Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Μάνος Ελευθερίου Το δηλητήριο που πίνεις






Πάνω στην κόκκινη κουβέρτα
ρίχνεις πασιέντζες μοναχή
και ξαναρχίζεις την κουβέντα
με τη χαμένη σου ψυχή.

Κι ένας ρεμπέτης στρατηλάτης
λεν τα χαρτιά σου πως θαρθεί
σα νικημένος τρομοκράτης
μπροστά σου να προσευχηθεί.

Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό.
Κι όπως τη χρήση ασπιρίνης
το 'χει η καρδιά σου εφεδρικό.

Το φόρεμά σου στην κρεμάστρα
μυρίζει πεύκο κι εξοχές
κι όλο ξηλώνει χάντρα χάντρα
σε κάθε στάλα απ' τις βροχές.

Κι ούτε σου βγαίνουν οι πασιέντζες
κι ούτε κανείς τηλεφωνεί
και μόνο μέσα απ' τα τραγούδια
ακούς ερωτική φωνή.



Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική, ερμηνεία: Σταύρος Ξαρχάκος
Πιάνο: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Έργο εξωφύλλου: Γιώργος Ρόρρης
Άλμπουμ: 7 Ελεγείες και Σάτιρες
Μικρή Άρκτος, 2017






https://smarturl.it/xarchakos-iTunes

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Γιώργος Σαραντάρης Εποχές και συγγραφείς ΕΤ1






Στον Γιώργο Σαραντάρη είναι αφιερωμένη η εκπομπή «Εποχές και συγγραφείς». Αισθαντικός ποιητής, κριτικός και φιλόσοφος, αποτελεί μια εξαιρετική περίπτωση στα ελληνικά Γράμματα. Στη σύντομη ζωή του κατάφερε να δώσει ένα πλούσιο και πολυσχιδές έργο, με τον ευαίσθητο λιτό και περιεκτικό ποιητικό του λόγο, αλλά και τον εύστοχο προβληματισμό που χαρακτηρίζει τα δοκίμιά του. Ο Γιώργος Σαραντάρης γεννήθηκε στις 29 Απρίλη 1908 στην Κωνσταντινούπολη κι έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στον Πειραιά. Οι εγκύκλιες σπουδές του έγιναν στην ιταλική γλώσσα και στη συνέχεια σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμια της Μπολόνια και Ματσεράτα. Στην Ελλάδα ήρθε το Μάρτη του 1931, για να υπηρετήσει στο στρατό και να δουλέψει. Ήταν αφοσιωμένος στην ποίηση και στη φιλοσοφία, πιστεύοντας πως η εργασία και οι πρακτικές της καθημερινής ζωής θα τον αποσπούσαν από τους πνευματικούς του προβληματισμούς και το δημιουργικό του έργο.
https://www.youtube.com/watch?v=5wYlA5d73tE

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Γιώργος Δουρδουμπάκης Κόκκινο κρασί



Τις μέρες κρύβονται οι καρδιές
τις νύχτες τραγουδάνε
όσα δεν μπόρεσαν να πουν
σ' αυτούς που αγαπάνε.

Κάνε καρδιά μου υπομονή
ώσπου να 'ρθει η δύση
και μες το κόκκινο κρασί
η λύπη σου να σβήσει.

Θέλω να αφήσω τους καημούς
τους πόνους να ξεχάσω
που μου σαλεύουνε το νου
και την καρδιά μου σφάζουν.

Κάνε καρδιά μου υπομονή
ώσπου να 'ρθει η δύση
και μες το κόκκινο κρασί
η λύπη σου να σβήσει.




Στίχοι: Γιώργος Δουρδουμπάκης
Μουσική: Πέτρος Δουρδουμπάκης
Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός &
Πέτρος Δουρδουμπάκης (Ντουέτο)

Γιώργος Δάγλας Καντάδες για ένα δαίμονα


Καντάδες για ένα δαίμονα
Γιώργος Δάγλας
45 σελ.
ISBN 978-618-5101-09-1
Νεοελληνική ποίηση 
[DDC: 889.1] 


Οι άσωτοι εραστές
των κούφιων χρόνων
πνιγμένοι στο κρασί και την αμαρτία
κρυμμένοι στα μάτια των τυφλών
τη μάταιη εξέγερση περιμένουν.
Ηττημένοι και περήφανοι
ψάχνουν για
να ξεράσουν συμβιβασμούς και συμβόλαια.
...

Αυτός ο άνθρωπος
που περπατάει σκυφτός
στην άλλη άκρη του δρόμου,
φαίνεται πως κρυώνει.
Κι όμως
δεν κοιτάζει ψηλά.
Ξέρει.
Κανείς δεν θα τραβήξει την κουρτίνα του
να τον σκεπάσει.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης, ΠΠΠ / Πεζό Ποίηση Πόνημα, "Lifo", τχ. 431, 14.5.2015

"Σαν ν' ακούω ξανά τα γρέζια στη φωνή της Κατερίνας Γώγου κι ένα ρεμπέτικο παλιό να παίζει στο πικάπ, ενώ πίνω εναλλάξ λικέρ μέντα και κίτρινη τεκίλα λόγω προκεχωρημένης αλητείας αλλά και επειδή (κυρίως) είναι ό,τι απέμεινε στην κουζίνα της μακαρίτισσας της μάνας μας.  Ποιητικές συλλογές* που είναι σαν να έρχονται από το Τότε, απ' τα παλιά, αλλά να είναι ριζωμένες και στο Τώρα, και να οραματίζονται με σπαραγμένο πάθος το Μετά. Ο Γιώργος Δάγλας (Ιθάκη, 1958) μας τραγουδάει/ουρλιάζει/ψελλίζει/φτύνει/άδει τις Καντάδες για έναν δαίμονα (εκδ. Φίλντισι). Γράφει ο Δάγλας: «Ακολουθώ τους ήχους των εκρήξεων / δεν έχω πλέον επιλογές / δεν έχω Άνοιξη / Στις δυναστείες δεν έχω θέση./ Ακολουθώ τα ίχνη / που άφησε το αίμα των εξεγερμένων,/ τις κραυγές των φυλακισμένων συντρόφων,/ φοράω τα ματωμένα πουκάμισα / κι αντίθετα στον άνεμό τους προχωράω./ Δεν έχω πλέον διλήμματα./ Ή με το δίκιο ή με την εξουσία». Πηγή: www.lifo.gr
(*σημείωση : αναφέρεται ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης και σε ποιητική συλλογή της Δάφνης Χρονοπούλου παρακάτω στο άρθρο του) 

Διάλεξε τη λέξη ή κάποια άλλη a film by Akanthos
  Ένα σκίτσο για τον ποιητή Γιώργο Δάγλα με την ευκαιρία της παρουσίασης του Βιβλίου του "Καντάδες για ένα δαίμονα" από τις εκδόσεις Φίλντισι.
Διαβάζουν: H Ηθοποιός Δανάη Τζήμα ο Γιώργος Δάγλας και ο Άκανθος
Ακούγεται το τραγούδι "Σαν απόκληρος γυρίζω" με τον Β.Τσιτσάνη απο την ηχογράφηση του Radio France 1983 και ένα Ηπειρώτικο μοιρολόι με σόλο κλαρίνο : 




Δάγλας Γιώργος

Ο Γιώργος Δάγλας γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1958, όπου και τελείωσε το Ναυτικό Λύκειο χωρίς ποτέ να μπαρκάρει.
- 1977, Αθήνα. Προλαβαίνει ζωντανούς τους τελευταίους ρεμπέτες. Ακούει τον Ρούκουνα και πίνει ούζο με τον Γιάννη Κυριαζή.
- 1980, άγριες διαδηλώσεις-καταλήψεις. Δουλεύει κομπάρσος με τη μεσολάβηση της Κατερίνας Γώγου. Με τον Άσιμο στο υπόγειο της Αραχώβης. Γράφει στο "Ιδεοδρόμιο" του Λεωνίδα Χρηστάκη. Παράλληλα βιοπορίζεται ως βιομηχανικός εργάτης, ταβερνιάρης και υπάλληλος γραφείου τελετών.
- 1982, εκδίδεται η "Μέρα των φωταγωγών" στον "Ελεύθερο Τύπο".
- 1985, Αποσύρεται στην Ιθάκη.
Εκδίδει την τοπική εφημερίδα "Άγονη Γραμμή" διορίζεται στο νοσοκομείο και παντρεύεται.
- 1992, παραιτείται από δημόσιο και συζυγικό βίο και φεύγει στη Θεσσαλονίκη. Γράφει, πίνει, χάνεται.
- 1999, εκδίδεται το "Μαύρο Χιόνι" στις εκδόσεις "Ελλέβορος" (Άργος)
- 2004, επιστροφή στην Ιθάκη. Ετοιμάζει την καινούργια απόδραση.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2016) Το μαύρο χιόνι, Φίλντισι
(2014) Καντάδες για ένα δαίμονα, Φίλντισι

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2016) Μάκης Αποστολάτος, Εκδόσεις Βακχικόν
(2012) Πάνω κάτω η Πατησίων, Οδός Πανός

http://www.biblionet.gr/book/199864/%CE%94%CE%AC%CE%B3%CE%BB%CE%B1%CF%82,_%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82/%CE%9A%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1

Πάνος Τζαβέλλας Μάη μ' Μάη μ'





Κι αν ήρθε νύχτα παγερή
θα ξημερώσει χαραυγή
μη σας τρομάζει η παγωνιά
λαλάτε τη λευτεριά

Μάη, Μάη, χρυσομάη,
τί μας άργησες Μάη μ' και δε φάνηκες;
Να μας φέρεις τα λουλούδια και την Άνοιξη
σήκω λούσου κι άλλαξε

Τα νιάτα θέλουνε χαρά
την καταχτούν τη Λευτεριά
μ' αγώνες, δάκρυα κι αίματα
κι όχι με λόγια ή ψέματα

Την πείρα κλέψτε απ' τη ζωή
κι από τους θεούς την αστραπή
και κάψτε τ' άδικο στη Γη
να γίνουμ' όλοι αδερφοί

Μάημ' Μάημ'
Μουσική, Στίχοι: Πάνος Τζαβέλλας
Ερμηνεία: Χάρις Αλεξίου και Χορωδία
Δίσκος: Πάνος Τζαβέλλας, Τραγούδια από το Αντάρτικο Λημέρι του ~ 1975 (Minos MSM 265)



-----------------------------------------------------------------------------------------
Ο Πάνος Τζαβέλλας γεννήθηκε το 1925 στην Κοζάνη.
Μαθητή του γυμνασίου τον βρίσκει ο πόλεμος και εντάσσεται στην ΕΠΟΝ. Τον επόμενο χρόνο βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Ξαναβγαίνει στο βουνό με τον Δημοκρατικό στρατό, όπου τραυματίζεται, συλλαμβάνεται και ακρωτηριάζεται στο δεξί του πόδι.
Από κει αρχίζει ο δρόμος για τις φυλακές. Δικασμένος τρεις φορές σε θάνατο, αρρωσταίνει βαριά το 1959 από τη νόσο του Burgen και πηγαίνει στη Σοβιετική Ένωση για θεραπεία. Έμεινε μέχρι το 1965. Αφού θεραπεύτηκε, του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει μουσική. Εκεί γνωρίζει και τον μεγάλο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Γυρνά στην Ελλάδα το 1965 αλλά το ΄68 φυλακίζεται πάλι από το καθεστώς των συνταγματαρχών, για παράνομη δράση ενάντια στη χούντα.
Αποφυλακίζεται το ΄71 με ανήκεστο και ξεκινά σαν μουσικός να παίζει στις μπουάτ της Πλάκας. Εκεί τον βρίσκει η Μεταπολίτευση, όπου πλέον ελεύθερα τραγουδά τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης. Χιλιάδες νέοι αλλά και συγκινημένοι μεγάλοι άνθρωποι κατακλύζουν το μαγαζί της οδού Κυδαθηναίων, επτά μέρες την εβδομάδα! Πολλές φορές δίνει τρείς παραστάσεις τη νύχτα ώστε να χωρέσουν όλοι. Ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε στους νεότερους το μουσικό αλλά και ιστορικό έπος της Εθνικής μας αντίστασης.
Πηγή: http://bosko-hippydippy.blogspot.gr/2...

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Τάσος Λεβαδίτης - Από την ποιητική συλλογή " Οι τελευταίοι''





Ετούτη τη φορά, καθώς η μάχη θα καθόριζε για πάντα τη ζωή μας, προσπαθήσαμε να τα προβλέψουμε όλα-
στρατηγική και ταχτική, τις εφεδρείες, τις πιθανές κινήσεις του εχθρού,
τη διαμόρφωση του εδάφους, ακόμα και τις καιρικές συνθήκες,
όλα προσεκτικά μελετημένα και, σχεδόν, ευνοϊκά.
Κι όμως ηττηθήκαμε! Τι έφταιξε; Τι μας διέφυγε; Πού ήταν το λάθος;

Προσβολές που κάναμε τάχα πως δεν τις καταλάβαμε
μεγάλες αποφάσεις τη νύχτα, που τις έθαψε σε λίγο ο ύπνος, ένας τυφλός εγωισμός
όταν χρειάζονταν λίγη κατανόηση ή μια ηλίθια συγχώρεση
όταν έπρεπε να τους πιάσεις απ' τον λαιμό. 

Μεγάλα λόγια που φωνάξαμε στους δρόμους
μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας- χιλιάδες ήττες μέσα μας, αναίμαχτες, αόριστες, ασήμαντες,
σαν ένα κοπάδι ποντίκια που ροκανίζουν χρόνια στο υπόγειο
γκρεμίζοντας, άξαφνα, την πρόσοψη ενός σπιτιού
που μέχρι χτες υψώνονταν γεμάτο δύναμη και φώτα και όνειρα και χορούς-
κι ανεξόφλητα χρέη.
«Στέφανος»
Από την ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη
"Οι τελευταίοι"
(1966).

Τάσος Λειβαδίτης
(1922-1988)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Οι Τελευταίοι (απόσπασμα)
μιλάει ο Στέφανος:

Αλήθεια, αν μπει κανείς, ξαφνικά, στο δωμάτιο θα μας
περάσει για θεατρίνους- η Κλυταιμνήστρα, ο Πυλάδης..
Εξάλλου μια σειρά από μάσκες κρέμονται στον τοίχο,που τις χρησιμοποιήσαμε μάσκες άλλοτε για ν' αρέσουμε ή να ωφεληθούμε
κι άλλοτε μονάχα από συνήθεια ή σαν την αυτόματη κίνηση
που κάνει κανείς
για να σωθείς από΄ να κίνδυνο-η μάσκα του ανδρείου,
του κυνικού, του αλαζόνα ή του σεμνού…

Όμως οι μάσκες κάποτε θα τελειώσουν, σαν τα τραγούδια και τις γιορτές,
και τότε θα φανεί αυτό το ανύπαρχτο πρόσωπο που υπήρξαμε…
-------------------------------------------------------------

Οι τελευταίοι Τάσος Λειβαδίτης.... ( απόσπασμα )

«Τώρα τι απόμεινε απ’ τον έρωτα; 
Δίπλα σου ζει μια ξένη,
που δε σε γνώρισε
κι ούτε τη γνώρισες ποτέ σου. 
Τα μαλλιά της γεράσανε
και πάνω στα ωχρά της χείλη
σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά
 και παλιά ανοιξιάτικα λόγια.
Ανάμεσά σας, σα μια μεγάλη ξενιτιά, 
έστεκε ο ανίκητος χρόνος.»
-------------------------------------------------------------

Οι τελευταίοι
(απόσπασμα )

Nύχτα. Κι οι δυο σκιές, εκεί, στο ερημωμένο οικόπεδο
σαν δυο μικρά έντομα πιασμένα,
στην πελώρια αράχνη του φεγγαριού.

Κάθε τόσο ακουγόταν πυροβολισμοί στο βάθος.
-Μα δε βλέπεις, χαθήκαν όλα. Φύγε! Είπε εκείνη.
Ο άντρας φόρεσε το κράνος του. Δε μίλησε.
-Λυπήσου τη ζωή σου, του ξανάπε. Σ’ αγαπώ!
Και πάλι ο άντρας δε μίλησε.
Τη φίλησε βιαστικά και χάθηκε μες στο σκοτάδι.
Πολεμούσε.

Τον ξαναντάμωσα έπειτα από χρόνια.
Έβγαινε με τα χέρια στις τσέπες από να σφαιριστήριο.
Με γνώρισε.
«Παρά λίγο να σκοτωθώ τότε» είπε
«Τώρα πάνω σ αυτά τα ξύλινα ανθρώπινα ομοιώματα
προσπαθώ να σκοτώσω ότι απόμεινε από μένα.» Γέλασε...
Κι ύστερα μ έναν άλλο τόνο-σχεδόν εκδικητικό:
«Μου δίνεις πενήντα δραχμές;;; ξέρεις,
έχω δυο χρόνια να κοιμηθώ με γυναίκα.»

Και θυμήθηκα εκείνη τη ραγισμένη φωνή
μέσα στην παγωνιά του φεγγαριού..
«Λυπήσου τη ζωή σου. Σ' αγαπώ !!!»
Και πέφταν πυροβολισμοί και δε μας σκότωναν...

Πηγές
 http://tleivaditis.weebly.com/omicroniota-tauepsilonlambdaepsilonupsilontaualpha943omicroniota-1966.html

http://aromasofias.blogspot.gr/2015/11/blog-post_23.html

http://www.kedros.gr/product_info.php?manufacturers_id=0&products_id=2240

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πάσχα Ρωμέϊκο (1891).






Πάσχα Ρωμέϊκο (1891)

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ


Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.


Ὅταν ἐμειδία ὁ μπαρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾽ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκός του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ᾽ ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾽ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἑφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσσιμο κὲ ταλέντο!* Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο!* τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον (μὰ μπράβο!*), τὸν Σερπιέρρο (κὲ γρὰν φιλόζοφο!*). Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχον ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἄγγλοι (Sir Pierro = Sir Peter).


Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!*) τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα.


Ὡ σ ὰ ν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;


Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει,
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ᾽ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλέ ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκταση, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε*. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.


«Ἰλ τραδιτόρε νὸν ἂ κομπασσιόν, ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπηση». Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κ᾽ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ᾽ ἡ γῆς ἀναμάρτητος, ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾽ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τις ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε*, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε*, δὲν ἤθελε ν᾽ ἀναγνωρίσῃ τὴν διαφοράν.


Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δύο ἢ τρεῖς προσευχάς, ἃς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του τὰ ἤξερε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαὼθ… ὡς ἐνάντιος, ὑψίστοις». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο τὸ ὡς ἐνάντιος προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»


Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾽ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀκούσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου.


* * *


Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾽ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾽ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ θὰ τὰ εἶχε κ᾽ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.


Ἀλλ᾽ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾽ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιᾶ, ν᾽ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ν᾽ ἀναβαίνῃ πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.


Ἦτο ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κ᾽ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.


Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα», ὅταν ἐκινδύνευσε ν᾽ ἀποθάνῃ, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγέ τις: «Διατί δὲν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη», ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.


Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso*), ὅτε ὁ ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε*. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπαρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.


* * *


Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ, πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χεῖρα τὴν λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾽ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ᾽ ὀλίγον ν᾽ ἀναπαυθῇ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ᾽ ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένον σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέτον κ᾽ ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς.


Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης, καὶ πρὶν προφθάσῃ καὶ στραφῇ νὰ ἴδῃ ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε* ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.


Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾽ ἀνέτελλε μετ᾽ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὁποὺ ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδεν ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην, καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ᾽ ἔκραξεν ἐναγωνίως:


― Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς…


Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴν σκανδάλην.


― Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.


― Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.


― Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὗρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!


― Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;


― Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης· ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ, ἐγελάστηκες.


Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.


― Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν· ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω οὔτε λωποδύτης εἶμαι· ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιᾶ ν᾽ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.


Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.


― Στὸν Περαία! Στὸν Ἁι-Σπυρίδωνα; Κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;


― Ἀφ᾽ τὴν Ἀθήνα.


― Ἀπ᾽ τὴν Ἀθήνα; Καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες, ν᾽ ἀκούσῃς Ἀνάσταση;


―Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Σπύρος.


Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν. Εἶτα ἐπανέλαβε:


― Νὰ φχαριστᾷς, καημένε…


Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμόν του.


― Νὰ φχαριστᾷς καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριο, εἰδεμή, δὲν τό ᾽χα γιὰ τίποτες νὰ σ᾽ ἐξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!


Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.


― Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νά ᾽σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾽ εὐχαριστῶ ὣς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε… δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης κ᾽ ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.


―Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…


Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβόλου κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.


Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.


* * *


Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπαρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾽ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς Πειραιᾶ, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμνῃ Πάσχα ρωμέικο.


Ἐφέτος τὸ μεσοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα, νὰ τὸν συνοδεύσω [ἐφέτος] εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ ἅγιον Πάσχα.


(1891)









ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΑΠΑΝΤΑ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

ΑΘΗΝΑ 1982

Σελ. 177-182


Πηγή: http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/208-02-13-pasxa-rwmeiko-1891