Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Τέχνη. Ποίηση. Τόμος Πρώτος 1950-1966.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
(1922-1988)

Tέχνη

Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, 

τά'δα ύστερα να μαραίνονται και να σβήνουν,
και μ' όλο που ξέφευγα από'να κίνδυνο,
έκλαψα γι' αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα.
Δόθηκα στα πιο μεγάλα ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα.
Ένοιωσα ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους
φτωχούς,
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, 
έγλυψα εκεί που έφτυσα,
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον
αργά, ότι είσαι ένας άλλος από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ' όνομά μου για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου ― κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός
Tις νύχτες έκλαψα, συνθηκολόγησα τις μέρες
αδιάκοπη πάλη μ' αυτόν τον δαίμονα μέσα μου που τα ήθελε όλα, τού'δωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις,
τα πιο καθάρια μου όνειρα και πείναγε,
τού'δωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ,
χρέη, εξευτελισμούς, και πείναγε. 
Bούλιαξα σε μικροζητήματα φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,χωρίς κανείς να μου το ζητήσει έκοψα μικρά-μικρά κομάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα στα σκυλιά.

Tώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια
μπορώ να γράψω ένα στίχο, αληθινό.  

Τάσος Λειβαδίτης - Τέχνη. Ποίηση. Τόμος Πρώτος 1950-1966.


Απαγγέλει η ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Μουσική επένδυση από την Ευανθία Ρεμπούτσικα. :

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Γεώργιος Σεφέρης Υστερόγραφο


Υστερόγραφο

Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.


Κύριε, όχι μ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα.
Κύριε, όχι μ αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε νά είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές,
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας·
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν ανασάνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης-


Κύριε, όχι μ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου. 

 11 Σεπτέμβρη 1941



Πηγή
http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1641



Όσο ο Γ. Σεφέρης βρίσκεται στη Νότιο Αφρική, τον Αύγουστο του 1941, οι Γερμανοί εκτελούν στην Κρήτη πάνω από 2.000 πατριώτες[ Χρονικό αγώνων και θυσιών του ΚΚΕ…, ό.π., σ.142-143.
] ενώ στα τέλη του Σεπτεμβρίου, στις 27/28, ιδρύεται το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) από μικρές αριστερές πολιτικές δυνάμεις[M.Π.Λυμπεράτος, Οι οργανώσεις της αντίστασης, στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, 1940-1945, Κατοχή-Αντίσταση, τ. Γ2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 9]. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου, 28 και 29, εξεγείρονται 2.000 κάτοικοι του νομού Δράμας εναντίον της κατοχής των Βουλγάρων. Η εξέγερση αυτή πνίγηκε στο αίμα[Χρονικό αγώνων και θυσιών του ΚΚΕ…, ό.π., σ. 146.]. Από τις 29 Σεπτεμβρίου μέχρι και τις 1 Οκτωβρίου γίνεται στη Μόσχα η συνδιάσκεψη μεταξύ ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Αγγλίας για το ζήτημα των αμοιβαίων στρατιωτικών προμηθειών[Χρονολογικός πίνακας…, ό.π., σ. 882.]. Στις 30 αρχίζει η μάχη της Μόσχας ενώ μέρες πριν, στις 8/9/1941, αρχίζει ο αποκλεισμός του Λένινγκραντ[Χρονολογικός πίνακας…, ό.π., σ. 882.].

Ο Γ. Σεφέρης εξακολουθεί να βρίσκεται στην Πρετόρια όπου γράφει το δεύτερο ποίημα σε αυτή την πόλη το «Υστερόγραφο». Θα είναι το δεύτερο ποίημα της συλλογής «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄».

Όπως σημειώνει και ο Ρ. Μπήτον «πρόκειται για μια πικρόχολη καρικατούρα του Τσουδερού και του περίγυρού του»[Ρ. Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης…, ό.π., σ.312.]. Το ποίημα είναι γραμμένο σε μορφή προσευχής και με επωδό τη φράση «Κύριε, όχι μ΄ αυτούς». Αναφέρεται σε όλους αυτούς που ταξίδευαν μαζί του με το πλοίο από το Σουέζ στο Ντουρμπάν. Παρακαλεί το θεό όχι με αυτούς, αυτούς που η φωνή τους δεν βγαίνει από το στόμα, είναι αδύναμη και στέκεται κολλημένη στα κίτρινα δόντια τους. Αυτοί που έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα.



Διαβάστε περισσότερα: http://www.alfavita.gr/apopsi/%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%B5%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%B7#ixzz3nYGfVs7s

Σεφέρης Γιώργος Σχέδια για ένα καλοκαίρι. [Άνθη της πέτρας]








Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ' αργό ψιχάλισμα,
άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν 
που μ' άφησαν να τις αγγίξω ύστερ' απ' τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974) 



(διαβάζει: Kαράλη Tόνια, Aνέκδοτη ηχογράφηση, 1962)

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=269&author_id=44




Γιώργος Σεφέρης - «Μυθιστόρημα»




Γιῶργος Σεφέρης - «Μυθιστόρημα»

(ἀπὸ τὴν ἔκδοση «Γιῶργος Σεφέρης, Ποιήματα», Ἴκαρος, 1989)

Si j᾿ ai du gout, ce n᾿ est guère
Que pour la terre et les pierres.
ARTHUR RIMBAUD
Α´

Τὸν ἄγγελο
τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολὺ κοντὰ
τὰ πεῦκα τὸ γιαλὸ καὶ τ᾿ ἄστρα.
Σμίγοντας τὴν κόψη τ᾿ ἀλετριοῦ
ἢ τοῦ καραβιοῦ τὴν καρένα
ψάχναμε νὰ βροῦμε πάλι τὸ πρῶτο σπέρμα
γιὰ νὰ ξαναρχίσει τὸ πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν.
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς.
Β´

Ἀκόμη ἕνα πηγάδι μέσα σὲ μιὰ σπηλιά.
Ἄλλοτε μᾶς ἦταν εὔκολο ν᾿ ἀντλήσουμε εἴδωλα καὶ στολίδια
γιὰ νὰ χαροῦν οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἔμεναν ἀκόμη πιστοί.
Ἔσπασαν τὰ σκοινιὰ μονάχα οἱ χαρακιὲς στοῦ πηγαδιοῦ τὸ στόμα
μᾶς θυμίζουν τὴν περασμένη μας εὐτυχία:
τὰ δάχτυλα στὸ φιλιατρό, καθὼς ἔλεγε ὁ ποιητής.
Τὰ δάχτυλα νιώθουν τὴ δροσιὰ τῆς πέτρας λίγο
κι ἡ θέρμη τοῦ κορμιοῦ τὴν κυριεύει
κι ἡ σπηλιὰ παίζει τὴν ψυχή της καὶ τὴ χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρὶς μία στάλα.
Γ´

Μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης

Ξύπνησα μὲ τὸ μαρμάρινο τοῦτο κεφάλι στὰ χέρια
ποὺ μοῦ ἐξαντλεῖ τοὺς ἀγκῶνες καὶ δὲν ξέρω ποῦ νὰ
τ᾿ ἀκουμπήσω.
Ἔπεφτε τὸ ὄνειρο καθὼς ἔβγαινα ἀπὸ τὸ ὄνειρο
ἔτσι ἑνώθηκε ἡ ζωή μας καὶ θὰ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τὰ μάτια. Μήτε ἀνοιχτὰ μήτε κλειστὰ
μιλῶ στὸ στόμα ποὺ ὅλο γυρεύει νὰ μιλήσει
κρατῶ τὰ μάγουλα ποὺ ξεπέρασαν τὸ δέρμα.

Δὲν ἔχω ἄλλη δύναμη
τὰ χέρια μου χάνουνται καὶ μὲ πλησιάζουν
ἀκρωτηριασμένα.
Δ´
ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Καὶ ψυχὴ
εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτὴν
εἰς ψυχὴν
αὐτὴ βλεπτέον:
τὸν ξένο καὶ τὸν ἐχθρὸ τὸν εἴδαμε στὸν καθρέφτη.

Ἤτανε καλὰ παιδιὰ οἱ σύντροφοι, δὲ φωνάζαν
οὔτε ἀπὸ τὸν κάματο οὔτε ἀπὸ τὴ δίψα οὔτε ἀπὸ τὴν παγωνιά,
εἴχανε τὸ φέρσιμο τῶν δέντρων καὶ τῶν κυμάτων
ποὺ δέχουνται τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχὴ
δέχουνται τὴ νύχτα καὶ τὸν ἥλιο
χωρὶς ν᾿ ἀλλάζουν μέσα στὴν ἀλλαγή.
Ἤτανε καλὰ παιδιά, μέρες ὁλόκληρες
ἵδρωναν στὸ κουπὶ μὲ χαμηλωμένα μάτια
ἀνασαίνοντας μὲ ρυθμὸ
καὶ τὸ αἷμα τοὺς κοκκίνιζε ἕνα δέρμα ὑποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, μὲ χαμηλωμένα μάτια
ὅταν περάσαμε τὸ ἐρημόνησο μὲ τὶς ἀραποσυκιὲς
κατὰ τὴ δύση, πέρα ἀπὸ τὸν κάβο τῶν σκύλων
ποὺ γαβγίζουν.
Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν
εἰς ψυχὴν βλεπτέον, ἔλεγαν
καὶ τὰ κουπιὰ χτυποῦσαν τὸ χρυσάφι τοῦ πελάγου
μέσα στὸ ἡλιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλοὺς πολλὰ νησιὰ τὴ θάλασσα
ποὺ φέρνει τὴν ἄλλη θάλασσα, γλάρους καὶ φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναῖκες κάποτε μὲ ὀλολυγμοὺς
κλαίγανε τὰ χαμένα τους παιδιὰ
κι ἄλλες ἀγριεμένες γύρευαν τὸ Μεγαλέξαντρο
καὶ δόξες βυθισμένες στὰ βάθη τῆς Ἀσίας.
Ἀράξαμε σ᾿ ἀκρογιαλιὲς γεμάτες ἀρώματα νυχτερινὰ
μὲ κελαηδίσματα πουλιῶν, νερὰ ποὺ ἀφήνανε στὰ χέρια
τὴ μνήμη μιᾶς μεγάλης εὐτυχίας.
Μὰ δὲν τελειῶναν τὰ ταξίδια.
Οἱ ψυχές τους ἔγιναν ἕνα με τὰ κουπιὰ καὶ τοὺς σκαρμοὺς
μὲ τὸ σοβαρὸ πρόσωπο τῆς πλώρης
μὲ τ᾿ αὐλάκι τοῦ τιμονιοῦ
μὲ τὸ νερὸ ποὺ ἔσπαζε τὴ μορφή τους.
Οἱ σύντροφοι τέλειωσαν μὲ τὴ σειρά,
μὲ χαμηλωμένα μάτια. Τὰ κουπιά τους
δείχνουν τὸ μέρος ποὺ κοιμοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλι.
Κανεὶς δὲν τοὺς θυμᾶται. Δικαιοσύνη.
Ε´

Δὲν τοὺς γνωρίσαμε ἦταν ἡ ἐλπίδα στὸ βάθος ποὺ ἔλεγε
πὼς τοὺς εἴχαμε γνωρίσει ἀπὸ μικρὰ παιδιά.
Τοὺς εἴδαμε ἴσως δυὸ φορὲς κι ἔπειτα πῆραν τὰ καράβια,
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οἱ φίλοι μας
χαμένοι πίσω ἀπὸ τὸν ὠκεανὸ παντοτινά.
Ἡ αὐγὴ μᾶς βρίσκει πλάι στὴν κουρασμένη λάμπα
νὰ γράφουμε ἀδέξια καὶ μὲ προσπάθεια στὸ χαρτὶ
πλεούμενα γοργόνες ἢ κοχύλια
τὸ ἀπόβραδο κατεβαίνουμε στὸ ποτάμι
γιατὶ μᾶς δείχνει τὸ δρόμο πρὸς τὴ θάλασσα,
καὶ περνοῦμε τὶς νύχτες σὲ ὑπόγεια ποὺ μυρίζουν κατράμι.
Οἱ φίλοι μας ἔφυγαν ἴσως νὰ μὴν τοὺς εἴδαμε ποτές, ἴσως
νὰ τοὺς συναπαντήσαμε ὅταν ἀκόμη ὁ ὕπνος
μᾶς ἔφερνε πολὺ κοντὰ στὸ κύμα ποὺ ἀνασαίνει
ἴσως νὰ τοὺς γυρεύουμε γιατὶ γυρεύουμε τὴν ἄλλη ζωή,
πέρα ἀπὸ τ᾿ ἀγάλματα.
ΣΤ´

Μ. Ρ.

Τὸ περιβόλι μὲ τὰ συντριβάνια του στὴ βροχὴ
θὰ τὸ βλέπεις μόνο ἀπὸ τὸ χαμηλὸ παράθυρο
πίσω ἀπὸ τὸ θολὸ τζάμι. Ἡ κάμαρά σου
θὰ φωτίζεται μόνο ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ τζακιοῦ
καὶ κάποτε, στὶς μακρινὲς ἀστραπὲς θὰ φαίνουνται
οἱ ρυτίδες τοῦ μετώπου σου, παλιέ μου φίλε.
Τὸ περιβόλι μὲ τὰ συντριβάνια ποὺ ἦταν στὸ χέρι σου
ρυθμὸς τῆς ἄλλης ζωῆς, ἔξω ἀπὸ τὰ σπασμένα
μάρμαρα καὶ τὶς κολόνες τὶς τραγικὲς
κι ἕνας χορὸς μέσα στὶς πικροδάφνες
κοντὰ στὰ καινούργια λατομεῖα,
ἕνα γυαλὶ θαμπὸ θὰ τὄ ῾χει κόψει ἀπὸ τὶς ὦρες σου.
Δὲ θ᾿ ἀνασάνεις, τὸ χῶμα κι ὁ χυμὸς τῶν δέντρων
θὰ ὁρμοῦν ἀπὸ τὴ μνήμη σου γιὰ νὰ χτυπήσουν
πάνω στὸ τζάμι αὐτὸ ποὺ τὸ χτυπᾶ ἡ βροχὴ
ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο.
Ζ´
ΝΟΤΙΑΣ

Τὸ πέλαγο σμίγει κατὰ τὴ δύση μία βουνοσειρά.
Ζερβά μας ὁ νοτιᾶς φυσάει καὶ μᾶς τρελαίνει,
αὐτὸς ὁ ἀγέρας ποὺ γυμνώνει τὰ κόκαλα ἀπ᾿ τὴ σάρκα.
Τὸ σπίτι μας μέσα στὰ πεῦκα καὶ στὶς χαρουπιές.
Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια
γιὰ νὰ γράφουμε τὰ γράμματα ποὺ σοῦ γράφουμε
τόσους μῆνες καὶ τὰ ρίχνουμε
μέσα στὸν ἀποχωρισμὸ γιὰ νὰ γεμίσει.

Ἄστρο τῆς αὐγῆς, ὅταν χαμήλωνες τὰ μάτια
οἱ ὦρες μας ἦταν πιὸ γλυκιὲς ἀπὸ τὸ λάδι
πάνω στὴν πληγή, πιὸ πρόσχαρες ἀπὸ τὸ κρύο νερὸ
στὸν οὐρανίσκο, πιὸ γαλήνιες ἀπὸ τὰ φτερὰ τοῦ κύκνου.
Κρατοῦσες τὴ ζωή μας στὴν παλάμη σου.
Ὕστερα ἀπὸ τὸ πικρὸ ψωμὶ τῆς ξενιτιᾶς
τὴ νύχτα ἂν μείνουμε μπροστὰ στὸν ἄσπρο τοῖχο
ἡ φωνή σου μᾶς πλησιάζει σὰν ἔλπιση φωτιᾶς
καὶ πάλι αὐτὸς ὁ ἀγέρας ἀκονίζει
πάνω στὰ νεῦρα μας ἕνα ξυράφι.

Σοῦ γράφουμε ὁ καθένας τὰ ἴδια πράματα
καὶ σωπαίνει ὁ καθένας μπρὸς στὸν ἄλλον
κοιτάζοντας, ὁ καθένας, τὸν ἴδιο κόσμο χωριστὰ
τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι στὴ βουνοσειρὰ
κι ἐσένα.

Ποιὸς θὰ σηκώσει τὴ θλίψη τούτη ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας;
Χτὲς βράδυ μία νεροποντὴ καὶ σήμερα
βαραίνει πάλι ὁ σκεπασμένος οὐρανός. Οἱ στοχασμοί μας
σὰν τὶς πευκοβελόνες τῆς χτεσινῆς νεροποντῆς
στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας μαζεμένοι κι ἄχρηστοι
θέλουν νὰ χτίσουν ἕναν πύργο ποὺ γκρεμίζει.

Μέσα σὲ τοῦτα τὰ χωριὰ τ᾿ ἀποδεκατισμένα
πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸν κάβο, ξέσκεπο στὸ νοτιὰ
μὲ τὴ βουνοσειρὰ μπροστά μας ποὺ σὲ κρύβει,
ποιὸς θὰ μᾶς λογαριάσει τὴν ἀπόφαση τῆς λησμονιᾶς;
Ποιὸς θὰ δεχτεῖ τὴν προσφορά μας, στὸ τέλος αὐτὸ τοῦ φθινοπώρου.
H´

Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σὲ καταστρώματα κατελυμένων καραβιῶν
στριμωγμένες μὲ γυναῖκες κίτρινες καὶ μωρὰ ποὺ κλαῖνε
χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ξεχαστοῦν οὔτε μὲ τὰ χελιδονόψαρα
οὔτε μὲ τ᾿ ἄστρα ποὺ δηλώνουν στὴν ἄκρη τὰ κατάρτια.
Τριμμένες ἀπὸ τοὺς δίσκους τῶν φωνογράφων
δεμένες ἄθελα μ᾿ ἀνύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες.

Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στὰ σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
ἀπὸ λιμάνι σὲ λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ἀνασαίνοντας
τὴ δροσιὰ τοῦ πεύκου πιὸ δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στὰ νερὰ τούτης τῆς θάλασσας
κι ἐκείνης τῆς θάλασσας,
χωρὶς ἁφὴ
χωρὶς ἀνθρώπους
μέσα σε μία πατρίδα ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δική μας
οὔτε δική σας.

Τὸ ξέραμε πὼς ἦταν ὡραῖα τὰ νησιὰ
κάπου ἐδῶ τριγύρω ποὺ ψηλαφοῦμε
λίγο πιὸ χαμηλὰ ἢ λίγο πιὸ ψηλὰ
ἕνα ἐλάχιστο διάστημα.
Θ´

Εἶναι παλιὸ τὸ λιμάνι, δὲν μπορῶ πιὰ νὰ περιμένω
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πεῦκα
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πλατάνια
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε γιὰ τ᾿ ἀνοιχτά.
Χαϊδεύω τὰ σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τὰ κουπιὰ
νὰ ζωντανέψει τὸ κορμί μου καὶ ν᾿ ἀποφασίσει.
Τὰ καραβόπανα δίνουν μόνο τὴ μυρωδιὰ
τοῦ ἁλατιοῦ τῆς ἄλλης τρικυμίας.

Ἂν τὸ θέλησα νὰ μείνω μόνος, γύρεψα
τὴ μοναξιά, δὲ γύρεψα μία τέτοια ἀπαντοχή,
τὸ κομμάτιασμα τῆς ψυχῆς μου στὸν ὁρίζοντα,
αὐτὲς τὶς γραμμές, αὐτὰ τὰ χρώματα, αὐτὴ τὴ σιγή.

Τ᾿ ἄστρα τῆς νύχτας μὲ γυρίζουν στὴν προσδοκία
τοῦ Ὀδυσσέα γιὰ τοὺς νεκροὺς μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια.
Μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια σὰν ἀράξαμε ἐδῶ-πέρα θέλαμε νὰ βροῦμε
τὴ λαγκαδιὰ ποὺ εἶδε τὸν Ἅδωνι λαβωμένο.


Ι´

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ
ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.
Δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.
Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας
ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας.
Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κι οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴν ψυχή μας.
Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε
βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα
σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν.
ΙΑ´

Τὸ αἷμα σου πάγωνε κάποτε σὰν τὸ φεγγάρι,
μέσα στὴν ἀνεξάντλητη νύχτα τὸ αἷμα σου
ἅπλωνε τὶς ἄσπρες του φτεροῦγες πάνω
στοὺς μαύρους βράχους τὰ σχήματα τῶν δέντρων καὶ τὰ σπίτια
μὲ λίγο φῶς ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια.
ΙΒ´
Μποτίλια στὸ πέλαγο

Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλήσι
καὶ παραπάνω
τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτὰ
ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει.

Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια.
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά.
ΙΓ´
Ὕδρα

Δελφίνια φλάμπουρα καὶ κανονιές.
Τὸ πέλαγο τόσο πικρὸ γιὰ τὴν ψυχή σου κάποτε,
σήκωνε τὰ πολύχρωμα κι ἀστραφτερὰ καράβια
λύγιζε, τὰ κλυδώνιζε κι ὅλο μαβὶ μ᾿ ἄσπρα φτερά,
τόσο πικρὸ γιὰ τὴν ψυχή σου κάποτε
τώρα γεμάτο χρώματα στὸν ἥλιο.

Ἄσπρα πανιὰ καὶ φῶς καὶ τὰ κουπιὰ τὰ ὑγρὰ
χτυποῦσαν μὲ ρυθμὸ τυμπάνου ἕνα ἡμερωμένο κύμα.

Θὰ ἦταν ὡραῖα τὰ μάτια σου νὰ κοίταζαν
θὰ ἦταν λαμπρὰ τὰ χέρια σου ν᾿ ἀπλώνουνταν
θὰ ἦταν σὰν ἄλλοτε ζωηρὰ τὰ χείλια σου
μπρὸς σ᾿ ἕνα τέτοιο θάμα
τὸ γύρευες τί γύρευες μπροστὰ στὴ στάχτη
ἢ μέσα στὴ βροχὴ στὴν καταχνιὰ στὸν ἄνεμο,
τὴν ὥρα ἀκόμη ποὺ χαλάρωναν τὰ φῶτα
κι ἡ πολιτεία βύθιζε κι ἀπὸ τὶς πλάκες
σοῦ ῾δειχνε τὴν καρδιά του ὁ Ναζωραῖος,
τί γύρευες; γιατί δὲν ἔρχεσαι; τί γύρευες;
ΙΔ´

Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στὸ φῶς
χαράζοντας τὴ μοίρα μας μέσα στὸ φῶς
μὲ χρώματα καὶ χειρονομίες ἀνθρώπων
ποὺ ἀγαπήσαμε.
ΙΕ´

Quid πλατανῶν opacissimus?

Ὁ ὕπνος σὲ τύλιξε, σὰν ἕνα δέντρο, μὲ πράσινα φύλλα,
ἀνάσαινες, σὰν ἕνα δέντρο, μέσα στὸ ἥσυχο φῶς,
μέσα στὴ διάφανη πηγὴ κοίταξα τὴ μορφή σου
κλεισμένα βλέφαρα καὶ τὰ ματόκλαδα χάραζαν τὸ νερό.
Τὰ δάχτυλά μου στὸ μαλακὸ χορτάρι, βρῆκαν τὰ δάχτυλά σου
κράτησα τὸ σφυγμό σου μιὰ στιγμὴ
κι ἔνιωσα ἀλλοῦ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου.

Κάτω ἀπὸ τὸ πλατάνι, κοντὰ στὸ νερό, μέσα στὶς δάφνες
ὁ ὕπνος σὲ μετακινοῦσε καὶ σὲ κομμάτιαζε
γύρω μου, κοντά μου, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ σ᾿ ἀγγίξω ὁλόκληρη,
ἑνωμένη μὲ τὴ σιωπή σου
βλέποντας τὸν ἴσκιο σου νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει,
νὰ χάνεται στοὺς ἄλλους ἴσκιους, μέσα στὸν ἄλλο
κόσμο ποὺ σ᾿ ἄφηνε καὶ σὲ κρατοῦσε.

Τὴ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔδωσαν νὰ ζήσουμε, τὴ ζήσαμε.
Λυπήσου ἐκείνους ποὺ περιμένουν μὲ τόση ὑπομονὴ
χαμένοι μέσα στὶς μαῦρες δάφνες κάτω ἀπὸ τὰ βαριὰ πλατάνια
κι ὅσους μονάχοι τους μιλοῦν σὲ στέρνες καὶ σὲ πηγάδια
καὶ πνίγουνται μέσα στοὺς κύκλους τῆς φωνῆς.
Λυπήσου τὸ σύντροφο ποὺ μοιράστηκε τὴ στέρησή μας καὶ τὸν ἱδρώτα
καὶ βύθισε μέσα στὸν ἥλιο σὰν κοράκι πέρα ἀπ᾿ τὰ μάρμαρα,
χωρὶς ἐλπίδα νὰ χαρεῖ τὴν ἀμοιβή μας.

Δῶσε μας, ἔξω ἀπὸ τὸν ὕπνο, τὴ γαλήνη.
ΙΣΤ´

ὄνομα δ᾿ Ὀρέστης

Στὴ σφενδόνη, πάλι στὴ σφενδόνη, στὴ σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αἱμάτινοι κύκλοι, πόσες μαῦρες
σειρές. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ κοιτάζουν,
ποὺ μὲ κοιτάζαν ὅταν πάνω στὸ ἅρμα
σήκωσα τὸ χέρι λαμπρός, κι ἀλάλαξαν.

Οἱ ἀφροὶ τῶν ἀλόγων μὲ χτυποῦν, τ᾿ ἄλογα πότε θ᾿ ἀποστάσουν;
Τρίζει ὁ ἄξονας, πυρώνει ὁ ἄξονας, πότε ὁ ἄξονας θ᾿ ἀνάψει;
Πότε θὰ σπάσουν τὰ λουριά, πότε τὰ πέταλα
θὰ πατήσουν μ᾿ ὅλο τὸ πλάτος πάνω στὸ χῶμα
πάνω στὸ μαλακὸ χορτάρι, μέσα στὶς παπαροῦνες ὅπου
τὴν ἄνοιξη μάζεψες μία μαργαρίτα.
Ἦταν ὡραῖα τὰ μάτια σου μὰ δὲν ἤξερες ποὺ νὰ κοιτάξεις
δὲν ἤξερα ποὺ νὰ κοιτάξω μήτε κι ἐγώ, χωρὶς πατρίδα
ἐγὼ ποὺ μάχομαι ἐδῶ-πέρα, πόσοι γύροι;
καὶ νιώθω τὰ γόνατα νὰ λυγίζουν πάνω στὸν ἄξονα
πάνω στὶς ρόδες πάνω στὸν ἄγριο στίβο,
τὰ γόνατα λυγίζουν εὔκολα σὰν τὸ θέλουν οἱ θεοί,
κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει, τί νὰ τὴν κάνεις τὴ δύναμη, δὲν μπορεῖς
νὰ ξεφύγεις τὴ θάλασσα ποὺ σὲ λίκνισε καὶ ποὺ γυρεύεις
τούτη τὴν ὥρα τῆς ἀμάχης, μέσα στὴν ἀλογίσια ἀνάσα,
μὲ τὰ καλάμια ποὺ τραγουδοῦσαν τὸ φθινόπωρο σὲ τρόπο λυδικό,
τὴ θάλασσα ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς ὅσο κι ἂν τρέχεις
ὅσο κι ἂν γυρίζεις μπροστὰ στὶς μαῦρες Εὐμενίδες ποὺ βαριοῦνται,
χωρὶς συχώρεση.


ΙΖ´
Ἀστυάναξ

Τώρα ποὺ θὰ φύγεις πάρε μαζί σου καὶ τὸ παιδὶ
ποὺ εἶδε τὸ φῶς κάτω ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πλατάνι,
μιὰ μέρα ποὺ ἀντηχοῦσαν σάλπιγγες καὶ ἔλαμπαν ὅπλα
καὶ τ᾿ ἄλογα ἱδρωμένα σκύβανε ν᾿ ἀγγίξουν
τὴν πράσινη ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ
στὴ γούρνα μὲ τὰ ὑγρά τους τὰ ρουθούνια.

Οἱ ἐλιὲς μὲ τὶς ρυτίδες τῶν γονιῶν μας
τὰ βράχια μὲ τὴ γνώση τῶν γονιῶν μας
καὶ τὸ αἷμα τοῦ ἀδερφοῦ μας ζωντανὸ στὸ χῶμα
ἤτανε μία γερὴ χαρὰ μία πλούσια τάξη
γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ γνώριζαν τὴν προσευχή τους.

Τώρα ποὺ θὰ φύγεις, τώρα ποὺ ἡ μέρα τῆς πληρωμῆς
χαράζει, τώρα ποὺ κανεὶς δὲν ξέρει
ποιὸν θὰ σκοτώσει καὶ πῶς θὰ τελειώσει,
πάρε μαζί σου τὸ παιδὶ ποὺ εἶδε τὸ φῶς
κάτω ἀπ᾿ τὰ φύλλα ἐκείνου τοῦ πλατάνου
καὶ μάθε του νὰ μελετᾶ τὰ δέντρα.
ΙΗ´

Λυποῦμαι γιατὶ ἄφησα νὰ περάσει ἕνα πλατὺ ποτάμι
μέσα ἀπὸ τὰ δάχτυλά μου
χωρὶς νὰ πιῶ οὔτε μία στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στὴν πέτρα.
Ἕνα μικρὸ πεῦκο στὸ κόκκινο χῶμα,
δὲν ἔχω ἄλλη συντροφιά.
Ὅ, τι ἀγάπησα χάθηκε μαζὶ μὲ τὰ σπίτια
ποὺ ἦταν καινούργια τὸ περασμένο καλοκαίρι
καὶ γκρέμισαν μὲ τὸν ἀγέρα τοῦ φθινοπώρου.
ΙΘ´

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾶ δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνήφοροι στὰ βουνὰ
μᾶς βαραίνουν
οἱ φίλοι ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς νὰ πεθάνουν.


Κ´
[ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ]

Στὸ στῆθος μου ἡ πληγὴ ἀνοίγει πάλι
ὅταν χαμηλώνουν τ᾿ ἄστρα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ κορμί μου
ὅταν πέφτει σιγὴ κάτω ἀπὸ τὰ πέλματα τῶν ἀνθρώπων

Αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βουλιάζουν μέσα στὰ χρόνια ὡς ποῦ θὰ μὲ παρασύρουν;
Τὴ θάλασσα τὴ θάλασσα, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὴν ἐξαντλήσει;
Βλέπω τὰ χέρια κάθε αὐγὴ νὰ γνέφουν στὸ γύπα καὶ στὸ γεράκι
δεμένη πάνω στὸ βράχο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν πόνο δικός μου,
βλέπω τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν τὴ μαύρη γαλήνη τῶν πεθαμένων
κι ἔπειτα τὰ χαμόγελα, ποὺ δὲν προχωροῦν, τῶν ἀγαλμάτων.


ΚΑ´

Ἐμεῖς ποὺ ξεκινήσαμε γιὰ τὸ προσκύνημα τοῦτο
κοιτάξαμε τὰ σπασμένα ἀγάλματα
ξεχαστήκαμε καὶ εἴπαμε πὼς δὲ χάνεται ἡ ζωὴ τόσο εὔκολα
πὼς ἔχει ὁ θάνατος δρόμους ἀνεξερεύνητους
καὶ μία δική του δικαιοσύνη

πὼς ὅταν ἐμεῖς ὀρθοὶ στὰ πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στὴν πέτρα ἀδερφωμένοι
ἑνωμένοι μὲ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδυναμία,
οἱ παλαιοὶ νεκροὶ ξεφύγαν ἀπ᾿ τὸν κύκλο καὶ ἀναστήθηκαν
καὶ χαμογελᾶνε μέσα σὲ μία παράξενη ἡσυχία.

ΚΒ´

Γιατί περάσαν τόσα καὶ τόσα μπροστὰ στὰ μάτια μας
ποὺ καὶ τὰ μάτια μας δὲν εἶδαν τίποτε, μὰ παραπέρα
καὶ πίσω ἡ μνήμη σὰν τὸ ἄσπρο πανὶ μία νύχτα σὲ μιὰ μάντρα
ποὺ εἴδαμε ὁράματα παράξενα, περισσότερο κι ἀπὸ σένα,
νὰ περνοῦν καὶ νὰ χάνουνται μέσα στὸ ἀκίνητο φύλλωμα μιᾶς πιπεριᾶς

γιατί γνωρίσαμε τόσο πολὺ τούτη τὴ μοίρα μας
στριφογυρίζοντας μέσα σὲ σπασμένες πέτρες, τρεῖς ἢ ἕξι χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σὲ οἰκοδομὲς γκρεμισμένες ποὺ θὰ ἦταν ἴσως τὸ δικό μας σπίτι
προσπαθώντας νὰ θυμηθοῦμε χρονολογίες καὶ ἡρωικὲς πράξεις
θὰ μπορέσουμε;

γιατί δεθήκαμε καὶ σκορπιστήκαμε
καὶ παλέψαμε μὲ δυσκολίες ἀνύπαρχτες ὅπως λέγαν,
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ἕνα δρόμο γεμάτο τυφλὰ συντάγματα,
βουλιάζοντας μέσα σὲ βάλτους καὶ μέσα στὴ λίμνη τοῦ Μαραθῶνα,
θὰ μπορέσουμε νὰ πεθάνουμε κανονικά;


ΚΓ´

Λίγο ἀκόμα
θὰ ἰδοῦμε τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
τὴ θάλασσα νὰ κυματίζει
λίγο ἀκόμα,
νὰ σηκωθοῦμε λίγο ψηλότερα.


ΚΔ´

Ἐδῶ τελειώνουν τὰ ἔργα τῆς θάλασσας, τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης.
Ἐκεῖνοι ποὺ κάποτε θὰ ζήσουν ἐδῶ ποὺ τελειώνουμε
ἂν τύχει καὶ μαυρίσει στὴ μνήμη τους τὸ αἷμα καὶ ξεχειλίσει
ἂς μὴ μᾶς ξεχάσουν, τὶς ἀδύναμες ψυχὲς μέσα στ᾿ ἀσφοδίλια,
ἂς γυρίσουν πρὸς τὸ ἔρεβος τὰ κεφάλια τῶν θυμάτων:
Ἐμεῖς ποὺ τίποτε δὲν εἴχαμε θὰ τοὺς διδάξουμε τὴ γαλήνη.

Δεκέμβρης 1933 - Δεκέμβρης 1934


http://www.sarantakos.com/seferis/erotik_logos.htm



Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου (1939-2015)



Τη μάχη με τον καρκίνο έχασε σήμερα το πρωί στη Θεσσαλονίκη, όπου νοσηλευόταν, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος και συγγραφέας Ζήσης Παπαδημητρίου.
Ο Ζήσης Παπαδημητρίου ήταν ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γνωστός στο πανελλήνιο για τις κοινωνικοπολιτικές απόψεις του, τις εκπαιδευτικές παρεμβάσεις του σε παγκόσμιο επίπεδο και το μεγάλο συγγραφικό έργο του. Ο εκλιπών είχε γεννηθεί το 1939 στους Γόννους, σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Βερολίνου και του Αμβούργου και υπήρξε ερευνητής για 12 χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης.

Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, τόσο στα ελληνικά, όσο και στα γερμανικά και τα αγγλικά, ενώ μεταφράσεις έργων του κυκλοφόρησαν, επίσης, στα ιταλικά και τα ιαπωνικά. Ανάμεσα τους «Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός εισαγωγή στο φυλετικό μίσος, ιστορική, κοινωνιολογική και πολιτική μελέτη», «Μεταμοντέρνα αδιέξοδα», «Στον αστερισμό της αβεβαιότητας», «Να εμποδίσουμε την καταστροφή. Μανιφέστο για μία Ευρώπη της Ισότητας» και άλλα.

Το τελευταίο πόνημά του, «Τέμπη: το ενδιαίτημα των νυμφών», που παρουσιάστηκε μόλις την περασμένη Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου στα Τέμπη, είναι ένα βιβλίο που «ανέδειξε την ψυχή του τόπου του».

Σύμφωνα με την σύζυγό του, Κριστιάνε, επιθυμία του Ζήση Παπαδημητρίου ήταν να καεί και η στάχτη του να μεταφερθεί στη Φρανκφούρτη.



Τέμπη. Το ενδιαίτημα των Νυμφών

«Κοιλάς καλείται των Τεμπών ονομαστή το κάλλος,
Μέσω αυτής ο Πηνειός από της Πίνδου ρέων,
Μετ’ αφριζόντων φέρεται καναχηδών υδάτων,
Βαρύν δ’ εντεύθεν την ορμήν ο βαθυδίνης πίπτων.
Λεπτά εγείρει ως ατμόν κατά την πτώσιν νέφη,
Και τας των δένδρων κορυφάς διά της άχνης βρέχων,
Απωκισμένους ενοχλεί διά του ήχου τόπου.
Ενταύθα έχει την μονήν ο ποταμός ο μέγας,
Ενταύθα την πολύκρουνον των θησαυρών εστίαν,
Ενταύθα μένων εν μυχούς πετρηρεφών σπηλαίων,
Ο καλλιδίνης κατοικεί και των υδάτων άρχει,
Νόμους τοις άλλοις ποταμείς και ταις κρηναίαιες νύμφαις,
Από της έδρας εαυτού ο γηραιός θεσπίζων.»

Πόπλιος Οβίδιος Νάσων, Μεταμορφώσεις, βιβλίο 1.


Το βιβλίο του Ζήση Δ. Παπαδημητρίου «Τέμπη. Το ενδιαίτημα των Νυμφών. Η Κοιλάδα των Τεμπών από τοπογραφική, αισθητική, μυθολογική, αρχαιολογική και ιστορική άποψη» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νησίδες. Είναι πλούσιο σε χαλκογραφίες από περιηγητές που επισκέφθηκαν την περιοχή από το 1700 περίπου και εντεύθεν, καθώς και σε χωρία από αρχαίους Έλληνες, Λατίνους, Ευρωπαίους κ.ά. συγγραφείς, από τον Όμηρο μέχρι και τις μέρες μας.

Εκτός από τα τρία κεφάλαια που αφορούν την ίδια την Κοιλάδα των Τεμπών, τρία από τα τα υπόλοιπα πέντε αναφέρονται πολύ σύντομα στις ιστορικές πόλεις και στα παραδοσιακά χωριά της περιοχής καθώς και στο Ομόλιο, την αρχαία Ομόλη, καθότι, αν και δεν ανήκει στο Δήμο Τεμπών, η ιστορία του σχετίζεται άμεσα με την Κοιλάδα των Τεμπών. Στο έβδομο κεφάλαιο απαριθμούνται τα σύγχρονα χωριά και οι λοιποί οικισμοί του Δήμου Τεμπών. Τέλος, στο όγδοο κεφάλαιο αναπτύσσονται αποσπασματικά συγκεκριμένες προτάσεις τουριστικής περαιτέρω ανάδειξης και οικονομικής αξιοποίησης της περιοχής.

Το πόνημα αυτό του Ζήση Δ. Παπαδημητρίου αποτελεί δωρεά στον Δήμο Τεμπών και είναι αφιερωμένο, τιμής ένεκεν, στον θρυλικό μπουρλοτιέρη των Τεμπών Αντώνη Αγγελούλη-Βρατσάνο και στους ηρωικούς συντρόφους του. Προτείνει, μάλιστα, μετά την αποπεράτωση της νέας σήραγγας των Τεμπών, ο δρόμος να ονομασθεί «Οδός Εθνικής Αντίστασης - Αντώνης Βρατσάνος» και να στηθεί μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα στη θέση όπου τη νύχτα της 23ης Φεβρουαρίου 1944 το Μηχανικό του Ολύμπου ανατίναξε τη γερμανική αμαξοστοιχία αριθ. 53 που μετέφερε Γερμανούς στρατιώτες από την Αφρική στο ανατολικό μέτωπο της Ρωσίας.
Το εξώφυλλο του βιβλίου φιλοτέχνησε ο Γοννιώτης γλύπτης Θάνος Καρώνης.



Αντί προλόγου
Πριν σαράντα περίπου χρόνια, ζώντας τότε στη Γερμανία, είχα την επιθυμία να συγκεντρώσω το σύνολο της ελληνικής και ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας για την ιστορία των Γόννων, του χωριού όπου
γεννήθηκα, και της γύρω περιοχής, από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας, με προοπτική τη συγγραφή ενός βιβλίου. Το πόνημα Τέμπη. Το Ενδιαίτημα των Νυμφών είναι προϊόν αυτών των κόπων, δωρεά στον Δήμο Τεμπών, προκειμένου να το αξιοποιήσει στις προσπάθειές του για την τουριστική ανάδειξη και οικονομική ανάπτυξη του τόπου.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί προλόγου
1. H κοιλάδα των Τεμπών από τοπογραφική,
αισθητική και αρχαιολογική άποψη
2. Ονομασίες, μύθοι, θρύλοι και παραδόσεις
2.1. Ονομασίες
2.2. Η δημιουργία των Τεμπών
2.3. Ο μύθος του Απόλλωνα Τεμπείτη
2.4. Το Κάστρο της Ωριάς
2.5. Το βυζαντινό Λυκοστόμιον
2.6. Το Αλώιον
3. Ιστορικά γεγονότα
3.1. Η κάθοδος του Ξέρξη
3.2. Η αποφυγή της διάβασης των Τεμπών
σε περιόδους πολεμικών συρράξεων
3.3. Τα Τέμπη στους Ρωμαιο-μακεδονικούς πολέμους
3.4. Η μάχη των Φαρσάλων και η οχύρωση
των Τεμπών (48 π.Χ.)
3.5. Τα Τέμπη στα βυζαντινά χρόνια
3.6. Τα Τέμπη την εποχή της Τουρκοκρατίας
και ο Τεκές του Χασάν Μπαμπά
3.7. Τα Τέμπη στην Εθνική Αντίσταση (1942-1944)
4. Ιστορικές πόλεις του Δήμου Τεμπών
4.1. Γόννοι
4.2. Συκούριο
4.3. Ελάτεια
4.4. Γυρτώνη
4.5. Φίλα (Πυργετός)
5. Παραδοσιακά χωριά
5.1. Καλλιπεύκη
5.2. Αμπελάκια
5.3. Ραψάνη
5.4. Κρανιά
6. Η περίπτωση της αρχαίας Ομόλης (Ομόλιο)
7. Σύγχρονα χωριά και οικισμοί του Δήμου Τεμπών
8. Δυνατότητες ανάδειξης και τουριστικής αξιοποίησης των Τεμπών


[με στοιχεία από τις εκδόσεις Νησίδες και την εφημερίδα Το ΄Εθνος]
http://entefktirio.blogspot.gr/2015/10/blog-post.html

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Εμίλ Ζολά : Κατηγορώ

Κατηγορώ
1894-1994: Υπόθεση Ντρέυφους 100 χρόνια μετάΕμίλ Ζολά
μετάφραση: Γιάννης Κωνσταντίνου
επιμέλεια: Γιάννης Κωνσταντίνου
Εκδόσεις Γκοβόστη, 1994



Η προμελετημένη καταδίκη ενός αθώου, του λοχαγού Ντρέυφους, από το γαλλικό στρατοδικείο, έφερε σε αντιπαράθεση τους οπαδούς της αλήθειας και τις δυνάμεις του σκότους. Τις τελευταίες αντιπροσώπευαν στη Γαλλία του περασμένου αιώνα ο υπουργός δικαιοσύνης και οι επικεφαλής του στρατού. Οχυρωμένοι πίσω από τους θώκους τους έμοιαζαν άτρωτοι. Όμως, ο Εμίλ Ζολά ρίχτηκε στον αγώνα της αλήθειας μ' όλες του τις δυνάμεις. Με κίνδυνο μάλιστα να θυσιάσει την ήδη φτασμένη καριέρα του εξακόντισε με την πένα του προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την επιστολή "Κατηγορώ!".




Εμίλ Ζολά «Κατηγορώ», μια κορυφαία πολιτική πράξη
 (αναδημοσίευση από http://tvxs.gr/news/ )

Ο Εμίλ Ζολά υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του νατουραλισμού, ασκώντας τεράστια κοινωνική επιρροή με το έργο και τις παρεμβάσεις του.

Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1840. Από τα 18 και μετά έζησε στο Παρίσι. Αρχικά δούλεψε στον εκδοτικό οίκο Hachette τον οποίο εγκατέλειψε γρήγορα, για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ τα πρώτα του βιβλία ήταν τα Παραμύθια στη Νινόν και Η εξομολόγηση του Κλαύδιου.

Ο Εμίλ Ζολά είχε ενεργό συμμετοχή στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα της Γαλλίας. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι θέσεις του κατά του Ναπολέοντα και του ιερατείου.

Μετά το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημά του Τερέζ Ρακέν (1867), ξεκίνησε μια σειρά έργων με τον τίτλο «Λε Ρουγκόν Μακάρ - Φυσική και κοινωνική ιστορία μιας οικογένειας υπό την Β΄ Αυτοκρατορία», όπου περιλαμβάνονται περισσότερα από τα μισά μυθιστορήματά του, θέλοντας να αναλύσει με διεισδυτική κριτική ματιά τις πτυχές της τότε γαλλικής κοινωνίας.

Σε αυτή τη σειρά συγκαταλέγεται Η ταβέρνα (1877), ένα αριστούργημα, το οποίο εμβαθύνει στο φαινόμενο του αλκοολισμού και της φτώχειας στην εργατική τάξη. Επίσης, η Νανά (1880), που, με τη συμβολική μορφή μιας πόρνης, η οποία διαφθείρει την παριζιάνικη ελίτ, δηλώνεται η κατάπτωση της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, με το Ζερμινάλ (1885)— το καλύτερο ίσως έργο του —έστρεψε τον προβολέα στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων.

Στη συνέχεια, δημιούργησε δύο τριλογίες, Οι τρεις πόλεις και Τα τέσσερα Ευαγγέλια, με τη δεύτερη να μένει ανολοκλήρωτη. Ωστόσο, τα έργα αυτά τον καθιέρωσαν στο ευρύ κοινό.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έμελλε να συνταράξει συθέμελα τη γαλλική κοινωνία με την ανοιχτή επιστολή του προς τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η οποία δημοσιεύτηκε στο εξώφυλλο της εφημερίδας L'Aurore υπό τον τίτλο «Κατηγορώ!» (1898), που αφορούσε στην γνωστή υπόθεση Ντρέιφους.



Υπόθεση Ντρέιφους

Πρόκειται για μία υπόθεση που συγκλόνισε τον κόσμο και ιδιαίτερα τη Γαλλία, στα τέλη του 19ου αιώνα. Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης ήταν ο εβραϊκής καταγωγής Γάλλος λοχαγός του πυροβολικού Άλφρεντ Ντρέιφους ο οποίος κατηγορήθηκε το 1894 για προδοσία, όταν η Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών της Γαλλίας ανακάλυψε στο καλάθι των αχρήστων του Γερμανού στρατιωτικού ακόλουθου στο Παρίσι ένα ανυπόγραφο απόκομμα μιας επιστολής, η οποία αναφερόταν στην αποστολή μυστικών εγγράφων προς τη Γερμανία και αφορούσαν την άμυνα της χώρας.

Παρά το γεγονός ότι η κατηγορία βασίστηκε σε υποψίες, παρά τις αντιφατικές μαρτυρίες και την έλλειψη στοιχείων, ο Ντρέιφους οδηγήθηκε στο στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και πλήρη απομόνωση στην εξορία και συγκεκριμένα στο Νησί του Διαβόλου. Το όνομά του χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο της προδοσίας των Γάλλων Εβραίων.

Όταν η διεύθυνση της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών ανελήφθη από τον ταγματάρχη Ζορζ Πικάρ, αυτός παραδέχτηκε την αθωότητα του Ντρέιφους και κατηγόρησε ως υπεύθυνο της κατασκοπείας τον Ουγγρικής καταγωγής ταγματάρχη Φέρντιναντ Εστερχάζι. Ο τελευταίος είχε γερές πλάτες. Ζήτησε να κριθεί από το Πολεμικό Συμβούλιο επειδή είχε διαβεβαιώσεις για την αθώωσή του. Έτσι κι έγινε. Την ίδια ώρα ο Πικάρ στάλθηκε με δυσμενή μετάθεση στην Τυνησία.

Η αναθεώρηση της δίκης στάθηκε αδύνατη μετά την παραποίηση των αληθινών στοιχείων. Η υπόθεση δίχασε τη χώρα στα δύο. Πνευματικές προσωπικότητες και Γάλλοι διανοούμενοι τάχθηκαν σθεναρά υπέρ του Ντρέιφους, τη στιγμή που οι πολέμιοί του καταφέρθηκαν ακόμη και εναντίον των υποστηρικτών του, κατηγορώντας τους ως εχθρούς του έθνους. Ανάμεσα στους πρώτους ήταν και ο Εμίλ Ζολά...

Ο Εμίλ Ζολά κατηγορεί...

13 Ιανουαρίου 1898 στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας«L' Aurore» δημοσιεύεται η ανοιχτή επιστολή του Εμίλ Ζολά προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το περίφημο «κατηγορώ» που έμεινε στην ιστορία ως υπέρτατη πολιτική πράξη υπέρ της δικαιοσύνης.



Ο Ζολά κατηγόρησε το στρατό ότι συγκάλυψε τη λανθασμένη καταδίκη του Ντρέιφους και αθώωσε τον Εστερχάζι με εντολή του Υπουργείου Στρατιωτικών. Το τεύχος τυπώθηκε σε 300.000 αντί των 30.000 αντιτύπων και εξαντλήθηκε.

Το «Κατηγορώ» του Ζολά οδήγησε τη δίκη σε αναψηλάφηση και τον ίδιο στη φυλακή.

Το 1898 κατηγορήθηκε για συκοφαντία και καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση. Την ίδια χρονιά προκύπτει ότι ο Ζοζέφ Ανρί, που είχε ανακαλύψει την επιστολή των μυστικών εγγράφων, ήταν στην πραγματικότητα ο συντάκτης της. Λίγο αργότερα παραδέχτηκε την πλαστογράφηση και κατόπιν αυτοκτόνησε. Ο δε Εστερχάζι διέφυγε στο Λονδίνο.

Η υπόθεση οδηγήθηκε στο εφετείο παρά τις αντιδράσεις του Υπουργείου Στρατιωτικών. Ακολούθησαν ταραχές ανάμεσα στους υποστηρικτές και τους πολέμιους του Ντρέιφους που οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης.

Την αποκάλυψη ακολούθησαν δραματικά γεγονότα, που κατέληξαν όχι απλώς στη δικαίωση του αθώου αλλά και στη μεταρρύθυμιση του συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του χωρισμού εκκλησίας και κράτους.

Πριν όμως δει αυτή την τελευταία εξέλιξη, ο Εμίλ Ζολά βρέθηκε νεκρός, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1902, στο διαμέρισμά του. Επίσημη αιτία θανάτου ήταν η δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, ωστόσο υπήρξαν ψίθυροι ότι για το θάνατό του, ευθύνονταν πολιτικοί του αντίπαλοι. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε.

Ο Ντρέιφους θα καταφέρει να σβήσει πλήρως τις αμφιβολίες για την αθωότητα του το 1906 μετά από συνεχείς δικαστικές διαμάχες. Η υπόθεση δεν θα ξεχαστεί. Το «κατηγορώ» του Εμίλ Ζολά, μία ανιδιοτελής πράξη και παράλληλα ένα σπουδαίο κείμενο την κρατάει ζωντανή...


Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης...

Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα...

Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωότητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε...

Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος...

Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία...

Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συντάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων...

Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην «Αστραπή» και στην «Ηχώ των Παρισίων», μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη...

Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο...

Εμίλ Ζολά

Νίκος Καρούζος Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου

Νίκος Καροῦζος

Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου


Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ' τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.


Πηγή http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/karouzos_apolelysai.html


Όπως γράφει ο gdgkpoetryplus που ανέβασε το βίντεο :
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ, ΑΠΟ ΤΑ 30 ΣΥΝΟΛΙΚΑ,ΠΟΥ ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΟ ΔΙΣΚΟ ΒΙΝΥΛΙΟΥ "ΟΜΟΡΦΑΙΝΩ ΤΗ ΜΟΙΡΑ".ΗΧΟΓΡΑΦΗΘΗΚΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 1989 .ΗΤΑΝ ΗΔΗ ΑΡΡΩΣΤΟΣ.ΕΦΥΓΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΙΣ 28 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1990.ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ,ΑΝΑΒΕΙ ΤΣΙΓΑΡΟ,ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΑ ΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ (ΣΤΟ 1.10) ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ.

“Ήταν παράκληση του Νίκου Καρούζου να μήν επιλέξει ο ίδιος τα ποιήματα που θα διάβαζε.Ποτέ δεν ήξερε ποιό θα ήταν το επόμενο ποίημα που θα διάβαζε. Ήταν επίσης θερμή παράκληση του, να μή διαβάσει πολύ εκτεταμένα ποιήματα-η κατάσταση της υγείας του και οι αναπνευστικές του δυσκολίες, δεν του επέτρεπαν την απαγγελία μακροσκελών ποιημάτων.

Στάθηκα τυχερός τον Δεκέμβριο του 2011.Βρήκα το βινύλιο στη βιβλιοθήκη ενός σπιτιού που επισκέφθηκα για την αγορά μερικών ποιητικών βιβλίων που έλειπαν από τη συλλογή μου. Μαζί με τα βιβλία απέκτησα και το σπάνιο βινύλιο..

Το 2001 άκουσα για πρώτη φορά για ένα σημαντικό αλλά σπάνιο βινύλιο όπου απαγγέλει ποίηματα του ο Νίκος Καρούζος.Τίτλος-"Ομορφαίνω τη μοίρα".Προσπάθησα πολλές φορές να εντοπίσω αυτό το βινύλιο αποτεινόμενος σε όλες τις πιθανές πηγές ακόμη και σε έναν από τους συντελεστές της παραγωγής.... "Αποτέλεσμα τζίφος" που λέει και ο Καρούζος σε ένα από τα ποιήματα του.

-ΟΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΝΘΕΤΟ ΔΙΦΥΛΛΟ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ ΤΟ ΒΙΝΥΛΙΟ.-

Ήταν ο απόλυτος άρχων της ηχογράφησης. Στεκόταν εξαντλητικά μπροστά στο μικρόφωνο, δοκίμαζε ξανά και ξανά τα ποιήματα, κάποιους στίχους που τον δυσκόλευαν, έπαιρνε τις κατάλληλες αναπνοές, ύστερα κοιτούσε πίσω από το τζάμι, άναβε ένα τσιγάρο κι έγνεφε με το χέρι ότι είναι έτοιμος.

Ο Νίκος Καρούζος ήθελε αυτός ο δίσκος να είναι ένας οδηγός ανάγνωσης,κάτι σαν παρτιτούρα.Πολύ συχνά παραπονιόταν για τον τρόπο που διάβαζαν τα ποιήματα του οι ηθοποιοί.Πίστευε πως τα είχαν κακομεταχειριστεί.Ετσι με τις απαγγελίες αυτές , εκτός των άλλων, επιθυμεί να θέσει τέρμα στην παρεξήγηση της απόδοσης της ποίησης του”.

Δεν είχε την ανάγκη κανενός να του υποδείξει κάποια άτυχη στιγμή, καταλάβαινε αμέσως πότε κάτι δεν είχε πάει καλά. Σταματούσε. Ξανάρχιζε υπομονετικά και με πείσμα, ακόμη κι όταν φαινόταν πως είχε εξαντληθεί και χρειαζόταν ένα διάλειμμα.