Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έκτο)
27 Νοεμβρίου 2013 στις 2:21 π.μ.
Ο κήπος του ΧατζηΡεΐση, ήτανε ξακουστός σε όλη την περιοχή κυρίως για το θαύμα που επιτελείτο εντός εκείνων των τειχών από ατόφια πέτρα φερμένη από όρη κάποια λέγανε της πιο βαθιάς Ανάντολου: είχε εν μέρει ειπωθεί ότι εάν δεν ήτον τέτοια μια πέτρα αλκαλική, δε θα ημπόρει όπως φυλάξει τις ποικίλες τις τριανταφυλλιές του από τίς άσχημες ασθένειες κάθε θαλασσινού αέρα, που αύξαινε κατακορύφως τις τιμές της αλατότητας στο χώμα πέριξ γειτονείας. Όλα ωραία στα αρχοντικά γιαλιά με τις προσόψεις τους να τις χαϊδεύει ένας φλοίσβος, και με τα εσωτερικά παρτέρια, τα εκτάρια των κήπων στις πλυνθόκλειστες αυλές - αλλά δεν έπιανε λουλούδι για λουλούδι εκτός από τα λίγα τροπικά κι ανθεκτικά του ανέμου όπως ερχόταν και βαρειά επικαθότανε και ασημένωζε η αλισάχνη κάθε φύλλο, έως ότου το μάραζε και να το κάμει του αλατιού. Όμως, εκείνου του Ρεΐση το γιαλί - με τα χοντρά του τείχη - έκρυβε ένα γκιούλμπαξε καθ' όλα όμορφο, καθ΄όλα μυρωμένον και εύκρατο μόνο και ως δροσάτον έως έπρεπε - για να ανθεί ολόγυρα στο χρόνο, να είναι και μεμιάς ένα καμάρι και ένας φθόνος για όλους έτερους περίοικους. Και ούτε ήξερε να πει κι αυτός ο ίδιος τί να υπέθαλπε και τί που ενεθάρρηνε τα ψυχωμένα άνθη - πάντως ήταν αυτός ο κήπος το όγδοο (έως το εικοστό) θαύμα αυτού του κόσμου, όπως τον ξέρουμε εσείς κι εγώ. Και τί τις σεμπρεφλόρενς, και τί τις ενφλορέσσες, τί εκατόφυλλες και τί σαν κάποιες ποικιλίες που ύστερα απ΄ αυτό που θα 'χει λάβει χώρα τώρα και όπου νάναι - θα πάνε να χαθούν και θα τις ξανανακαλύψουνε μετά από αιώνα και θα τις κάμουνε σαν ονοματισμένες μ' ονόματα κατηγορίας αντίκου ρόδου, τα που στο μέλλον και σε έδαφα αμερικανικά, ενδεχομένως, είτε της Αλβιόνος - ώστε θα λέγονται σα Γκάλλικες, Φλοριμπούντες, Σεντιφόλιες και Γκραντιφλόρες. Όμως, σε κείνονα εκεί τον κήπο παραμυθιού δίπλα στη θάλασσα και εις τον κόλπο Σμύρνης, τις έλεγε ο ΧατζηΡεΐς - η Υπομονούλα, η Χαριτόεσσα με τα Πολλά τα Πέπλα, η Ανοιχτόκαρδη και η Φιλοξενίτσα - αυτή, γιατί έμοιαζε με γυναίκα που άνοιγε τα μάτια της κι όλον τον εαυτόν της ως να καλωσορίσει τις μέλισσες και τα πουλιά τ΄αηδόνια. Τώρα, τί και μαθές συνεύκει, και πήγε όλο τόσο άνθος και ποντίστηκε, πετάχτηκε στη θάλασσα συθέμελο κι από την κάτω ρίζα; Καθέτε βολικώς, όπως λυθεί αυτό το εκατόχρονο και πλέον - πάνε τα χρόνια - αχ, δγιε - και που περνάει ο καιρός και πίσω δε γυρίζει - και τα καημένα μας τα νειάτα, τί γρήγορα που περνούν, μελωδικότερα. Λοιπόν, ως θα θυμάστε, γιατί τί είναι μια εκατοστή τα έτη, τί το προχτές - όταν θα έχει η ψυχή τη βασιλεία της, του χρόνου δε θα είναι σκλάβα - και πηγαινόρχεται με ελευθέρας εις το Κε, και εις τα θέατρα, και όπου κι αν ηθέλει, στα πάτρια αλλότρια εδάφη και τα χαμένα, σα να ήτο και εις την πίσω της αυλή και στο δικό της κάθενα ροδώνα. Φάετε, πείετε - μα πιο πολύ μυρίσατε τις ευωδιές που ίσως και η μνήμη σας θυμάται, παιδιώθεν. Είχε παρέλθει η ημέρα η αποφράς, ξανά μανά. Είχε περάσει επίσης κι ένας μήνας, μηθές και δύο; Και ο ΧατζηΡεΐσης είχε αποδεχθεί τα ρόδα ως βροχή εξ ουρανού, και δείγμα της φιλίας και της πίστης εκείνης που δεν έγινε γυναίκα του - αφού ποτέ του δεν την είχε δα ζητήσει (και ποιός να ξέρει, μη κι άμα την είχε πάρει εδική - μη τάχα και θα είχε ακόμα παραμείνει εν τη ζωη - γιατί ίσως τα αίματά των να ήτο πλέον συμβατά, κι αγαπημένα;). Μα, είχε τη δική του την ειρήνη αναπαύσει, βοήθησε και το μικρό Γαρδένι όπου του είχε αφήσει η φευγάτη, ως και σαν το ενέχυρο - γιατί και δεν του έβγαζε κανείς από το νου ότι το ήξερε εκείνη το σχέδιό του, να της ζητήσει εν καιρώ την κόρη της, να τηνε πει μητέρα αφού δεν είχε μπορεθεί να τηνε πάρει ταίρι - ε, ας την έπαιρνε μαμά του, πεθερά - δεν πάει και στον άνεμο, ένα δικό της κομματάκι να το γευότανε, να το 'χε υπερηφανεμένο. Αλλά - ο πόνος είναι πόνος κι ηθέλει μας τα κόκκαλα, και δεν ευχαριστείται με ξεγελάσματα, δη μάλιστα μικρά κι ακόμα βρέφη - θα 'παιρνε χρόνο να ηρεμίσκει το σωθικό - κι εδώ είναι τα δύσκολα κι η άτιμη κατάρα - δε φτάνει που'χε χάσει την πεθερούλα του, είχε χαμένα τα Τζουμάρτεσα, τα πιο μικρά γλυκάκια - κι είχε και πόσα στρέμματα όλο τριανταφυλλιές - και μη δεν είχε τη γυναίκα να της στέλει τις ανθοδέσμες, να την ευχαριστήσει που του έκαμνε κόρη κι όλη για κείνονα και για το χάρισμά του - και όλοι να του ζηλεύγουνε τις τύχες του μυρωδάτου κήπου, κι αυτός να μη μπορεί να δείξει ούτε το πένθος, αλλά ούτε τη χαρά - η Βαλιντέ επέθανε, ζήτω η Βαλιντέ - τί να τα λέμε, α ρε Εσθερώ, τί φίλη μου που ήσουνε, και δε σε γέμιζε το μάτι, και τι δώρο με έδωκες του αποχωρισμού, τέτοιο μπουμπούκι! Πώς να την κλάψει, και πώς να φανεί εις κοινωνίαν με τα μούτρα του ως δαγκωτά του πόνου, και μαραγκιάρα την καρκιάν; Και δεν ημπόραε να βάνει μία λύση - που να τον βγάνει και κομμάτι ασπροπρόσωπον, μη γίνει ο περίγελως είτε αυτός, είτε ο φίλος του αγαπημένος ο Ντημίτ, μηδέ και να της βγούνε τα κούδουνα και της α ποθαμένης - και όχι μόνο ότι ήτανε του άδικου, αλλά και το κορίτσι το μικρό - έπρεπε να προστατευθεί, μη λένε πως η μάνα της τραβγιότανε με δύο - και πάρει κι είτε της μελαγχολίας και της ντροπής, μηδέ να ξεσηκώσει τίποτα σκέρτσα και σχέδια - και θα γινότανε ο ίδιος του περίγελως διπλά - σαν όπως λέγαν βλέπε τη μάνα, σαν άμα παίρνεις κόρη. Και πού λοιπόν να βρει μιαν αφορμή, ένα σουσούμι θλίψης - που να του δίνει και αμόλημα καλούμπας να έχει γκρίνιες, νεύρα, της πριμαντόνας δάκρυα άμα του ήρχονταν το κέφι να δακρύσει, να βγάλει τους λυγμούς, ή τον κακό σκασμό - και να μην έχει όπως κατασκευάζει αν αγαπάς - τίποτα ελαφρυντικά, ακούς που ήπρεπε να δίνει και λογαριασμό για τις ανάγκες του να κλάψει μια κατάρα! Έτσι, αυτός πανούργος και μουστερής και που να στένει μηχανές, να μακινεύεται τις σκοτεινές μασίνες - τη Μαρσανίνα τη Διπλόκαρπη, το μαύρο περονόσπορο και τον τετράνυχο και τη μικρή μελίγκρα! Και πιάνει μέρα μια, ξεπάτωσε τον κήπο του, είχε πληρώσει και κάτι άκληρους εργάτες, πως να μην έχουνε ιδέα με κηπευτική - να ξέρουν μόνο από χαλασμό κι από ερείπια, και σάρωναν και σώριαζαν τα σώματα της Γκιούλμπαχαρ - με πένθιμα τα μωβ είχε φορέσει, όμορφη σα μυθιστορία, πανάκριβη τριανταφυλλιά της πολυτέλειας - μετά της Μομοϊρομπάρα, της Γιαπωνέζας Ροδαλής τριανταφυλλίτσας που έλεγε τραγούδια για την εμπιστοσύνη, για τη χειραψία της ευτυχίας... και η ξαδέρφη της η Κιροϊμπάρα - κονκιουμπίνας θυμωμένης, της κίτρινης της ζήλειας - τσεκουριές πέσανε πάνω στον κορμό της Μπενιμπάρας - που ήταν η αγαπημένη αυτοκρατόρισσας βυζαντινής, μέσα στα πορφυρά και τα βελούδα - κι η πιο φτωχή απ' τις Ασιάτισσες, η άσπρη σκέτη Μπάρα - το Ρόδο το Απλό και το Πολύπλοκο - που ήτανε το πρότυπο της φύσης του Θεού, όσο τον ξέρουμε... όλες ξεπατωμένες, και κομμένες μαθές και στο γιαλό και ποντισμένες, κι άλλες καμμένες - για να έχει μια αιτία, μία αφορμή, μία μικρή ανάπαυλα του πόνου - κι επίσης, για να έχει έναν κήπο που να τον ξαναφτιάξει ως να περάσει ο καιρός, και είτε ν' αποστεγνώσουνε τα δάκρυα, αλλιώς να μεγαλώσει η Γαρδένια. Μα σε καλό σου, όνομα κι αυτό; Και είναι άτιμα φυτά και ασημένια, θέλουν την πιο πολλή αγάπη - κι επίσης γιασεμιά που να τους παρευρίσκονται, αγιόκλιμα και κρίνα και τις μικρές τις καμπανούλες που τις λέγανε μυγκέ, κονβαλλαρίες - και που τις εφορούσανε στις νύφες σε κάτι ξένους τόπους χαρμοσύνης. Κι έτσι, χρειάστηκε όλα τα εργαλεία της σκαφής να ξαναφτιάξει, τα ασημοκαπνίσανε σαράντα μεταλάδες, και ήπρεπε το χώμα ν' ανασάνει, να φουντωθεί, να αναπουπουλιάσει καινουργιωμένο, για να πιάσουν οι φρέσκιες ρίζες και οι άσπρες οι φρέζιες - εκείνου του (εκ νέου) θαύματος της έλλειψης τ' αλάτου - για να ορχηστρωθεί ο κήπος της λευκότητας, Μπεγιάζ - λευκό και Μπενμπεγιάζ - κατάλευκο. Και να σχεδιαστεί ως και στη λεπτομέρειαν το Μπενμπεγιάζμπαξε, ο πλέον λευκός κήπος - προς την τιμή της ελαχίστου Γαρδενίας - της χλωμερής και ορφανής του αγαπημένης, του αγγέλου του του εμπιστευμένου επί γης, όπως ετάχθει.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Εν καιρώ, θα είχε μείνει εις τες ιστορίες - εκείνος ο Ρεΐσης, ως όχι του ναυμαχικού αγώνα, αλλά σαν θιασώτης της λευκότητας - και θα επήγαιναν να βλέπουν με κομμένα εισητήρια - το θαύμα Μπενμπεγιάζμπαξε που είχε μηχανουργήσει, ως προς κατάλυση του πόνου - και προς ελπίδας και προσήλωσης εξάσκηση, στο δρόμο που τον πήγε στο Θεό.