Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία IV


Βηματίζεις
μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου
μ' ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα,
ποὺ εωδιάζει πράσινα φύλλα,
φρεσκοπλυμένο ουρανό
και φτερά γλάρων
πάνω από  θάλασσα πρωινή.

Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν
κάτι μικρές φυσαρμόνικες 
από κείνες που παίζουν
τα πολύ εύθυμα  παιδιά
στις εαρινές εξοχές.

Να
εδώ είναι
το εβένινο γραφείο
του πρόγονου
που‘χε πολλούς υπηρέτες
πολλά σκυλιά κυνηγού
και τον είχαν αγαπήσει
πολλές κυρίες άρρωστες
με χρυσά ματόκλαδα
και μετάξινο δέρμα.

Εδώ επάνω έγραφα πριν έρθεις
επιστολές και στίχους
για πεθαμένους φίλους
κάτω απ’ αυτό το κηροπήγιο
που το κράτησαν χέρια δακρυσμένα
σε απέραντες νύχτες αγρυπνίας.

Δε νιώθεις
την ωχρή παρουσία
του αιθέρα και του ιωδίου
την πληγωμένη κραυγή
της παραφροσύνης
μια μυρωδιά βροχης που πέφτει
σε παγωμένα τζάμια εσπερινά
σανατορίων καί ψυχιατρείων;

Κοίταξε τις φωτογραφίες:
η πεθαμένη μητέρα,
ο πεθαμένος αδελφός,
κ' οι χλωμές αδελφούλες μου
με τις φεγγαρίσιες μπούκλες
και μ' ένα μακρυνό χαμόγελο 
κρεμασμένο στη μορφή τους,
καθὼς ένα κλουβὶ με καναρίνια,
κρεμασμένο σε σπίτι φτωχικό,
που έχουν όλοι πεθάνει.

Πούναι ένας αχθοφόρος,
να μεταφέρῃ αυτά τα έπιπλα
στο υπόγειο;

Ξεκρέμασε και πέταξε
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
τις μελαγχολικές κορνίζες.

Εσύ μου ’φερες
τον καινούργιο καιρό,
το φως της αυγής
και το αίμα μου.

Δε θα περάσω στο δάχτυλό σου
το αρχαίο δαχτυλίδι της μητέρας.
Μες στον ωχρό περουζέ του
αναπνέει ο σκελετός
του παρελθόντος.

Δεν αρμόζει αυτός ο στίχος.
                         
Πιασμένοι απ’ το χέρι
θα κατεβούμε τη μαρμάρινη σκάλα
που έχει φθαρεί απ’ τα βήματα
των φθινοπωρινών σκιών.

Πάμε στους αγρούς,
να φορέσουμε στα δάχτυλα
τις παπαρούνες και τον ήλιο
και τη νέα χλόη.

Στα μάτια σου δε λιμνάζει
μητ' ένας κόκκος ίσκιου.

Να ο ήλιος που τρέχει
μέσα στα δάση.
Δεν έχουμε αργήσει.

(Φωτ. από την Έρη Ρίτσου. Ζωγραφική σε πέτρα, έργο του Γιάννη Ρίτσου)

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Γιάννης Δάλλας (23/12/1924-24/2/2020)

Πάει καιρός που αφέθηκα και περιζώστηκα τη νύχτα
ζώστηκα τον ποδήρη της χιτώνα σαν τους πλοκάμους μιας μέδουσας
ως την οσφύ το σώμα και τα εβένινα
 μαλλιά της -μηροί και μύρα των λαγόνων της- Ένιωσα τότε τι σημαίνει να κυκλώνεσαι απ' τη νύχτα
ν' αφήνεσαι και να γλιστράς σε βάθη ανεξερεύνητα
αποκομμένος εραστής των κοραλλίων νήσων της
πιασμένος μες στο δίχτυ μιας αράχνης με μυριάδες μάτια
Τώρα γυρίζω και το πάτημα του χρόνου δεν ακούγεται
στην τρικυμία της αγοράς η δωδεκάτη έπεσε σαν άγκυρα
ξεβράζοντας χειρονομίες βλέμματα αιχμηρά φωνές μετέωρες
το ψέμα ξαναφορεμένη αλήθεια την αλήθεια χειραψία δίστομη...

Γιάννης Δάλλας  (Γεννήτριες, 2004)     
ποιητής, νεοελληνιστής συγγραφέας, δοκιμιογράφος, πανεπιστημιακός δάσκαλος και μεταφραστής έργων της αρχαίας γραμματείας.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Κική Δημουλά 6/6/1931-22/2/2020 : Άφησα να μην ξέρω

Άφησα να μην ξέρω

Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Oύτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι που 'χει δυο λογιών κρασάκι.
Tο κράτησα ώς τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα
δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Mε το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Aίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.
Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.
Aπό τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη.
Aναμάρτητη:
αξεδίψαστη.
Στο αίνιγμα του θανάτου
πάω ψυχωμένη.



(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Κωνσταντίνος Κόλιος _ Ο Χαμένος Αισθησιασμός





Σαν τη γλυκιά, αυγουστιάτικη νύχτα ο αισθησιασμός
για το ξάστερο του φεγγαριού βλέμμα
στων λιγνών σκοταδιών τ' απλόχερο σέλας
αλυχτά σαν φευγαλέο θρόισμα η μαγεία του
σαν το μετάξι αγγίζει την ασημένια κοιλιά σου.
Σε πέπλο μυστηρίου τυλιγμένη, των αισθήσεων,
κι η θρησκεία του σιωπηλού κορμιού σου.
Πόσο λυπάμαι εκείνη τη στέρφα μαγκιά των εραστών
που δεν ανακαλύπτουν τίποτα άλλο στο σώμα σου
παρά την παρακμή και την θυσία τους
στον πόθο του ανεξερεύνητου εγώ

Εκείνης την απρόσωπης ηδονής
της διαφεύγει ολάκερος ο έρωτας
μέσα απ’ το χέρι σαν τον άπιστο άνεμο
σαν την ανάγκη που 'χουν
τα ηφαίστεια για ανάσα
βαθιά στο χώμα μέσα

Τον οικτίρουν, τον λαθεύουν,
κι είναι η λάβα τους στο κύλισμα
συνθλιβεί για τα άνθη της ψυχής
που φυτρώνουν στις πλαγιές του χρόνου
κι είναι μια ήττα για το ψηλό βλέμμα
πού 'χουν όλες οι θάλασσες
για μια εκτίμηση της ζωής
πιο ελεύθερη, πιο λαύρα

Κι είναι για τα χρώματα μιά ήττα
της διάθεσης το γκρίζο περίβλημα
κι είναι για τον θεό μιά ήττα
η άκαρπη λάσπη της ξιφασκίας
κι οι αρένες της αδικίας

Η ανομβρία των καιρών
κι η γλυφή ξηρασία των υβριστών
στα κρεβάτια του πένθους
η άτολμη ξηρασία
η ξηρασία
η ξηρασία

Ήττα που σκαρφαλώνει στο αίμα
πολεμώντας ακόμα
και βλαστημώντας στην ομορφιά
της ηλιαχτίδας το φέγγος

Η σφαγή των ζωγράφων
είναι εδώ.
Το αίμα τρέχει
στους μεταλλικούς σκελετούς
των ειδώλων
στα μηνίγγια μέσα
μιάς ατμοσφαιρικής λήθης
αφρόντιστης εφηβείας

Λάθος εποχή γέννησης Κύριε
υπήρξα απροσάρμοστος
συχνό το λάθος σας.
Όσο υπήρξαμε, υπήρξαμε
να σας πω: πάρτε με πίσω;
τι θα λέγατε για μία δεύτερη
ευκαιρία γέννησης σε άλλο χρόνο;
Σκεφτείτε το κι απαντήστε μου Κύριε
σε  ένα όνειρο πρωινό
σε μιά μέθη απάνω.




~ Κ. Κόλιος ~~~ 18/5/2012

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

Κώστας Θ. Ριζάκης - ποτέ το φως




ποτέ το φως


είν’ η φωνή μου λάμψη που πεθαίνει
πλάι σε νερά σε βράχια σε πουλιά
ένα μονόξυλο ριγμένο σε πηγάδι


επιδρομή στον στίχο που βογγά
κυματισμός της λύπης μου στο βράδυ


τυφεκισμός στη σιωπή που αγρυπνά
– ποτέ το φως δεν αστοχεί
μες στο σκοτάδι


ποτέ σκοτάδι δε σκοτώθηκε με φως



Από τη συλλογή «Τα επόμενα πένθη» (1997) η οποία περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Επιτάφιος δρόμος - Ποιήματα Α΄ (1985 - 2010) εκδόσεις Γαβριηλίδη 2015

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Κάρολου Μπωντλαίρ, «Ταξίδι στα Κύθηρα»


Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ' τα ξάρτια.
Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.

Το μαυρονήσι ποιο είν' αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
— Τα Κύθηρα· των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
παράδεισο· και μ' όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!

Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
νησί, η καρδιά, νά! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.

Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
κι απ' όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
που σ' εσέ φέρνουν οι καρδιές τ' αναστενάσματά τους,
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από 'να κήπο

ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.

Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.

Μα νά! Καθώς πλευρώνοντας άκρη-άκρη το ερμονήσι,
ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ' άσπρα τα πανιά μας,
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους·
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.

Όρνια άγρια στο ταΐνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο·
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ' στη σαπίλα.

Τρύπες τα μάτια του, κι απ' την αδιάντροπη κοιλιά του
βαριά τ' άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.

Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.

Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
Ω κρεμασμένε

ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ώς απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.

Μπροστά σ' εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.

— Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και νά! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ' αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.

Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν' αντικρύσω
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν' αηδιάσω.

μτφ. Κωστής Παλαμάς

[πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία, τ. Α', επιμ. Δημ. Γιάκος & Μαν. Γιαλουράκης, Εκδόσεις Αυλός, Αθήνα 1977, σ. 265-266]
http://photodentro.edu.gr/photodentro/baudelaire5_pidx0049422/

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Κ.Π. Καβάφης : Che fece .... il gran rifiuto


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.



(Αναγνωρισμένα. Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)



Che fece... il gran rifiuto (ανάγνωση)
(διαβάζει: Σουλιώτης Μίμης, Ανέκδοτη ηχογράφηση, Αθήνα 2002)


Πηγή : http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=151