
Όταν συναντάς ανθρώπους, υπάρχουν διάφοροι τρόποι να συστηθείς.
Ο συνηθέστερος είναι αυτός της χειραψίας, που τον συνοδεύει η αφή.
Στην πρώτη –πρόσκρουση- με την αφή του άλλου επιχειρείς μια διστακτική προσέγγιση.
Χειραψίες συναντώνται όλων των ειδών: αδιάφορες, παγωμένες, τυπικές, υποκριτικές, απόγνωσης, φιλικού καλέσματος ή ερωτικής πρόσκλησης.
Δεύτερος τρόπος είναι τα λόγια που απευθύνεις όταν συναντάς κάποιον.
Η διάρκεια, η ένταση, η χροιά της φωνής και η ποιότητα των λέξεων εξαρτώνται από την εντύπωση που αφήνει η στιγμιαία συνάντηση των χεριών.
Ένας τρίτος τρόπος, που είναι τόσο πολύπλοκος ώστε χρειάζεται να τον αποκωδικοποιήσεις, είναι η πράξη.
(πάντα με συγκινεί μια κίνηση ευγένειας ή απροσποίητης καλοσύνης ενός άγνωστου)
Υπάρχει κι ένας ακόμα τρόπος.
Να συστηθείς αποτυπώνοντας τα συναισθήματά σου στο χαρτί.
Αυτός είναι ο τρόπος της γραφής.
Το ποίημα είναι η αισθαντική παλάμη που απλώνει ο δημιουργός προς τον αναγνώστη.
Είναι τυχερός όταν ο απέναντι άγνωστος κατέχει την τέχνη μιας βαθιάς, δημιουργικής ανάγνωσης.
Δηλαδή, αναγνωρίζει, κατανοεί και στο τέλος επεξεργάζεται.
Επειδή η ποίηση πολλές φορές δρα συνειρμικά και υπαινίσσεται, τα μηνύματα που μεταφέρει είναι κωδικοποιημένα.
Έτσι η ανάγνωση μετατρέπεται σε πολύπλοκη διαδικασία.
Παροτρύνει το θεατή να εγκαταλείψει τη βολική θέση του ακροατηρίου και να εισβάλει στη σκηνή του δράματος.
Το ποιήματα είναι εικόνες του παρελθόντος που ο χρόνος βύθισε σε κώμα και η επιτυχία της ανάνηψης σε μια σύντομη πραγματικότητα εξαρτάται από τη δική μας επίμονη φροντίδα.
Να λοιπόν πώς αναβιώνει και αναβλύζει νοήματα μέσα από τις επίπονες ασκήσεις συναισθήματος
το ποίημα.
Γιάννης Τόλιας
6 Οκτωβρίου 2011 ·
