Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Πάνος Σταθόγιαννης ΕΡΩΜΕΝΗ





ΕΡΩΜΕΝΗ

Έχει μια φλόγα πίσω απ’ τα μάτια, που την πυρώνει από μέσα. Κι αν όντως δεν φοβάσαι μήπως τυφλωθείς και σκύψεις μέσα της, θα δεις κάτι αθώα αναιδές και κατακόκκινο, κάτι σαν παπαρούνα. Απ’ έξω, όπου περνάει, με τα τακούνια στα υγρά πλακόστρωτα, φυσάει αεράκι ζόρικο, με γύρη την τυλίγει, αντανακλούν οι βιτρίνες πώς ωραία λικνίζεται.
Στο ξέφωτο μετά, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, αφαιρεί με το δάχτυλο λίγο κραγιόν απ’ τον αριστερό κοπτήρα της, ξαναβάζει το καθρεφτάκι στην τσάντα. Βγάζει μετά το κινητό, λέει ψέματα σε κάποιον, κοιτάει θλιμμένα έξω. Όμως το πύρωμα το μέσα είναι ανεπίδεκτο. Αν και η πόλη γύρω ωρύεται – πίσω απ’ το τζάμι κάποιοι τρέχουν με πλακάτ, κάποιοι τρυπιούνται στις γωνιές και φτύνουν αίμα.
Μα αυτή γνωρίζει ότι ο θάνατος μονάχα πάθη σού ζητάει να τον ταΐσεις, μόνο με πάθη κατευνάζεται η ορμή του. Σπάνια σ’ άλλες περιπτώσεις αφήνει φιλοδώρημα, μα τώρα ναι – έτσι για το ανάθεμα, μην τύχει κάποιο μάτι κακό, μην τύχει κάποιο στόμα φλύαρο κάτω απ’ τον φανοστάτη.
Κλείνει απαλά την πόρτα πίσω της και ενσωματώνεται σε ένα τοπίο διαρκώς αμφιλεγόμενο, με άγρια βράχια στα υψίπεδά του – όπου να ’ναι θα βγει και η σελήνη στο γέμισμά της. Όμως αυτή κινείται σβέλτα πάνω στα μυτερά λιθάρια, στα χιόνια χώνεται, κρύβεται μες στα έλατα, τι τόλμη δείχνει ειδικά στις λαγκαδιές. Κι όλο ανεβαίνει, ανεβαίνει, περνώντας σύριζα απ’ τους δρόμους των σκιέρ, κι ούτε τη νοιάζει ποιοι πίνουν ρούμι στα καταφύγια.
Τώρα τα μάτια της, όπως κοιτάζει προς τα έξω σκαρφαλώνοντας, έχουν μια λάμψη ίδιο κάρβουνο – λίγο να μην προσέξει, μια σπίθα τους να στάξει, θα γίνει το τοπίο παρανάλωμα. Άμα την έβλεπε, ας πούμε, ο Στησίχορος, λύκαινα θα ’λεγε πως είναι, που πάει να φτάσει στο ζενίθ για να ουρλιάξει.
Και πράγματι ουρλιάζει από την κορυφή – φύση με τρίχωμα στιλπνό, δόντια γυμνά, γόοι κι αντίλαλοι. Να κι η πανσέληνος η παγωμένη. Ασημίζει στην άλλη την κορυφή, απέναντι.
Η επιστροφή της στα χαμηλά έχει λαχάνιασμα. Να επανέλθει στα τακούνια της, να βρει άλλο ταξί, να διασχίσει. Γι’ αυτό και φτάνει με καθυστέρηση πολλών λεπτών σε κάθε ραντεβού. Το στήθος της πάλλεται ρυθμικά πίσω απ’ το ντεκολτέ, είναι η ανάσα της σαν το παιδάκι που φουσκώνει ένα μπαλόνι.
Λέει μια ψεύτικη δικαιολογία, ζητάει νόστιμα συγνώμη, αλλάζει θέμα κι απ' το μπράτσο σου κρεμιέται. Στο εστιατόριο αργότερα χαμογελάει πεντάμορφη, καθώς εσύ, ο ανίδεος, εγκρίνεις το κρασί, που αυτή μετά, κάθε φορά, πάντα αυτή, θα κάνει τις πολύσημες προπόσεις.
Ούτε κουβέντα για τα πάνω-κάτω στα βουνά, ούτε κουβέντα για φεγγάρια και για κλάματα.

(Οι ερωμένες είναι πλάσματα εγωιστικά, κλειστά πολύ στον εαυτό τους, σκέτα οστρακόδερμα – τις πιο μεγάλες περιπέτειες δεν τις μοιράζονται ποτέ με τους εραστές τους. Γι’ αυτό, θα σε παραπλανήσουν να τις στροβιλίσεις σ’ ένα βαλς, δαντέλες θα φορούν όταν στο ημίφως θα γλιστρήσουν τα ραντάκια, θα σε ενθρονίσουν μέσα τους κρυφά. Στο κομοδίνο παραδίπλα, το κινητό σοφά απεργοποιημένο. Μετά θα φύγουν με τα μάτια στο ρολόι. Για τα σπουδαία που σου κόβονται τα αίματα, δεν θα σου φανερώσουν τίποτα. Τον Στησίχορο, επί παραδείγματι, που πήρε μια από αυτές στο κατόπι κι άρχισε μετά να διαδίδει διάφορα, λέγεται ότι πέσανε πάνω του όλες τους και τον τύφλωσαν.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου