Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Μαρία Χατζηγιάννη - Λύτρωση ψυχής



Ήταν μια μέρα σαν κι αυτή

Θολή, μουντή και θλιβερή

Που στην ζωή μου γύρισα άξαφνα σελίδα

Πήρα τη στράτα απ’ την αρχή

Για κει που δίψαγε η ψυχή

Απ’ το λαβύρινθο του στάσιμου νου βγήκα…




Με τα παπούτσια τα παλιά

Γύρισα κάθε γειτονιά

Χαρά και δάκρυ στο δισάκι να μαζέψω

Κι ύστερα πήρα το χαρτί

Με μία κίνηση γοργή

Μέσα στις λέξεις σαν παιδί πάλι να παίξω…




Αλλά δεν γνώριζα σταλιά

Κάθε μια λέξη πώς πονά

Σάρκας κομμάτι που ξερίζωσα με βία

Στη σκοτεινή μου τη φωλιά

Με δίχως χάδια και φιλιά

Σκορπώ μελάνι στα χαρτιά μου με μανία…




Είναι μια λύτρωση ψυχής

Όταν μπορείς κάτι να πεις

Για τα ανθρώπινα τα πάθη και τα ήθη

Απ’ το καβούκι σου να βγεις

Κανένα να μην φοβηθείς

Να ανασύρεις τις πληγές σου απ’ τη λήθη…




Πάντα πονάνε οι ψυχές

Όταν μιλάνε για το χτες

Το κάθε σήμερα βουνό που ανεβαίνουν

Λιθόστρωτες οι διαδρομές

Με εχθρικές επιδρομές

Που έρχονται εκεί που δεν το περιμένουν…




Μα σαν αγγίξεις την κορφή

Το βλέμμα θα ξεκουραστεί

Και η καρδιά με οξυγόνο θα γεμίσει

Αυτό αξίζει στη ζωή

Μία πολύτιμη στιγμή

Αίμα να δώσει στο χαμόγελο ν’ ανθίσει…



20-10-2015


Ώσπου να 'ρθεί τούτος ο κόσμος στα καλά του.. άσε με να σε αγαπώ μέχρι θανάτου



Μαρία Χ. (Μαρία Χατζηγιάννη) © 20-10-2015 @ 12:37



https://stixoi.info/stixoi.php?info=Poems&act=details&poem_id=249258


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Γιάννης Σκληβανιωτης - Η συνομωσία των ονείρων





Ως μελλοντικός κάτοικος της χώρας των απόντων

αναζητώ αξιόπιστο συνομιλητή

για τους όρους της εκεί συμβίωσης

για τα όσα μέχρι τώρα απόκρυβε η συνομωσία των ονείρων

Αναγκαίο τούτο έστω και ως υπόθεση εργασίας

ώστε να αποφευχθεί εκεί παράλληλα η εγκατάσταση

και των μύθων η εξουσία

Τούτος ο κίνδυνος πάντα υπάρχει από την ανάγκη

καταασκευής ομοιωμάτων συνήθειας και ορίων ιδιώτευσης

Βέβαια οι συνομιλίες αυτές χρεία έχουν να είναι

απαλλαγμένες από τις αποπροσανατολιστικές παρεμβολές

κατόπτρων φύσης και ειδυλλιακής σκηνοθεσίας

όπως από ψιμύθια των ρόλων μας

ως ηθοποιών θεατών και κριτών που περιβληθήκαμε

για να ανταποκριθούμε στου ψεύδους την αναγκαιότητα

Αποδεχτή μόνο η διαισθαντική των ποιητικών εργαστηρίων




Δύσκολη η συνάντηση ενός γνώστη παρομοίων θεμάτων

για τα ισχύοντα στης ανύπαρκτης αιωνιότητας τον τόπο

γνώση συνεχώς ελεγχόμενη

από την αλήθεια του εδάφους τη




O Γιάννης Σκληβανιώτης (12/6/1934-4/3/2026) 
γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζούσε στην Αγ. Παρασκευή Αττικής. Ασχολήθηκε βιοποριστικά με διάφορα επαγγέλματα ενώ παράλληλα βρισκόταν σε διαρκή επαφή και μελέτη με τα κείμενα της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας και ασκήθηκε στη συγγραφή, χωρίς να δημοσιεύει. Η συνεχής παρακολούθηση του έργου των σύγχρονων ζωγράφων και εικαστικών και η ανάπτυξη ιδιαίτερων σχέσεων με το έργο τους και με τους ίδιους, όπως και οι ατελείωτες μουσικές σπουδές του, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ποιητικού και πεζογραφικού του λόγου. Eμφανίστηκε στα γράμματα το 1993 με την ποιητική συλλογή "Τα Μυθικά". Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τρεις ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές πεζογραφημάτων.

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Γιάννη Ρίτσου, «Ειρήνη»




Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.
ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953

Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, Β΄ τόμος, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1961, σ. 173-175

Φωτογρ : Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος) (1914 - 1985). Ένα περιστέρι, 1958. Έγχρωμη ξυλογραφία σε χαρτί, 32 x 31,5 εκ. Δωρεά Α. Τάσσου και Λουκίας Μαγγιώρου στην Εθνική Πινακοθήκη. Αρ. Έργου:Π.7199





Σάββατο 24 Ιουνίου 2023

Γεώργιος Σεφέρης -Φωτιές του αϊ-Γιάννη

 

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξειδεν μπορεί να γίνει τίποτε.Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις5βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτητον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωποτης μοναξιάς και της σιωπήςκι ας ανάβουν οι φωτιές.

10Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλητην ώρα που κόπηκε ο καιρόςεκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σουπρέπει να τον εύρειςπρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο15κάποιος άλλος, όταν θα ’χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα (Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχοτο βράδυ που έπεσε η γαλήνη20άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπήςμέσα στο κορμί σουτη νύχτα εκείνη του αϊ-Γιάννηόταν έσβησαν όλες οι φωτιέςκαι μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.

ΛονδίνοΙούλιος 1932

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Πάνος Σταθογιαννης "Ο πιο δικός μου άνθρωπος"

Ο ΠΙΟ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο πιο δικός μου άνθρωπος πληθαίνει στη σιωπή. Κανείς δεν ξέρει τι υπομένει. Ποια προσβολή τον άφησε αχαμνό, τα μέλη του να ρίχνει ένα ένα στη φωτιά. Να αποσύρεται χαράματα στο ψέμα. Να κοιμάται. Ακόμη κι ο βυθός του είναι διάτρητος, γι’ αυτό και δεν του δίνω το άλογό μου να καλπάσει.
«Κοίτα», του λέω. «Κοίτα. Τόσον καιρό και τίποτα δεν έμαθες. Μια ενόχληση του σκότους είναι το φως. Το χάδι, πένθος. Φόβος, το φιλί».
Όμως αυτός σιωπά. Κοιτάζει πέρα τα καράβια που φεύγουν για τον πόλεμο. Κοιτάζει τους λυράρηδες που ξεφωνίζουν. Λέξη δεν λέει.
Κάποτε θα πεθάνει με τόση χάρη, που ούτε τα γιασεμιά δεν θα το αντιληφθούν. Μονάχα ο θεός του θα τον λυπηθεί, έτσι όπως θα εμφανιστεί μπροστά του κρατώντας κάτι τρομερό κι εφήμερο στα λιγνά του χεράκια.
Ο πιο δικός μου άνθρωπος δεν μένει πια μαζί μου. Μονάχα στη σιωπή του εγκαταβιώνει και πληθαίνει. Όμως εγώ εξακολουθώ να τον παρηγορώ. «Κοίτα», του λέω. «Κοίτα».

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

Μ. Σαχτούρης, Σαν πέτρα «Έκτοτε»






Η Άνοιξη είναι για τους ευτυχισμένους
τότε έλεγες
τώρα έγινες σκληρή
σαν πέτρα.
Από την ανθολογία «ΠΟΙΗΜΑΤΑ, άπαντα (1945-1998)» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος
















Πηγή : https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=8&text_id=2997
φωτογραφία : https://viagallica.com/grece/lang_el/grece_-_flore_faune.htm

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΟΛΑΔΑΣ : ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΥΤΙ


Έκλεισε τα ποιήματα του ο ποιητής 

με ευλάβεια σ’ ένα μικρό ξύλινο κουτάκι 

σε αυτό που έβαζε η μητέρα του παλιά 

τις κουβαρίστρες και τα βελόνια της...


Ήθελε να τα αφήσει εκεί μερικές μέρες 

να ωριμάσουν αλλά να ωριμάσει και αυτός 

για να τα δει ακόμη μια φορά 

πριν τα πάει στο τυπογραφείο...


Δεν ήθελε βιαστικά πράγματα 

πίστευε βαθιά μέσα του πως όλα τα πράγματα 

θέλουν τον χρόνο τους πριν βγουν στον αέρα 

να ανασάνουν και να αφήσουν το άρωμα τους.


Η ποίηση είναι σαν το παλιό κρασί 

συνήθιζε να λέει μονολογώντας 

πρέπει να το κλείσεις σε δρύινο βαρέλι 

και να το πιεις όταν ωριμάσει και ξεθυμάνει.

 

Πρέπει λοιπόν να τα αφήσεις 

να πάρουν τις ανάσες τους 

και μετά να την δώσεις τροφή στα λαίμαργα 

βλέμματα των εραστών της ποίησης...


Αντώνης Σαμολαδάς

22/11/2020