Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Γιάννη Ρίτσου, «Ειρήνη»




Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.
ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953

Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, Β΄ τόμος, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1961, σ. 173-175

Φωτογρ : Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος) (1914 - 1985). Ένα περιστέρι, 1958. Έγχρωμη ξυλογραφία σε χαρτί, 32 x 31,5 εκ. Δωρεά Α. Τάσσου και Λουκίας Μαγγιώρου στην Εθνική Πινακοθήκη. Αρ. Έργου:Π.7199





Σάββατο 24 Ιουνίου 2023

Γεώργιος Σεφέρης -Φωτιές του αϊ-Γιάννη

 

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξειδεν μπορεί να γίνει τίποτε.Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις5βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτητον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωποτης μοναξιάς και της σιωπήςκι ας ανάβουν οι φωτιές.

10Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλητην ώρα που κόπηκε ο καιρόςεκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σουπρέπει να τον εύρειςπρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο15κάποιος άλλος, όταν θα ’χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα (Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχοτο βράδυ που έπεσε η γαλήνη20άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπήςμέσα στο κορμί σουτη νύχτα εκείνη του αϊ-Γιάννηόταν έσβησαν όλες οι φωτιέςκαι μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.

ΛονδίνοΙούλιος 1932

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Πάνος Σταθογιαννης "Ο πιο δικός μου άνθρωπος"

Ο ΠΙΟ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο πιο δικός μου άνθρωπος πληθαίνει στη σιωπή. Κανείς δεν ξέρει τι υπομένει. Ποια προσβολή τον άφησε αχαμνό, τα μέλη του να ρίχνει ένα ένα στη φωτιά. Να αποσύρεται χαράματα στο ψέμα. Να κοιμάται. Ακόμη κι ο βυθός του είναι διάτρητος, γι’ αυτό και δεν του δίνω το άλογό μου να καλπάσει.
«Κοίτα», του λέω. «Κοίτα. Τόσον καιρό και τίποτα δεν έμαθες. Μια ενόχληση του σκότους είναι το φως. Το χάδι, πένθος. Φόβος, το φιλί».
Όμως αυτός σιωπά. Κοιτάζει πέρα τα καράβια που φεύγουν για τον πόλεμο. Κοιτάζει τους λυράρηδες που ξεφωνίζουν. Λέξη δεν λέει.
Κάποτε θα πεθάνει με τόση χάρη, που ούτε τα γιασεμιά δεν θα το αντιληφθούν. Μονάχα ο θεός του θα τον λυπηθεί, έτσι όπως θα εμφανιστεί μπροστά του κρατώντας κάτι τρομερό κι εφήμερο στα λιγνά του χεράκια.
Ο πιο δικός μου άνθρωπος δεν μένει πια μαζί μου. Μονάχα στη σιωπή του εγκαταβιώνει και πληθαίνει. Όμως εγώ εξακολουθώ να τον παρηγορώ. «Κοίτα», του λέω. «Κοίτα».

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

Μ. Σαχτούρης, Σαν πέτρα «Έκτοτε»






Η Άνοιξη είναι για τους ευτυχισμένους
τότε έλεγες
τώρα έγινες σκληρή
σαν πέτρα.
Από την ανθολογία «ΠΟΙΗΜΑΤΑ, άπαντα (1945-1998)» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος
















Πηγή : https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=8&text_id=2997
φωτογραφία : https://viagallica.com/grece/lang_el/grece_-_flore_faune.htm

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΟΛΑΔΑΣ : ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΥΤΙ


Έκλεισε τα ποιήματα του ο ποιητής 

με ευλάβεια σ’ ένα μικρό ξύλινο κουτάκι 

σε αυτό που έβαζε η μητέρα του παλιά 

τις κουβαρίστρες και τα βελόνια της...


Ήθελε να τα αφήσει εκεί μερικές μέρες 

να ωριμάσουν αλλά να ωριμάσει και αυτός 

για να τα δει ακόμη μια φορά 

πριν τα πάει στο τυπογραφείο...


Δεν ήθελε βιαστικά πράγματα 

πίστευε βαθιά μέσα του πως όλα τα πράγματα 

θέλουν τον χρόνο τους πριν βγουν στον αέρα 

να ανασάνουν και να αφήσουν το άρωμα τους.


Η ποίηση είναι σαν το παλιό κρασί 

συνήθιζε να λέει μονολογώντας 

πρέπει να το κλείσεις σε δρύινο βαρέλι 

και να το πιεις όταν ωριμάσει και ξεθυμάνει.

 

Πρέπει λοιπόν να τα αφήσεις 

να πάρουν τις ανάσες τους 

και μετά να την δώσεις τροφή στα λαίμαργα 

βλέμματα των εραστών της ποίησης...


Αντώνης Σαμολαδάς

22/11/2020

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Θεόδωρος Σαντάς (8/7/1947-11/5/2020)

ΜΕ ΥΠΟΜΟΝΗ ΚΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Πώς να γράψεις σε μέρες θανάτου
και να δώσεις στον κόσμο ένα χρώμα της Άνοιξης
έναν όρμο Καλοκαιριού
απ’την ποιητική του Θεού
στα μέρη που συχνάζουν οι γλάροι
και τα τραγούδια που γεννάει ο έρωτας;
Τώρα που όσο ποτέ, έχουμε ανάγκη
ο ένας την αλληλεγγύη του όλου
να διαβούμε της φωτιάς το ποτάμι
θα τολμήσω με τη σποδό της πατρίδας
να περάσω στο φως της ελπίδας
να δαμάσω τον τρόμο μου
στα μετόχια της Παναγιάς.
Κυκλάμινο που σε έστειλε η ποίηση
αν τους πω ότι είσαι μια μουσική της ενάτης
θα με περιγελάσουν πολλοί.
Κι αν τους πω ότι είσαι ένας άγγελος
με το μύρο το άγιο
δεν θα με πιστέψει κανείς.
Ο κάκτος του φθόνου που κυοφορείται
στην αναλγησία του σύννεφου
πολλαπλασιάζει το αγκάθι του
δεν αντέχει τη λυτρωτική της αγάπης
σε δυο μάτια που αντιφεγγίζουν
τη χαρά των παιδιών.
Με τρεις λέξεις, μου χάρισες τον παράδεισο
με τρεις λέξεις ,είδα την καλοσύνη ν’απλώνεται
και να γίνεται ωκεανός και το δάκρυ μου θάλασσα
κι η ποίηση ωδή, δυο αγαπημένων ματιών.

Θεόδωρος Σαντάς ,Θεσσαλονίκη,1-4-2020
 Προτελευταία ανάρτησή του στο Facebook οι παραπάνω στίχοι του ποιητή και η τελευταία του :


ΠΟΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝ’ ΔΥΝΑΤΟΣ
Έγραψα ένα τραγούδι χαρούμενο και ερωτικό
μήπως κι αισθανθεί καλύτερα η ψυχή μας.


Εσύ της Άνοιξης παιδί
κι εγώ το Καλοκαίρι
σε ψάχνω ως τα Κύθηρα
και στης θεάς τα μέρη.


Ποιος έρωτας είν’δυνατός
πιο πάνω απ’τον δικό μας
κι όλα τα άστρα τ’ουρανού
ζηλεύουν το όνειρό μας.


Εσύ η ομορφιά της γης
κι εγώ δικό σου κύμα
είσαι το χρώμα της χαράς
κι εγώ γαλάζιο ρήμα.


Θεόδωρος Σαντάς,3-4-2020


Ενώ στις 21/3/2020 έγραψε:


ΟΣΟ Ο ΗΛΙΟΣ, ΜΑΣ ΛΕΕΙ ΚΑΛΗΜΕΡΑ
Είπα να αποφορτίσω της τρομοκρατίας το κλίμα ,μ'ένα ποίημα ανάλαφρο, την ημέρα της ποίησης και να τρέξω με το άτι της ποίησης.
Σχεδόν όλοι ,άλλος λίγο κι άλλος πολύ το ομολογεί και μια θλίψη από πόνο βαθύ σαν σύννεφο έχει επικαθήσει σε όλες στις χώρες του κόσμου και για να επιζήσουμε ζούμε σαν έγκλειστοι .Με όλες τις αμαρτίες ας μας συγχωρέσει ακόμα μια φορά ο θεός και ας φωτίσει τους γιατρούς και όλους τους επιστήμονες να’βρουν την ίαση των ανθρώπων από τον φονικό κορονοϊό.


Έλα να πάμε απόψε αγκαλιά στο φεγγάρι
που κρύφτηκε πάνω στο λόφο των προφητών
να μετρήσουμε εκεί της καρδιάς μας τους χτύπους
να ζηλέψουν οι βουκαμβίλιες του Αιγαίου
να αχνοφαίνεται στον γιαλό
το πυρωμένο φιλί που θα ζωγραφίζει ο ήλιος .
Πες μου λόγια αγάπης ,πως ακούς τον σφυγμό
απ’τη φλέβα μου, όταν χάνομαι
και γίνε λουλούδι της Ελαφόνησου
που με περιμένει να διαβώ το κατώφλι σου
τη μέρα που γιορτάζει η ποίηση
να ζήσουμε το όνειρο .
Προλαβαίνουμε όσο ο ήλιος μας λέει καλημέρα
όσο ανθίζει η Άνοιξη μέσα μας
και δεν ισχύουν προκαταλήψεις.
Είσαι μια θάλασσα που εκεί που λέω
σου τα αποκάλυψα όλα ,δίνεις μια και πλαταίνεις
και γίνεσαι ωκεανός και ταξιδεύομε οι δυο μας
με ένα καράβι του έρωτα.
θα’ρθω μια μέρα,να με ξεναγήσεις
στους όρμους σου
κι όταν επιστρέψουμε σπίτι σου
θα αφήσω το κοκκινάδι σου
στο κρύσταλλο του καθρέφτη σου
κι όλα μου τ’ αγαπώ και τα μυστικά
που δεν σου αποκάλυψα ακόμα
να δεις μέχρι που βαθαίνει o πόνος μου
μέχρι που στενάζει κι ωχριά ο βυθός
κι υποφέρω συνέχεια.
Έχω μείνει παιδί που τη νύχτα
κάνω περιπολίες με ποιητές
με το φως των πυγολαμπίδων
και τη σμείξη των νυχτολούλουδων.
Με όλα τα άλφα της αθωότητας το φωνάζω,
Έχω ανάγκη από έναν λόγο γλυκό
ευωδιαστό σαν το άγιο μύρο
σαν το θυμίαμα των οσίων
να υπάρχω,να ζω και να ελπίζω
ότι θα συνεχίσω να ψάλλω
το κάλλος των Καρυάτιδων
και της Ελλάδας το θαύμα.
Αναδυόμενες θεές
στις ακρογιαλιές των Κυθήρων
που τις άγγιξε ο πόθος μου
χωρίς ένα δάκρυ στα λόγια τους
και χωρίς μια ανεμώνη στο βλέμμα τους
δεν τις άντεξα για καιρό .
Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός….
κι η έπαρση τιμωρείται με απομόνωση.

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη, 21-3-2020

Βιογραφικό Θεόδωρου Σαντά (Πηγή http://maropaki.com/?p=1600)
Γεννήθηκε στην Ηράκλεια της Φθιώτιδας κι έζησε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν Μαθηματικός, παντρεμένος με την Σμαρώ Δημάκου και απέκτησαν τρεις κόρες. Υπήρξε τακτικό μέλος της «Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών», διετέλεσε πρόεδρος της «Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος» και ιδρυτικό μέλος της «Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης για τον Πολιτισμό, Αργοναύτες » επίσης μέλος της «Αμφικτιονίας Ελληνισμού».
Το 1997 κάνει την πρώτη εμφάνισή του, με την ποιητική συλλογή «Το ταξίδι του άστρου». Η συλλογή του αυτή είναι μια θρηνητική αφιέρωση στην πρόωρα χαμένη ανιψιά του Νικολέτα Πολύζου, παιδί της αδελφής του. Την ίδια χρονιά συμμετέχει στο «Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού Θεσσαλονίκης» με το τραγούδι «Η μικρή Δανάη» σε μουσική του Δημ. Κεχαγιά. Το 1999 εκδίδει την δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Στου Αιγαίου τον Έρωτα» και το 2000 την ποιητική συλλογή «Οκτέτο» με άλλους εφτά ποιητές της Θεσσαλονίκης.
Ήταν μέλος του «Σωματείου Στιχουργών Βορείου Ελλάδος»(έτος ιδρύσεως 1998)
Τον Απρίλιο του 2001 το «Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» εκτιμώντας την αρετή και τις προς τα Γράμματα και τις Τέχνες προσφερθείσες υπηρεσίες ,του απονέμει τιμητικό δίπλωμα.
Το 2004 εκδίδει την ποιητική συλλογή «Ό,τι δε σβήνει η βροχή» και το 2006 την ποιητική συλλογή «Ο Έρωτας έχει πάντα Πανσέληνο» που εξαντλήθηκε και το Μάρτιο του 2008 επανεκδόθηκε σε δεύτερη έκδοση, από τις εκδόσεις «Υδρόγειος»
Τιμήθηκε από την «Ακαδημία Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού» και από το Δήμο Χαλκίδας. Τιμήθηκε επανειλημμένα από την «Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών». Το 2001 βραβεύτηκε από την «Ένωση Συγγραφέων Λογοτεχνών Ευρώπης» και το Σεπτέμβριο του 2002 από τον λογοτεχνικό σύλλογο Αγρινίου «Κ. Χατζόπουλος».
Στίχοι του για ήρωες του 1821 και για τον Πόντο, μελοποιήθηκαν από τον πρωτοπρεσβύτερο και μουσικό Θεόδωρο Τσαμπατζίδη και εκδόθηκαν σε CD. με τίτλο:Ελλάδα-Μήτρα ηρώων, Λίκνο της Πίστης και της Λευτεριάς
Βραβεύτηκε το 2006 στο 2 ο Φεστιβάλ ποίησης Θεσσαλονίκης με 2ο βραβείο και το 2008 με 1ο βραβείο, από τη «Μη Κυβερνητική Οργάνωση ,Αργοναύτες» Συνέγραψε τους στίχους για τον Ύμνο του Αποστόλου Παύλου που μελοποίησε ο πρωτοπρεσβύτερος και μουσικός Θεόδωρος Τσαμπατζίδης
Στίχοι του επίσης για κάλαντα μελοποιήθηκαν επίσης από τον πατέρα Θεόδωρο Τσαμπατζίδη και ένα τραγούδι»Χριστούγεννα θα πουν οι ουρανοί» συμμετέχει σε cd με εννιά τραγούδια με τίτλο «Καλανδρική Οκταηχία»
Τα κάλαντα τα τραγουδάει η Νεανική Χορωδία του Ι.Ν ΑΓ.Παντελεήμονος Καλαμαριάς.
Τον Ιούνιο του 2008 «Η Μουσική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος, Τμήμα Πολιτισμού» που προκηρύσσει Παγκόσμιο ποιητικό Διαγωνισμό με θέμα
Περιβάλλον -Φύση-Άνθρωπος και του απονέμει έπαινο για τη συμμετοχή του.
Το 2009 ,στη 2η συνάντηση Μουσικής και Ποίησης, Βόλος 2009 , τιμήθηκε με 1ο ειδικό τιμητικό βραβείο, από του Ωδείο Φουντούλη για το συνολικό έργο του και τη συμβολή του στα γράμματα και τον πολιτισμό. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από το μουσικοσυνθέτη και ποιητή Τάκη Λουκαρέα όπως και από το μουσικό και συνθέτη Γιάννη Ιωαννίδη. Πιστεύοντας πως υπάρχουν και σήμερα εξαιρετικοί νέοι ποιητές γι’ αυτό τους στήριζε, συζητούσε μαζί τους κι έγραφε για να τους ενθαρρύνει προλόγους για τα βιβλία τους .
Το 2009, «Η Ένωση Συγγραφέων –Λογοτεχνών Ευρώπης» ,για τη Δεκάτη Επέτειο Φεστιβάλ ποιήσεως του απονέμει «Εύσημα Λογοτεχνίας και Πολιτισμού»
Το Καλοκαίρι του 2010 βραβεύεται με 1ο βραβείο από το Δήμο Αρκαδίου, «Χάρκια 2010»σε Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό.
Επίσης με 2ο έπαινο από το «Δήμο Χορτιάτη»Θεσσαλονίκης ,στον 3ο Πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης Δήμου Χορτιάτη, με θέμα «Προσφυγιά»
Τον Ιούνιο του 2010 βραβεύεται από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών στους Δελφούς με το 2ο βραβείο ποίησης, για το ποίημά του «Δεν είμαι η χρυσή βροχή»
Το Νοέμβριο του 2010 παίρνει τιμητική διάκριση για το ποίημά του “Η οργή των νεκρών” με θέμα «Αλησμόνητες Πατρίδες Μικρασίας» από την Ένωση Σμυρναίων –Μικρασιατών Βορείου Ελλάδος στον « 1ο Πανελλήνιο διαγωνισμό Ιστορικής Μελέτης και Ποιήσεως»
Στις 5 Δεκεμβρίου του 2010 βραβεύθηκε στην Αθήνα από το φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» με το 2ο βραβείο για ανέκδοτη ποιητική συλλογή.
(πρώτο δεν υπήρχε)
Στις 6 Σεπτεμβρίου του 2012 σε διαγωνισμό που προκήρυξε ο Δήμος Σκοπέλου στη μνήμη του ποιητή «Καισάριου Δαπόντε» τιμήθηκε με το 2ο βραβείο ποίησης για το ποίημά του «Ανατομία τ’ Ουρανού»
Στον 1ο Τσακιρίδειο ποιητικό διαγωνισμό του Δήμου Διαβατών Θεσσαλονίκης και της «Ένωσης Συγγραφέων Λογοτεχνών Ευρώπης»(2012) τιμήθηκε με «Α΄ Έπαινο»Το Φεβρουάριο του 2014 τιμήθηκε με έπαινο για το ποίημά του «Με την Πολυσημία της Ποίησης» από την Πανελλήνια Ένωση λογοτεχνών.
 Την 1η Μαρτίου του 2015, στην Παγκρήτια Ένωση Θεσσαλονίκης, βραβεύεται από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος(ΕΛΒΕ) για την προσφορά του ,ως Πρόεδρος στην ΕΛΒΕ και στην ελληνική Λογοτεχνία.
Συμμετείχε σε αξιόλογες ανθολογίες κι έχει γράψει στίχους για έντεχνα και παραδοσιακά τραγούδια.Μέσα στο 2016 ένα cd με παραδοσιακή μουσική του Χρήστου Δασκαλόπουλου έχει τον τίτλο,»Μιας Πόλης Μουσικές»που είναι τραγούδι στο εν λόγω cd με στίχους δικούς του. Διαρκώς παρουσιάζε παλαιούς και νέους ποιητές κι έγραφε ο ίδιος, ακατάπαυστα .

Σ’ΕΝΑ ΝΗΣΙ

Σ’ένα νησί ,σε περιμένει ο ήλιος του

το λευκό που σε κάνει παιδί
κι ένα κύμα γαλάζιο
να σε πηγαίνει ως τον Όμηρο
να σε τραγουδάει το Αιγαίο
και να σε ψάλλει ο ποιητής
«Των νεφών και των κυμάτων
με την αρχαία καρδιά»
Ω ,Οδυσσέα ,πόσο μου έλειψες
να μιλάς για τη γλώσσα μας
κι εγώ να κρεμιέμαι απ΄τα χείλη σου
και να στάζει το δάκρυ μου
την ώρα που η Ελλάδα
δοξάζεται απ’τους ποιητές
και κάποιοι επιμένουν
στο τραγούδι το αλλότριο
να μας μιλούν για πνεύμα
που δε συγχρωτίζεται
με το φως το δικό μας!
Σ’ ένα νησί
σε περιμένουν οι ανεμόμυλοι
ένα ποίημα αστραφτερό σαν εσένα
να σου μιλάει για το ταξίδι σου
με τα χρώματα απ’τα λουλούδια
του κήπου σου !

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσ/νίκη,20-9-2016

Η ΑΡΓΩ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

Για δες πόσο όμορφη
είν’ η θάλασσα την αυγή
πως ερωτεύεται το αρμυρίκι το κύμα
τα Καλοκαίρια στη Σίβηρη
πως βουτάνε στο κύμα
οι γλάροι και πνίγουν τον πόθο τους .
Κι όπως καθρεφτίζουν
οι όρμοι το σώμα σου
κι όπως λαμπυρίζουν τα μάτια σου
τρελαίνεται ο ήλιος
κι όπως σε φυσάνε οι αύρες
γεννιούνται χιλιάδες
ταξίδια στις βεγγέρες του νου
όπου κρατιέται
η αγάπη αμόλυντη .
Κορίτσι δικό μας
και το δάκρυ σου ακόμα
είναι ένας έρωτας
κι η σιωπή σου ακόμα
είναι ένα ποίημα.
Έμαθες ν ’αγαπάς ό,τι βραχνιάζει
και ξενυχτάει μαζί σου
ό,τι αγγίζει και μουσκεύει τα μάτια σου
ό,τι ξυπνάνε οι μνήμες κι είναι πικρό.
Κι αν σου πω ότι είσαι ένα αγιόκλημα
πάλι εσύ στις νύχτες θα τρέξεις
γιατί φοβάσαι το φως
μη σου πυρπολήσει το όνειρο.
Όμως το όνειρο, είσαι εσύ
τα ταξίδια, εσύ θα τα κάνεις
η Αργώ περιμένει στον όρμο της
οι κωπηλάτες σε κοιτάνε στα μάτια.
Το ταξίδι σου τώρα αρχίζει
οι βράχοι θρυμματίζουν
τις αντιστάσεις τους
διάπλατα να περνάς
οι ορίζοντες στάζουν
τα δικά σου τα χρώματα
στα βότσαλα λιώνει
την πεθυμιά του ο έρωτας.
Είσαι η αρμονία του κόσμου
αν κι εσύ το πιστέψεις !

Σάντας Θεόδωρος

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΝΟΥΝ

Όλα κάποτε τελειώνουν
κι ο όμορφος χορός της Σαλώμης
και το ψέμα που καταλήγει στη γύμνια του.
Τα λόγια μας σιγά-σιγά
κι αυτά βουλιάζουν
στη θάλασσα που κουβαλάει
την ιλύ απ’τις πράξεις μας
κι οι μουσικές σβήνουν κι αυτές
χωρίς ανεμώνες και ρόδα
στους εγκαταλελειμμένους αυλόγυρους!
Όμως τα ποιήματα μένουν
κι οι ποιητές κουβαλάν ανάγλυφα
τις στιγμές που απαγγέλλουμε
στα λειμώνες του ήλιου
τα άσπρα ποιήματα
-σαν και τώρα-
με λίγο φαΐ, με λίγο κρασί
και τη φιλία στα μάτια μας!
Η αγάπη της ποίησης ,το βλέπω
γύρω -γύρω απλώνεται
και σαν κύμα φθάνει στα πέλαγα
και χαίρομαι….πολύ χαίρομαι!
Τούτο το ποίημα δεν κουβαλάει
το έρεβος του βυθού
το θρυμματισμένο γυαλί της ζωής
είναι το φως της αγάπης
αληθινό,σαν το δάκρυ που ωρίμασε
στη συνάθροιση της Ηράκλειας
και κράτησε την αχλή του
για πάντα στα μάτια μας!

Θεόδωρος Σαντάς,Ηράκλεια Φθιώτιδας,30-10-2014


Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία IV


Βηματίζεις
μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου
μ' ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα,
ποὺ εωδιάζει πράσινα φύλλα,
φρεσκοπλυμένο ουρανό
και φτερά γλάρων
πάνω από  θάλασσα πρωινή.

Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν
κάτι μικρές φυσαρμόνικες 
από κείνες που παίζουν
τα πολύ εύθυμα  παιδιά
στις εαρινές εξοχές.

Να
εδώ είναι
το εβένινο γραφείο
του πρόγονου
που‘χε πολλούς υπηρέτες
πολλά σκυλιά κυνηγού
και τον είχαν αγαπήσει
πολλές κυρίες άρρωστες
με χρυσά ματόκλαδα
και μετάξινο δέρμα.

Εδώ επάνω έγραφα πριν έρθεις
επιστολές και στίχους
για πεθαμένους φίλους
κάτω απ’ αυτό το κηροπήγιο
που το κράτησαν χέρια δακρυσμένα
σε απέραντες νύχτες αγρυπνίας.

Δε νιώθεις
την ωχρή παρουσία
του αιθέρα και του ιωδίου
την πληγωμένη κραυγή
της παραφροσύνης
μια μυρωδιά βροχης που πέφτει
σε παγωμένα τζάμια εσπερινά
σανατορίων καί ψυχιατρείων;

Κοίταξε τις φωτογραφίες:
η πεθαμένη μητέρα,
ο πεθαμένος αδελφός,
κ' οι χλωμές αδελφούλες μου
με τις φεγγαρίσιες μπούκλες
και μ' ένα μακρυνό χαμόγελο 
κρεμασμένο στη μορφή τους,
καθὼς ένα κλουβὶ με καναρίνια,
κρεμασμένο σε σπίτι φτωχικό,
που έχουν όλοι πεθάνει.

Πούναι ένας αχθοφόρος,
να μεταφέρῃ αυτά τα έπιπλα
στο υπόγειο;

Ξεκρέμασε και πέταξε
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
τις μελαγχολικές κορνίζες.

Εσύ μου ’φερες
τον καινούργιο καιρό,
το φως της αυγής
και το αίμα μου.

Δε θα περάσω στο δάχτυλό σου
το αρχαίο δαχτυλίδι της μητέρας.
Μες στον ωχρό περουζέ του
αναπνέει ο σκελετός
του παρελθόντος.

Δεν αρμόζει αυτός ο στίχος.
                         
Πιασμένοι απ’ το χέρι
θα κατεβούμε τη μαρμάρινη σκάλα
που έχει φθαρεί απ’ τα βήματα
των φθινοπωρινών σκιών.

Πάμε στους αγρούς,
να φορέσουμε στα δάχτυλα
τις παπαρούνες και τον ήλιο
και τη νέα χλόη.

Στα μάτια σου δε λιμνάζει
μητ' ένας κόκκος ίσκιου.

Να ο ήλιος που τρέχει
μέσα στα δάση.
Δεν έχουμε αργήσει.

(Φωτ. από την Έρη Ρίτσου. Ζωγραφική σε πέτρα, έργο του Γιάννη Ρίτσου)