Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Κυλά ο χρόνος.. Αλκυόνη Παπαδάκη



Κυλά ο χρόνος..

σαν το νερό της βροχής..

κι εγώ ξεκλέβω κάποιες στιγμές..

να τις στολίσω πάνω μου όταν βαραίνει η ψυχή μου..

Να κάνω κόρτε στον εαυτό μου..

.....και να λέω..

_____θα τα καταφέρω!!




Α.Παπαδάκη


Πηγή : http://didymoteicho.net/forum/15/7436--.html?limit=6&start=84

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έκτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έκτο)
27 Νοεμβρίου 2013 στις 2:21 π.μ.


Ο κήπος του ΧατζηΡεΐση, ήτανε ξακουστός σε όλη την περιοχή κυρίως για το θαύμα που επιτελείτο εντός εκείνων των τειχών από ατόφια πέτρα φερμένη από όρη κάποια λέγανε της πιο βαθιάς Ανάντολου: είχε εν μέρει ειπωθεί ότι εάν δεν ήτον τέτοια μια πέτρα αλκαλική, δε θα ημπόρει όπως φυλάξει τις ποικίλες τις τριανταφυλλιές του από τίς άσχημες ασθένειες κάθε θαλασσινού αέρα, που αύξαινε κατακορύφως τις τιμές της αλατότητας στο χώμα πέριξ γειτονείας. Όλα ωραία στα αρχοντικά γιαλιά με τις προσόψεις τους να τις χαϊδεύει ένας φλοίσβος, και με τα εσωτερικά παρτέρια, τα εκτάρια των κήπων στις πλυνθόκλειστες αυλές - αλλά δεν έπιανε λουλούδι για λουλούδι εκτός από τα λίγα τροπικά κι ανθεκτικά του ανέμου όπως ερχόταν και βαρειά επικαθότανε και ασημένωζε η αλισάχνη κάθε φύλλο, έως ότου το μάραζε και να το κάμει του αλατιού. Όμως, εκείνου του Ρεΐση το γιαλί - με τα χοντρά του τείχη - έκρυβε ένα γκιούλμπαξε καθ' όλα όμορφο, καθ΄όλα μυρωμένον και εύκρατο μόνο και ως δροσάτον έως έπρεπε - για να ανθεί ολόγυρα στο χρόνο, να είναι και μεμιάς ένα καμάρι και ένας φθόνος για όλους έτερους περίοικους. Και ούτε ήξερε να πει κι αυτός ο ίδιος τί να υπέθαλπε και τί που ενεθάρρηνε τα ψυχωμένα άνθη - πάντως ήταν αυτός ο κήπος το όγδοο (έως το εικοστό) θαύμα αυτού του κόσμου, όπως τον ξέρουμε εσείς κι εγώ. Και τί τις σεμπρεφλόρενς, και τί τις ενφλορέσσες, τί εκατόφυλλες και τί σαν κάποιες ποικιλίες που ύστερα απ΄ αυτό που θα 'χει λάβει χώρα τώρα και όπου νάναι - θα πάνε να χαθούν και θα τις ξανανακαλύψουνε μετά από αιώνα και θα τις κάμουνε σαν ονοματισμένες μ' ονόματα κατηγορίας αντίκου ρόδου, τα που στο μέλλον και σε έδαφα αμερικανικά, ενδεχομένως, είτε της Αλβιόνος - ώστε θα λέγονται σα Γκάλλικες, Φλοριμπούντες, Σεντιφόλιες και Γκραντιφλόρες. Όμως, σε κείνονα εκεί τον κήπο παραμυθιού δίπλα στη θάλασσα και εις τον κόλπο Σμύρνης, τις έλεγε ο ΧατζηΡεΐς - η Υπομονούλα, η Χαριτόεσσα με τα Πολλά τα Πέπλα, η Ανοιχτόκαρδη και η Φιλοξενίτσα - αυτή, γιατί έμοιαζε με γυναίκα που άνοιγε τα μάτια της κι όλον τον εαυτόν της ως να καλωσορίσει τις μέλισσες και τα πουλιά τ΄αηδόνια. Τώρα, τί και μαθές συνεύκει, και πήγε όλο τόσο άνθος και ποντίστηκε, πετάχτηκε στη θάλασσα συθέμελο κι από την κάτω ρίζα; Καθέτε βολικώς, όπως λυθεί αυτό το εκατόχρονο και πλέον - πάνε τα χρόνια - αχ, δγιε - και που περνάει ο καιρός και πίσω δε γυρίζει - και τα καημένα μας τα νειάτα, τί γρήγορα που περνούν, μελωδικότερα. Λοιπόν, ως θα θυμάστε, γιατί τί είναι μια εκατοστή τα έτη, τί το προχτές - όταν θα έχει η ψυχή τη βασιλεία της, του χρόνου δε θα είναι σκλάβα - και πηγαινόρχεται με ελευθέρας εις το Κε, και εις τα θέατρα, και όπου κι αν ηθέλει, στα πάτρια αλλότρια εδάφη και τα χαμένα, σα να ήτο και εις την πίσω της αυλή και στο δικό της κάθενα ροδώνα. Φάετε, πείετε - μα πιο πολύ μυρίσατε τις ευωδιές που ίσως και η μνήμη σας θυμάται, παιδιώθεν. Είχε παρέλθει η ημέρα η αποφράς, ξανά μανά. Είχε περάσει επίσης κι ένας μήνας, μηθές και δύο; Και ο ΧατζηΡεΐσης είχε αποδεχθεί τα ρόδα ως βροχή εξ ουρανού, και δείγμα της φιλίας και της πίστης εκείνης που δεν έγινε γυναίκα του - αφού ποτέ του δεν την είχε δα ζητήσει (και ποιός να ξέρει, μη κι άμα την είχε πάρει εδική - μη τάχα και θα είχε ακόμα παραμείνει εν τη ζωη - γιατί ίσως τα αίματά των να ήτο πλέον συμβατά, κι αγαπημένα;). Μα, είχε τη δική του την ειρήνη αναπαύσει, βοήθησε και το μικρό Γαρδένι όπου του είχε αφήσει η φευγάτη, ως και σαν το ενέχυρο - γιατί και δεν του έβγαζε κανείς από το νου ότι το ήξερε εκείνη το σχέδιό του, να της ζητήσει εν καιρώ την κόρη της, να τηνε πει μητέρα αφού δεν είχε μπορεθεί να τηνε πάρει ταίρι - ε, ας την έπαιρνε μαμά του, πεθερά - δεν πάει και στον άνεμο, ένα δικό της κομματάκι να το γευότανε, να το 'χε υπερηφανεμένο. Αλλά - ο πόνος είναι πόνος κι ηθέλει μας τα κόκκαλα, και δεν ευχαριστείται με ξεγελάσματα, δη μάλιστα μικρά κι ακόμα βρέφη - θα 'παιρνε χρόνο να ηρεμίσκει το σωθικό - κι εδώ είναι τα δύσκολα κι η άτιμη κατάρα - δε φτάνει που'χε χάσει την πεθερούλα του, είχε χαμένα τα Τζουμάρτεσα, τα πιο μικρά γλυκάκια - κι είχε και πόσα στρέμματα όλο τριανταφυλλιές - και μη δεν είχε τη γυναίκα να της στέλει τις ανθοδέσμες, να την ευχαριστήσει που του έκαμνε κόρη κι όλη για κείνονα και για το χάρισμά του - και όλοι να του ζηλεύγουνε τις τύχες του μυρωδάτου κήπου, κι αυτός να μη μπορεί να δείξει ούτε το πένθος, αλλά ούτε τη χαρά - η Βαλιντέ επέθανε, ζήτω η Βαλιντέ - τί να τα λέμε, α ρε Εσθερώ, τί φίλη μου που ήσουνε, και δε σε γέμιζε το μάτι, και τι δώρο με έδωκες του αποχωρισμού, τέτοιο μπουμπούκι! Πώς να την κλάψει, και πώς να φανεί εις κοινωνίαν με τα μούτρα του ως δαγκωτά του πόνου, και μαραγκιάρα την καρκιάν; Και δεν ημπόραε να βάνει μία λύση - που να τον βγάνει και κομμάτι ασπροπρόσωπον, μη γίνει ο περίγελως είτε αυτός, είτε ο φίλος του αγαπημένος ο Ντημίτ, μηδέ και να της βγούνε τα κούδουνα και της α ποθαμένης - και όχι μόνο ότι ήτανε του άδικου, αλλά και το κορίτσι το μικρό - έπρεπε να προστατευθεί, μη λένε πως η μάνα της τραβγιότανε με δύο - και πάρει κι είτε της μελαγχολίας και της ντροπής, μηδέ να ξεσηκώσει τίποτα σκέρτσα και σχέδια - και θα γινότανε ο ίδιος του περίγελως διπλά - σαν όπως λέγαν βλέπε τη μάνα, σαν άμα παίρνεις κόρη. Και πού λοιπόν να βρει μιαν αφορμή, ένα σουσούμι θλίψης - που να του δίνει και αμόλημα καλούμπας να έχει γκρίνιες, νεύρα, της πριμαντόνας δάκρυα άμα του ήρχονταν το κέφι να δακρύσει, να βγάλει τους λυγμούς, ή τον κακό σκασμό - και να μην έχει όπως κατασκευάζει αν αγαπάς - τίποτα ελαφρυντικά, ακούς που ήπρεπε να δίνει και λογαριασμό για τις ανάγκες του να κλάψει μια κατάρα! Έτσι, αυτός πανούργος και μουστερής και που να στένει μηχανές, να μακινεύεται τις σκοτεινές μασίνες - τη Μαρσανίνα τη Διπλόκαρπη, το μαύρο περονόσπορο και τον τετράνυχο και τη μικρή μελίγκρα! Και πιάνει μέρα μια, ξεπάτωσε τον κήπο του, είχε πληρώσει και κάτι άκληρους εργάτες, πως να μην έχουνε ιδέα με κηπευτική - να ξέρουν μόνο από χαλασμό κι από ερείπια, και σάρωναν και σώριαζαν τα σώματα της Γκιούλμπαχαρ - με πένθιμα τα μωβ είχε φορέσει, όμορφη σα μυθιστορία, πανάκριβη τριανταφυλλιά της πολυτέλειας - μετά της Μομοϊρομπάρα, της Γιαπωνέζας Ροδαλής τριανταφυλλίτσας που έλεγε τραγούδια για την εμπιστοσύνη, για τη χειραψία της ευτυχίας... και η ξαδέρφη της η Κιροϊμπάρα - κονκιουμπίνας θυμωμένης, της κίτρινης της ζήλειας - τσεκουριές πέσανε πάνω στον κορμό της Μπενιμπάρας - που ήταν η αγαπημένη αυτοκρατόρισσας βυζαντινής, μέσα στα πορφυρά και τα βελούδα - κι η πιο φτωχή απ' τις Ασιάτισσες, η άσπρη σκέτη Μπάρα - το Ρόδο το Απλό και το Πολύπλοκο - που ήτανε το πρότυπο της φύσης του Θεού, όσο τον ξέρουμε... όλες ξεπατωμένες, και κομμένες μαθές και στο γιαλό και ποντισμένες, κι άλλες καμμένες - για να έχει μια αιτία, μία αφορμή, μία μικρή ανάπαυλα του πόνου - κι επίσης, για να έχει έναν κήπο που να τον ξαναφτιάξει ως να περάσει ο καιρός, και είτε ν' αποστεγνώσουνε τα δάκρυα, αλλιώς να μεγαλώσει η Γαρδένια. Μα σε καλό σου, όνομα κι αυτό; Και είναι άτιμα φυτά και ασημένια, θέλουν την πιο πολλή αγάπη - κι επίσης γιασεμιά που να τους παρευρίσκονται, αγιόκλιμα και κρίνα και τις μικρές τις καμπανούλες που τις λέγανε μυγκέ, κονβαλλαρίες - και που τις εφορούσανε στις νύφες σε κάτι ξένους τόπους χαρμοσύνης. Κι έτσι, χρειάστηκε όλα τα εργαλεία της σκαφής να ξαναφτιάξει, τα ασημοκαπνίσανε σαράντα μεταλάδες, και ήπρεπε το χώμα ν' ανασάνει, να φουντωθεί, να αναπουπουλιάσει καινουργιωμένο, για να πιάσουν οι φρέσκιες ρίζες και οι άσπρες οι φρέζιες - εκείνου του (εκ νέου) θαύματος της έλλειψης τ' αλάτου - για να ορχηστρωθεί ο κήπος της λευκότητας, Μπεγιάζ - λευκό και Μπενμπεγιάζ - κατάλευκο. Και να σχεδιαστεί ως και στη λεπτομέρειαν το Μπενμπεγιάζμπαξε, ο πλέον λευκός κήπος - προς την τιμή της ελαχίστου Γαρδενίας - της χλωμερής και ορφανής του αγαπημένης, του αγγέλου του του εμπιστευμένου επί γης, όπως ετάχθει.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013




Εν καιρώ, θα είχε μείνει εις τες ιστορίες - εκείνος ο Ρεΐσης, ως όχι του ναυμαχικού αγώνα, αλλά σαν θιασώτης της λευκότητας - και θα επήγαιναν να βλέπουν με κομμένα εισητήρια - το θαύμα Μπενμπεγιάζμπαξε που είχε μηχανουργήσει, ως προς κατάλυση του πόνου - και προς ελπίδας και προσήλωσης εξάσκηση, στο δρόμο που τον πήγε στο Θεό.


λάλον ύδωρ Τόλης Νικηφόρου


λάλον ύδωρ



τώρα που η πηγή έχει στερέψει μέσα μου

στο πιο βαθύ κουρνιάζω μέρος της σπηλιάς μου

και μελετώ τον ύπνο σου

μετράω πολλές φορές τα δάχτυλά σου

τις φανερές και τις κρυφές ελιές στο σώμα σου

εισπνέω το χνώτο σου

αποκρυπτογραφώ τα μυστικά που διαγράφουν

οι ανεπαίσθητες κινήσεις των χειλιών σου



είσαι τόσο μικρός

όσο ο πιο μεγάλος σοφός του κόσμου



γνωρίζω πάλι πώς και γιατί

φύλλο το φύλλο απόρθητη

στην έρημο η όαση θα φυτρώσει



από τη συλλογή Ξένες χώρες, 1991

Εκρηκτικό πόρισμα Κική Δημουλά




Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.

Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.

Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο 
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.

Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.

Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.

Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.

Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ' ένα κλουβάκι στίχου φευγαλέο.



Εκρηκτικό πόρισμα Κική Δημουλά
(2001 Ήχος απομακρύνσεων Ίκαρος)



Ιδανικός κι Ανάξιος Εραστής Νίκος Καββαδίας


Ιδανικός κι ανάξιος εραστής

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
Των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
Και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
Χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαντράς τη Σιγκαπούρη τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
Θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία
Κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς
Θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
Οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει
Κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά
-Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει.

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
Και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει
Κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί
Θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
Σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες
Θα έχω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ

Και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Ιδανικός κι Ανάξιος Εραστής Νίκος Καββαδίας (από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΑΜΠΟΥ)


Ποίηση: Νίκος Καββαδίας

Μουσική: Γιάννης Σπανός

Τραγουδά: Κώστας Καράλης

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Γιώργος Σεφέρης Διάλειμμα Χαράς από τα ημερολόγια καταστρώματος



Πεντέλη, ἄνοιξη
Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι ἐκεῖνο τὸ πρωὶ

θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες τὰ φύλλα τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔνοιές μας καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.
Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!
Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια κοιτάζοντας
τὸν ἀρχάγγελο νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-
«Ἀνεξήγητο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς ἀνθρώπους
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα
εἶναι ὅλοι τους μαῦροι».

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Πέτρα βουβή Γιώργης Σταυρακάκης




Πέτρα βουβή στο βορεινό πως νταγιαντίζεις πε μου
το ξεροβόρι του χιονιά, την όργητα τ’ ανέμου.

Κι οι πέτρες δεν την έχουνε την τόση αμοναξά μου
γιατί είδα μια κι είχε αγκαλιά τη ρίζα τ’ ασφεντά μου.


Στίχοι: Γιώργης Σταυρακάκης(Μιχαλόμπας)


Μουσική:Βασίλης Ξυλούρης

Πρώτη εκτέλεση: Ψαραντώνης
Βίντεο Θάλασσα μαυροθάλασσα