Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Άντρη Θεοδώρου - Πόλη χιόνι





Γεμάτο δάκρυα στάζει το πέλαγος.

Μοιάζει το χιόνι σου φέτος να καίει.

Μοιάζει το μέλλον να είναι απροσπέραστο

σ’ ένα παρόν που στενάζει και κλαίει.




Είναι χλωμό του ουρανού το στερέωμα

και τούτη η πόλη φαρμάκι να στάζει.

Έχω πια χάσει καιρό το δικαίωμα

να σ’ αντικρίζω καθώς θα χαράζει.




Όσο μ’ αγάπησες τόσο σε πρόδωσα.

Όσο με πρόδωσες σ’ είχα αγαπήσει.

Όσο με άφηνες τόσο σε άφηνα

κι όσο με μίσησες με έχω μισήσει.




Κλείνω τα μάτια και βλέπω το αύριο

κι είναι ένα αύριο δίχως εικόνες.

Ίσως να ζει η αγάπη μεθαύριο.

Ίσως περάσουν κι αυτοί οι χειμώνες.




Είναι η πόλη μας τώρα πια φάντασμα.

Μοιάζει με πίνακα που έχει ξεβάψει.

Κι έχει απομείνει μονάχα η θάλασσα

να μου θυμίζει ότι έχω ξεχάσει.




Έτσι κοιτάζω την πόλη που αγάπησα

όταν σε είχα σ’ αυτή συναντήσει.

Έτσι κοιτάζω την πόλη που άφησα

όταν στην άβυσσο μ’ είχες αφήσει.




Όσο μ’ αγάπησες τόσο σε πρόδωσα.

Όσο με πρόδωσες σ’ είχα αγαπήσει.

Όσο με άφηνες τόσο σε άφηνα

κι όσο με μίσησες με έχω μισήσει.




Κλείνω τα μάτια και βλέπω το αύριο

κι είναι ένα αύριο δίχως εικόνες.

Ίσως να ζει η αγάπη μεθαύριο.

Ίσως περάσουν κι αυτοί οι χειμώνες.



Άγρας Τέλλος - Oρφικό

Φράχτης ξύλινος, παλιού κισσού αντιστύλι,

και σε στοίβα λιθάρια (εκεί που δε θαρρούσες

μια ψυχή ζωντανή) παιδί, κ' έχει στα χείλη

όργανο, και κρεμάει ανάερα τις πατούσες,

λιγνές πατούσες.




Στο ζαρωμένο το χαρτί, μια κλωστή σειέται

και ψυχή στην κλωστή, λαλούμενη, στο τέλι

λόγος, που τ' άλυτο πάθος πολύ διηγιέται.

Kάνεις κακό, αγαθό παιδί, μα τί σε μέλλει;

αχ, τί σε μέλλει;




Kι' ο λόγος κι' ο λυγμός τυραννιέται στις νότες,

σε μια φούχτα μαβύ χαρτί μια τρίχα τρίζει...

Παίζε, αγαθό παιδί, τις ρίμες σου τις πρώτες,

κι' ας φεύγη όποιος πολύ πονεί και δεν τ' αξίζει,

– και δεν τ' αξίζει!




Φεύγει στα δυο η φωνή μας σα φωνή στο χιόνι:

είναι το διάστημα πολύ, που ώς να βγη θέλει.

Σώπαινε, είν' ο καημός βαθύς, τα λόγια σκόνη·

κάλλιο λαλεί στα ξένα στόματα το τέλι·

κάλλιο το τέλι.




Kι' ανασέρνει η γυμνή, τ' ακούς; τρέμουσα τρίχα

σέρνει το είναι της γης, το χώμα, και το φύλλο!

Πουλί μες στην καρδιά της πέτρας και στην ψίχα

βαθειά, κινάει πουλί, στο χρυσό μέσα ξύλο,

πουλί στο ξύλο!




Kαι σ' εμέ (που όσο δυο χειμωνιές, τόσο, αλήθεια,

το χρυσό τούτο μάκρος και το αγέρι τρέμω,

που απ' τα νησιά όλο πνέει στα λαμπρά ξερολίθια

–αρμύρα νοτερή, γνώμη γλυκειά του ανέμου,–)

σ' εμέ, φωνή άξαφνα πετιέται μέσαθέ μου,

να κράξω στους καλούς περαστικούς: «Bοήθεια!»




Mα ψυχή ζωντανή δε φαίνεται. Aνεμίζουν,

πέτρα την πέτρα, ανώφελες αγριοβιολέττες.

– Kαι τέτοια μυστικά σαν ποιές ακοές τ' αξίζουν;

Tο πνεύμα, τυραννεί· κ' η χλωμή σάρκα, αρνιέται·

η σάρκα αρνιέται.




Kι' ο λόγος κι' ο λυγμός απιδρομάει κι' ογκώνει

και σα ν' αντιμιλή και σα να βγάζη γλώσσα,

παγαινόρχεται και κλαίει και με δαγκώνει

κι' όλο και μελετάει την κρίση της απ' τα όσα,

τα όσα αμάρτησε η καρδιά, και μετανοιώνει.




Aχ, δάκρυα όσο ναυρώ, μου χάνεται η ψυχή·

γιατί κι' ουδέ σφυρί τυφλό και νάχε πέσει

στο νου μου, έτσι ποτέ δεν τόχε αυτό χωρέσει,

το που δεν πάει ξανά να γίνη απ' την αρχή!




– Tάχα έτσι να σε γεύωνται, ρίζα του κόσμου;

Ύλη λαλούμενη! ύλη εντέλεια μοναχή!

Kρίμα του Πλάστη σου, άπραχτη του ανθρώπου ευχή,

μιαν αίσθηση, άλλη μια, για να σε σμείξω δος μου,

ακόμα δος μου!



(από το Eπιλογή απ' τα Ποιήματα, Eρμής 1996)

Πηγή : http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=295&author_id=72

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέα Ελύτη, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη» Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (απόσπασμα)


Α΄
ΤΕΧΝΗ – ΤΥΧΗ – ΤΟΛΜΗ, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις που μου 'ρχονται κάθε φορά στο νου, όταν ετοιμάζομαι ν' ανοίξω ένα γράμμα, κι αργοπορώ, κοιτάζοντας τη μεγάλη και τυπική σφραγίδα των Τ.Τ.Τ. Τη δικιά μου σφραγίδα είναι καιρός τώρα που την κουβαλώ με αδικαιολόγητην υπερηφάνεια χαραγμένη επάνω στο δέρμα μου και συνήθισα πάντα να τη διαβάζω σύμφωνα και μόνο με τα αισθήματα που μου την εμπνεύσανε.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, οι τρεις αυτές λέξεις, συνοδεύοντας πεισματικά το περιεχόμενό τους, γίνανε αμέσως-αμέσως δορυφόροι άσβηστοι γύρω από την πρώτη μου εφηβεία, γύρω από την πρώτη μου αντίληψη του κόσμου, δορυφόροι που ακόμη κι ως τα σήμερα, με αποκορυφωμένη ένταση, δεν παύουν να μου είναι πιστοί. Ωστόσο, ανάμεσα σ' όλα τα κυματιστά, μονά ή ζυγά, χρόνια που μας φέρνουν πιο κοντά ή πιο μακριά σ' εκείνα που αγαπούμε, δεν είναι —ας τ' ομολογήσουμε— και μερικά που, σάμπως ν' ανάβει άξαφνα μέσα τους ένας λαμπτήρας από ισχυρότατο φως, ανεβαίνουνε μονομιάς πάνω από την επιφάνεια και ξεχωρίζουνε αποφασιστικά; Δεν είναι αυτά που, χάρη στο πυκνό τους περιεχόμενο, αποχτούνε μια σμαραγδένια λάμψη και στερεότητα και περνιούνται σα δαχτυλίδια θύμησης δημιουργικής στα δάχτυλα όσων ανθρώπων θέλησαν μια μέρα να βαδίσουν έξω από την κοινή γραμμή — πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, αδιάφορο, πάντα όμως προς κάποιαν εφικτήν ή ανέφικτη κατάκτηση;
Για μένα, σήμερα, τη στιγμή τούτη που γράφω, η χρονιά του 1935, σημαδεμένη από την πρώτη μου επαφή με την ελληνική φύση, την πρώτη μου γνωριμία κι εφαρμογή του Υπερρεαλισμού, την ανακάλυψη του ζωγράφου Θεόφιλου, την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων φίλων μου ποιητών, και το φανέρωμα ενός τολμηρού για την Ελλάδα περιοδικού όπως τα Νέα Γράμματα, σβήνει και ξανανάβει σα φαροφόρα σημαδούρα στο μικρό πέλαγος όπου αγαπώ παντοτινά μου να ταξιδεύω. Θέλω να φαντάζομαι ότι κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα δει τ' ασήμαντα αυτά γεγονότα σα σημαντικά, μια που δεν αποτελούν τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου αλλά τους πυρήνες μιας κατάστασης πέρα για πέρα αντικειμενικής.
Υπάρχουνε στη ζωή του ανθρώπου στιγμές που μ' ένα τους βιαστικό και ασύλληπτο ανοιγοσφάλισμα δείχνουν λουσμένο σε φως παράξενο το γύρω του κόσμο, γυμνωμένο από την καθημερινή του σημασία και φανερωμένο με μιαν άλλη, μια πρωτοείδωτη —την αληθινή του άραγε;— φυσιογνωμία. Υπάρχουν στιγμές όπου τα πράγματα και τα γεγονότα, όσα μοιάζουν να ορίζουν στεγνά κι αδυσώπητα το δρόμο του, βγαίνουνε από την τροχιά τους για να λάμψουνε μ' ένα άλλο νόημα και μ' έναν άλλο προορισμό στιγμές όπου ο άνθρωπος βλέπει άξαφνα τον εαυτό του να βαδίζει σε μονοπάτια που ποτέ του δε διάλεξε, κάτω από δεντροστοιχίες που του είναι αδύνατον ν' αναγνωρίσει, πλάι σε ανθρώπους που ορθώνονται στο ανάστημα των ολοφάνερων αισθημάτων του, για να γίνουν οι φίλοι, οι φίλοι του, όπως θα ήθελε πάντοτε να υπάρχουν και να τον προσμένουν εκεί, σε μια πικρή γωνιά της ζωής του. Κανένα ξένο στοιχείο, καμιά υπεραισθητή παρουσία δεν έρχεται να δικαιολογήσει την παράξενη ετούτη τροπή που παίρνει, σε παρόμοιες στιγμές, ο κόσμος. Απλά, γήινα, ανθρώπινα, είναι τα ίδια πράγματα, οι ίδιες πράξεις που παρουσιάζονται σε μια δεύτερη κατάσταση, πιο αληθινή απ' την πρώτη, μια κατάσταση που, για να την ξεχωρίσουμε, θα 'πρεπε να την ονομάσουμε «υπερπραγματική».
Α μα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαμε δώσει μια γλώσσα μονάχα στον κόσμο, γιατί του 'χαμε δώσει ένα μονάχα τρόπο να εκφραστεί; Γιατί του 'χαμε καταλογίσει μιαν όψη μονάχα, κι εκείνη κομματιασμένη, ανάπηρη, μετρημένη αποκλειστικά πάνω στη λογική μας, και την είχαμε ονομάσει ωραία-ωραία «πραγματικότητα»; Και γιατί, στο όνομα της πραγματικότητας αυτής, δεν επιτρέπαμε τίποτα που να την υπερβαίνει;
Να μια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζομαι να την κάνω, μια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος μεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας μου.
Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπημένος από μια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε· ματώνεται να δώσει έκφραση σ' αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σ' ένα χώρο συμβατικό, ν' απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη — τον καημό της κατανόησης, ανίσως όχι τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της. Όμως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαμάχης ανάμεσα στη συντήρηση και στη μεταβολή, ανάμεσα στη φυσιολογική και τη μη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να ομολογηθεί ότι η διαμάχη τούτη σήμανε πρώτη φορά στον αιώνα μας μ' όλο το βάρος της σημασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουμε το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, με άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόμος. Ανάγκη, και μάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, μ' επαναστατική σημαία στο χέρι, ν' αναθεωρήσουνε την κληρονομιά τους, και ν' αναλάβουν μια ριζική ανακατάταξη των αξιών. Ας χαρακτηρίστηκε από μερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν' ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόμο μπροστά της. Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή των παραμελημένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησμονημένες από τη σεμνοτυφία μεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι «μοντέρνοι» πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα με αξία ουσιαστική είτε με φανατισμό δικαιολογημένο ποδοπατήσανε μερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσματα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούριας αποτίμησης του κόσμου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ' ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε· και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν' αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…
Μίλησα για το 1935. Να που ήρθε λοιπόν η ώρα να γυρίσω στο «γράμμα» και στο «πνεύμα» του, να ξαναφέρω την αίγλη της πρωτοχρονιάς του εδώ, στη στιγμή τούτη που, με τη σειρά της κι αυτή, ετοιμάζεται να πηδήσει πιο μπροστά σαν ακρίδα – κι ας φαντάζει στο βάθος ο κάμπος σκοταδερός και γεμάτος λογής κινδύνους. Είναι φορές που, μα την αλήθεια, η ζωή δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει την ανυπομονησία της, είτε με το πέταλο ενός αλόγου επάνω στο λιθόστρωτο είτε με το βλέμμα ενός αμούστακου ακόμη παιδιού επάνω στις μορφές των αινιγματικών γυναικών και των φρεσκοτυπωμένων βιβλίων.
Θυμούμαι ότι με τον ίδιο τρόπο που μια ωραία μέρα οι αρχαίοι λυρικοί, από τη μια, ο Κάλβος και ο Καβάφης, από την άλλη, ξύπνησαν πρώτη φορά το ενδιαφέρον μου για την ποίηση, δύο Γάλλοι σύγχρονοι ποιητές, όχι από τους πιο μεγάλους, ο Paul Eluard και ο Pierre-Jean Jouve —ποιητές που από τότε έταξα στον εαυτό μου (κι αργότερα επέτυχα πρώτος) να παρουσιάσω στο ελληνικό κοινό—, μ' ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση.
Δεν είχα φτάσει ακόμη στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου όταν, σπρωγμένος έν' απόγεμα από την απροσανατόλιστη βιβλιοφιλία μου, είχα χωθεί στο παλιό και σκοτεινό μαγαζάκι του Κάουφμαν, ξεφυλλίζοντας λογής περιοδικά και βιβλία, όμως αποφεύγοντας μ' επιδειχτική περιφρόνηση τα ποιητικά, που —το θυμάμαι σα σήμερα— τα σφιγμένα στις ρίμες των τετραστίχων τους περιεχόμενα μου 'διναν την εντύπωση μιας δεσμευτικής, κι ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενης, αισθηματολογίας, ασυμβίβαστης ολότελα με τις τότε ανταρτικές διαθέσεις μου. Ο πειρασμός, παρ' όλ' αυτά, της πολυτέλειας, κι ακόμη η παράξενη γοητεία που έπνεε πίσω από τα μαύρα και κόκκινα κεφαλαία μερικών εξωφύλλων, κατανικήσανε τους στερνούς μου δισταγμούς: Capitale de la Douleur, Défense de Savoir, Les Noces… ναι, άρχισα να τα φυλλομετρώ ένα-ένα… και…
Την πολυτέλεια, δεν είναι ανάγκη να το πω, παραμέρισαν αμέσως ο ανάλαφρος ίλιγγος και η πρωτοδοκίμαστη σαγήνη που αναπηδούσανε από κάθε διάβασμα μερικών, στην τύχη παρμένων, στίχων που με συνέπαιρναν, όχι πια χάρη στο ρυθμικό ισόμακρό τους λίκνισμα, αλλά —κι αυτό ήταν το σπουδαίο— χάρη στη μαγική κι αιφνιδιαστική κατακύρωση ενός άλλου κόσμου, κόσμου διαφορετικού, που ζούσε γύρω μου ή μέσα μου και δε ζητούσε παρά με ποιο τρόπο να εκδηλώσει καλύτερα την πραγματικότητά του. Κι αυτός ο τρόπος είχε βρεθεί. Μονομιάς οι άνθρωποι αυτοί, που κυκλοφορούσανε κάθε μέρα γύρω μου, οι πραχτικοί και ικανοποιημένοι, άρχισαν να γίνονται στα μάτια μου ξόανα, ξόανα που κανένας Θεός δεν όριζε να μιμηθώ ή να εξυπηρετήσω. Τι διάβολο γιατρός, μηχανικός ή δικηγόρος θα γινόμουνα μεθαύριο, νιώθοντας πως μια και μόνο εμπνευσμένη φράση μπορούσε να ξαναεμπνεύσει χιλιάδες άλλες, που χωρίς τελειωμό ν' αστράφτουν μες στη διάρκεια; Le poéte doit être beaucoup plus celui qui inspire que celui qui est inspiré. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν είδα τον Éluard να μιλάει με τόση αυτοπεποίθηση, θυμήθηκα τη στιγμήν εκείνη που, όρθιος, μέσα στο βιβλιοπωλείο, διάβαζα:
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur le jour
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur moi-même.
Ήμουν ακατατόπιστος αλλά δεν ήμουν κακόπιστος. Δε μου πέρασε ποτέ από το νου να πάρω υποδεκάμετρο και να λογαριάσω πόση έπρεπε να 'ταν η πόρτα που θ' άνοιγε πάνω στη μέρα ούτε αν μπορούσε ποτέ της να κατασκευαστεί μα τέτοια πόρτα· για μένα, η πόρτα αυτή υπήρχε, κι εγώ, με τις μικρές μου δυνάμεις, όφειλα να βοηθήσω ν' ανοιχτεί. Από τη χαραμάδα της κιόλας ξεχυνόταν ένα μελτέμι αισθήματα, που ριχνόταν κατάστηθα.
Ένας κόσμος αληθινός αλλά καταδικασμένος να μένει στην αφάνεια· για τους περισσότερους, ανυποψίαστος· και για μερικούς, ορατός μια στιγμή μονάχα, εκεί, στην κορυφή του έρωτα ή της απελπισίας. Ένας κόσμος αρμονισμένος στα πιο κρυφά, στα πιο άγρια, στα πιο ελεύθερα αισθήματά του, μα, ωστόσο, κλεισμένος πίσω από πελώριες τάφρους μοναξιάς, η τρελή θέληση του ανθρώπου να μη σκύψει ποτέ του κεφάλι, αλλά να μπει στην ψυχή του διπλανού του, και μαζί να παλινορθώσουνε τα τρομερότερά τους όνειρα· να του δώσουνε σάρκα κι αίμα από τη σάρκα τους και το αίμα τους. Η συνεννόηση των καρδιών. Θα τη φτάναμε; δε θα τη φτάναμε;
Η ιδανική επικοινωνία, εκείνη που ακολουθεί το συντομότερο δρόμο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εννοώ μια επικοινωνία που να νιώθεται ολοκληρωτικά όπως η ζεστασιά ή το κρύο, συγκλονιστικά όπως ο έρωτας ή ο τρόμος, μυστηριακά όπως η βουή του δάσους ή της θάλασσας, θα μπορούσε ποτέ να γίνει όργανο και σκοπός της λυρικής ποίησης;
[...]
Γ΄
ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1935, με τη βοήθεια του Ανδρέα Εμπειρίκου —που είχε βάλει πρόθυμα στη διάθεσή μου και τη μεγάλη του βιβλιοθήκη—, άρχισα, κάπως αδέξια στην αρχή, να γίνομαι ο κατάπληκτος θεατής ενός παράξενου κόσμου που αναπηδούσε, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνω κι ο ίδιος, από μέσα μου. Πόσες φορές, καθισμένοι στο συμπαθητικό διαμέρισμα της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, καπνίζοντας αναρίθμητα τσιγάρα και τριγυρισμένοι από πίνακες του Max Ernst, του Oscar Dominguez και του Yves Tanguy, ή, πάλι, σε μια συγγενική έπαυλη στη Λέσβο, με το πέλαγο και τα βουνά της Ανατολής αντίκρυ, δε γράψαμε πλήθος ποιήματα και κείμενα μέσα σε πέντε ή δέκα λεπτά της ώρας, ποιήματα και κείμενα που ένα σωρό λογοτέχνες και κριτικοί κατηγορήσανε αργότερα ότι μας στοίχισαν πολυήμερες, τάχα, και κοπιαστικές διανοητικές προσπάθειες! Λίγες μέρες νωρίτερα, μ' ένα φίλο μου νέο ζωγράφο, είχαμε πρωτοδοκιμάσει την επίσκεψη του απροσδόκητου κάτω από τη μορφή παιχνιδιού, δίνοντας ο ένας στον άλλον ερωτήσεις και αποκρίσεις που αγνοούσαμε αμοιβαία το περιεχόμενό τους. Στη βάση του παιχνιδιού τούτου κρυβότανε όχι μονάχα ο ίδιος μηχανισμός, αλλά και κάτι άλλο που εξαιρετικά ευκόλυνε —λύνοντάς του τις αντιστάσεις— τον πρωτόπειρο. Θυμούμαι ότι πολλές φορές το αποτέλεσμα ήταν εύστοχο στη συνειρμική του αλληλουχία και στην εικονοπλαστική του πρωτοπορία.
Ε. — Τι είναι το κόκκινο χρώμα;
Α. — Ένα χαστούκι από παπαρούνες!
Ε. — Τι είναι η δόξα;
Α. — Ένα βουνό για να το βλέπουν οι αιώνες!
Ε. — Τι είναι το χρυσάνθεμο;
Α. — Μια καλόκαρδη μέρα στο ποτήρι.
Ε. — Τι είναι η Πούλια;
Α. — Μυστική κρύπτη των ποιητών.
Ε. — Τι είναι η Ποίηση;
Α. — Συνουσία επ' άπειρον.
Ε. — Τι είναι ο αετός;
Α. — Εκείνο που βάζουμε πολύ πιο πάνω απ' το κεφάλι μας.
Ε. — Τι είναι οι τέσσερις εποχές του έτους;
Α. — Ένα παγόνι, μια γαλιάντρα και δυο μεγάλες θάλασσες.
Ή, πάλι, σε μιαν άλλη παραλλαγή του ίδιου παιχνιδιού:
— Όταν λύνονται οι φιόγκοι της ημέρας
— Τα κούμαρα φωνάζουν τ' όνομά τους.
— Όταν ο κοκκωβιός θολώνει τα νερά του
— Η σημαία του γάτου αλλάζει τρία χρόνια.
— Όταν η κορασίδα πιάνει μια χρυσόμυγα
— Η σβούρα του μεσημεριού λάμπει μες το κεφάλι της.
— Αν δεν είχαμε μικρά παιδιά
— Τα λιβάδια μας θα 'τανε ορφανά.
— Αν μας έφτανε η βοή της κερασιάς
— Το ΄να το δύο το τρία θα μας δρόσιζαν.
— Αν η Τύχη ξεφόρτωνε χαρούπια
— Χίλια ιστιοφόρα θα 'σκιζαν τις θάλασσες.
Κανείς δεν είναι δικαιολογημένος αν γελάσει, αν πει πως αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, είναι παιχνίδια. Εξόν από το ότι δεν είναι άσχημο να παίζει κανείς από καιρό σε καιρό, η αλήθεια είναι πως τα παιχνίδια τούτα κρύβουνε βαθιά τους μια σοβαρότατη αρχή: χτυπούνε την πόρτα του Αγνώστου, εμπιστεύονται στην αξία της Τύχης, δημιουργούνε μια καινούρια προοπτική, λύνουν τα δάχτυλα του ποιητή που τόσους αιώνες κρατήθηκαν μακριά απ' τον πλούτο του κόσμου των παρομοιώσεων. Ξαναγυρίζοντας τώρα στα ξεχασμένα τετράδιά μου, που κλείνουν καμιά εκατοστή ποιήματα, χωρισμένα σε σειρές, χάνομαι σ' ένα σωρό τίτλους, που τους χαίρομαι ακόμα και σήμερα για τη χρωματική τους ποιότητα και —γιατί όχι;— για την ασυδοσία τους. Σε μερικούς, η εικόνα παίρνει μιαν αξία αντικειμενική: Απογοήτευσις υπό το μηδένΟ κολπίσκος κι ο παλμός τουΞεκρέμασμα καλοκαιρινής ώραςΟ γειτονικός φάρος σα μακρόθυμη βουτιάΜε τη βοήθεια των ασφοδέλωνΕξοχικό τόξοΣτα ενδότερα του ρίγουςΖεστή πτυχή χτίσιμο της γυναίκας.Αντικατάστασις του πεπρωμένουΚυανή σπατάληΣα φυλλωσιά κοντά τηςΗ δεσποινίς ΑπριλίουΑγγελούσαΕπί κεφαλής μαΐστρου. Αλλού ξεχωρίζω τίτλους γεμάτους χιούμορ και ειρωνική ή γελοιογραφική διάθεση: Οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοιΤο ρ της παροιμίαςΤο περιττόν του καθ' ημέραν βίουΕις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης. Τέλος, είναι άλλοι τίτλοι, όπου μέσα τους το απρόοπτο, το μαγικό, παίζουνε το πρώτο ρόλο: 789 π.Χ.ΑεροδυναμικόνΟι πέτρες του θορύβουΤα ιστορικά δεκανίκιαΕις το επίνειον των μικρών μας πόθωνΗμερολόγιον απλουστάτης μεσημβρίαςΤο δίκορφο τεφτέριΠερισυλλογή χρωμάτωνΈξυπνη διέξοδος φτερό της ύληςAlsing.
Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβόλι δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα σταματήσουν κυριευμένοι από το αίσθημα του κωμικού ή του μάταιου. «Εις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης» — τι κουτός, αλήθεια, τίτλος για όλους αυτούς τους κουτούς που δεν αξιωθήκανε να το επισκεφτούνε ποτέ και να γευτούνε τα δυνατά πιοτά του! Τι ανόητοι τίτλοι για όλους αυτούς τους ανόητους που δεν έχουν το θάρρος να μπούνε στα ενδότερα του ρίγους, να περάσουνε από τα εξοχικά τόξα επί κεφαλής μαΐστρου ή συνοδεύοντας τη δεσποινίδα Απριλίου για να καταφέρουν, χάρη σε μια κυανή σπατάλη ή ξεκρεμάζοντας μια καλοκαιρινήν ώρα, να δοθούνε στην περισυλλογή των χρωμάτων και, με τη βοήθεια των ασφοδέλων, να γίνουν οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοι που θα πετάξουν τα ιστορικά δεκανίκια, θα ρίξουνε τις πέτρες του θορύβου, γράφοντας ένα ημερολόγιο — το ημερολόγιο της απλουστάτης μεσημβρίας!
Ε λοιπόν, όσοι ντρέπονται να μπούνε σ' έναν κόσμο που αναπαριστάνει το μυστήριο της δημιουργίας τους με μια καθαρά ποιητική, δηλαδή, ζωική πράξη, ας μην προχωρήσουνε σε κείμενα, όπου η αισθητική μέριμνα έχει εξοβελιστεί κι όπου η ως τα σήμερα παιδεία τους θα δοκιμαστεί και θα κακοπάθει. Τα πρώτα μου κείμενα θυμίζουνε πολύ τα κείμενα του Εμπειρίκου. Σε τούτο φταίει όχι μόνον η καθαρεύουσα, που ήτανε φυσικό ν' απλώνεται σε μια περιοχή ήρεμη από βούληση, αλλά και η δυσκολία που συναντούσα ν' αποκρούσω κάθε εισδοχή εξωτερικών εντυπώσεων, θέλω να πω, ν' αφήσω τον εαυτό μου στο γνήσιο κύλισμα των συνειρμικών φράσεων. Ιδού ένα παράδειγμα:

Μες τον πυθμένα των κλαυθμυρισμών μεγαλώνουν οι ακρογιαλιές και γίνονται κρημνοί ολέθριοι όπου ακροβατούν παρθένες από τη μέση κι επάνω γυμνές. Πώς βουτηχτήκαμε σ' αυτές τις γαλανές τολύπες, πώς διαβήκαμε μέσ' από τις βαθύχρωμες αυτές ταινίες, πώς δρέψαμε τα κεφάλια με τα εορταστικά κουνήματα, δεν ξέρουμε, δεν ξέρει κανείς, ίσως το ξέρει ο κεφαλόπονος του πελαργού που ανατράφηκε απ' τις άλλες θάλασσες. Πάλι μετά τη σιωπή έρχεται η σιωπή. Κολοσσοί δέντρων σμικρύνουν την όραση που εμφωλεύει σα ζεστό ζώο στις διχάλες των παραμυθιών τους. Ιπτάμενες αστραπές και άλματα που αστροπελεκίζουν μας γεμίζουν την παλάμη από βροχερήν όσφρηση
.
Λαχάνιασαν οι κόμποι των χαρών κι απ' τους λαιμούς της καθεμιάς ξετυλίγεται μια ψευτιά κατάξανθη.

(«Ο γειτονικός φάρος σαν μακρόθυμη βουτιά»)
[...]
Ωστόσο δεν είναι μόνο η επίδραση του Ανδρέα Εμπειρίκου αλλά και του Νικήτα Ράντου που φανερώνεται στις πρώτες μου δοκιμές. Από τη σειρά 14 ευκίνητα ποιήματα δεν είναι άσκοπο ν' αντιγράψω εδώ μερικά.
IV
Η μέρα έστρεψε το πρόσωπο της υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Κι αίφνης ευρέθηκα στα νώτα τόσων οριζόντων
Θα 'θελα να 'μαι όπως αυτή καύχημα του φωτός
Να μην ενδίδω πια στους οινοχόους των επιθυμιών
Θα επιθυμούσα εξόχως κάθε νυχτεγέρτην ως αντίπαλο
Μα η συμμαχία του ήδη με αφοπλίζει
Μ' αναγκάζει να φαντάζομαι πολύχρωμα φιαλίδια
Εν είδει στόματος υγρών κορασίδων έναν στέφανο
Καμωμένο από τις νίκες και τις ήττες του δεσμώτου χρόνου.
[...]
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ' ένα απλό, σ' ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του '35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν' απλώνεται με άνεση ως τ' ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να' ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…
Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ' έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ' έβαλαν να τριγυρίζω μ' ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ' αυτή την ποίηση και σ' αυτή τη γη.
Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν' αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.
Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ' αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ' όλη την έκταση και σ' όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!
1943. —

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (τρίτη έκδοση οριστική), σ. 115-122 & 142-153]
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3563,14888/extras/activities/index_c/elytis.html

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Η γλώσσα της φυγής» του Χρίστου Παπαδόπουλου, στο σπίτι του Κ. Καβάφη στην Αλεξάνδρεια



Το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, παράρτημα Αλεξάνδρειας και οι Εκδόσεις Μικρή Άρκτος παρουσιάζουν την ποιητική συλλογή του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου "Η γλώσσα της φυγής".

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016
20.00 στο Σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια

Το Σπίτι του Καβάφη, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1863 – 1933) βρίσκεται στον αριθ. 4 της οδού Κ. Καβάφη, όπως μετονομάστηκε πρόσφατα προς τιμήν του ποιητή η πρώην οδός Σαρμ ελ-Σεϊχ.
Είσοδος Ελεύθερη



Θεσσαλονίκη- Αθήνα- Κάιρο. Τρεις πόλεις σταθμοί στη ζωή του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου. Η πρώτη, η πόλη που γεννήθηκε κι έζησε δουλεύοντας από κλητήρας ως διαχειριστής αποθήκης χημικών και «η πόλις» που τον ακολουθεί, η δεύτερη, η πόλη που διορίστηκε ως δάσκαλος κι έζησε δέκα χρόνια, και η τελευταία, η πόλη όπου ζει εδώ και μια δεκαετία σχεδόν και θεωρεί καρμικό του προορισμό, εργαζόμενος ως διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καΐρου.

«Η γλώσσα της φυγής», η πρώτη ποιητική του συλλογή, γράφτηκε στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στις δύο φυγές του. Ξεκίνησε να γράφεται το 1997 όταν έφυγε από τη Θεσσαλονίκη για Αθήνα και ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια αργότερα, λίγο πριν φύγει για το Κάιρο.

Τόποι, άνθρωποι, σχέσεις, νοσταλγία για ό,τι έφυγε, γίνονται δρόμοι που συνθέτουν το ταξίδι του στον χώρο, στο χρόνο, στη μνήμη και στην ελληνική γλώσσα, εν αναμονή του μέλλοντα στην μητρική γλώσσα των ονείρων του, τη γλώσσα της φυγής.

Τα 38 ποιήματα της συλλογής, φυλαγμένα για χρόνια στο συρτάρι του, εμπιστεύτηκε στην Μικρή Άρκτο και κυκλοφορούν με το εξώφυλλο που επέλεξε, το ζωγραφικό έργο του Ανδρέα Γεωργιάδη από την ενότητα Διασχίζοντας τον Νείλο, να επισφραγίζει το ταξίδι του με μια ποιητική απεικόνιση του προορισμού στον ενεστώτα χρόνο.

Η συλλογή τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης «Κούρος Ευρωπού» το 2007, με πρόεδρο της επιτροπής βράβευσης την πανεπιστημιακό και ποιήτρια Ζωή Σαμαρά και εισηγητή τον πανεπιστημιακό Δημήτρη Κόκορη.

Ο Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία ως στιχουργός το 1993 με το τραγούδι “Η Αλεξάνδρεια που χάνεις” (μουσική κι ερμηνεία Γιώργος Καζαντζής) και οι στίχοι του χαρακτηρίζονται από μια ποιητική ατμόσφαιρα. Καθόλου τυχαία ο Μάνος Χατζιδάκις, το 1992, ονόμασε έναν κύκλο τραγουδιών του σε μουσική Δ. Μαρκατόπουλου κι ερμηνεία Παντελή Θεοχαρίδη «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» (Σείριος 2001). Ως στιχουργός ξεκίνησε και τη συνεργασία του με τη Μικρή Άρκτο με το βιβλίο –cd «Το φτερό του δράκου» (13 μουσικά παραμύθια) που εκδόθηκε το 2010. Ακολούθησε «Το παραμύθι της τετράγωνης λογικής», ένα αλληγορικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, το 2013.



https://www.facebook.com/events/1712775395711597/
https://www.mikri-arktos.gr/product/ylossa-fiyis/#tab-additional_information

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Πάνος Σταθόγιαννης ΜΙΛΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ /Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑ ΘΗΡΙΑ''



ΜΙΛΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ

Χιλιετίες έξι (μπορεί και δώδεκα), διαβιώ σ’ αυτό το Μέγα Σπήλαιο, ανάμεσα σε φλάμπουρα,
με μαύρα αίματα να αχνίζουν πάνω τους, την ταπεινότητα τηρώντας κατά γράμμα, κι εντός μου - μοναχούλα της η ωραιότης μου, ρέει ανεξερεύνητη, τίποτα δεν πότισε.
Κάποτε, κρυφοκοιτάζοντας (το βλέμμα ίσα να ξεμυτάει απ’ τη μαντίλα), είδα και γνώρισα την Ιστορία. Προσωπίδες άλλαζε ένα σωρό, στην τύχη, κι όλο πιο κάτου μας επήγαινε, όλο πιο μακριά από τα θέσμια. Ίσως και να σιγόνταραν οι άγγελοι, η χάρη τους, κάποτε αξιώθηκα το αληθινό της πρόσωπο (το αρσενικό) να αντικρίσω - ένα πράμα ατσούμπαλο, σα δίκροκο αυγό, διάστικτο και λείο. Μπορεί και να το άγγιξα, να τρίφτηκε στο μάγουλό μου χρεμετίζοντας.
Ήρθαν καιροί - αν τους θυμάμαι, λέει; - που διαφέντεψε τις εξουσίες όλες ο Αυθέντης του Πάγου - το είδανε κι αυτό τα μάτια μας. Εδώ. Κάτω απ’ τον ήλιο που απεχθάνεται τα χιόνια, τα μαδάει, εξόν κι αν είναι από τον Όλυμπο. Άλλοτε, πάλι, οστεώδες στην αρχή, κατόπιν - ριπιδίζοντας, κυριαρχούσε (τι πορφυρό μέσα στη δυσαρθρία του) το Μαστόδοντο του Πυρός. Ως κάτω, ως την παραλία με τα ζεϊμπέκικα. Κι ύστερα, απότομα, με αλαλαγμούς, κάλπαζε επί της θαλάσσης, τις παρευξείνιες αποικίες μου να κάψει. Σπίθες τα οπωρικά μου - αιώνες θ’ ανασύρετε απ’ τον βυθό τις βουλιαγμένες μου τριήρεις με τις στάμνες και, μα τον Κύνα, τα αφρίσματά σας θα 'ναι όλα υποταγμένα.
Να πω και μια κουβέντα πιο βαριά και να ομόσω πάλε: κακό δεν έπραξα ποτέ και σε κανένα. Άθελα μου, ίσως και να ξαστόχησα, αλλά με την καρδιά και το μυαλό - ποτέ.

Όμως, πώς έξαφνα σε εχθρεύονται οι άνθρωποι, ιδίως όταν δεν έχεις αδελφούλη μεγαλύτερο, σε ώρα ανάγκης να σε συνδράμει. Το δάχτυλο απειλητικά υψώνοντας - Ύδρα με ονόμασαν. Με καταράστηκαν να μη γνωρίσω θάνατο καθότι προφητείες παλαιότατες έδεναν γόρδιο δεσμό τη μοίρα τη δικιά τους με τη μοίρα μου. Αλλά το θάνατο πολύ τόνε φοβήθηκα: την αστραπή που φτάνει ως τα κύτταρα, αναλιγώνοντας τη μνήμη (μήλο που μαραγκιάζει), τον είδα τον μονόφθαλμο. Ήταν η Εποχή των Χλωμών Κυνηγών κι αίφνης, καθώς έξω έτριζαν από το βάρος τα λιθάρια - μια δορκάδα
σκοντάφτοντας, ώσπου έπεσε, και κάτι όρνεα από πάνω, κάτι μαύρα, έτοιμα να χιμήξουνε, να της τρυγήσουνε τα μέσα ρόδινα. Έκλαψα τότε, έτσι όπως κλαίει μονάχη της η λύκαινα η καλή, η μερωμένη. Οι φίλοι (όσοι απόμειναν) έχουν να κάνουν πως είμαι ευαίσθητη, αλλά ποιον γιάτρεψε ποτέ το δάκρυ; Εαρινή με φωνάζουνε αυτοί. Σπεύδουν από τα πέρατα του κόσμου, μόνο με κάτι δωρεές, κάτι εράνους τους δεν έχω βγει στη ζητιανιά ακόμα.

Τι άλλο να σας πω…

Περιουσία μου ετούτα τα κουρέλια. Τα στρώνω τη μια έτσι και την άλλη αλλιώς πάνω στο σαρωμένο χώμα και κάνω πως κοιμάμαι. Πού να με πιάσει ύπνος - περιμένω. Θα παντρευτώ αυτόν που θα με ονομάσει Ελενίτσα.



/Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑ ΘΗΡΙΑ'' - τρίγλωσση έκδοση (ελληνικά, αγγλικά, λιθουανικά) του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών Ρόδου, 2000. Τη μετάφραση στα αγγλικά έκανε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και στα λιθουανικά η Ντάλια Σταπονκούτε./
Πάνος Σταθόγιαννης
28/10/2016 ·


1985 - 1997.

Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα.

Πάνος Σταθόγιαννης ΕΡΩΜΕΝΗ





ΕΡΩΜΕΝΗ

Έχει μια φλόγα πίσω απ’ τα μάτια, που την πυρώνει από μέσα. Κι αν όντως δεν φοβάσαι μήπως τυφλωθείς και σκύψεις μέσα της, θα δεις κάτι αθώα αναιδές και κατακόκκινο, κάτι σαν παπαρούνα. Απ’ έξω, όπου περνάει, με τα τακούνια στα υγρά πλακόστρωτα, φυσάει αεράκι ζόρικο, με γύρη την τυλίγει, αντανακλούν οι βιτρίνες πώς ωραία λικνίζεται.
Στο ξέφωτο μετά, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, αφαιρεί με το δάχτυλο λίγο κραγιόν απ’ τον αριστερό κοπτήρα της, ξαναβάζει το καθρεφτάκι στην τσάντα. Βγάζει μετά το κινητό, λέει ψέματα σε κάποιον, κοιτάει θλιμμένα έξω. Όμως το πύρωμα το μέσα είναι ανεπίδεκτο. Αν και η πόλη γύρω ωρύεται – πίσω απ’ το τζάμι κάποιοι τρέχουν με πλακάτ, κάποιοι τρυπιούνται στις γωνιές και φτύνουν αίμα.
Μα αυτή γνωρίζει ότι ο θάνατος μονάχα πάθη σού ζητάει να τον ταΐσεις, μόνο με πάθη κατευνάζεται η ορμή του. Σπάνια σ’ άλλες περιπτώσεις αφήνει φιλοδώρημα, μα τώρα ναι – έτσι για το ανάθεμα, μην τύχει κάποιο μάτι κακό, μην τύχει κάποιο στόμα φλύαρο κάτω απ’ τον φανοστάτη.
Κλείνει απαλά την πόρτα πίσω της και ενσωματώνεται σε ένα τοπίο διαρκώς αμφιλεγόμενο, με άγρια βράχια στα υψίπεδά του – όπου να ’ναι θα βγει και η σελήνη στο γέμισμά της. Όμως αυτή κινείται σβέλτα πάνω στα μυτερά λιθάρια, στα χιόνια χώνεται, κρύβεται μες στα έλατα, τι τόλμη δείχνει ειδικά στις λαγκαδιές. Κι όλο ανεβαίνει, ανεβαίνει, περνώντας σύριζα απ’ τους δρόμους των σκιέρ, κι ούτε τη νοιάζει ποιοι πίνουν ρούμι στα καταφύγια.
Τώρα τα μάτια της, όπως κοιτάζει προς τα έξω σκαρφαλώνοντας, έχουν μια λάμψη ίδιο κάρβουνο – λίγο να μην προσέξει, μια σπίθα τους να στάξει, θα γίνει το τοπίο παρανάλωμα. Άμα την έβλεπε, ας πούμε, ο Στησίχορος, λύκαινα θα ’λεγε πως είναι, που πάει να φτάσει στο ζενίθ για να ουρλιάξει.
Και πράγματι ουρλιάζει από την κορυφή – φύση με τρίχωμα στιλπνό, δόντια γυμνά, γόοι κι αντίλαλοι. Να κι η πανσέληνος η παγωμένη. Ασημίζει στην άλλη την κορυφή, απέναντι.
Η επιστροφή της στα χαμηλά έχει λαχάνιασμα. Να επανέλθει στα τακούνια της, να βρει άλλο ταξί, να διασχίσει. Γι’ αυτό και φτάνει με καθυστέρηση πολλών λεπτών σε κάθε ραντεβού. Το στήθος της πάλλεται ρυθμικά πίσω απ’ το ντεκολτέ, είναι η ανάσα της σαν το παιδάκι που φουσκώνει ένα μπαλόνι.
Λέει μια ψεύτικη δικαιολογία, ζητάει νόστιμα συγνώμη, αλλάζει θέμα κι απ' το μπράτσο σου κρεμιέται. Στο εστιατόριο αργότερα χαμογελάει πεντάμορφη, καθώς εσύ, ο ανίδεος, εγκρίνεις το κρασί, που αυτή μετά, κάθε φορά, πάντα αυτή, θα κάνει τις πολύσημες προπόσεις.
Ούτε κουβέντα για τα πάνω-κάτω στα βουνά, ούτε κουβέντα για φεγγάρια και για κλάματα.

(Οι ερωμένες είναι πλάσματα εγωιστικά, κλειστά πολύ στον εαυτό τους, σκέτα οστρακόδερμα – τις πιο μεγάλες περιπέτειες δεν τις μοιράζονται ποτέ με τους εραστές τους. Γι’ αυτό, θα σε παραπλανήσουν να τις στροβιλίσεις σ’ ένα βαλς, δαντέλες θα φορούν όταν στο ημίφως θα γλιστρήσουν τα ραντάκια, θα σε ενθρονίσουν μέσα τους κρυφά. Στο κομοδίνο παραδίπλα, το κινητό σοφά απεργοποιημένο. Μετά θα φύγουν με τα μάτια στο ρολόι. Για τα σπουδαία που σου κόβονται τα αίματα, δεν θα σου φανερώσουν τίποτα. Τον Στησίχορο, επί παραδείγματι, που πήρε μια από αυτές στο κατόπι κι άρχισε μετά να διαδίδει διάφορα, λέγεται ότι πέσανε πάνω του όλες τους και τον τύφλωσαν.)

Καρούσος Κώστας, Στιγμιότυπο πένθους ή αναλγησία της εποχής;



Στιγμιότυπο πένθους ή αναλγησία της εποχής ???


Στη δίνη και στο ρόγχο
μιας αλληλέγγυας σιωπής,
διαβαίνουμε μοναχικοί
ξωμάχοι της οδύνης,
βωμός-ακήδευτης-ψυχής !!


Είν΄ο καθένας μια σιωπή

ταριχευμένης υμνωδίας,

-γόνιμη παροχή φωτός-

που καταρρέει στη δίνη

κάποιας τυμβώρυχης φωνής ??


Είναι φεγγρίσματα πένθους

κι΄οξειδωμένης ελεγείας

--που καταρρέει στη δίνη

και δεν ακούγεται ποτέ--

η αναλγησία της εποχής ???....
Κ. Καρούσος--27/10/2016..

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Κανελλόπουλος - Είμαστε εμείς




"Είμαστε εμείς κομμένα λούλουδα κάποιου πικρού Απρίλη,
είμαστε εμείς στο γέρμα σύννεφα στεγνά χωρίς βροχή.
Και με της πίκρας το χαμόγελο στα χείλη
είμαστε εμείς κι από τη φτώχεια πιο φτωχοί.
Είμαστε εμείς ήλιος π’ αρνήθηκε να πάει ξανά στη Δύση,
είμαστε εμείς σαν κάτι πράγματα φτηνά χωρίς ψυχή.
Κι όπου πηγαίνουμε οι πόρτες έχουν κλείσει,
είμαστε εμείς κι από τη φτώχεια πιο φτωχοί......"
Γ.Κανελλόπουλος

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Μπακονίκα Αλεξάνδρα από την ποιητική συλ. "Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων" εκδ. Σαιξπηρικόν



Με αδρές γραμμές για τη χαρακιά
που πονάει:
Στις δουλειές που εργάστηκα υπάλληλος
αναλώθηκα από τη ρουτίνα και τη σκληρότητα.
Πήρα μαθήματα από ολέθριους,
μέχρι τελικής εξόντωσης ανταγωνισμούς.
Αναλώθηκα από την παγωνιά της βιοπάλης.
Έσφιξα τα δόντια να αντέξω το τέρας
που λέγεται πραγματικότητα.

Το τέρας στέκεται εκεί έξω ατρόμητο.

( συλ. "Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων" εκδ. Σαιξπηρικόν)

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης, ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)





(ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)
ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ

Εκείνο το πρωινό, είχα πάρει άδεια από τη δουλειά μου. Θα αργούσα κάνα δυο ώρες.
Γύρω στις δέκα και μισή, βρισκόμουν με το αμάξι στο δρόμο. Ήμουν αφηρημένος και οδηγούσα εντελώς μηχανικά. Εξ αιτίας αυτού, τη στιγμή που χρειάστηκε, δεν μπόρεσα να ενεργήσω σύμφωνα με την ιδιαίτερη ικανότητά μου.
Ήμουν σταματημένος, περιμένοντας να στρίψω αριστερά. Ένας μεσήλικας με μηχανάκι περνούσε κάθετα το δρόμο με κόκκινο. Ελίχθηκε ανάμεσα σε μένα και τον μπροστινό μου και μετά συνέχισε με ταχύτητα προς απέναντι.
Η οδηγός που κατέβαινε δεν μπόρεσε ν’ αντιδράσει.
Ο μεσήλικας, έφυγε από το μηχανάκι και εκτινάχθηκε προς τα πίσω. Έπεσε ανάσκελα στην άσφαλτο και σύρθηκε χτυπώντας αρκετές φορές το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έμεινε ακίνητος.
Η οδηγός, βγήκε έξω σαστισμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Γύρω τους, μαζεύτηκαν αρκετοί άλλοι.
Στο μεταξύ, το δικό μου φανάρι είχε ανοίξει. Τα αμάξια μπροστά μου προχώρησαν στρίβοντας αριστερά. Ακολούθησα κι εγώ.
Ήμουν ταραγμένος όλη την ημέρα. Σκεφτόμουν συνεχώς το μηχανάκι. Τη στιγμή που πέρασε από μπροστά μου και μετά τον άνθρωπο πεσμένο στην άσφαλτο.
Δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι παρέμεινα ένας απλός θεατής. Θα έπρεπε να του είχα κόψει το δρόμο και να τον είχα εμποδίσει να προχωρήσει.
Βέβαια ήξερα. Ο τύπος επάνω στη βιασύνη του, θα άρχιζε τις βλαστήμιες και τους τσαμπουκάδες. Θα νόμιζε ότι τον καθυστερούσα και θα ξεσπούσε τα νεύρα του επάνω μου.
Μ’ αυτές τις σκέψεις και την άσχημη ψυχολογία μπήκα στο πολυκατάστημα για να ψωνίσω κάποια πράγματα.
Τελειώνοντας, προχώρησα προς την κυλιόμενη σκάλα για ν’ ανέβω στο ισόγειο.
Σε απόσταση μερικών μέτρων, μπροστά στην σκάλα, είδα μια γιαγιά γύρω στα ογδόντα με το μπαστούνι της και δίπλα της την κόρη της να την κρατάει από τη μασχάλη. Πιο πίσω, ένα αγοράκι γύρω στα πέντε.
Η γιαγιά στεκόταν αναποφάσιστη και φοβισμένη. Η κόρη της την παρωθούσε να κάνει το πρώτο βήμα για να ξεκινήσουν ν’ ανεβαίνουν. Τις παρατήρησα για λίγο. Ήξερα πως κάτι δεν θα πάει καλά.
Ο χρόνος μέσα μου προχώρησε ένα βήμα μπροστά.
Η γιαγιά, έκανε το βήμα χωρίς να προσέξει πού θα πατήσει. Το σκαλοπάτι στη συνέχεια χωρίστηκε σε πάνω και κάτω. Η γερόντισσα έμεινε στο κενό. Έπεσε προς τα πίσω και κουτρουβαλιάστηκε στη σκάλα. Το κρανίο της τσακίστηκε από τα απανωτά χτυπήματα πάνω στα σιδερένια σκαλοπάτια.
Από προηγούμενη εμπειρία γνώριζα πως η πτώση σε τέτοια κυλιόμενη σκάλα δεν ήταν κάτι απλό.
Πλησίασα. Η γιαγιά, κάποια στιγμή, τόλμησε το βήμα. Πίσω τους ακολούθησα κι εγώ. Η συνέχεια εξελίχθηκε έτσι ακριβώς όπως την είχα δει.
Η γιαγιά, έχασε την ισορροπία της. Άρχισε να γέρνει προς τα πίσω. Η κόρη της αδυνατούσε να την συγκρατήσει. Θα παρασυρόταν κι αυτή πέφτοντας πάνω στον μικρό.
Ανέβασα το πόδι μου στο πιο πάνω σκαλοπάτι. Κόλλησα επάνω στις δυο γυναίκες ενώ με τα χέρια μου κρατήθηκα με όλη μου τη δύναμη δεξιά και αριστερά από τα μπράτσα της κυλιόμενης σκάλας.
Η γιαγιά, πέφτοντας προς τα πίσω κάθισε επάνω στο γόνατό μου. Η κόρη της, συγκρατήθηκε από το δεξί χέρι μου. Κάποια στιγμή, έφυγε το μπαστούνι από τα χέρια της. Κατρακύλησε προς τα κάτω κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο.
Οι δυο γυναίκες, προσπάθησαν να κινηθούν. Αν έφευγαν όμως από τον εναγκαλισμό μου, κινδύνευα να παρασυρθώ κι εγώ και να γίνουμε όλοι ένα μάτσο κουβάρι. Το πιτσιρίκι, είχε μείνει άφωνο.
«Μείνετε όπως είστε και μη κινείστε, για να φτάσουμε ως επάνω με ασφάλεια», τις προειδοποίησα.
Φτάνοντας στην έξοδο, έσπρωξα τη γιαγιά, με όση δύναμη μού είχε απομείνει, για να προχωρήσει μπροστά από την κυλιόμενη. Υπήρχε κίνδυνος να γκρεμιστώ κι εγώ προς τα πίσω.
Μόλις πατήσαμε όλοι σε στέρεο έδαφος πήρα μια βαθιά ανάσα ανακούφισης και τις κοίταξα.
Η κόρη ήταν σαστισμένη. Η γιαγιά είχε κατουρηθεί από το φόβο της και το παντελόνι μου γύρω από το γόνατο ήταν βρεγμένο.
«Σας ευχαριστώ πολύ που βοηθήσατε ν’ ανέβει τις σκάλες η μητέρα μου», μου είπε με αφέλεια η κόρη. Η γιαγιά δίπλα της, ξεκίνησε τις ευχές.
Χαμογέλασα και δεν είπα τίποτα. Απομακρύνθηκα και βγήκα στο δρόμο. Προχώρησα προς το αμάξι. Οι ευχαριστίες τους άλλωστε δεν με αφορούσαν καθόλου. Την δουλειά μου έκανα.
Μόνο που κάποιες φορές αφαιρoύμε. Κι αυτό μ’ ενοχλεί. Στενοχωριέμαι όταν δεν προλαβαίνω πράγματα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση του πολυκαταστήματος, όλα πήγαν καλά. Η μόνη ενόχληση που ένοιωθα μετά, ήταν ο πόνος στα νεφρά και στη μέση, λόγω της δύναμης που έβαλα, για να συγκρατήσω επάνω μου τις δυο γυναίκες.
Όμως, αυτός δεν μπορούσε να με πτοήσει.
Εκείνη τη στιγμή, ένα τρίχρονο αγοράκι έπαιζε με τη φουρκέτα των μαλλιών της μητέρας του δίπλα σε μια πρίζα. Οι μεγάλοι βρίσκονταν στην κουζίνα και το είχαν ρίξει στ’ αστεία.
Το κορμί του που χτυπιόνταν από το ρεύμα, χωρίς να μπορεί να βγάλει άχνα, κανείς δεν μπορούσε να το δει εκτός από εμένα.
Πήρα φόρα και έπεσα με δύναμη στην πόρτα.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης, Ο γκρεμός της Δευτέρας (από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΦΙΛΙ»)



(ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ «ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΦΙΛΙ»)
Ο ΓΚΡΕΜΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

- Δύσκολα θα με ανακαλύψει κάποιος, μου πέταξε κάποιο βράδυ, αδιάφορα, ενώ συνέχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
Ήταν τις πρώτες μέρες που είχαμε γνωριστεί. Βρισκόμασταν στο κρεβάτι. Το μυαλό μου, ήταν ακόμα θολωμένο απ’ όσα είχαν προηγηθεί. Χρειαζόμουν χρόνο για να επανέλθω στην πραγματικότητα. Ακούγοντας τη φράση αυτή, το συνέδεσα με αυτό που γινόταν και νόμισα πως αναφερόταν σε κάτι ερωτικό. Πως με προκαλούσε για έναν ακόμα γύρο.
Σήκωσα το κεφάλι, την κοίταξα στα μάτια και της χαμογέλασα.
Στην πορεία της σχέσης μας, κατάλαβα πως αυτό που μου πέταξε τότε, είχε άμεση σχέση με το χαρακτήρα της. Με κάποιες παραξενιές της που την έκαναν να μην μοιάζει τόσο συνηθισμένη.
Μία από αυτές ήταν η μεταπτωτικότητα που εκδήλωνε στην συμπεριφορά της απέναντί μου. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά μεταξύ μας, πιανόταν από κάτι ασήμαντο και έσκαβε ένα γκρεμό ανάμεσά μας. Ύστερα, μένοντας στην απέναντι πλευρά είχε την απαίτηση να βρω εγώ έναν τρόπο και να τον δρασκελίσω.
Συνέπιπτε, τις φορές που γινόταν αυτό, να είναι Δευτέρα. Το πρωί, έφευγε για τη δουλειά και ήμαστε μια χαρά. Το μεσημέρι όμως που επέστρεφε και συναντιόμαστε ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Ερχόταν γεμάτη μαύρες σκέψεις και φόβους.
Με την πρώτη, δεύτερη κουβέντα που ανταλλάσαμε, εύρισκε τον τρόπο και τα έβαζε μαζί μου. Με αμφισβητούσε στα πάντα. Με κατηγορούσε ως ψεύτη και υποκριτή απέναντί της. Εγώ τρελαινόμουν. Δεν μπορούσα να πιστέψω στ’ αυτιά μου αυτά που μου έλεγε. Αισθανόμουν ένα κενό μέσα μου, λες και βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση.
Μια Δευτέρα μεσημέρι, που μιλούσαμε στο τηλέφωνο, καταλάβαινα πως μου έκανε την συνηθισμένη εισαγωγή. Δεν άντεξα και της απάντησα με ειρωνεία.
- Τελικά είναι ωραία ημέρα η Δευτέρα για να πεθάνει κανείς.
Είχα νευριάσει. Δεν υπολόγιζα ό,τι και να ακολουθούσε. Είχα απογοητευτεί. Πίστευα πως ό,τι και να έλεγα δεν θα την έπειθα με τίποτα. Πως είχε έρθει το οριστικό μας τέλος
Κι όμως, χωρίς να μεσολαβήσει τίποτα άλλο, η επόμενη ημέρα, που συναντηθήκαμε, μας βρήκε στην πιο τρελή παραζάλη των αισθημάτων. Λες και δεν είχε ειπωθεί τίποτα αρνητικό πιο πριν.
“Ο γκρεμός της Δευτέρας” τον είχα ονομάσει. Τον είχα αποδεχτεί σα μια από τις παραξενιές της. Μου ήταν αδύνατον όμως να καταλάβω ποια ήταν η αιτία που την πυροδοτούσε. Από πού πήγαζε αυτή η ξαφνική αμφισβήτηση εναντίον μου.
Από την άλλη όμως, ποτέ δεν της φερόμουν άσχημα. Τη συγχωρούσα αμέσως. Ίσως και να το έκανα ως χάρη. Σκεφτόμουν, πως μόνο αυτή είχε καταφέρει κάτι σημαντικό Είχε εξαφανίσει από μέσα μου την ανεξήγητη μελαγχολία που με κυρίευε τις Κυριακές.
- Με το που βρέθηκες στη ζωή μου, γέμισαν ξαφνικά όλες οι Κυριακές μου. Άλλαξαν χρώμα, της είχα εξομολογηθεί από την πρώτη στιγμή. Ήρθες στην πιο θλιμμένη από παλιά μέρα μου και της έσβησες το λίγο και το τίποτα.
Στο άκουσμα αυτής της φράσης, την είδα πως δάκρυσε.
Κάποια Δευτέρα, που επαναλαμβανόταν το ίδιο βιολί, της το χτύπησα εξεπίτηδες προσπαθώντας να την πονέσω μπας και τη συνεφέρω.
- Κρίμα τα δάκρυά σου για τις σπασμένες Κυριακές μου. Μα δεν καταλαβαίνεις πως είναι άνευ αξίας από μεριάς σου, όταν για να το κάνεις αυτό κλέβεις κομματάκια από τις Δευτέρες;
Αντί γι’ απάντηση, μ’ αγκάλιασε. Με έσφιγγε προσπαθώντας να μου δείξει πως το είχε μετανιώσει. Ύστερα, με κοίταξε με παράπονο με τα μαύρα υγραμένα μάτια της και άρχισε να μου λέει για το πόσο πολύ μ’ αγαπούσε. Στο τέλος, όρμησε επάνω μου, κόλλησε για ώρα, ώσπου γίναμε ένα.
Η μόνη εξήγηση που μπορούσα να δώσω για την συμπεριφορά της αυτή, ήταν πως την είχαν επηρεάσει κάποια λόγια, του παππού της, όταν ήταν έφηβη και την συμβούλευε για τ’ αγόρια.
- Τον άλλον πρέπει και να τον δοκιμάζεις πού και πού για να σιγουρεύεσαι, της είχε πει και αυτό το συνέδεε με τους πολλούς εαυτούς που μπορεί να κρύβουν οι άνθρωποι.
Τότε που μου το είχε εξομολογηθεί αυτό καθόμαστε σε μια παραλία. Είχε παραδοθεί στην αγκαλιά μου και χαϊδεύοντας το χέρι μου, αναπολούσε διάφορα από την παιδική της ηλικία. Βασικά της ξέφυγε. Αν και με προβλημάτισαν τότε τα λόγια της, δεν έκανα καμία προσπάθεια να το διερευνήσω περισσότερο. Όποια και να ήταν η αιτία δεν βοηθούσε σε τίποτα.
Ο τελευταίος γκρεμός, ήταν ο πιο οδυνηρός απ’ όλους.
- Δεν είσαι εσύ ο άνθρωπος που με έκανες να πιστέψω, μου πέταξε κατάμουτρα. Δεν είσαι καν αυτός που μου ταιριάζει, συνέχισε με ένα τόνο τόσο οξύ σα να μη με αναγνώριζε. Εισέβαλες στη ζωή μου ξαφνικά και την αναστάτωσες. Όμως ήσουν ψεύτικος. Με στολή αποκριάτικη.
Με τη μεγαλύτερη ευκολία, με έκοβε κομμάτι-κομμάτι, κατεβαίναμε από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια, και με πετούσε δεξιά κι αριστερά στο δρόμο.
Την επόμενη εβδομάδα, βρισκόμαστε για τριήμερο στη Σαντορίνη.
Την Παρασκευή, ήταν μες την τρελή χαρά. Ενθουσιασμένη. Πιάσαμε δωμάτιο σε κάποιο ξενοδοχείο στο Φηροστεφάνι. Έβλεπες απέναντι το ηφαίστειο και μπορούσες ν’ απολαύσεις το πιο μαγευτικό ηλιοβασίλεμα. Κοιτούσε, κοιτούσε και δεν χόρταινε τη θέα. Είχε εκστασιαστεί.
Με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι μ’ έσερνε όλο το τριήμερο απ’ εδώ κι απ’ εκεί. Είχε έναν έρωτα με τις φωτογραφίες. Όπου στεκόταν, σε κάθε γραφικό δρομάκι του νησιού, σε κάθε τοπίο, τραβούσε ασταμάτητα. Στην κόκκινη παραλία με τις σπηλιές, στην Οία, τρέχαμε πανικόβλητοι, για να είμαστε στην ώρα μας και να αποθανατίσει ένα ακόμα φανταστικό ηλιοβασίλεμα. Ευτυχώς προλάβαμε.
Όταν ο ουρανός βάφτηκε στα χρώματα της φωτιάς, αυτή ξεκίνησε να βγάζει ασταμάτητα. Πότε το τοπίο και πότε εμένα σε διάφορες πόζες. Κάποια στιγμή, έδειξε πως κουράστηκε.
Άφησε τη μηχανή, κούρνιασε στην αγκαλιά μου, μ’ έσφιξε μ’ όλη της τη δύναμη και μου ψιθύρισε τρυφερά. “Ήλιε μου εσένα δε θέλω να σε χάσω ποτέ.” Γύρισα και της χαμογέλασα. Της σήκωσα το πρόσωπο την κοίταξα για λίγο και της απάντησα: “Μόνο αν με κλείσεις έξω από τα μάτια σου θα χαθώ”. Αυτή, κατέβασε το κεφάλι, σφίχτηκε ξανά στην αγκαλιά μου και γουργούρισε ευχαριστημένη.
Την Κυριακή το απόγευμα παρατήρησα πως ήταν κάπως ανήσυχη. Καθόμασταν στην βεράντα του ξενοδοχείου. Κάποια στιγμή, μπήκε μέσα, έφερε ένα τουριστικό οδηγό και άρχισε να διαβάζει μετά μανίας για την ιστορία του νησιού και του ηφαιστείου.
Ύστερα, πέταξε απότομα το βιβλίο πάνω στο τραπέζι, άναψε βιαστικά τσιγάρο και άρχισε να κόβει βόλτες πάνω-κάτω στη βεράντα. Την είχε πιάσει ένας ανεξήγητος φόβος. Ο τρόμος μιας επερχόμενης καταστροφής.
- Τελικά, η Σαντορίνη είναι ένα επικίνδυνο νησί, μου πέταξε αργά το βράδυ. Όλη αυτή η γοητεία που πλανιέται γύρω μας, η ομορφιά του τοπίου, είναι μια παραπλάνηση. Ένας μαγνήτης που σε τραβάει χωρίς να σου δίνει το περιθώριο να σκεφτείς τίποτα άλλο.
Την έβλεπα πως δε χωρούσε πουθενά. Το διαισθανόμουν, πως, βήμα το βήμα θα με παγίδευε και θα δημιουργούσε τον επόμενο γκρεμό. Έβραζε μέσα της σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.
Την τράβηξα στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να την καθησυχάσω.
- Μην αγωνιάς αγάπη μου, της είπα. Δεν θα συμβεί απολύτως τίποτα. Η ζωή, να ξέρεις, είναι πιο δυνατή από το θάνατο και τελικά κερδίζει. Έτσι γίνεται πάντοτε.
Αυτή, καθόταν αμίλητη. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένη από την ένταση αποκοιμήθηκε. Μόνο η ανάσα της ακουγόταν. Ακούμπησα το κεφάλι της στο μαξιλάρι, σηκώθηκα επάνω και στις μύτες των ποδιών βγήκα στο μπαλκόνι. Δεν είχα καμιά όρεξη να κοιμηθώ.
Η νύχτα περνούσε. Εγώ, κάπνιζα, ενώ με το βλέμμα μου αγκάλιαζα το κορμί της. Σκεφτόμουν πως μου ήταν απαραίτητη στη ζωή μου. Την αγαπούσα ανάθεμά την. Ήμουν τόσο βέβαιος που θα το ορκιζόμουν οπουδήποτε.
Κι ας ήξερα πως σε λίγο ξημέρωνε η Δευτέρα.


Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Ιωάννα Φραγκιά ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ




ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Η θάλασσα του Σεπτέμβρη είναι άπειρα πιο ερωτική από την αυγουστιάτικη θάλασσα. Δροσερή, γλυκά θλιμμένη μέσα στην εγκατάλειψή της απ’ τους ανθρώπους που γύρεψαν να δροσιστούν στα σπλάχνα της, να παίξουν, να δοκιμάσουν τις αντοχές τους, να ονειρευτούν.

Η θάλασσα του Σεπτέμβρη ανοίγει το σεντούκι της και τακτοποιεί με ευλάβεια τα μυστικά που της εμπιστεύτηκαν. Κρύβει στο βάθος του οδύνες, απώλειες κι εφιάλτες κι από πάνω αραδιάζει αναμνήσεις και όνειρα, έρωτες μυστικούς και φανερούς, μπάνια νυχτερινά, κι εκείνο το αδιάκοπο μουρμουρητό των ανθρώπων, πότε να ξημερώσει ο Σεπτέμβρης κι επιτέλους να εκπληρώσει τους πόθους που επιμένουν να γίνουν πραγματικότητα.


Το σεντούκι της θάλασσας γέμισε μέχρι τη μέση. Είναι η στιγμή να τακτοποιηθούν χαρές και γέλια, παιχνίδια στον αφρό, ανέμελες βουτιές, το κρυφοκοίταγμα των τολμηρών κολυμβητών στο βυθό της, το ψάρεμα των κοχυλιών κι όλα τα ατέλειωτα σκισίματα στην επιφάνεια απ’ τις βάρκες και τα καϊκια που γλεντούσαν την καλοκαιρινή ευδαιμονία.

Στην κορυφή έμεινε χώρος για την Υπόσχεση, πως όλα θα συνεχιστούν αδιατάρακτα, με κάθε κόστος και θυσία, πως το επόμενο καλοκαίρι όλα αυτά θα γίνουν πάλι πραγματικότητα, πάλι παιχνίδι φωτός, λαχτάρας κι εξομολόγησης στην αγκαλιά της.

Αν όλα αυτά δεν είναι έρωτας, τότε τι είναι; Θα μου πεις, στη δική μου περίπτωση δεν θα 'πρεπε να μιλάω έτσι, αφού οι έρωτές μου δεν ζουν πια, τα ανέμελα παιχνίδια έχουν τελειώσει, τα μπάνια εκείνα τα μυστικά μέσα στη νύχτα είναι όνειρα μακρινά, ο αυγουστιάτικος φλοίσβος ανάμεσα στα δάχτυλα που μάζευαν κοχύλια έχει κι αυτός ξεμακρύνει. Λοιπόν, θα σου πω κάτι. Έτσι είναι, όπως τα λες. Αλλά κάτι όμορφο στη θάλασσα του Σεπτέμβρη, η έννοια της να χωρέσουν όλα στο σεντούκι, να φυλαχτούν με αγάπη όπως μόνο η μάνα ξέρει να φυλάει τα πολύτιμα, ίσως αυτή να είναι κι η δική μου λύτρωση, έτσι το νιώθω. Ίσως ο έρωτας τελικά να υπερβαίνει το εφήμερο κι ίσως ο Σεπτέμβρης να είναι η ίδια η υπόσχεση πως μέχρι τον επόμενο Αύγουστο, κάτι καλό θα έχει συμβεί.

Ιωάννα Φραγκιά
φωτο Zisimopoulou Sissy

Με το κείμενο αυτό συμμετέχω στην εκδήλωση
της Αίθουσας Τέχνης ΤΕΧΝΟΧΩΡΟΣ
Λεμπέση 4 & Μακρυγιάννη, Αθήνα
Μετρό Ακρόπολη.
Με χαρά σας περιμένουμε
την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στις 8.00 το βράδυ.

Ioanna Frangia
11 Σεπτεμβρίου 2016 ·

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

"Σε βρίσκει η ποίηση" μια βραδιά με τον Τίτο Πατρίκιο


Οι εκδόσεις ΚΙΧΛΗ και το Βιβλιοπωλείο ΕΠΙΚΕΝΤΡΟΝ
σας προσκαλούν σε μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης
με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο.
με αφορμή τα βιβλία του:
«Σε βρίσκει η ποίηση»,
«Λυσιμελής Πόθος»,
«Ο πειρασμός της Νοσταλγίας»

Με τον ποιητή θα συνομιλήσει ο συγγραφέας Πάνος Σταθόγιαννης.

Συντονίζει ο φιλόλογος Αριστοτέλης Σαϊνης.

ΠΕΜΠΤΗ 14 Ιουλίου στις 21.00
Στο αίθριο του βιβλιοπωλείου ΕΠΙΚΕΝΤΡΟΝ
Αγίων Αναργύρων 5 – Πλατεία Αγίων Αναργύρων

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Βασίλης Χατζηιακώβου : συνάντηση με την ανέκδοτη ποιήτρια Βάλια Πορνοκουνελου

Την παρούσα νύκτα σε ένα θλιβερό χαμαιτυπείον κατήλθε την χαμηλή σκάλα η γνωστή ανέκδοτη ποιήτρια Βάλια Πορνοκουνελου. Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά πρόσωπο με πρόσωπο! "Γιατί με βρίζεις;" την ρώτησα. 
Δεχόμενος αστραπιαίως εμπτυσμούς και μάστιγας μετά φραγγελίου απευθυνόμενη για πρώτη φορά μου είπε με σκληρό τρόπο και αισθησιακή φωνή :
Σε μισώ ατάλαντε ασημαντισκε! Σε μισώ γιατί έμεινες ένας τιποτένιος αστοιχείωτος! Σε μισώ γιατί εκδαπάνησες ως ράθυμος όλον τον βιον σου! Γιατί δεν αγάπησες ποτέ σου τους ανθρώπους! Γιατί εκαταβρόχθισες τον μόσχον τον σιτευτόν! Γιατί απρεπώς εφερθης σ'όσους σε πόθησαν! Γιατί εκαταλιμπανες τον αδαπάνητο θησαυρό! Γιατί ως σκωληξ χαμαιρπης και χοιρος δυσωδης και δούλος οκνηρος απεργασθης το ήμισυ της ζωής σου! Ως πνεύμα πονηρον σακατεψες ψυχές καλές! Ποτέ δεν υπηρετησες το ωραιον και υψηλό πανφουσκιστε...... και.... και.. και....
Με ραπισε και με εφτυσε πάλιν και πολλάκις και εξαφανίστηκε με το μελαν αραχνουφαντο εξωπλατο φόρεμα της, λικνιζοντας τα αναιδη οπίσθια της πάνω στα ξωφτερνα λιγνοτακουνα υποδήματα της, καταυγαζοντας τα σκοτη της νυκτός!
Έργο: Θεοπιστη Βογα


Βασίλης Χατζηιακώβου Λιωμα και ηττημένος στην τοποθεσία Ματαιη Ζωή.
12/7/2016 · Αθήνα, Περιφέρεια Αττικής ·

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Yves Bonnefoy (24/6/1923 - 1/7/2016)


Έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής Υβ Μπονφουά -Είχε μεταφράσει τον Σεφέρη

Ο Ιβ Μπονφουά, ένα από τα μεγάλα ονόματα της σύγχρονης ποίησης, κριτικός τέχνης και μεταφραστής, απεβίωσε σε ηλικία 93 ετών, έγινε σήμερα γνωστό από το College de France όπου ήταν επίτιμος καθηγητής.
Ο ποιητής, το όνομα του οποίου αναφέρθηκε πολλές φορές για το βραβείο Νόμπελ, απεβίωσε χθες Παρασκευή, διευκρίνισε η ίδια πηγή επιβεβαιώνοντας πληροφορίες του Τύπου.
Στο Twitter, πολλοί θαυμαστές του απ' όλον τον κόσμο χαιρέτισαν τη μνήμη του παραθέτοντας στίχους του.
Συγγραφέας άνω των 100 βιβλίων, που έχουν μεταφραστεί σε μια τριανταριά γλώσσες, είχε τιμηθεί στη Γαλλία το 1981 με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας, το 1987 με το βραβείο Γκονκούρ για την ποίηση, ενώ το 1995 είχε κερδίσει το παγκόσμιο βραβείο Cino del Duca.
Έχει επίσης μεταφράσει το μεγαλύτερο μέρος των θεατρικών έργων του Σαίξπηρ, καθώς επίσης ποιήματα του Γέητς, του Πετράρχη και του Γιώργου Σεφέρη, που υπήρξε φίλος του.
Ο Ιβ Μπονφουά γεννήθηκε στις 24 Ιουνίου 1923 στην Τουρ, στην κεντροδυτική Γαλλία. Ο πατέρας του ήταν εργάτης στα εργαστήρια των σιδηροδρόμων και η μητέρα του ήταν δασκάλα.
Από το 1943, έπειτα από σπουδές μαθηματικών, σπούδασε στο Παρίσι ιστορία της Φιλοσοφίας και των επιστημών με δασκάλους τους Γκαστόν Μπασλάρ και Ζαν Ιπολίτ.
Για ένα διάστημα εντάχθηκε στο κίνημα του σουρεαλισμού, όμως επέκρινε την αυτόματη γραφή ότι απομακρύνεται από το πραγματικό για να οικοδομήσει έναν κλειστό κόσμο σημάτων και εικόνων.
Το 1930 έγινε γνωστός με την έκδοση της συλλογής του «Η κίνηση και η ακινησία της Ντουβ», η οποία τον κατέταξε ήδη από τότε μεταξύ των μεγαλύτερων γάλλων ποιητών.
Άλλα έργα του είναι τα «Χθες βασίλευε η ερημιά» (1958), «Οι τάφοι της Ραβένας», «Πέρασμα και ακινησία της ροής», «Η αποθέωση του πραγματικού», ενώ έχει επίσης αναλύσει την ποίηση του Ρεμπώ.
Πηγή: Εφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής Υβ Μπονφουά -Είχε μεταφράσει τον Σεφέρη | iefimerida.grhttp://www.iefimerida.gr/news/275790/efyge-apo-ti-zoi-o-spoydaios-gallos-poiitis-yv-mponfoya-eihe-metafrasei-ton-seferi#ixzz4DGz1UMeh
Φωτογραφία: Joumana Haddad/wikimedia



1. Pierre écrite (1965)
Une voix
Nous vieillissions, lui le feuillage et moi la source,
Lui le peu de soleil et moi la profondeur,
Et lui la mort et moi la sagesse de vivre.
J’acceptais que le temps nous présentât dans l’ombre
Son visage de faune au rire non moqueur,
J’aimais que se levât le vent qui porte l’ombre
Et que mourir ne fût en obscure fontaine
Que troubler l’eau sans fond que le lierre buvait.
J’aimais, j’étais debout dans le songe éternel.
`

1. ΠΕΤΡΑ ΓΡΑΜΜΕΝΗ
Μια φωνή
Μεγαλώναμε
αυτός το φύλλωμα
κι εγώ η πηγή,
αυτός το λιγοστό φως
κι εγώ το βάθος,
αυτός τον θάνατο
κι εγώ την φρόνηση να ζω.
Δεχόμουν ότι ο χρόνος
μας παρουσιάστηκε στη σκιά
με πρόσωπο άγριου ζώου
που γελά χωρίς να σαρκάζει,
αγαπούσα τον άνεμο που σηκώθηκε
να παρασύρει την σκιά
και τον θάνατο που δεν ήρθε
παρά να ταράξει το απύθμενο νερό
που έπινε ο κισσός στη σκοτεινή κρήνη.
Αγαπούσα, στεκόμουν στο αιώνιο όνειρο.
`
***
2. DE NATURA RERUM
Lucrèce le savait :
Ouvre le coffre,
Tu verras, il est plein de neige
Qui tourbillonne.
Et parfois deux flocons
Se rencontrent, s’unissent,
Ou bien l’un se détourne, gracieusement
Dans son peu de mort.
D’où vient qu’il fasse clair
Dans quelques mots
Quand l’un n’est que la nuit,
L’autre, qu’un rêve?
D’où viennent ces deux ombres
Qui vont, riant,
Et l’une emmitouflée
D’une laine rouge?
`

2. DE NATURA RERUM
(ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ)
Ο Λουκρήτιος το γνώριζε.
Άνοιξε το κιβούρι,
θα δεις, είναι γεμάτο από χιόνι
που στροβιλίζεται.
Κάποτε, δύο νιφάδες ανταμώνουν,
γίνονται μία
που περιστρέφεται με χάρη
στον μικρό θάνατό της.
Πώς γίνεται
να ανοίγει ο καιρός;
Η μια δεν είναι παρά μόνο νύχτα
κι η άλλη όνειρο.
Από πού έρχονται αυτές οι δύο σκιές
που γελώντας βαδίζουν,
η μια τυλιγμένη
σε μάλλινο κόκκινο ;
`
* Ο στίχος « που γελώντας βαδίζουν » θα μπορούσε να μεταφραστεί: « που γελούν και βαδίζουν », επειδή η μετοχή είναι τροπική και είναι συνήθως προτιμότερο να μεταφράζεται με κύρια πρόταση.
`
***
3. Planches courbes (2001)
Extrait
« (…) Ô poésie,
Je ne puis m’empêcher de te nommer
Par ton nom que l’on n’aime plus parmi ceux qui errent
Aujourd’hui dans les ruines de la parole.
Je prends le risque de m’adresser à toi, directement,
Comme dans l’éloquence des époques
Où l’on plaçait, la veille des jours de fête,
Au plus haut des colonnes des grandes salles,
Des guirlandes de feuilles et de fruits.
Je le fais, confiant que la mémoire,
Enseignant ses mots simples à ceux qui cherchent
A faire être le sens malgré l’énigme,
Leur fera déchiffrer, sur ses grandes pages,
Ton nom un et multiple, où brûleront
En silence, un feu clair,
Les sarments de leurs doutes et leurs peurs (…) »
`

3. ΚΑΜΠΥΛΕΣ ΣΑΝΙΔΕΣ (2001)
Απόσπασμα
Ποίηση,
δεν μπορώ παρά να σε ορίσω
με το όνομά σου
που δεν είναι πια η αγάπη
μεταξύ εκείνων που περιφέρονται
σήμερα στα ερείπια του λόγου.
Τολμώ να σου μιλήσω ευθέως,
όπως και στην ευγλωττία των εποχών
τοποθετούσαμε,
από την παραμονή των εορτών,
στα κιονόκρανα των μεγάλων αιθουσών,
στεφάνια από φύλλα και φρούτα.
Έτσι σε ορίζω,
με την πεποίθηση ότι η μνήμη
φωτίζει τις απλές λέξεις της
σε εκείνους που μέσα από το αίνιγμα,
γυρεύουν το νόημα,
τους ωθεί να διαβάσουν
στις μεγάλες σελίδες της το όνομά σου,
το ένα και πολλαπλό
και να κάψουν σιωπηλά,
σε λαμπερή φωτιά,
τα κλαδιά των αμφιβολιών και τους φόβους τους.
`
***
4. LES FLAMBEAUX
Neige
Qui as cessé de donner, qui n’es plus
Celle qui vient mais celle qui attend
En silence, ayant apporté mais sans qu’encore
On ait pris, et pourtant, toute la nuit,
Nous avons aperçu, dans l’embuement
Des vitres parfois même ruisselantes,
Ton étincellement sur la grande table.
Neige, notre chemin,
Immaculé encore, pour aller prendre
Sous les branches courbées et comme attentives
Ces flambeaux, ce qui est, qui ont paru
Un à un, et brûlé, mais semblent s’éteindre
Comme aux yeux du désir quand il accède
Aux biens dont il rêvait (car c’est souvent
Quand tout se dénouerait peut-être, que s’efface
En nous de salle en salle le reflet
Du ciel, dans les miroirs), ô neige, touche
Encore ces flambeaux, renflamme-les
Dans le froid de cette aube
`

4. ΟΙ ΔΑΔΕΣ
Χιόνι,
σταμάτησες να πέφτεις,
και δεν είσαι πια αυτό που θα΄ρθει,
αλλά αυτό που στέκει ακόμα
απλωμένο στη σιωπή
κι όλη τη νύχτα διακρίναμε
μέσα από την ομίχλη των τζαμιών
που πότε πότε σχημάτιζε ρυάκια,
το σπινθήρισμά σου στο μεγάλο τραπέζι.
Χιόνι,
ο δρόμος άσπιλος ακόμα,
μας οδηγεί να πάρουμε,
κάτω από τα κυρτά κλαδιά προσεκτικά,
τις δάδες αυτές που εμφανίστηκαν
μία-μία να καίγονται
κι όμως, μοιάζουν να σβήνουν,
όπως τα μάτια του πόθου,
όταν αγγίζει αυτά που ονειρεύτηκε,
γιατί συχνά, όταν όλα ξεδιπλώνονται ολοφάνερα,
σε κάθε δωμάτιο θαμπώνουν
την αντανάκλαση του ουρανού στους καθρέπτες .
Χιόνι,
άγγιξε πάλι αυτές τις δάδες, ξανάναψέ τες
στο κρύο της αυγής.
`
***
5. Ce qui fut sans lumière
Extrait (1987)
Psyché devant le château d’Amour
Il rêva qu’il ouvrait les yeux, sur des soleils
Qui approchaient du port, silencieux
Encore, feux éteints ; mais doublés dans l’eau grise
D’une ombre où foisonnait la future couleur.
Puis il se réveilla. Qu’est-ce que la lumière ?
Qu’est-ce que peindre ici, de nuit ? Intensifier
Le bleu d’ici, les ocres, tous les rouges,
N’est-ce pas de la mort plus encore qu’avant ?
Il peignit donc le port mais le fit en ruine,
On entendait l’eau battre au flanc de la beauté
Et crier des enfants dans les chambres closes,
Les étoiles étincelaient parmi les pierres.
Mais son dernier tableau, rien qu’une ébauche,
Il semble que ce soit Psyché qui, revenue,
S’est écroulée en pleurs ou chantonne, dans l’herbe
Qui s’enchevêtre au seuil du château d’Amour.
`

5. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΚΟΤΕΙΝΟ
Απόσπασμα (1987)
Την Ψυχή στο κάστρο της Αγάπης
ονειρεύτηκε να ανοίγει τα μάτια της
σε ήλιους που πλησίαζαν το λιμάνι,
ακόμα σιωπηλοί, με τα φώτα σβηστά,
τυλιγμένοι στα απόνερα μιας σκιάς
όπου ξεχείλιζε το επερχόμενο χρώμα.
Ύστερα ξύπνησε. Τι είναι το φως;
Τι σημαίνει να ζωγραφίζεις νύχτα;
Το σκούρο μπλε εδώ,
οι ώχρες, όλα τα κόκκινα,
δεν κάνουν τον θάνατο
ακόμα πιο έντονο;
Ζωγράφισε το λιμάνι, μα ερειπωμένο.
Άκουγες το νερό να σκάει
στα πλευρά της ομορφιάς
και τα παιδιά να ουρλιάζουν
στα κλειδωμένα δωμάτια.
Τα αστέρια έλαμπαν ανάμεσα στις πέτρες.
Ο τελευταίος του πίνακας κενός.
Μοιάζει να είναι η Ψυχή που
με την επιστροφή της σκόρπισε
σε δάκρυα ή αναφιλητά
πάνω στα χόρτα που μπλέκονται
στο κατώφλι του κάστρου της αγάπης.
`
***
6. LA CHARRUE
Cinq heures. La neige encore. J’entends des voix
À l’avant du monde.
Une charrue
Comme une lune au troisième quartier
Brille, mais la recouvre
La nuit d’un pli de la neige.
Et cet enfant
A toute la maison pour lui, désormais. Il va
D’une fenêtre à l’autre. Il presse
Ses doigts contre la vitre. Il voit
Des gouttes se former là où il cesse
D’en pousser la buée vers le ciel qui tombe.
`

6. ΑΛΕΤΡΙ
Πέντε η ώρα.
Χιόνι και πάλι.
Ακούω φωνές
στο μπροστινό μέρος του κόσμου.
Ένα αλέτρι φεγγάρι
λάμπει στην τρίτη γειτονιά,
μα το καλύπτει η νύχτα
με μια πτυχή του χιονιού.
Και το παιδί
έχει όλο το σπίτι δικό του τώρα.
Από το ένα παράθυρο στο άλλο περνά.
Πιέζει τα δάχτυλα πάνω στο τζάμι.
Σταγόνες σχηματίζονται εκεί, όπου παύει
να σπρώχνει προς τον ουρανό την ομίχλη που πέφτει.
`
**********
EΠΙΜΕΤΡΟ
`
Ο Υβ Μπονφουά γεννήθηκε το 1923 στην Τουρ, αλλά κατάγεται από τη νοτιο-δυτική Γαλλία. Η διπλή αυτή καταγωγή θα φανεί αργότερα στο έργο του που είναι η αναζήτηση της χαμένης ενότητας ανάμεσα στον κόσμο του βορρά και το μεσογειακό. Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και, όταν αποφοίτησε, κατέστρεψε το δίπλωμά του και σπούδασε μαθηματικά. Ύστερα από ένα ταξίδι στην Ιταλία άρχισε έρευνες σε βάθος πάνω στην τέχνη του Τρετσέντο και του Κουατροτσέντο και στη σχέση τους με το Βυζαντινό κόσμο και τη Ρομαντική τέχνη. Παράλληλα με το ποιητικό του έργο, δημοσίευσε μελέτες πάνω στον Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, τον Πουσέν, τις γοτθικές τοιχογραφίες, και μετάφρασε Σαίξπηρ. Δίδαξε σαν καθηγητής ή εταίρος στα πανεπιστήμια της Γενεύης, του Πρίνστον, της Βενσέν, της Νίκαιας και της Αιξ-αν-Προβάνς. Το 1981 διορίστηκε καθηγητής στο Κολέγιο της Γαλλίας και η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης.

`
*
Η Ανδρονίκη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Θεσσαλονικείς και καταβολές Θρακιώτικες και Μικρασιατικές, απόφοιτος της Ελληνογαλλικής Σχολής «Καλαμαρί», σπούδασε, ως υπότροφος του ΙΚΥ, γαλλική γλώσσα και φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει Γαλλικά και Ελληνική Ιστορία σε δημόσιο γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης.



Πηγή : http://www.poiein.gr/archives/24977




Διαβάτη, αυτές είναι λέξεις

Διαβάτη, αυτές είναι λέξεις. Όμως αντί να διαβάσεις
Θέλω ν΄ ακούσεις: αυτή την εύθραυστη
Φωνή την σαν γράμματα φαγωμένα από τη χλόη
Στήσε αυτί, άκουσε πρώτα τη μακάρια μέλισσα
Που βοσκά τα σχεδόν σβησμένα ονόματά μας
Χωράει ανάμεσα σε δυο κλαδάκια
Κουβαλά τον ήχο κλαδιών που είναι αληθινά
Στο χρυσοκέντημα τού ακόμα ανείδωτου

Κατόπιν μάθε έναν ακόμη αχνότερο ήχο κι’ ασε τον να γίνει
Ο ατέρμονος ψίθυρος όλων τών σκιών μας
O ψίθυρός τους υψώνεται κάτω από τις πέτρες
Κι’ ενώνεται σε μια και μόνη θέρμη με κείνο το τυφλό
Φως που είσαι ακόμα, εσύ που ακόμα βλέπεις.

Μακάρι να είναι καλή η ακοή σου. Η σιωπή
Είναι ένα κατώφλι όπου σπάει ένα κλαράκι στο χέρι σου
Ανεπαίσθητα καθώς προσπαθείς να ελευθερώσεις
Ένα όνομα πάνω στην πέτρα:
Κι’ έτσι τα απόντα ονόματά μας απεγκλωβίζουν τους συναγερμούς σας
Και για σας που απομακρύνεστε στοχαστικά
Το εδώ γίνεται εκεί δίχως να σταματά να είναι.



Πηγή : αγάπη νταϊφά 2/7/2016 ·