασήμαντο χωριό της Κέρκυρας.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2016) Η σφαγή των εντόμων, Σμίλη
(2015) Έρωτες στα χρόνια του πολέμου, Σμίλη
(1991) Η σφαγή των εντόμων, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)
(1991) Ιστορίες του ήλιου, Σμίλη
(1991) Ο λυπημένος ερωδιός, Σμίλη

Πηγές :
http://smilipub.blogspot.gr/2016/04/blog-post_11.html
http://smilipub.blogspot.gr/2015/07/blog-post_15.html
http://www.biblionet.gr/author/49073/%CE%A3%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1



Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Λίζα Διονυσιάδου H μελαγχολική περηφάνια της γραφής



Στη διάρκεια του μεσημεριανού μου υπνάκου είδα ένα κείμενο στολισμένο με οξείες, περισπωμένες , άνω τελείες , δασείες , ψιλές ακόμη και υπογεγραμμένες ! Όλα τα ξεχασμένα σημεία στίξης πετούσαν κυριολεκτικά πάνω απ'τό κεφάλι μου σαν πεταλούδες… Ήταν τόσο όμορφα ! Και ξαφνικά εμφανίστηκε το όνομά μου (εννοώ το όνομα που μου έδωσαν κάποτε), γραμμένο σωστά : Ελισάβετ! (Θεέ μου τι ευτυχία !) Εδώ και πολλά χρόνια, κάποιος αγράμματος υπάλληλος στο αστυνομικό τμήμα (όπου έβγαζα νέα ταυτότητα) το έγραψε με δύο σίγμα (Ελισσάβετ) και από τότε, αναγκάζομαι να επαναλαμβάνω παντού το ίδιο λάθος, φοβούμενη ότι διαφορετικά θα μπλέξω σε γραφειοκρατικό αδιέξοδο… Κάποιοι, περισσότερο ευαίσθητοι υπάλληλοι με ρωτούν πώς γράφεται και εγώ έντρομη απαντώ : γράφεται με ένα σίγμα, αλλά εσείς γράψτε το με δύο, ώστε να μην δημιουργηθεί πρόβλημα!(το έχω ζήσει και αυτό…) Μόνο σας παρακαλώ, μην το γράψετε με τρία σίγμα ! Αυτό δεν θα το αντέξω… Έτσι συνεχίζεται η ζωή μου! Με λάθος όνομα, σε λάθος τόπο και λάθος χρόνο…
H μελαγχολική περηφάνια της γραφής Liza Dionisiadou 9 Απριλίου 2015 ·



Διονυσιάδου, Λίζα

Η Λίζα Διονυσιάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Μόσχα, στα χρόνια της δικτατορίας και εργάστηκε στην Αθήνα και τον Πειραιά. Η πρώτη ποιητική δουλειά της με τίτλο "Εν λευκώ" ήταν μια αντίστιξη στην "Γαλάζια μηχανή" (Καστανιώτης), που εκδόθηκε ύστερα από τον πρόωρο χαμό του εικοσάχρονου γιου της, Γιώργου Φιλιππίδη, το 1997.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Ο άνθρωπος από τη Χάβρη, Γαβριηλίδης
(2012) Χιονίζει, Γαβριηλίδης
(2011) Από μια σταγόνα γάλα, Publibook
(2009) Το τι του τίποτα, Ροές
(2003) Ο καθρέφτης, Ροές
(2001) Εν λευκώ, Οδός Πανός
(2001) Προς τα έξω, Οδός Πανός
http://www.biblionet.gr/author
Η αρχική φωτογρ. είναι δική της επίσης! https://www.facebook.com/photo.php?fbid=1097815776916254&set=a.546350662062771.1073741826.100000635264650&type=3&theater

Ανδρέας Εμπειρίκος, Τριαντάφυλλα στο παράθυρο (Υψικάμινος, Άγρα )

Εξώφυλλο ποιητικής συλλογής
του Εμπειρίκου


ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

Τριαντάφυλλα στο παράθυρο

Το κείμενο προέρχεται από τη συλλογή Υψικάμινος, με την έκδοση της οποίας, το 1935, ο Α. Εμπειρίκος εισήγαγε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα. Αναφέρεται στην αγάπη ως διαχρονική αξία της ανθρώπινης ύπαρξης και ύψιστο προορισμό της ζωής.

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια*. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα* μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής* παραδοχή της ζωής μας και της καθεμιάς ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν* των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας* της υπάρξεώς μας.

Α. Εμπειρίκος,
Υψικάμινος, Άγρα



*χαμέρπεια: ευτέλεια, μικροί και ασήμαντοι στόχοι (όπως τα ερπετά χάμω στη γη) *ατελεύτητη μάζα: αιώνια ύλη *λυσιτελής: ωφέλιμη, χρήσιμη *αναμόχλευσις: ανακίνηση *σεσημασμένον δέρας: δέρμα που φέρει επάνω του αποτυπώματα


Πηγή : http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C113/351/2368,9026/

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ζαχαρία Σώκου ''Άλλα ρούχα'' στον πολυχώρο "Αίτιον"




Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ζαχαρία Σώκου ''Άλλα ρούχα'' στο " cafe πολυχώρος Αίτιον", επί της οδού  Τζιραίων 8-10 στην Αθήνα (στάση μετρό Ακρόπολη) τις 8 Απριλίου 2016 8:00 μ.μ.
 Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
ο Κυριάκος Σταμέλος, μηχανολόγος -ηλεκτρολόγος ΕΜΠ, και ποιητής,
ο Πέτρος Στεφανέας, λέκτορας ΕΜΠ, και ποιητής, και
 ο Πάνος Σταθόγιαννης, συγγραφέας.

Ποιήματα θα διαβάσει ο ηθοποιός Κώστας Γιαλίνης.
Θα παίξει κλαρίνο ο Θανάσης Βασιλόπουλος.
Θα συμμετάσχει ο πρωτοψάλτης Γιώργος Χατζηχρόνογλου.
Η εκδήλωση θα κλείσει με ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια.
Άλλα ρούχα
Συγγραφέας : Ζαχαρίας Σώκος
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015
Σειρά : Ελληνική ποίηση, 74 σελ.
ISBN 978-960-576-311-4



Έργο του Βαγγέλη Ρήνα που τις 22-10-2015 ήταν καλεσμένος στην εκπομπή του Ζαχαρία Σώκου ''Απόστροφος'' κι όπου κοσμεί  το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής ''Άλλα ρούχα''.


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΥΜΜΑΘΗΤΩΝ

Ως να ήταν σε ταινία βουβή,
σε σύθαμπο του χρόνου
κι ήταν πληγές ψιμύθιο περασμένες,
αλλά του χρόνου τα σημάδια δεν ακούνε.

Κι ένα αεράκι άηχο να τρεμοπαίζει,
ρούχα φαρδιά, μαλλιά αραιά που υποχωρούνε,
ευθυτενή τα βλέμματα, συμβιβασμένες υγρασίες.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Ελένη ΑράπηΤα "άλλα ρούχα", www.oanagnostis.gr,
 30.10.2015 Ελένη ΧωρεάνθηΆλλα ρούχα, diastixo.gr, 31.5.2015

http://www.biblionet.gr/book
http://www.gavrielidesbooks.gr/showtitle.aspx?vid=1972

Τα “άλλα ρούχα”
ο αναγνώστης στις 30 Οκτωβρίου, 2015 http://www.oanagnostis.gr/ta-alla-roucha/



Γράφει η Αράπη Σ. Ελένη.

Τα “Άλλα ρούχα” αποτελούν την πρώτη μα εξαιρετική ποιητική συλλογή του Ζαχαρία Σώκου από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Μια ποιητική συλλογή που φαντάζει ως “Επιτάφιος”, για όλους αυτούς που έφυγαν νωρίς.Ο ποιητής μας παρουσιάζει τους αγαπημένους του νεκρούς και εμείς γινόμαστε θεατές μιας κινηματογραφικής ταινίας, που με ένδυμα τις λέξεις ξεδιπλώνει εμπρός μας, τον πόνο, την θλίψη, την απώλεια, τη φθορά του χρόνου.

“Στη Μεσογείων

Ήταν μεσάνυχτα και μετά, σκοτάδι αλλόκοτο, κι η θεία αυγή

αργούσε ακόμα. Άρρωστη άπνοια έγλειφε, σαν χορτασμένος

σκύλος, τις ώρες που μηρυκάζουν σκέψεις. Ξάφνου αεράκι

απόκοσμο ανασήκωσε το φόρεμα της μνήμης και ένα ρίγος,

ίδιο με την ανατριχίλα στις απότομες κατηφοριές των βαγονιών

στο λούνα παρκ, ξάμωσε στο κορμί μου. Ταξίδια νύχτας

ξεπέζεψαν, γεύση αόρατης παρουσίας.



Πού πάτε περασμένα μεσάνυχτα, παιδιά,

η νύχτα είναι κόκκινη μα οι χάρες την ασπρίσαν

κι έχω μεγαλώσει πια και δεν αντέχω τα ξενύχτια.



Πάμε, μου γνέφει ο Κωστής.

Έλα, μου κάνει ο Τάσος,

κι ακολουθώ.



Σταυροκοπιούνται οι οδηγοί

Ριγούν οι φανοστάτες.



Γυρνώ,

κι είμαστε λέει στη Μεσογείων,

πλημμύρα μαύρο γάλα,

κι άλικο έπεφτε χιόνι.



Βλέπω τον Κώστα άλουστο,

τον Τάσο δίχως δόντια

και μέσα στα χεράκια τους

η αργυρή τους κόμη,

περνά και η μανούλα μου

και δε με αναγνωρίζει.”



Το “σύθαμπο του χρόνου” λοιπόν, η ματαιότητα, η φθορά, η σιωπή παρουσιάζονται σαν σε ταινία βουβή με κοντινό πλάνο πάντα τον θάνατο.

Ακόμα και ο έρωτας, η ζωογόνος δύναμη που κινεί το σύμπαν, δοκιμάζεται στο σφαγείο του χρόνου. Αντιμετωπίζεται ως πόνος, ως παραπλάνηση. Μα και κάπου εκεί υπολανθάνει “η αέναη θερμότητα”, “όταν ο έρωτας σελώνει το άλογό του”.

Βαθιά πολιτικοποιημένος εκφράζει την αγωνία του για τον άνθρωπο. Καταθέτει τους προβληματισμούς του κοινωνικούς και πολιτικούς. Δεν προτείνει λύση, μα μέσω της στωικότητας και της εφεύρεσης “του άλλου εαυτού” υπομένοντας εντέλει αντιδράει.



“Το καπλάνι της Σάμου



Θα ‘ρθω μια μέρα,

της νιότης φυσεκλίκια ζωσμένος,

της ουτοπίας το αμπέχονο στον ώμο

κι αρβύλες θα φορώ, με πέταλα αργυρά καλιγωμένος,

κι αντάρτης αυθάδης

πίσω θα τα γυρέψω όλα

αλίμονό σας.



Θα΄ρθω μια μέρα,

του Καραίσκου χούγια φορώντας,

όχι σε αγύρτες τραπεζίτες αναιδείς,

εξωνημένους του διευθυντηρίου,,

αυτούς αρχαία ύβρις αναμένει,

στον άλλο μου εαυτό θα καταφτάσω και στη μνήμη.



Θα΄ρθω μια νύχτα, θα το δείτε,

ρετάλια να μαζέψω

τα παλιά μου κομμάτια

κι ό,τι μπορώ θα ξαναυφάνω

σώματα και ψυχές σπαταλημένες.



Θα ΄ρθω πριν έρθουν κι ό,τι σώσω,

έτσι και αλλιώς η σωτηρία πλάνη,

κι αφού την ώρα την καλή δεν δύναμαι να βαλσαμώσω

και σαν κουνάβι σε μουσείο να ποζάρει,

όπως στη Σάμο το καπλάνι,

γιατί φοβάμαι οι καλές οι ώρες

το ύψος της μοιραίας πτώσης μεγαλώνουν.



Πιλότος κάποτε ήθελα να γίνω

μην ξέροντας, ο αφελής,

τι πάει να πει υψοφοβία.”



Διαβάζοντας τα “Άλλα ρούχα” είναι σαν να βλέπεις να ξετυλίγεται εμπρός σου το τοπίο της Αιτωλίας, μα και σαν να ακούς τις φωνές των προγόνων σου να ξεπροβάλλουν πίσω απο τις λέξεις.

Κυρίαρχη “ταΐστρα” του ποιητή, ο μέγιστος Ομηρος. Μέσα από την Ιλιάδα, ανασύρει τρεις ανώνυμους “ήρωες” τον Σιμοείσιον, τον Θαμύρη και τον συνώνυμο του Σώκο και τους δίνει μια κάποια αξία. Καβαφικός ο λόγος και το ύφος του, με καρυωτακική θλίψη. Επόμενη ”ταΐστρα” το δημοτικό τραγούδι, το οποίο διανθίζει την ποιησή του. Δεινός χειριστής τόσο του ελεύθερου όσο και του ομοιοκατάληκτου στίχου.

Η ποίηση του Ζαχαρία Σώκου χωμένη για χρόνια μέσα σε κλειστά συρτάρια, δεν μούχλιασε μα ωρίμασε. Η φθορά του χρόνου, που τόσο πολύ μνημονεύει ο ποιητής, την δυνάμωσε.

Και τώρα ήρθε η ώρα ο σκηνοθέτης, ο δημοσιογράφος να φορέσει επιτέλους τα “Άλλα ρούχα” και ως άλλος εαυτός να τολμήσει να σεργιανίσει της ποίησης την σκάλα.

“Τα άλλα ρούχα



Με εφτά κοτλέ

και δέκα τζιν

την έβγαλα ως τώρα

κι ίσως μη χρειαστεί

άλλη αγορά να κάνω.



Μόνο τότε,

στην αορτή του χρόνου

νικημένη σκιά,

στου Αρακύνθου τα ριζά,

“της Άρνης τα λαγκάδια”,

να με φυσάει ο βοριάς

και να με βρέχει ο νότος

και θα με βλέπω

γαμπρό να με στολίζουν

πρέπει κουστούμι να φορώ

να μη με δει η μάνα μου

παλιόρουχα να φέρω.



Κι έτσι εγώ

που, καταβάθος,

ήθελα άλλα ρούχα

δεν θα προλάβω ποτέ να τα φορέσω.”



Ζαχαρίας Σώκος
Zaxarias Sokos
https://www.facebook.com/Zaxarias-Sokos-1511377699156117/timeline
Δημοσιογράφος μέλος ΕΣΗΕΑ , π. Διευθυντής Απόδημου Ελληνισμού και Δορυφορικής Τηλεόρασης ΕΡΤ. Αρχισυντάκτης και παρουσιαστής τηλεοπτικών εκπομπών και παραγωγός της ραδιοφωνικής εκπομπής του »Τρίτου» προγράμματος της ΕΡΑ »ΑΠΟΣΤΡΟΦΟΣ»*. Δ/ντης Σύνταξης του περιοδικού »ΠΕΡΙΣΤΥΛΟΝ». Εργάστηκε ως αρχισυντάκτης σε εφημερίδες και περιοδικά. Σπούδασε Οικονομία και Σκηνοθεσία. Ζει στην Αγία Παρασκευή από το 1961. (http://www.nikiagiaparaskevi.gr )