Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

Άλκης Αλκαίος Είδα


Είδα στον ύπνο μου εχτές
χρυσές ανταύγειες και φωτιές να μας τυλίγουν
παίζαν χιλιάδες μουσικές
και συ τα σύννεφα να διώχνεις που μας πνίγουν
Είδα θεούς να αιμορραγούν
νύμφες να λούζονται σε μαύρους καταρράχτες
παιδιά να μας καθοδηγούν
κρίνα ν' ανθίζουνε στου κόσμου όλους τους φράχτες


Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα

Είδα στης πόλης τα στενά
γονατισμένους πρίγκηπες να ξαγρυπνάνε
σκλάβους να σπάνε τα δεσμά
κι άλλα δεσμά πιο ματωμένα να ζητάνε
Είδα γενναίους εραστές
να καθρεφτίζονται σε δρόμους από χιόνι
είδα αστυνόμους, δικαστές
απ' τα κλεφτρόνια να γυρεύουνε συγγνώμη

Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Μάριος Τόκας
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος


Άλκης Αλκαίος, ο έρωτας σκοτώνει και του πάει



Ασάλευτα ταξίδια
στο λάκκο με τα φίδια
κάθε κορμί μια γη κι εφτά ουρανοί
ο ουρανός τη βρέχει
κι η γη δεν το αντέχει
θα 'μαστε είπες σ' ανοιχτή γραμμή

Φίγουρες μες στη νύχτα
που καίγονται σα σπίρτα
πώς δένουνε καινούργια και παλιά
στο μπαρ με ταλαράκι
θα κάψω το σαράκι
τη μοναξιά θα πιω γουλιά γουλιά

Τα φώτα του ανάβει
του πόθου το καράβι
σημαία μαύρη σε λευκό ιστό
κολλάω σαν το στρείδι
στο τρύπιο το σανίδι
ανώφελα κι ωραία να σκορπιστώ

Δε τα διαλέγεις άστρο μου όλα τα ταξίδια
σε βλέπω πάλι στου καπνού τα δαχτυλίδια
πώς ό,τι μας ενώνει μας σκορπάει
ο έρωτας σκοτώνει και του πάει



Album: Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ 
Company: SONY MUSIC 
Genre: ΕΝΤΕΧΝΟ 
Στίχοι Αλκαίος Άλκης 
Μουσική/Ερμηνεία Στόκας Μπάμπης

Κικη Κτενοπούλου :" Γρήγορα που φεύγει η μέρα ..."



Γρήγορα που φεύγει η μέρα.

Πάνω σ 'αρρωστημένες ματιές 
κυλάει η μούχλα της ρουτίνας.
Μήπως και αδράξουμε σα πεινασμένοι,
εκείνο που λέγεται "ευτυχία"
Τι λέξη κι αυτή... Ευτυχία!
Ποδοπατημένη από κλειστά μάτια,
κλειστά αυτιά και άναρθρη σιωπή.
Τα βήματα μας πάνε και επιστρέφουν.
Μαζεύουν τη σκόνη.
Στολίζονται από παγκάκια μ' άστεγους.
Μισό κουλούρι στα δύο και μοναξιά ολόκληρη.
Στρίβουμε σε στενά μη κι απαντήσουμε,
εκείνο που λέγεται "αγάπη"
Τι λέξη κι αυτή... Αγάπη!
Ευνουχισμένη από το πάρε δώσε
από σφαλισμένες καρδιές.
Κρυβόμαστε σε γρανιτένιους τοίχους
ασφάλεια γυρεύοντας πλαστή.
Κουβέντα πιάνουμε για να μιλάμε.
Ρωμαίος και Ιουλιέτα.. μόνο στα παραμύθια.
Με φοβισμένες πλάγιες ματιές,
τον πόθο ψαχουλεύουμε στο πέρασμα μας.
Ψιλικατζίδικα αγγίγματα μη και μας κάψει,
εκείνο που λέγεται "έρωτας"
Τι λέξη κι αυτή ... Έρωτας!
Αλυσοδεμένος από άλλοθι ευπρέπειας.
Του κόσμου η κρίση... αφεντικό.
Το ξέφρενο του να ονειρευόμαστε τις νύχτες,
μονάχα νοερά... φωτιά να μας ματώνει.
Είναι 
 πιο σίγουρο ανήθικους να λέμε
όσους με τόλμη τον γνωρίσαν.
Πόσο γοργά και πάλι έρχεται η νύχτα.

Θεσσαλονίκη 
5/10/2013




Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Λιθοξόος Γεώργιος : Αγάπη από μετάξι



...

έδωσα στην αγάπη το όνομά σου

άνοιξα το παράθυρο να μπει φρέσκο αεράκι

έκλεισα τα μάτια μου για να ονειρευτώ

...

σ'αυτόν που σκηνοθετεί τα όνειρά μου

είπα να ζωγραφίσει την μορφή σου

έστρωσε στον καμβά μεταξωτό ύφασμα

έδωσε στο έργο το όνομα "αγάπη από μετάξι"

πήρε τα πινέλα του και άρχισε να ζωγραφίζει

...

ταξίδεψα με τα φτερά της ψυχής μου 

εκεί που η καρδιά ήθελε να με πάει 

ήρθα κοντά σου και με φίλησες

έπιασα το χέρι σου και σου είπα έλα μαζί μου

...

ρώτησες που θα με πας

σου απάντησα μια βόλτα στον παράδεισο

εσύ με έκλεισες στην αγκαλιά σου

και άρχισες να κλαίς με αναφιλητά

...

Γιώργος Λιθοξόος

 Αύγουστος 2017

...

Παρουσίαση βιβλίου "Το Μυστικό του Χρόνου Αννίβας 183 π.χ." του Μάνου Καλύβα, εκδόσεων "ΑΓΓΕΛΑΚΗ" στο Αμφιθέατρο του Δημαρχιακού Μεγάρου του Δήμου Σαρωνικού




Οι εκδόσεις «ΑΓΓΕΛΑΚΗ», σας προσκαλούν το Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017 στις 20:00, στο Αμφιθέατρο του Δημαρχιακού Μεγάρου του Δήμου Σαρωνικού στα Καλύβια Αττικής, για την παρουσίαση του βιβλίου «Το Μυστικό του Χρόνου Αννίβας 183 π.χ.» του Μάνου Καλύβα.

Η εκδήλωση τελείται υπό την αιγίδα του Δήμου Σαρωνικού.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν :
Λευτέρης Παπακώστας, ιστορικός - συγγραφέας
Αθανάσιος Κοσμόπουλος, συγγραφέας

Αποσπάσματα θα διαβάσουν :
Ριάνα Κουράκου, καθηγήτρια θεάτρου και χορού
Βασίλης Καΐλας, ηθοποιός - συγγραφέας

Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Δήμητρα Κατραμάδου

Καλύβας, Μάνος

Ο Καλύβας Μάνος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά με ειδίκευση στην οικονομική ανάλυση δεδομένων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Είναι δημόσιος υπάλληλος, έγγαμος και έχει τρία παιδιά. Ασχολείται ερασιτεχνικά από το 2002 με τη μελέτη της ελληνικής, ρωμαϊκής και ευρωπαϊκής ιστορίας με ιδιαίτερη έμφαση στις στρατιωτικές τακτικές, τις αιτίες και αφορμές των πολεμικών συγκρούσεων και τις συνέπειες τους στον πολιτικό-οικονομικό τομέα των κρατών.

Έχει γράψει επίσης τα κάτωθι βιβλία όπως εμφανίζονται στη βάση Βιβλιονέτ

(2017)Το μυστικό του χρόνου, Αγγελάκη Εκδόσεις
(2014) Έρωτας στην κόψη του ξίφους, Αγγελάκη Εκδόσεις
(2013) Από το βράδυ του Μαρένγκο στον ήλιο του Αούστερλιτς, Αγγελάκη Εκδόσεις


Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Μάτσας Aλέξανδρος - Το Σπίτι, 1942


Tο σπίτι στέκεται χωρίς σκιές

μες στην ακίνητη πυρά της μεσημβρίας.

O ήλιος κατεργάζεται τις ύλες,

σκεβρώνει κεραμίδια και ξυλείες,

ψήνει τις πέτρες. Γύρω,

στο φωτεινό της ώρας εργαλειό,

μιά μυστική σωρεία γεγονότων·

το σκάσιμο του σύκου, η φυγή

μιάς σαύρας· περιπέτειες πουλιών,

εντόμων και φυτών. Kάτω στ' αμπέλι,

μέσα στις αγριάδες, μιά κυψέλη

βουίζει από τις σφήκες.




Στον εξώστη,

ανάσκελα στον ήλιο, μεθυσμένος

από το μέλι της κλεμμένης μέρας,

στρατιώτης Γερμανός απεκοιμήθη.




Aν δεν φορούσε την πράσινη στολή,

θα έμοιαζε σαν άλλος ένας νέος

απ' τους πολλούς που στέγασε το σπίτι

μες στον αιώνα της ζωής του. K' έτσι

κοιμώμενος, χωρίς φωνή και βλέμμα,

δύτης βουβός στους δίκαιους βυθούς

του ύπνου, δεν φαίνεται παρείσακτος.




Aμέριμνο το σπίτι προχωρεί

μέσα στην ώρα, προς το βράδυ· πλούσιο

από τον φόρτο της συγκομιδής του.

Ωσάν τα κάρρα που γυρίζουν απ' τ' αμπέλια

με βακχική μεγαλοπρέπεια.




Tο σπίτι έζησε πολλές ζωές.

Ήταν απέραντο για τα μικρά παιδιά,

γεμάτο μύθους και μυστήρια, με πολύ

ψηλές τις σκάλες και μεγάλα τα δωμάτια.

Eμίκρανε με τον καιρό· καθώς υψώνοντο

στην πόρτα της τραπεζαρίας, τα σημάδια

του αναστήματος των αγοριών. Ξανθές κοπέλλες

ρέμβασαν στις ταράτσες. Mιά γυναίκα

το βρήκε φυλακή της, κι ονειρεύθηκε

το δάσος και κανέναν καβαλλάρη

γονατιστό σε χειροφίλημα, και θύρες

που ν' άνοιγαν αθόρυβα, και δαχτυλίδι

που να 'καμεν αόρατον όποιον το φέρει.

Oι τοίχοι του ξεχείλισαν με έρωτα·

οι στέγες άνοιξαν στ' αστέρια, κ' οι σελήνες

πότισαν φίλτρα τους εξώστες. Ύπνοι

το γέμισαν με μυστικά ταξίδια.

Aυγές εχάιδευσαν παράθυρα και βλέφαρα·

τα δειλινά φέραν αλήτες πόθους

που έστρεφαν τα μάτια των εφήβων

έξω, κατά τους δρόμους και τη νύκτα.




Aπό κει έφυγε κι ο Άσωτος Yιός,

ανήξερος πως ώφειλε στο σπίτι

κι αυτή τη δύναμι της απαρνήσεως·

κ' εκεί σαν κάποτε επιστρέψη, θα γνωρίζει

στο βλέμμα άλλων παιδιών, την ίδια λάμψι

που 'σβυσε στο δικό του· κ' ίσως θα ρωτιέται

μήπως κανένας από τους βοσκούς του

είναι τυχόν ο Άσωτος άλλου σπιτιού.




Πέρασε μιά γυναίκα που διύλισε

ολόκληρο το θέρος σ' ένα τραύμα

πλούσιο σαν τις χρυσοστάλακτες πληγές

των πεύκων. Tην αυγή κατέβαινε

ξέπλεκη και ασάνδαλη, στ' αμπέλια,

να βρη τη γεύσι της καινούργιας μέρας

στη σκοτεινή σάρκα των σύκων. Έβλεπε

το πλήκτρο του ήλιου να ξυπνά

των τζιτζικιών τα μεθυσμένα σείστρα

πρώτα στα πιο ψηλά κλαριά, κατόπιν

στα σκίνα· και ολόκληρες πλαγιές

των λόφων να ξεσπάνε σε τραγούδι.

Tο φως επότιζε βαθειά τα μάτια της,

ώς τα κλειστά ποτάμια των φλεβών της,

και τους λαβύρινθους των σπλάχνων. Έπαιζε

με τις μεταμορφώσεις, πότε ελαία

και πότε πικροδάφνη, και χρυσόμυγα

και μέλισσα. Tο φίλημά της

ολονυκτίς κρατούσε μιάν ανταύγεια,

όπως οι κόγχες διατηρούν εξόριστες

τον ήχο της θαλάσσης.




Kάποτε,

την εποχή που πέφτουν τα ορτύκια

απ' ορειχάλκινες νεφέλες του βορρά,

ήλθ' ένας ξένος έφηβος. Aγγελιαφόρος

μιάς μυστικής ευδαιμονίας, έφερνε

μήνυμα που δε γνώριζεν ο ίδιος.

Tο βλέμμα του περνούσε τους φλοιούς

για νά'βρη τη δρυάδα, και τους βράχους

πέρα απ' τις ρίζες των μαρμάρων. Mετουσίωνε

τις ύλες. Tο λαμπρό κεφάλι

ήταν μιά χύτρα αλχημιστού. Kυριαρχούσε

της χαράς, όπως ο ραβδοσκόπος

των πιο κρυφών υδάτων. Tην εθήρευε

μες στο μυχό κάθε στιγμής, κ' ευφραίνετο

που δεν μπορούσε ν' ανακόψη τη φυγή της.

Tα βράδια ανέβαινε στις κορυφές των λόφων

κ' εστέκετο στους βράχους, μες στα ρείκια,

να δη το τέλος της ημέρας. Έβλεπε

το σκότος ν' αναβλύζη στις κοιλάδες,

και κάθε δένδρο να γίνεται κρουνός

της νύκτας· κ' εκύτταζε, στα χέρια του,

το θάνατο μ' ασφάλεια να κυλά

μες στις ωραίες φλέβες.




Eυφροσύνη

της βέβαιης φθοράς, γαλήνη της σποδού!

Aχώριστέ μας κάτοικε, δρομεύς

που κάθε μας σφυγμός μετρά το βήμα,

η λευκή τρίχα κ' η ρυτίδα τους σταθμούς!

Φιλάργυρε του Xρόνου τοκογλύφε,

τεχνίτη του ξερού κλαριού και του καρκίνου,

παρακοιμώμενε των εραστών!




Ποιός να θυμάται

σε μιά γωνία του σπιτιού, την ταπεινή

γριούλα, απαρατήρητη σα σκούπα.

Σ' αυτήν ο θάνατος συγκέντρωσε για χρόνια

μιάν απροκάλυπτη μικρογραφία, κυπαρίσσι

σε γλάστρα φυτωρίου. Tο γνωστό

σταφιδιασμένο πρόσωπο, τ' άχρωμο βλέμμα,

φενάκιζαν τη μεγαλόπρεπη μορφή

του αοράτου άνακτος. Ωρίμαζε

βραδέως και τελείως για τον τάφο,

λησμονημένη απ' την αρρώστια κι από τ' άλλα

έκτακτα δρομολόγια του θανάτου.




Προθάλαμε του τάφου, κιβωτός

φθαρτή, για εφημέρους επιβάτας,

σ' ένα μικρό κυματισμό του Xρόνου·

πλέουσα προς το βέβαιο ναυάγιο

στην πλούσια γη που κρύβει κιονόκρανα

στων ελαιών τις ρίζες· που τ' αμπέλια

φυτρώνουν μέσ' από θαμμένους αμφορείς!

Kυψέλη, σπίτι, πολιτεία, Γερμανός

επιδρομεύς ή σφήκα, τί σημαίνει

στην κλίμακα που χάνεται στα άστρα

κι αρχίζει στο μικρόβιο! -Tειρεσία!

καταραμένε μάντι, με φωνή

γυναίκας άσεμνης στα χείλη, και με γένεια

στους κρεμαστούς μαστούς, ώ αίσχος

περήφανο! Tο σπίτι περιμένει

να συμπληρώση τη μυθολογία του

με μιάν απ' τις αμέτρητές σου παρουσίες!

Γέρος και νήπιον, στας "δυσμάς του βίου"

του συνεχώς σφετερισμένου, πόρνη

και άρχοντας· καλά μεταμφιεσμένος

σαν άξιος κτηματίας, θα ξεπλέκεις

τα λογοπαίγνια των θεών, τους οιωνούς,

τα σύμβολα και τα αινίγματα· μελετώντας

στον νεαρόν ηνίοχο των αλωνιών,

στου τρυγητού τις κανηφόρες, στο πουλάρι,

την εξαισίαν ήβη του θανάτου.




Mε βήμα αργό πρεσβύτου, στην παλιά

δενδροστοιχία, την ώρα που τελειώνει

η μέρα κι ο Σεπτέμβριος, ο μάντις

θα περπατά σα σχοινοβάτης στην αιχμή

του αοράτου μεσοτοίχου· με πλευρό

στις παγερές πνοές εκτεθειμένο,

μ' αυτί καλώς εξασκημένο στην ηχώ

της θείας συμπαιγνίας. Έτοιμος να πετάξη

την "εφθαρμένη της σαρκός εσθήτα",

κι ακόμα ψάχνοντας μες στις λερές πτυχές

τη δόξα των σβυσμένων της κηλίδων.

Kι αν βρης, στα ξερά φύλλα, διαφανές

χιτώνιο τζιτζικιού· κι αν πατητής

με κνήμες σταφυλοβαμμένες προσπεράση,

κι ο δύων ήλιος του θωπεύση τα μαλλιά,

κι αυτά τα ύστατα θα πάρης, Tειρεσία,

βότσαλα, για να κάμης κύκλους

μεθαύριο, στα ύδατα της λήθης.




O ήλιος έγειρε στον Yμηττό· κι ο Γερμανός

εξύπνησε. Kυττάζει γύρω του μ' ανία.




Bαριέται εδώ στο μακρυνόν αγρόκτημα.- Eίμαι βεβαίως τυχερός, διότι άλλοι ομήλικοί μου πάνε για το μέτωπο.




K' η πόλις του λιμού και του θανάτου,

η πόλις που μυρίζει πτώματα




στερείται διασκεδάσεων. H φύσις είναι ωραία. Όχι βεβαίως σαν της Bαυαρίας. (Tο ίδιο σκέπτοντο εδώ κάτι δασκάλες των παιδιών, που εύρισκαν γυμνή την Aττική.) Aλλ' η μικρή φρουρά βαριέται· κι όταν πιούν ρετσίνα και λιαστό δεν έχουν τί να κάνουν, τα βράδια. Xθες τη νύκτα ξαπλωμένος, σημάδευσα τις μύγες στο ταβάνι με το περίστροφο. Πέρασαν οι σφαίρες στην κάμαρα απάνω και κτυπήσαν




μιά κλίνη που δεν είχε χάσει

τη μνήμη δυό σωμάτων λαξευμένων

από την πείνα και τον έρωτα.




Kι αν ποτέ, όπως διαδίδουν μερικοί προδότες, φύγουμε και εγκαταλείψουμε την χώρα, ασφαλώς


θα κάψουμε και τούτο το παλιόσπιτο.


(από τα Ποιήματα, Eρμής 1995)




http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?isprint=yes&id=25&author_id=25

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης - Ομιλία κατά την απονομὴ του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη



Γιώργος Σεφέρης - Ομιλία κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη

Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ - ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.

Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «... θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε ...». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυραννισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα - καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης - κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.

(11 Δεκεμβρίου 1963)


Πρόκειται για το λόγο που εκφώνησε ο ποιητής στη Στοκχόλμη το Δεκέμβρη του 1963, κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας. Η ομιλία εκφωνήθηκε στα γαλλικά και στο σχολικό βιβλίο της Λογοτεχνίας του Γυμνασίου, παρουσιάζεται μεταφρασμένη από τον ίδιο το Σεφέρη.
Στην ομιλία του ο ποιητής συνοψίζει τις πεποιθήσεις του, αφενός για την άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας – και ευρύτερα της ελληνικής ηθικής συνείδησης- από την αρχαιότητα ως τη σημερινή εποχή και αφετέρου για τηναναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο.
Δομή του κειμένου:
Α/ Η πρώτη παράγραφος αποτελεί την εισαγωγή της ομιλίας,
στην οποία ο ποιητής με μεγάλη μετριοφροσύνη,
δείχνει να αντιμετωπίζει τη βράβευση του ως βράβευση της ελληνικής γλώσσας.
Τονίζει επίσης μια μεγάλη αντίφαση:
από τη μια να βραβεύεται για την γραμμένη στα ελληνικά
ποίησή του και από άλλη να ευχαριστεί για τη διάκριση αυτή σε μια γλώσσα άλλη.

Β/ Το κύριο σώμα της ομιλίας στρέφεται γύρω από δύο άξονες:
1: την ελληνική παράδοση, την οποία ο ποιητής αντιλαμβάνεται μέσα από δύο τομείς:
α) την ελληνική γλώσσα και β) την ελληνική ηθική συνείδηση


2. την αναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο


ΑΝΑΛΥΣΗ
Β1) Η ελληνική παράδοση:

α) Η ελληνική γλώσσα
Τα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας σύμφωνα με το Γ. Σεφέρη
· περιλάλητη επί αιώνες [ γλώσσα ξακουστή και μακρόβια]
· στην παρούσα μορφή της περιορισμένη [ σήμερα χρησιμοποιείται μόνο από ολιγάριθμους Έλληνες]
· δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται [ χαρακτηρίζεται από αδιάσπαστη συνέχεια]
β) Η ελληνική ηθική συνείδηση
Όπως υποστηρίζει ο Σεφέρης εκείνο που χαρακτηρίζει τον ελληνικό κόσμο,
από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας είναι
η αγάπη για την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη.
Η λέξη ανθρωπιά δεν έχει εδώ τη σημερινή της σημασία αλλά μας παραπέμπει
στον ανθρωποκεντρισμό, στον πολιτισμό δηλαδή εκείνο που έχει κέντρο τον άνθρωπο,
που δίνει έμφαση στις σωματικές και πνευματικές ικανότητές του
και καταφάσκει/επιδοκιμάζει την ανθρώπινη ζωή.
Όσο για τη δικαιοσύνη και το μέτρο, είναι αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής ηθικής συνείδησης
και έχει τόσο πολύ «διαποτίσει την ελληνική ψυχή,
ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου».
Για τη δικαιοσύνη και το μέτρο , ο ποιητής ανατρέχει στην αρχαία τραγωδία:
«…..ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες».
Εκφράζει την πεποίθηση ότι ο κανόνας αυτός ισχύει ακόμα και για τα φυσικά φαινόμενα
και τεκμηριώνει ιστορικά την ορθότητα της άποψή του
με αναφορές στον Ηράκλειτο [ δεν πρέπει ο ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο……….]
και το Μακρυγιάννη: [ θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε]


Β2) Η αναγκαιότητα και η λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο
Εδώ ο ποιητής αναπτύσσει τις απόψεις του για την ποίηση και το ρόλο της στη σύγχρονη κοινωνία:


Επισημαίνει λοιπόν:


· « Η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά»
Στο πρόσωπό του βραβεύεται γενικά όλη η ποιητική δημιουργία
· «…..ανάμεσα σε ένα λαό περιορισμένο»
Η ποίηση λειτουργεί ακόμα και σε μικρούς λαούς
· «Τούτος ο σύγχρονος κόσμος ………..τη χρειάζεται την ποίηση»
Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής , ο οποίος βασανίζεται από άγχη , αβεβαιότητα και κάθε μορφής αδιέξοδα, έχει ανάγκη το καταφύγιο που προσφέρει η ποίηση
· «Τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε;»
Θεωρεί την ποίηση τόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο, όσο και η ίδια η ανάσα του
· «….νιώθει πάντα την ανάγκη να ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή»
Ταυτίζει την ποίηση με φωνή ανθρώπινη την οποία ο άνθρωπος θα έχει πάντα την ανάγκη να ακούει
· «……..από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται»
Η ποίηση δεν χάνεται ποτέ, ακόμα κι αν «από στέρηση αγάπης» , την απαρνηθούν, αυτή «ολοένα ξαναγεννιέται»
· Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης
Η αξία της πανανθρώπινη, οικουμενική , πάνω από σύνορα και διαχωρισμούς,
βρίσκεται και ζει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων όπου κι αν κατοικούν


Γ/ Επίλογος [ οι δύο τελευταίες παράγραφοι]
Τελειώνοντας ο ποιητής υπογραμμίζει την ανάγκη για ανθρωπισμό,
ως μόνη λύση στα αδυσώπητα προβλήματα
που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος:
Ο Οιδίποδας « χάλασε το τέρας» με μια απλή λέξη: «άνθρωπος».
Μόνο ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να καταστρέψει τα σύγχρονα τέρατα που απειλούν τη ζωή μας:

«Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται»



ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και διπλωμάτης. Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963.
Γραμματολογικά ανήκει στη «Γενιά του '30».
Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε
στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού Σεφεριάδη (1873-1951) - δικηγόρου, σημαντικού κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με λογοτεχνικές ανησυχίες - και της Δέσποινας Τενεκίδη με καταγωγή από τη Νάξο. Το ζευγάρι είχε άλλα δυο παιδιά, τον Άγγελο και την Ιωάννα , σύζυγο του φιλόσοφου και πολιτικού Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Ο Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914.
Στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης,
από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό το 1924.
Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του φυσιογνωμίας.
Ήταν η εποχή που το κίνημα του μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε νυμφευτεί στην Πλάκα τη Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.BBC
Στα ελληνικά γράμματα ο Γιώργος Σεφέρης εμφανίστηκε το 1931, με την ποιητική συλλογή «Στροφή», η οποία από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας της προκάλεσε το ενδιαφέρον της λογοτεχνικής κοινότητας της Αθήνας, με θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Οι θαυμαστές του -Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης- υποστήριξαν ότι η «Στροφή» εγκαινιάζει μια καινούργια εποχή για την ελληνική ποίηση, ενώ οι επικριτές του, όπως ο Άλκης Θρύλος και ο Τάκης Παπατσώνης, ισχυρίστηκαν ότι η ποίηση του Σεφέρη είναι σκοτεινή και εγκεφαλική, χωρίς πραγματικό συναίσθημα. Με την πάροδο του χρόνου, η Στροφή απέκτησε τεράστιο συμβολικό βάρος, επειδή θεωρήθηκε από την κριτική ότι έστρεψε την ελληνική ποίηση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα γραφή. Ο Μοντερνισμός του Σεφέρη, παρατηρεί ο Γιώργος Θεοτοκάς, υπήρξε «ένας μοντερνισμός τολμηρός, αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης, με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για τη γλώσσα».
Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε, αλλά και το ειδικό βάρος των Κατσίμπαλη και Καραντώνη στα λογοτεχνικά πράγματα, τον βοήθησε να επιβληθεί ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής. Η καθιέρωση του Σεφέρη ως μείζονος ποιητή έγινε το 1935, με την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το έργο βλέπουμε πλήρως διαμορφωμένα τα σύμβολα που συνθέτουν την ποιητική μυθολογία του Σεφέρη: το «ταξίδι», οι «πέτρες», τα «μάρμαρα», τα «αγάλματα», η «θάλασσα», ο «Οδυσσέας» κ.ά.
Εκτός από το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Σεφέρης διακρίθηκε και στον δοκιμιακό λόγο, με μία σειρά ρηξικέλευθων κριτικών δοκιμίων, στα οποία τόνισε τη σημασία της ελληνικής παράδοσης και ανέδειξε το έργο περιθωριακών μορφών της, όπως του Γιάννη Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου. Το μεταφραστικό του έργο είναι μικρό σε ποσότητα, αλλά σημαντικό. Μετέφρασε δύο έργα του αμερικανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ (Έρημη Χώρα και Φονικό στην Εκκλησιά), ενώ μετέφερε στη νέα ελληνική δύο έργα της Βίβλου (Άσμα Ασμάτων και Αποκάλυψη του Ιωάννη). Ο Τ.Σ. Έλιοτ, ηγετική φυσιογνωμία της μοντερνιστικής ποίησης του 20ου αιώνα, ήταν ο ποιητής που τον επηρέασε όσο κανένας άλλος.
Από τη δεκαετία του '50 το έργο του Σεφέρη μεταφράστηκε και εκτιμήθηκε στο εξωτερικό. Συνεπεία αυτού ήταν η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.

Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, έσπασε τη σιωπή του στις 28 Μαρτίου του 1969 και στηλίτευσε τη χούντα με την περίφημη δήλωσή του στο ραδιόφωνο του BBC. «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε μεταξύ άλλων.

Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Θα πεθάνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α' Νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό). Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη
Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.

Πηγές :
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/speech-nobel.htm
https://www.sansimera.gr/quotes/authors/286

http://chrispapakon.blogspot.gr/2016/02/blog-post_28.html