(ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)
ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ
Εκείνο το πρωινό, είχα πάρει άδεια από τη δουλειά μου. Θα αργούσα κάνα δυο ώρες.
Γύρω στις δέκα και μισή, βρισκόμουν με το αμάξι στο δρόμο. Ήμουν αφηρημένος και οδηγούσα εντελώς μηχανικά. Εξ αιτίας αυτού, τη στιγμή που χρειάστηκε, δεν μπόρεσα να ενεργήσω σύμφωνα με την ιδιαίτερη ικανότητά μου.
Ήμουν σταματημένος, περιμένοντας να στρίψω αριστερά. Ένας μεσήλικας με μηχανάκι περνούσε κάθετα το δρόμο με κόκκινο. Ελίχθηκε ανάμεσα σε μένα και τον μπροστινό μου και μετά συνέχισε με ταχύτητα προς απέναντι.
Η οδηγός που κατέβαινε δεν μπόρεσε ν’ αντιδράσει.
Ο μεσήλικας, έφυγε από το μηχανάκι και εκτινάχθηκε προς τα πίσω. Έπεσε ανάσκελα στην άσφαλτο και σύρθηκε χτυπώντας αρκετές φορές το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έμεινε ακίνητος.
Η οδηγός, βγήκε έξω σαστισμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Γύρω τους, μαζεύτηκαν αρκετοί άλλοι.
Στο μεταξύ, το δικό μου φανάρι είχε ανοίξει. Τα αμάξια μπροστά μου προχώρησαν στρίβοντας αριστερά. Ακολούθησα κι εγώ.
Ήμουν ταραγμένος όλη την ημέρα. Σκεφτόμουν συνεχώς το μηχανάκι. Τη στιγμή που πέρασε από μπροστά μου και μετά τον άνθρωπο πεσμένο στην άσφαλτο.
Δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι παρέμεινα ένας απλός θεατής. Θα έπρεπε να του είχα κόψει το δρόμο και να τον είχα εμποδίσει να προχωρήσει.
Βέβαια ήξερα. Ο τύπος επάνω στη βιασύνη του, θα άρχιζε τις βλαστήμιες και τους τσαμπουκάδες. Θα νόμιζε ότι τον καθυστερούσα και θα ξεσπούσε τα νεύρα του επάνω μου.
Μ’ αυτές τις σκέψεις και την άσχημη ψυχολογία μπήκα στο πολυκατάστημα για να ψωνίσω κάποια πράγματα.
Τελειώνοντας, προχώρησα προς την κυλιόμενη σκάλα για ν’ ανέβω στο ισόγειο.
Σε απόσταση μερικών μέτρων, μπροστά στην σκάλα, είδα μια γιαγιά γύρω στα ογδόντα με το μπαστούνι της και δίπλα της την κόρη της να την κρατάει από τη μασχάλη. Πιο πίσω, ένα αγοράκι γύρω στα πέντε.
Η γιαγιά στεκόταν αναποφάσιστη και φοβισμένη. Η κόρη της την παρωθούσε να κάνει το πρώτο βήμα για να ξεκινήσουν ν’ ανεβαίνουν. Τις παρατήρησα για λίγο. Ήξερα πως κάτι δεν θα πάει καλά.
Ο χρόνος μέσα μου προχώρησε ένα βήμα μπροστά.
Η γιαγιά, έκανε το βήμα χωρίς να προσέξει πού θα πατήσει. Το σκαλοπάτι στη συνέχεια χωρίστηκε σε πάνω και κάτω. Η γερόντισσα έμεινε στο κενό. Έπεσε προς τα πίσω και κουτρουβαλιάστηκε στη σκάλα. Το κρανίο της τσακίστηκε από τα απανωτά χτυπήματα πάνω στα σιδερένια σκαλοπάτια.
Από προηγούμενη εμπειρία γνώριζα πως η πτώση σε τέτοια κυλιόμενη σκάλα δεν ήταν κάτι απλό.
Πλησίασα. Η γιαγιά, κάποια στιγμή, τόλμησε το βήμα. Πίσω τους ακολούθησα κι εγώ. Η συνέχεια εξελίχθηκε έτσι ακριβώς όπως την είχα δει.
Η γιαγιά, έχασε την ισορροπία της. Άρχισε να γέρνει προς τα πίσω. Η κόρη της αδυνατούσε να την συγκρατήσει. Θα παρασυρόταν κι αυτή πέφτοντας πάνω στον μικρό.
Ανέβασα το πόδι μου στο πιο πάνω σκαλοπάτι. Κόλλησα επάνω στις δυο γυναίκες ενώ με τα χέρια μου κρατήθηκα με όλη μου τη δύναμη δεξιά και αριστερά από τα μπράτσα της κυλιόμενης σκάλας.
Η γιαγιά, πέφτοντας προς τα πίσω κάθισε επάνω στο γόνατό μου. Η κόρη της, συγκρατήθηκε από το δεξί χέρι μου. Κάποια στιγμή, έφυγε το μπαστούνι από τα χέρια της. Κατρακύλησε προς τα κάτω κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο.
Οι δυο γυναίκες, προσπάθησαν να κινηθούν. Αν έφευγαν όμως από τον εναγκαλισμό μου, κινδύνευα να παρασυρθώ κι εγώ και να γίνουμε όλοι ένα μάτσο κουβάρι. Το πιτσιρίκι, είχε μείνει άφωνο.
«Μείνετε όπως είστε και μη κινείστε, για να φτάσουμε ως επάνω με ασφάλεια», τις προειδοποίησα.
Φτάνοντας στην έξοδο, έσπρωξα τη γιαγιά, με όση δύναμη μού είχε απομείνει, για να προχωρήσει μπροστά από την κυλιόμενη. Υπήρχε κίνδυνος να γκρεμιστώ κι εγώ προς τα πίσω.
Μόλις πατήσαμε όλοι σε στέρεο έδαφος πήρα μια βαθιά ανάσα ανακούφισης και τις κοίταξα.
Η κόρη ήταν σαστισμένη. Η γιαγιά είχε κατουρηθεί από το φόβο της και το παντελόνι μου γύρω από το γόνατο ήταν βρεγμένο.
«Σας ευχαριστώ πολύ που βοηθήσατε ν’ ανέβει τις σκάλες η μητέρα μου», μου είπε με αφέλεια η κόρη. Η γιαγιά δίπλα της, ξεκίνησε τις ευχές.
Χαμογέλασα και δεν είπα τίποτα. Απομακρύνθηκα και βγήκα στο δρόμο. Προχώρησα προς το αμάξι. Οι ευχαριστίες τους άλλωστε δεν με αφορούσαν καθόλου. Την δουλειά μου έκανα.
Μόνο που κάποιες φορές αφαιρoύμε. Κι αυτό μ’ ενοχλεί. Στενοχωριέμαι όταν δεν προλαβαίνω πράγματα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση του πολυκαταστήματος, όλα πήγαν καλά. Η μόνη ενόχληση που ένοιωθα μετά, ήταν ο πόνος στα νεφρά και στη μέση, λόγω της δύναμης που έβαλα, για να συγκρατήσω επάνω μου τις δυο γυναίκες.
Όμως, αυτός δεν μπορούσε να με πτοήσει.
Εκείνη τη στιγμή, ένα τρίχρονο αγοράκι έπαιζε με τη φουρκέτα των μαλλιών της μητέρας του δίπλα σε μια πρίζα. Οι μεγάλοι βρίσκονταν στην κουζίνα και το είχαν ρίξει στ’ αστεία.
Το κορμί του που χτυπιόνταν από το ρεύμα, χωρίς να μπορεί να βγάλει άχνα, κανείς δεν μπορούσε να το δει εκτός από εμένα.
Πήρα φόρα και έπεσα με δύναμη στην πόρτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου