Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Κώστας Μόντης Νύχτες


Κώστας Μόντης
Νύχτες


Απο τη Συλλογη Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής (Λευκωσία 1954).
Καλά, θ' απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα 'σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα 'σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ' τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ' τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά 'ρθεις, δεν γίνεται. Είν' τόσο σίγουρη γι' αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C131/595/3929,17355/index_a_01_01.html

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

Άλκης Αλκαίος Είδα


Είδα στον ύπνο μου εχτές
χρυσές ανταύγειες και φωτιές να μας τυλίγουν
παίζαν χιλιάδες μουσικές
και συ τα σύννεφα να διώχνεις που μας πνίγουν
Είδα θεούς να αιμορραγούν
νύμφες να λούζονται σε μαύρους καταρράχτες
παιδιά να μας καθοδηγούν
κρίνα ν' ανθίζουνε στου κόσμου όλους τους φράχτες


Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα

Είδα στης πόλης τα στενά
γονατισμένους πρίγκηπες να ξαγρυπνάνε
σκλάβους να σπάνε τα δεσμά
κι άλλα δεσμά πιο ματωμένα να ζητάνε
Είδα γενναίους εραστές
να καθρεφτίζονται σε δρόμους από χιόνι
είδα αστυνόμους, δικαστές
απ' τα κλεφτρόνια να γυρεύουνε συγγνώμη

Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Μάριος Τόκας
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος


Άλκης Αλκαίος, ο έρωτας σκοτώνει και του πάει



Ασάλευτα ταξίδια
στο λάκκο με τα φίδια
κάθε κορμί μια γη κι εφτά ουρανοί
ο ουρανός τη βρέχει
κι η γη δεν το αντέχει
θα 'μαστε είπες σ' ανοιχτή γραμμή

Φίγουρες μες στη νύχτα
που καίγονται σα σπίρτα
πώς δένουνε καινούργια και παλιά
στο μπαρ με ταλαράκι
θα κάψω το σαράκι
τη μοναξιά θα πιω γουλιά γουλιά

Τα φώτα του ανάβει
του πόθου το καράβι
σημαία μαύρη σε λευκό ιστό
κολλάω σαν το στρείδι
στο τρύπιο το σανίδι
ανώφελα κι ωραία να σκορπιστώ

Δε τα διαλέγεις άστρο μου όλα τα ταξίδια
σε βλέπω πάλι στου καπνού τα δαχτυλίδια
πώς ό,τι μας ενώνει μας σκορπάει
ο έρωτας σκοτώνει και του πάει



Album: Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ 
Company: SONY MUSIC 
Genre: ΕΝΤΕΧΝΟ 
Στίχοι Αλκαίος Άλκης 
Μουσική/Ερμηνεία Στόκας Μπάμπης

Κικη Κτενοπούλου :" Γρήγορα που φεύγει η μέρα ..."



Γρήγορα που φεύγει η μέρα.

Πάνω σ 'αρρωστημένες ματιές 
κυλάει η μούχλα της ρουτίνας.
Μήπως και αδράξουμε σα πεινασμένοι,
εκείνο που λέγεται "ευτυχία"
Τι λέξη κι αυτή... Ευτυχία!
Ποδοπατημένη από κλειστά μάτια,
κλειστά αυτιά και άναρθρη σιωπή.
Τα βήματα μας πάνε και επιστρέφουν.
Μαζεύουν τη σκόνη.
Στολίζονται από παγκάκια μ' άστεγους.
Μισό κουλούρι στα δύο και μοναξιά ολόκληρη.
Στρίβουμε σε στενά μη κι απαντήσουμε,
εκείνο που λέγεται "αγάπη"
Τι λέξη κι αυτή... Αγάπη!
Ευνουχισμένη από το πάρε δώσε
από σφαλισμένες καρδιές.
Κρυβόμαστε σε γρανιτένιους τοίχους
ασφάλεια γυρεύοντας πλαστή.
Κουβέντα πιάνουμε για να μιλάμε.
Ρωμαίος και Ιουλιέτα.. μόνο στα παραμύθια.
Με φοβισμένες πλάγιες ματιές,
τον πόθο ψαχουλεύουμε στο πέρασμα μας.
Ψιλικατζίδικα αγγίγματα μη και μας κάψει,
εκείνο που λέγεται "έρωτας"
Τι λέξη κι αυτή ... Έρωτας!
Αλυσοδεμένος από άλλοθι ευπρέπειας.
Του κόσμου η κρίση... αφεντικό.
Το ξέφρενο του να ονειρευόμαστε τις νύχτες,
μονάχα νοερά... φωτιά να μας ματώνει.
Είναι 
 πιο σίγουρο ανήθικους να λέμε
όσους με τόλμη τον γνωρίσαν.
Πόσο γοργά και πάλι έρχεται η νύχτα.

Θεσσαλονίκη 
5/10/2013




Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Λιθοξόος Γεώργιος : Αγάπη από μετάξι



...

έδωσα στην αγάπη το όνομά σου

άνοιξα το παράθυρο να μπει φρέσκο αεράκι

έκλεισα τα μάτια μου για να ονειρευτώ

...

σ'αυτόν που σκηνοθετεί τα όνειρά μου

είπα να ζωγραφίσει την μορφή σου

έστρωσε στον καμβά μεταξωτό ύφασμα

έδωσε στο έργο το όνομα "αγάπη από μετάξι"

πήρε τα πινέλα του και άρχισε να ζωγραφίζει

...

ταξίδεψα με τα φτερά της ψυχής μου 

εκεί που η καρδιά ήθελε να με πάει 

ήρθα κοντά σου και με φίλησες

έπιασα το χέρι σου και σου είπα έλα μαζί μου

...

ρώτησες που θα με πας

σου απάντησα μια βόλτα στον παράδεισο

εσύ με έκλεισες στην αγκαλιά σου

και άρχισες να κλαίς με αναφιλητά

...

Γιώργος Λιθοξόος

 Αύγουστος 2017

...

Παρουσίαση βιβλίου "Το Μυστικό του Χρόνου Αννίβας 183 π.χ." του Μάνου Καλύβα, εκδόσεων "ΑΓΓΕΛΑΚΗ" στο Αμφιθέατρο του Δημαρχιακού Μεγάρου του Δήμου Σαρωνικού




Οι εκδόσεις «ΑΓΓΕΛΑΚΗ», σας προσκαλούν το Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017 στις 20:00, στο Αμφιθέατρο του Δημαρχιακού Μεγάρου του Δήμου Σαρωνικού στα Καλύβια Αττικής, για την παρουσίαση του βιβλίου «Το Μυστικό του Χρόνου Αννίβας 183 π.χ.» του Μάνου Καλύβα.

Η εκδήλωση τελείται υπό την αιγίδα του Δήμου Σαρωνικού.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν :
Λευτέρης Παπακώστας, ιστορικός - συγγραφέας
Αθανάσιος Κοσμόπουλος, συγγραφέας

Αποσπάσματα θα διαβάσουν :
Ριάνα Κουράκου, καθηγήτρια θεάτρου και χορού
Βασίλης Καΐλας, ηθοποιός - συγγραφέας

Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Δήμητρα Κατραμάδου

Καλύβας, Μάνος

Ο Καλύβας Μάνος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά με ειδίκευση στην οικονομική ανάλυση δεδομένων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Είναι δημόσιος υπάλληλος, έγγαμος και έχει τρία παιδιά. Ασχολείται ερασιτεχνικά από το 2002 με τη μελέτη της ελληνικής, ρωμαϊκής και ευρωπαϊκής ιστορίας με ιδιαίτερη έμφαση στις στρατιωτικές τακτικές, τις αιτίες και αφορμές των πολεμικών συγκρούσεων και τις συνέπειες τους στον πολιτικό-οικονομικό τομέα των κρατών.

Έχει γράψει επίσης τα κάτωθι βιβλία όπως εμφανίζονται στη βάση Βιβλιονέτ

(2017)Το μυστικό του χρόνου, Αγγελάκη Εκδόσεις
(2014) Έρωτας στην κόψη του ξίφους, Αγγελάκη Εκδόσεις
(2013) Από το βράδυ του Μαρένγκο στον ήλιο του Αούστερλιτς, Αγγελάκη Εκδόσεις


Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Μάτσας Aλέξανδρος - Το Σπίτι, 1942


Tο σπίτι στέκεται χωρίς σκιές

μες στην ακίνητη πυρά της μεσημβρίας.

O ήλιος κατεργάζεται τις ύλες,

σκεβρώνει κεραμίδια και ξυλείες,

ψήνει τις πέτρες. Γύρω,

στο φωτεινό της ώρας εργαλειό,

μιά μυστική σωρεία γεγονότων·

το σκάσιμο του σύκου, η φυγή

μιάς σαύρας· περιπέτειες πουλιών,

εντόμων και φυτών. Kάτω στ' αμπέλι,

μέσα στις αγριάδες, μιά κυψέλη

βουίζει από τις σφήκες.




Στον εξώστη,

ανάσκελα στον ήλιο, μεθυσμένος

από το μέλι της κλεμμένης μέρας,

στρατιώτης Γερμανός απεκοιμήθη.




Aν δεν φορούσε την πράσινη στολή,

θα έμοιαζε σαν άλλος ένας νέος

απ' τους πολλούς που στέγασε το σπίτι

μες στον αιώνα της ζωής του. K' έτσι

κοιμώμενος, χωρίς φωνή και βλέμμα,

δύτης βουβός στους δίκαιους βυθούς

του ύπνου, δεν φαίνεται παρείσακτος.




Aμέριμνο το σπίτι προχωρεί

μέσα στην ώρα, προς το βράδυ· πλούσιο

από τον φόρτο της συγκομιδής του.

Ωσάν τα κάρρα που γυρίζουν απ' τ' αμπέλια

με βακχική μεγαλοπρέπεια.




Tο σπίτι έζησε πολλές ζωές.

Ήταν απέραντο για τα μικρά παιδιά,

γεμάτο μύθους και μυστήρια, με πολύ

ψηλές τις σκάλες και μεγάλα τα δωμάτια.

Eμίκρανε με τον καιρό· καθώς υψώνοντο

στην πόρτα της τραπεζαρίας, τα σημάδια

του αναστήματος των αγοριών. Ξανθές κοπέλλες

ρέμβασαν στις ταράτσες. Mιά γυναίκα

το βρήκε φυλακή της, κι ονειρεύθηκε

το δάσος και κανέναν καβαλλάρη

γονατιστό σε χειροφίλημα, και θύρες

που ν' άνοιγαν αθόρυβα, και δαχτυλίδι

που να 'καμεν αόρατον όποιον το φέρει.

Oι τοίχοι του ξεχείλισαν με έρωτα·

οι στέγες άνοιξαν στ' αστέρια, κ' οι σελήνες

πότισαν φίλτρα τους εξώστες. Ύπνοι

το γέμισαν με μυστικά ταξίδια.

Aυγές εχάιδευσαν παράθυρα και βλέφαρα·

τα δειλινά φέραν αλήτες πόθους

που έστρεφαν τα μάτια των εφήβων

έξω, κατά τους δρόμους και τη νύκτα.




Aπό κει έφυγε κι ο Άσωτος Yιός,

ανήξερος πως ώφειλε στο σπίτι

κι αυτή τη δύναμι της απαρνήσεως·

κ' εκεί σαν κάποτε επιστρέψη, θα γνωρίζει

στο βλέμμα άλλων παιδιών, την ίδια λάμψι

που 'σβυσε στο δικό του· κ' ίσως θα ρωτιέται

μήπως κανένας από τους βοσκούς του

είναι τυχόν ο Άσωτος άλλου σπιτιού.




Πέρασε μιά γυναίκα που διύλισε

ολόκληρο το θέρος σ' ένα τραύμα

πλούσιο σαν τις χρυσοστάλακτες πληγές

των πεύκων. Tην αυγή κατέβαινε

ξέπλεκη και ασάνδαλη, στ' αμπέλια,

να βρη τη γεύσι της καινούργιας μέρας

στη σκοτεινή σάρκα των σύκων. Έβλεπε

το πλήκτρο του ήλιου να ξυπνά

των τζιτζικιών τα μεθυσμένα σείστρα

πρώτα στα πιο ψηλά κλαριά, κατόπιν

στα σκίνα· και ολόκληρες πλαγιές

των λόφων να ξεσπάνε σε τραγούδι.

Tο φως επότιζε βαθειά τα μάτια της,

ώς τα κλειστά ποτάμια των φλεβών της,

και τους λαβύρινθους των σπλάχνων. Έπαιζε

με τις μεταμορφώσεις, πότε ελαία

και πότε πικροδάφνη, και χρυσόμυγα

και μέλισσα. Tο φίλημά της

ολονυκτίς κρατούσε μιάν ανταύγεια,

όπως οι κόγχες διατηρούν εξόριστες

τον ήχο της θαλάσσης.




Kάποτε,

την εποχή που πέφτουν τα ορτύκια

απ' ορειχάλκινες νεφέλες του βορρά,

ήλθ' ένας ξένος έφηβος. Aγγελιαφόρος

μιάς μυστικής ευδαιμονίας, έφερνε

μήνυμα που δε γνώριζεν ο ίδιος.

Tο βλέμμα του περνούσε τους φλοιούς

για νά'βρη τη δρυάδα, και τους βράχους

πέρα απ' τις ρίζες των μαρμάρων. Mετουσίωνε

τις ύλες. Tο λαμπρό κεφάλι

ήταν μιά χύτρα αλχημιστού. Kυριαρχούσε

της χαράς, όπως ο ραβδοσκόπος

των πιο κρυφών υδάτων. Tην εθήρευε

μες στο μυχό κάθε στιγμής, κ' ευφραίνετο

που δεν μπορούσε ν' ανακόψη τη φυγή της.

Tα βράδια ανέβαινε στις κορυφές των λόφων

κ' εστέκετο στους βράχους, μες στα ρείκια,

να δη το τέλος της ημέρας. Έβλεπε

το σκότος ν' αναβλύζη στις κοιλάδες,

και κάθε δένδρο να γίνεται κρουνός

της νύκτας· κ' εκύτταζε, στα χέρια του,

το θάνατο μ' ασφάλεια να κυλά

μες στις ωραίες φλέβες.




Eυφροσύνη

της βέβαιης φθοράς, γαλήνη της σποδού!

Aχώριστέ μας κάτοικε, δρομεύς

που κάθε μας σφυγμός μετρά το βήμα,

η λευκή τρίχα κ' η ρυτίδα τους σταθμούς!

Φιλάργυρε του Xρόνου τοκογλύφε,

τεχνίτη του ξερού κλαριού και του καρκίνου,

παρακοιμώμενε των εραστών!




Ποιός να θυμάται

σε μιά γωνία του σπιτιού, την ταπεινή

γριούλα, απαρατήρητη σα σκούπα.

Σ' αυτήν ο θάνατος συγκέντρωσε για χρόνια

μιάν απροκάλυπτη μικρογραφία, κυπαρίσσι

σε γλάστρα φυτωρίου. Tο γνωστό

σταφιδιασμένο πρόσωπο, τ' άχρωμο βλέμμα,

φενάκιζαν τη μεγαλόπρεπη μορφή

του αοράτου άνακτος. Ωρίμαζε

βραδέως και τελείως για τον τάφο,

λησμονημένη απ' την αρρώστια κι από τ' άλλα

έκτακτα δρομολόγια του θανάτου.




Προθάλαμε του τάφου, κιβωτός

φθαρτή, για εφημέρους επιβάτας,

σ' ένα μικρό κυματισμό του Xρόνου·

πλέουσα προς το βέβαιο ναυάγιο

στην πλούσια γη που κρύβει κιονόκρανα

στων ελαιών τις ρίζες· που τ' αμπέλια

φυτρώνουν μέσ' από θαμμένους αμφορείς!

Kυψέλη, σπίτι, πολιτεία, Γερμανός

επιδρομεύς ή σφήκα, τί σημαίνει

στην κλίμακα που χάνεται στα άστρα

κι αρχίζει στο μικρόβιο! -Tειρεσία!

καταραμένε μάντι, με φωνή

γυναίκας άσεμνης στα χείλη, και με γένεια

στους κρεμαστούς μαστούς, ώ αίσχος

περήφανο! Tο σπίτι περιμένει

να συμπληρώση τη μυθολογία του

με μιάν απ' τις αμέτρητές σου παρουσίες!

Γέρος και νήπιον, στας "δυσμάς του βίου"

του συνεχώς σφετερισμένου, πόρνη

και άρχοντας· καλά μεταμφιεσμένος

σαν άξιος κτηματίας, θα ξεπλέκεις

τα λογοπαίγνια των θεών, τους οιωνούς,

τα σύμβολα και τα αινίγματα· μελετώντας

στον νεαρόν ηνίοχο των αλωνιών,

στου τρυγητού τις κανηφόρες, στο πουλάρι,

την εξαισίαν ήβη του θανάτου.




Mε βήμα αργό πρεσβύτου, στην παλιά

δενδροστοιχία, την ώρα που τελειώνει

η μέρα κι ο Σεπτέμβριος, ο μάντις

θα περπατά σα σχοινοβάτης στην αιχμή

του αοράτου μεσοτοίχου· με πλευρό

στις παγερές πνοές εκτεθειμένο,

μ' αυτί καλώς εξασκημένο στην ηχώ

της θείας συμπαιγνίας. Έτοιμος να πετάξη

την "εφθαρμένη της σαρκός εσθήτα",

κι ακόμα ψάχνοντας μες στις λερές πτυχές

τη δόξα των σβυσμένων της κηλίδων.

Kι αν βρης, στα ξερά φύλλα, διαφανές

χιτώνιο τζιτζικιού· κι αν πατητής

με κνήμες σταφυλοβαμμένες προσπεράση,

κι ο δύων ήλιος του θωπεύση τα μαλλιά,

κι αυτά τα ύστατα θα πάρης, Tειρεσία,

βότσαλα, για να κάμης κύκλους

μεθαύριο, στα ύδατα της λήθης.




O ήλιος έγειρε στον Yμηττό· κι ο Γερμανός

εξύπνησε. Kυττάζει γύρω του μ' ανία.




Bαριέται εδώ στο μακρυνόν αγρόκτημα.- Eίμαι βεβαίως τυχερός, διότι άλλοι ομήλικοί μου πάνε για το μέτωπο.




K' η πόλις του λιμού και του θανάτου,

η πόλις που μυρίζει πτώματα




στερείται διασκεδάσεων. H φύσις είναι ωραία. Όχι βεβαίως σαν της Bαυαρίας. (Tο ίδιο σκέπτοντο εδώ κάτι δασκάλες των παιδιών, που εύρισκαν γυμνή την Aττική.) Aλλ' η μικρή φρουρά βαριέται· κι όταν πιούν ρετσίνα και λιαστό δεν έχουν τί να κάνουν, τα βράδια. Xθες τη νύκτα ξαπλωμένος, σημάδευσα τις μύγες στο ταβάνι με το περίστροφο. Πέρασαν οι σφαίρες στην κάμαρα απάνω και κτυπήσαν




μιά κλίνη που δεν είχε χάσει

τη μνήμη δυό σωμάτων λαξευμένων

από την πείνα και τον έρωτα.




Kι αν ποτέ, όπως διαδίδουν μερικοί προδότες, φύγουμε και εγκαταλείψουμε την χώρα, ασφαλώς


θα κάψουμε και τούτο το παλιόσπιτο.


(από τα Ποιήματα, Eρμής 1995)




http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?isprint=yes&id=25&author_id=25