Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία



Ι

Θ' αφήσω
τη λευκή χιονισμένη κορυφή
που ζέσταινε μ' ένα γυμνό χαμόγελο
την απέραντη μόνωσή μου.

Θα τινάξω απ' τους ώμους μου τη χρυσή τέφρα των άστρων
καθώς τα σπουργίτια
τινάζουν το χιόνι
απ' τα φτερά τους.

Έτσι σεμνός άνθρωπος ακέριος
έτσι πασίχαρος κι αθώος
θα περάσω κάτω απ' τις ανθισμένες ακακίες των χαδιών σου
και θα ραμφίσω το πάμφωτο τζάμι του έαρος.

Θα 'μαι το γλυκό παιδί
που χαμογελάει
στα πράγματα και στον εαυτό του
χωρίς δισταγμό και προφύλαξη.

Σαν να μην γνώρισα τα χλωμά μέτωπα των χειμωνιάτικων δειλινών
τις λάμπες των άδειων σπιτιών
και τους μοναχικούς διαβάτες
κάτω απ’ τη σελήνη του Αυγούστου.
Ένα παιδί.


ΙΙ


Είχα κλείσει τα μάτια
για ν' ατενίζω το φως.

Τυφλός.
Είχα κάψει τη φλόγα
για ν' αναπνέω.

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής
κ' η ανάσα του χαμόγελου
δε γνώριζε τη μετάνοια.

Να δακρύζω
πάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ' όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.

Κ' ήρθες εσύ.

ΙΙΙ


Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυο παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πώς διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιας μαρμαρυγής;

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να' ρθω
κι όλο στέκω
έξω απ' τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ' άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μας
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

VI

Αγαπημένη
δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής
τη ζωή και το φτερούγισμα.

Δε βλέπεις
πάνω στο δέρμα μου
το πρωτάνοιχτο θάμβος;

Δεν ακούς
μες στις ίνες μου
μύρια φτερά μικρών κορυδαλλών
που μόλις τ’ άγγιξε
η πρώτη ακτίνα
της αυγής;

Πόσο είμαι νέος.
Πόσο είμαι νέος
κάτω απ’ τα βλέφαρά σου.

Τα πολυτρίχια
των αρχαίων πηγών
που συναθροίζουν τ’ αργυρά τους δάκρυα
σε γαλανούς καθρέφτες ουρανού
κοιμούνται πίσω απ’ τα μάτια μου
που σε βλέπουν.

Καμιά διάσπαση.


Η μνήμη των αποχαιρετισμών
δε ρυτιδώνει τα χέρια μου
που όρθρισαν μέσα στα χέρια σου.

Γεύομαι στα χείλη σου
την πρασινάδα της εξοχής
και τους θρύλους της θάλασσας.
Η ζέστα του κορμιού σου
με ντύνει τον ήλιο.

Σφράγισε τις χαραματιές
των παραθύρων.

Οι στοχασμοί και οι στίχοι
μακραίνουν μες τη νύχτα
κ' εμείς απ' την κλίνη μας
μόλις ακούμε τις φωνές τους
σαν ομιλίες μεθυσμένων
που αποτείνονται στη σκιά τους
και στη λυμφατική σελήνη.

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Βυθίζονται τ' άστρα
στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη μέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι' απορήσει.

X

Αγάπη, Αγάπη,
δε μου'χες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε πού είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.

Τι ν' απαντήσω, Αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».


Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να 'ρθεις, Αγάπη.

Γι' αυτό κ' οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, Αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

XVI

Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή του απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.

XXVII

Ξημερώνει.
Η αχλή παραμερίζει.
Τα πράγματα
σκληρά λαμπερά κι αδιάψευστα.

Πόσους μήνες κοιμηθήκαμε.
Ξεχασμένοι ξεχαστήκαμε
σ' ένα θάμβος πυκνό
από νύχτα κι από ήλιο.

Δεν κλαίω
γιατί ο ύπνος μ' αρνήθηκε.
Πίσω απ' τον κήπο μας
υπάρχουν κι άλλοι κήποι.

Ο θάνατος υψώνει
σκαλί σκαλί τη σκάλα
που πάει στον ουρανό.

Φεύγει το θέρος
μα το τραγούδι μένει.

Όμως εσύ που δεν έχεις φωνή
πού θα σταθείς ν' απαγκιάσεις;
Πώς θα σμίξεις το φως με το χώμα;

Άνοιξε τα παράθυρα
να μπει το φως
η ατίθαση ριπή του ανέμου
το αψύ χνώτο
των μεγαλόπρεπων βουνών.

Κοίτα
χαμογελάει το ανεξάντλητο
μπροστά στα σταυρωμένα χέρια.
Λύσε τα χέρια.

Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη
πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Νά τος ο ήλιος
πάνω απ' τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ' τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.

Νιώθω στους ώμους
το βαθύ μυρμήγκιασμα
καθώς φυτρώνουν
όλο πιο νέα και πιο μεγάλα
τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ' τη λύπη σου
φως και αίμα
τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι
πώς μπορείτε
να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε
να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα

Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα
της απέραντης θάλασσας.

Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.




Γιάννης Ρίτσος

Φίλης Τέλλος, Μεγάλη Παρασκευή

 

Μεγάλη Παρασκευή
"Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του Μέλλοντος Αιώνος"
Σύλβα , Denis , Βανέσα in memoriam
Τα καρφιά μέτρα. Να είναι πολλά και δυνατά . Κι ο ήχος όταν καρφώνεις να τρυπάει τ’αυτια. Μόνο έτσι αξίζει να σταυρώνεται κανείς. Κοίτα πόσοι σταυροί απόψε στα σταυροδρόμια;
Κι ακόμη πιο ψηλά στις ταράτσες των πολυκατοικιών δίπλα στις κεραίες των τηλεοράσεων.
Τι θέαμα !
Αλλά ποτέ δεν είναι αρκετό αν δεν έχει και λίγο αίμα,
μη ξεχάσεις το ακάνθινο στεφάνι για τις ειδήσεις των οκτώ.
Και τίποτε λαμασαβαχθανι γιατί μια μουσική υπόκρουση τι να σου κάνει;
Για τα άλλα το κοινό είναι προετοιμασμένο καιρό τώρα.
Πάντα έχει μια δυσκολία το ζωντανό.
Τόσα χρόνια σε αρένες, σήμερα από λόφο,
πρέπει οπωσδήποτε να γίνει μια δοκιμή στις κάμερες.
Να παίρνουν όλο το συμβάν.
Μη μας ξεφύγει κάποιο δάκρυ,
λίγο οξος και χολή,
πουλάνε αυτά.
Και ο χιτώνας θα μου πεις.
Καθυστερεί στον εκτελωνισμό των ιδεολογιών
που παραγγείλαμε από το εξωτερικό.
Πήγαινε να λαδώσεις μαζί με τα μανουάλια
και τους Τελώνες και Φαρισαίους.
Με επιταγή να τους πληρώσεις τρίμηνη . Που εποχές για cash.
Θα είναι μια υπερχρεωμένη σταύρωση που θα αφήσει εποχή.
Κι αυτό το εφφέ της Ανάστασης, άστο στα κοινωνικά δίκτυα.
Θα διαδοθεί χωρίς διασταυρώσεις σε χρόνο dt η φετινή η σταύρωση.
Ποιος ασχολείται με τις μετέπειτα διαψεύσεις,
Ποιος έχει καιρό μετά...
Όλοι θα τρων το κατσικάκι προσφορά μαζί με το cd
από τα ειδησεογραφικά έντυπα .
Τα καρφιά έτοιμα.
Ο θάνατος αργεί.
Πρέπει να περιμένουμε τίποτε ηλιοβασίλεμα,
μια ξαφνική βροχή. Χαλάζι έστω.
Ρίξε και μπόλικη λακ στην κλαίουσα,
η υγρασία κατσαρώνει τις τρίχες,
τι κρίμα που δεν τις εξαφανίζει κιόλας.
Αργά, στα καφενεία θα παίξουμε μπαρμπούτι τα κλεμμένα.
Τους άσσους στο μανίκι μη ξεχάσεις.
Τους λαγούς, τα πετραχήλια.
Κερδίζει όπως πάντα ο ανέντιμος,
οι σταυρωθέντες και ποτέ ποιηθέντες είναι για τον όχλο.
Και για το Θαύμα, τσιμουδιά.
Δεν πουλάν, τα "θαύματα", μόνο ο Φόβος.
Φώτα, πόζα, πλατφόρμες, tik tok, instagram, camera, πάμε...
...κι ήρθε μια Παρασκευή
που απο Μεγάλη έγινε ελάχιστη
σαν τα νερά ενός ποταμού που εξαφανίστηκαν
και φάνηκε η γυμνή μας κοίτη
γυμνοί ξεβράκωτοι
Ετσι λοιπόν είναι η Ήττα
και μεις η μεταμοντέρνα εκδοχή της
χωρίς εμφύλιους, ούτε νεκρούς, μηδέ κυνηγημένους
ηττημένοι των πληκτρολογίων και των καναπέδων μας
βολεμένοι, σιωπηλοί, ακίνητοι, απογυμνωμένοι,
μόνοι, άγρυπνοι με πονοκέφαλο και τύψεις
Γιατι ο Πολιτισμός δεν φοβίζει ούτε κραυγάζει
ο Πολιτισμός συνομιλεί
ο Πολιτισμός αφυπνίζει μόνο τους έτοιμους
Οι πολλοί δεν χρειάζονται αφύπνιση
λεφτά και την ησυχία τους θέλουν
-χωρίς μνήμη, ούτε παρελθόν-
δεν θέλουν βάρη
δεν αντέχουν
Κι έτσι απο ευγένεια χάσαμε
κι η βδομάδα
συρρικνώθηκε
ανάμεσα στο φόβο ενός πολέμου
και στην δημόσια εκπόρνευσή μας
δια της σιωπής μας
Γίναμε αυτοί
που δεν θα υπάρχουμε στα βιβλία Ιστορίας του μέλλοντος
ούτε καν το αποτύπωμα μας
εξαφανισμένοι, ανύπαρκτοι, αόρατοι, ανίσχυροι
και μόνοι
ξεχασμένοι ήδη
ξηλωμένοι σαν τα αρχαία μας κι εμείς
αποστραγγισμένοι από συναισθήματα
κι ανθρώπινες ιδιότητες
ανίκανοι να βιώσουμε το θαύμα
μιάς όποιας Ανάστασής μας
edit: Σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, αν δεν υπάρχει Aνάσταση, η Xριστιανική Πίστη είναι μάταιη (Α΄ Κορ. 15,17).
τ.

Αντώνης Σουρούνης "Πάσχα στο χωριό" - Εκδόσεις Καστανιώτης (Απόσπασμα)




".. Πάσχα στο χωριό δε σημαίνει αναγκαστικά άσπρες λαμπάδες, κόκκινα αβγά και σουβλιστό αρνί την εποχή που βγαίνουν οι παπαρούνες. Ούτε και σταυρωτά φιλιά. Παπαρούνες μπορούν ν' ανθίσουν και τον Γενάρη, φτάνει να το θες. Ο καθένας μπορεί ν' αναστηθεί, όπου θέλει κι όποτε θέλει. Θα το καταλάβει όταν ασπαστεί τον εαυτό του. Κι επειδή μόνοι μας ερχόμαστε στον κόσμο και μόνοι μας φεύγουμε, ε, πρέπει, αν θέλουμε ν' αναστηθούμε, να είμαστε κι εκεί μόνοι, ολομόναχοι. "

Αντώνης Σουρούνης "Πάσχα στο χωριό" - Εκδόσεις Καστανιώτης (Απόσπασμα)
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου https://www.politeianet.gr/el/products/9789600344158-adonhs-sourounhs-kastanioths-pasxa-sto-xorio

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Σοφία Φιλιππίδου, Γυάλινος Πόνος ένα επιθεωρησιακό μελόδραμα (απόσπασμα από ένα τραγούδι του έργου )



ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΠΟΝΟΣ
της Σοφίας Φιλιππίδου
ένα επιθεωρησιακό μελόδραμα
απόσπασμα από ένα τραγούδι του έργου
"Θα αδειάσω διψασμένα το λικέρ της λησμονιάς
Που έφτιαξα με δάκρυα της μικρής μου λεμονιάς
Το έχω φυλαγμένο στο μπουκάλι απ’ το ναυάγιο
Θα πίνω δίχως χθες δίχως ελπίδα δίχως αύριο
Και από τις αναμνήσεις τις πικρές όταν μεθύσω
Στην ξύλινη σκηνή του κήπου θα σκηνοθετήσω
Εκείνη την υπόσχεση στις παιδικές τσουλήθρες
Πέντε και τέταρτο μου είπες πως θα ρθεις κι όμως δεν ήρθες
Πέντε και τέταρτο χαράματα μου είπες πριν να φέξει
Άνεμε άστατε δεν ήρθες αχ, έρωτα κλέφτη"


Σοφία Φιλιππίδου
·2 λ. ·



αφίσα Κώστας Φωτόπουλος


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Σεφέρης Γιώργος, Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...








Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...




Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη...

Γαλήνη

-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;

Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος

31 τοῦ Μάρτη 1971

Γιώργος Σεφέρης – ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ
«Επί ασπαλάθων...» είναι το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη. Πρωτοδημοσιεύτηκε, σε γαλλική μετάφραση του ιδίου, στην παρισινή εφημερίδα Le Monde, (με τον τίτλο Sur les aspalathes…) στις 27 Αυγούστου 1971.

Η πρώτη δημοσίευσή του στην ελληνική γλώσσα, έγινε στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 23 Σεπτεμβρίου 1971, τρεις μέρες μετά το θάνατο του και την επομένη της κηδείας του, στην περίοδο της δικτατορίας.
Συλλογή – Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄



Τὸ ποίημα βασίζεται σὲ μία περικοπῆ τοῦ Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ. ἑ.) ποὺ ἀναφέρεται στὴ μεταθανάτια τιμωρία τῶν ἀδίκων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Ἀρδιαίου. Ὁ Ἀρδιαῖος, τύραννος σὲ μία πόλη, εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του καὶ τὸν μεγαλύτερό του ἀδερφό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τιμωρία του, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων τυράννων, στὸν ἄλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Ὅταν ἐξέτισαν τὴν καθιερωμένη ποινὴ ποὺ ἐπιβαλλόταν στοὺς ἀδίκους καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ βγοῦν στὸ φῶς, τὸ στόμιο δὲν τοὺς δεχόταν ἀλλὰ ἔβγαζε ἕνα μουγκρητό. «Τὴν ἴδια ὥρα ἄντρες ἄγριοι καὶ ὅλο φωτιὰ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ καὶ ἤξεραν τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μουγκρητό, τὸν Ἀρδιαῖο καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν κάτω καὶ τοὺς ἔγδαραν, ἄρχισαν νὰ τοὺς σέρνουν ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ τοὺς ξεσκίζουν ἐπάνω στ᾿ ἀσπαλάθια καὶ σὲ ὅλους ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐξηγοῦσαν τὶς αἰτίες ποὺ τὰ παθαίνουν αὐτὰ καὶ ἔλεγαν πὼς τοὺς πηγαίνουν νὰ τοὺς ρίξουν στὰ Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616).





Πηγή http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/various.htm

φωττογρ https://www.facebook.com/photo/?fbid=1509215767665368&set=pcb.1509215840998694

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Σοφία Φιλιππίδου - Τα πολύ μικρά τα ουσιώδη

 



Αυτό το παραπάνω που βάζεις πάνω σου 

Το ασήμαντο

Βγαλμένο από την ανάγκη σου για ψήλωμα 

Παίρνει στα μάτια μου μορφή 

Αρχαίου δράκου 

Αυτό το λίγο παραπάνω το ανούσιο

Γλιστράει μέσα μου

-Ενώ βρίσκομαι σε διαδικασία αφαίρεσης- 

Καταλαμβάνει τα κενά προστίθεται 

Γαντζώνεται και αναρριχάται 

Ρουφάει το οξυγόνο των αναπνοών μου

Τις ουσίες από το βρογχικό μου δέντρο 

Το ξεριζώνω τότε και βγάζω μαζί

Βαθιά ριζώματα 

Διαδρόμους διαφυγής 

Κι επιτέλους φτάνω

Στα λημέρια της ποίησης:   

Στην γλάστρα  με την λεμονιά

Που φύτρωσε από το κουκούτσι 

Που φύτεψα μια Άνοιξη 

«Είσαι ακατάδεχτη» την μαλώνω

«όλα τα μπόλια που σου έβαλα τα πέταξες» 

Και εκείνη στην γλώσσα των εσπεριδοειδών 

Αστράφτει «κοίτα» 

Και τότε βλέπω το θαύμα:  

Είναι πράσινα δάκρυα με αιμάτινες ανταύγειες 

Είναι οι πρώτες ανάσες μιας υπόσχεσης: 

«Θα τα γεννήσω μόνη μου» 

Δέκα εαρινές ισημερίες περάσανε να περιμένω 

Της λεμονιάς τα πολύ μικρά 

Τα ουσιώδη

Δώδεκα μπουμπούκια

Μήτρας Μιχαήλ - Η Υποκειμενική Ερμηνεία του Κανόνα



Απαγορεύεται η είσοδος. 
Απαγορεύεται η έξοδος. 
Απαγορεύεται η παραμονή. 
Απαγορεύεται η κίνηση. 
Απαγορεύεται η στάση. 
Απαγορεύεται η σιωπή. 
Απαγορεύεται η ομιλία.
Επιτρέπεται μόνο να φανταστείς πως όλα αυτά δεν είναι απαγορεύσεις αλλά οδηγίες χρήσεως για ένα ταξίδι που δεν έγινε ποτέ.
ΜΗΤΡΑΣ ΜΙΧΑΗΛ (1944-2019) ¨Η Υποκειμενική Ερμηνεία του Κανόνα" από την ποιητική συλλογή «Διακριτικές Μεταβολές (Ποιήματα και εικόνες 1982-2002)», η οποία κυκλοφόρησε το 2004 από τις εκδόσεις Απόπειρα.
Η συγκεκριμένη έκδοση αποτελεί έναν συγκεντρωτικό τόμο που περιλαμβάνει τόσο δημοσιευμένα όσο και ανέκδοτα ποιήματα μιας εικοσαετίας. Το βιβλίο είναι ιδιαίτερο γιατί
συνδυάζει Λόγο και Εικόνα. Εκτός από τα κείμενα, περιέχει οπτικό υλικό όπως κολάζ και γραφές που αναδεικνύουν το ενδιαφέρον του Μήτρα για την οπτική ποίηση.
Πειραματική Γραφή: Τα ποιήματα ανήκουν στα ρεύματα της «Συγκεκριμένης» ποίησης και του ποιητικού μινιμαλισμού, καταργώντας συχνά τις παραδοσιακές συμβάσεις ανάγνωσης.




Στις 21 Μαρτίου κάθε έτους τιμάται η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Για το 2026, το θέμα του εορτασμού της, από τον ΟΗΕ φέρει τον τίτλο «Η ποίηση ως γέφυρα για την ειρήνη και την ένταξη», που έχει ως σκοπό να προωθήσει τον μετασχηματιστικό ρόλο της ποίησης στην ενίσχυση της ενότητας, της δημιουργικότητας και της παγκόσμιας κατανόησης. Παράλληλα, το θέμα δίνει έμφαση στη γλωσσική ποικιλομορφία, στις προφορικές παραδόσεις και στη δύναμη των λέξεων να συνδέουν πολιτισμούς.
Η αρχική έμπνευση του εορτασμού της ημέρας, ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί συγκεκριμένη μέρα γι' αυτό.
Η εισήγησή του έφτασε με επιστολή στα χέρια του ποιητή και μελετητή της ποίησης Κώστα Στεργιόπουλου, προέδρου τότε της Εταιρείας Συγγραφέων. Η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως από τη μία και το σκοτάδι από την άλλη, όπως η ποίηση, που συνδυάζει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998 στο παλιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά. Ετοιμάστηκε με ελάχιστα έξοδα και πολλή εθελοντική δουλειά, και είχε μεγάλη επιτυχία.
Την επόμενη χρονιά ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, όπως η 21η Ιουνίου είναι Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Τυνήσιοι και άλλοι πρέσβεις από χώρες της Μεσογείου υποστήριξαν την εισήγηση και η ελληνική πρόταση υπερψηφίστηκε.
Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Το σκεπτικό της απόφασης ανέφερε: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση"».
Πηγές https://www.sansimera.gr/worldays/8#google_vignette
© SanSimera.gr
Wikipedia
#World_Poetry_Day #Μarch_21