Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Μοσκιού Λίτσα ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ




ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ίσως κάποτε γίνεις ποιητής

όταν οι λέξεις σου 
γίνουν δρεπάνια στο θέρος
και θερίσουν το σιτάρι 
που περιμένει 
να χορτάσει το λιμό.


Όταν οι λέξεις σου 
αρχίσουν να υφαίνουν 
στον αργαλειό της ψυχής των ανθρώπων 
ένα ζεστό ρούχο 
για τις κρύες νύχτες.

Όταν οι λέξεις σου πετάξουν σαν πουλιά
και γίνουν όνειρα τα βράδια
στον ύπνο κάθε απελπισμένου
που προσεύχεται 
να μην ξημερώσει.

Όταν οι λέξεις σου 
σαν ιερά λάβαρα υψωθούν
και ξεσηκώσουν ένα πόλεμο με αιτία
για το μέλλον 
που ονειρεύτηκε ένα παιδί.

Όταν οι λέξεις σου 
πέσουν σαν σφαίρες
και σκοτώσουν το νου των μυαλωμένων
των μεγάλων 
των σοφών του κόσμου όλου.

Τότε ίσως να γίνεις ποιητής.

ΛΙΤΣΑ ΜΟΣΚΙΟΥ

Ουώλτ Ουίτμαν (31 Μαΐου 1819 - 1892) Απόσπασμα. Ω Εαυτέ μου! ω ζωή!


"Ω εαυτέ μου! Ω ζωή! ..

των ερωτημάτων που επαναλαμβάνονται

Των ατέλειωτων ορδών των απίστων - των πόλεων

που'ναι γεμάτες με ανοήτους..()

Των ματιών που ποθούν, μάταια, το φως-των επαίσχυντων
στόχων - των μαχών που ποτέ δεν τελειώνουν
Των πενιχρών αποτελεσμάτων, σε όλα
Του πλήθους, γύρω μου, των σερνάμενων...
Των άδειων, άχρηστων χρόνων των υπολοίπων-κι εγώ
ένας ακόμα μέσα στο κουβάρι αυτών των υπολοίπων..


Το ερώτημα, Ω εαυτέ μου! το τόσο θλιβερό να επιστρέφει:

Τι το καλό μέσα σ' όλα αυτά; Ω εαυτέ μου, Ω ζωή;


Απάντηση:

Ότι βρίσκεσαι εδώ. Ότι η ζωή υπάρχει, όπως

και η μοναδικότητα του καθενός μας.

Ότι το πανίσχυρο παιχνίδι συνεχίζεται,

και η συνεισφορά σου θα'ναι (έστω) ένας στίχος."

.

Ουώλτ Ουίτμαν (31 Μαΐου 1819 - 1892)

Απόσπασμα. Ω Εαυτέ μου! ω ζωή!


Ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς και ποιητές. Κυριότερο έργο του αποτελεί η ποιητική συλλογή Φύλλα Χλόης.

31/5/2016 · 

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Ιωάννης Πολέμης Σπασμένα μάρμαρα





Σπασμένα μάρμαρα
Ιωάννης Πολέμης
Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2009
138 σελ.
ISBN 978-960-469-499-0, 
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1] 

Ιωάννης Πολέμης (1862 - 1924)
Επιφανής ποιητής, που ασχολήθηκε και με τη θεατρική συγγραφή. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα, όπου και γεννήθηκε, και αισθητική στο Παρίσι. Απέσπασε πολλές διακρίσεις σε ποιητικούς και θεατρικούς διαγωνισμούς. Για τη συλλογή "Σπασμένα μάρμαρα" τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων (1918) και για το σύνολο της πνευματικής προσφοράς του με το βραβείο του Φιλαδελφείου Διαγωνισμού (1888). Υπήρξε ο ιδρυτής της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων και ο πρώτος της πρόεδρος. Υπηρέτησε επίσης ως υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας και Γενικός Γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών.
Την ποίησή του διακρίνει λυρισμός, ευαισθησία, μετρική άνεση και στιχουργική επιμέλεια. Σε αυτήν επίσης εισήγαγε στοιχεία της δημοτικής ποίησης και παράδοσης.
Η ποιητική συλλογή "Σπασμένα μάρμαρα" (1917) γνώρισε μεγάλη απήχηση στο κοινό. Η περίφημη "Εξομολόγηση" της συλλογής έγινε τραγούδι και αγαπήθηκε πολύ. Τα ποιήματα στη συλλογή αυτή χαρακτηρίζονται από άριστη χρήση της γλώσσας, ενώ ευδιάκριτη είναι η ειδυλλιακή γνησιότητα του στίχου.


Εξομολόγηση

-Παπά, μια κόρη αγάπησα
και μ' αγαπούσε σαν τρελή
μια μέρα την αγκάλιασα,
πήρα το πρώτο της φιλί.
Παπά τι συλλογάσαι;


-Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να`σαι.

-Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε
στην αγκαλιά μου ντροπαλή,
κι αμάρτησα κι αμάρτησε
όχι μονάχα με φιλί.
Παπά τι συλλογάσαι;

-Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να' σαι.

-Μια μέρα την παράτησα
την όμορφην αμαρτωλή
και δεν της ξαναζήτησα
μητ` αγκαλιά μήτε φιλί.
Παπά, τι συλλογάσαι;

-Δεν την αγάπησες πολύ,
καταραμένος να`σαι.

~Ιωάννης Πολέμης~

(Από τα Σπασμένα μάρμαρα, 1917)





Πηγές
https://www.facebook.com/photo.php?fbid=473066239557198&set=gm.534185353457010&type=3&theater
http://www.sarantakos.com/kibwtos/polemhs_ejomologhsh.html
http://www.biblionet.gr/book/143859/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82,_%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82,_1860-1938/%CE%A3%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Irvin Yalom - Ο δήμιος του έρωτα Και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας

Ο δήμιος του έρωτα
Και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας
Irvin Yalom
μετάφραση: Ευαγγελία ΑνδριτσάνουΓιάννης Ζέρβας
Άγρα, 2003
390 σελ.
ISBN 960-325-513-0, ISBN-13 978-960-325-513-0, [Κυκλοφορεί]
Ψυχοθεραπεία [DDC: 616.891 4] 
Ψυχανάλυση [DDC: 150.195] 

Διαβάστε το στον παρακάτω σύνδεσμο : https://www.scribd.com/doc/129446367/Irvin-Yalom-%CE%9F-%CE%B4%CE%AE%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1


"Δεν μ' αρέσει να δουλεύω με ερωτεύμενους. Ίσως γιατί τους ζηλεύω -κι εγώ ο ίδιος λαχταράω να μαγευτώ. Ίσως πάλι γιατί ο έρωτας και η ψυχοθεραπεία είναι μεταξύ τους ασύμβατα. Ο καλός θεραπευτής πολεμάει το σκοτάδι και ζητάει το φως, ενώ ο έρωτας συντηρείται από το μυστήριο και καταρρέει μόλις αρχίσεις να τον εξετάζεις σχολαστικά. Κι εγώ σιχαίνομαι να γίνομαι ο δήμιος του έρωτα".
Δέκα αληθινές ιστορίες ψυχοθεραπείας από τη κλινική εμπειρία του Ίρβιν Γιάλομ. Δέκα ανθρώπινες σχέσεις -δέκα θεραπευτικές περιπέτειες. Σ' αυτή τη σπάνια περιγραφή του αφοσιωμένου θεραπευτή την ώρα της δουλειάς του, ένας δάσκαλος της ψυχιατρικής έρχεται ανοιχτά αντιμέτωπος όχι μόνο με τα δικά του συναισθήματα και σφάλματα αλλά και με την αβεβαιότητα που υπάρχει στην καρδιά της θεραπευτικής σχέσης. Ο Γιάλομ στρέφει εδώ τον προβολέα τόσο στους ασθενείς όσο και στον εαυτό του. Περιγράφει και μελετά τη διαδικασία της εξερεύνησης, τη διαδικασία της συμμετοχής μέσα στην ψυχοθεραπεία και για τα δύο μέρη. Μοιράζεται μαζί μας τις χαρές και τις επιτυχίες του, αλλά και -ακόμα πιο συναρπαστικό- τις αγωνίες του, τους περιορισμούς και τις αποτυχίες του στην κοινή του πορεία προς την αναζήτηση της αλήθειας και της ίασης με τον καθέναν από τους δέκα πρωταγωνιστές των ιστοριών του. Οι σαγηνευτικές αυτές ιστορίες προχωρούν πέρα απ' την ψυχοθεραπεία και μιλούν για την ανθρώπινη μοίρα με όλη της τη σπαρακτική παραδοξότητα. Και σ' αυτές ο Ίρβιν Γιάλομ επιτυγχάνει ένα πάθος κι ένα χιούμορ αντάξιο του ίδιου του Τσέχοφ.
"Ο δήμιος του έρωτα", ο ίδιος ο θεραπευτής, είναι ο ενδέκατος θεραπευόμενος σ' αυτές τις δέκα ψυχοθεραπευτικές ιστορίες.
"Ο δήμιος του έρωτα" πρωτοδημοσιεύτηκε το 1990 και είναι το πρώτο βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ όπου ο διάσημος ψυχοθεραπευτής, μετά τα παγκοσμίως γνωστά επιστημονικά του βιβλία, επιχειρεί να αφηγηθεί λογοτεχνικά ιστορίες ψυχοθεραπείας. Παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς στο λογοτεχνικό του έργο.
http://www.biblionet.gr/book/73698/%CE%9F_%CE%B4%CE%AE%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B1

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Σταυρούλα Σκαλίδη, Η σημασία του αυτονόητου και η διαχείριση του ολέθρου, "Βραδυνή", 17.10.2009


Η σημασία του αυτονόητου και η διαχείριση του ολέθρου


(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Βραδυνή το Σάββατο, 17/10/2009)

«…Κανείς βέβαια δεν μπορεί να κατακρίνει έναν θεραπευτή που πασχίζει να βελτιώσει την τεχνική του. Μου ήρθε όμως μια στενόχωρη σκέψη: τι γίνεται με τα δικαιώματα του ασθενούς; Δεν υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα σ’ έναν θεραπευτή που ξεπλένει ανάρμοστα αντιμεταβιβαστικά στίγματα και σ’ έναν χορευτή ή σ’ έναν δάσκαλο του ζεν που πασχίζει για την τελειότητα στον δικό του τομέα; Άλλο είναι να βελτιώνει κανείς το σερβίς του κι άλλο να οξύνει τις ικανότητες του εις βάρος ενός εύθραυστου και διαταραγμένου ανθρώπου…»

«Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει δίχως μιαν αέναη εμπιστοσύνη σε κάτι ανώλεθρο εντός του, αν και τόσο το ανώλεθρο στοιχείο όσο και η εμπιστοσύνη παραμένουν γι’ αυτόν αενάως αποκρυμμένα. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους εκφράζεται αυτή η διαρκής απόκρυψη είναι η πίστη σ’ έναν προσωπικό θεό» («Αφορισμοί» Φραντς Κάφκα, εκδόσεις Ερατώ).Ο όλεθρος που ζει στην ψυχή του ανθρώπου, ο αυτονόητος αυτός όλεθρος, είναι συνήθως το αντικείμενο και το υποκείμενο -ασυνήθιστα συχνά- της ίδιας της λογοτεχνίας. Το ανώλεθρο στοιχείο που αναφέρει ο Κάφκα και η εμπιστοσύνη προς αυτό, παραμένουν ακόμη ουτοπίες, ενώ κάποτε τη θέση του «προσωπικού θεού» καλείται στη σύγχρονη εποχή να παίξει ο ψυχαναλυτής. Τότε που η ψυχή αδυνατεί να υπάρξει από μόνη της, που καταρρέει μπροστά στον τρόμο που την κατατρέχει. «…Το μοναχικό εγώ που διαλύεται εκστατικά στο εμείς. Πόσες φορές το έχω ακούσει αυτό! Είναι ο κοινός παρονομαστής κάθε μορφής μακάριας ευτυχίας –ρομαντικής, σεξουαλικής, πολιτικής, θρησκευτικής, μυστικιστικής. Όλοι θέλουν και καλωσορίζουν αυτή τη μακάρια συγχώνευση…».

Αυτή την καταφυγή σε έναν έστω «διαχειριστή του ολέθρου» περιγράφει με ιδιαίτερα ζωντανό, πειστικό και γλαφυρό τρόπο ο Irvin D. Yalom στο βιβλίο του «Ο δήμιος του έρωτα και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας» που κυκλοφορεί στη χώρα μας από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου και του Γιάννη Ζέρβα. Με το μανδύα της λογοτεχνικής αφήγησης ο καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των Ηνωμένων Πολιτειών, Irvin D. Yalom, ξεδιπλώνει δέκα ιστορίες ψυχοθεραπείας από την πλευρά και την οπτική του γιατρού. Οι λογοτεχνικές αρετές της γραφής του Yalom δεν είναι το ζητούμενο στα βιβλία του, γιατί το περιεχόμενο αυτών που γράφει, κλέβει έτσι κι αλλιώς την παράσταση. Βρίσκω συγκινητική την πρόθεση ενός επιστήμονα να αποφασίσει να εκλαϊκεύσει τη θεωρία, την πρακτική και την εμπειρία του στην ιατρική που ασκεί, φέρνοντας πιο κοντά στο ευρύ κοινό τη διαδικασία της ψυχανάλυσης και τη λογική της σε αδρές γραμμές, ιδίως όταν παρουσιάζει χωρίς προσπάθεια ωραιοποίησης τα προβλήματα του θεραπευτή, τα αδιέξοδά του, τη ματαιότητα που ελλοχεύει σε κάθε του προσπάθεια. Αποκαθηλώνει με τον τρόπο του την πανάκεια –για κάποιους- της ψυχοθεραπείας, ενώ εκείνο που πετυχαίνει στα σίγουρα είναι να κλονίσει τις βεβαιότητες του ανυποψίαστου αναγνώστη. Τον κάνει να αμφισβητήσει τη δική του οπτική στα πράγματα για εκείνα που θεωρούσε ήδη σίγουρα ή και που ακόμη δεν είχε αναρωτηθεί ποτέ για την ψυχολογική προέλευση συμπεριφορών ή συγκεκριμένων επιλογών.

Είναι απολαυστικός ο σαρκασμός του συγγραφέα, η ανθρώπινη πλευρά του, με τις αδυναμίες του, την ειρωνεία που δεν διστάζει να εξακοντίσει και εναντίον του ίδιου τού εαυτού, που δεν σταματάει ποτέ να πάσχει και να συμπάσχει. Ο Κάφκα («Αφορισμοί», εκδόσεις Ερατώ) το είχε γράψει καλύτερα:«Όλο το πάσχειν γύρω μας, κι εμείς να πάσχουμε πρέπει απ’ αυτό. Δεν έχουμε όλοι μας ένα σώμα, αλλά έχουμε όλοι μας έναν τρόπο ανάπτυξης, και μας οδηγεί μέσα απ’ όλες τις οδύνες, είτε με τούτη είτε με την άλλη μορφή. Όπως ακριβώς το παιδί αναπτύσσεται μέσα από όλα τα στάδια της ζωής ίσαμε τα γεράματα και το θάνατο (και βασικά κάθε στάδιο μοιάζει απροσπέλαστο στο προηγούμενο, είτε επιθυμητό είναι είτε επίφοβο), έτσι επίσης αναπτυσσόμαστε κι εμείς, (όχι λιγότερο στενά συνδεδεμένοι με την ανθρωπότητα απ’ ό,τι με τον ίδιο τον εαυτόν μας) μέσα από όλο το πάσχειν του κόσμου τούτου. Δεν υπάρχει χώρος για τη δικαιοσύνη στο πλαίσιο αυτό, μήτε όμως και για το φόβο του πάσχειν ή για την ερμηνεία του πάσχειν ως αξίας».

Η αξία των ιστοριών του Yalom έγκειται στο ότι επιχειρεί να φωτίσει σκοτεινές πλευρές ή ανοίκεια στιγμιότυπα του ανθρώπινου μυαλού, κάτω από πραγματικές συνθήκες, έχοντας στην υπηρεσία του τα όπλα της ψυχανάλυσης από τη μία –αν και κορυφαία ψυχογραφήματα έχει αποδώσει η παγκόσμια λογοτεχνία- και τον εύστοχο αφηγηματικό του λόγο που μαγνητίζει τον αναγνώστη από την άλλη. «…Τα δημιουργικά μέλη μιας ορθοδοξίας, ξεπερνούν τελικά το δόγμα τους…». Ο συγγραφέας κινείται μακριά και πέρα από δόγματα και αντιλήψεις που περιορίζουν τη σκέψη. Αφυπνίζει τον αναγνώστη να σκεφτεί καλύτερα για τον εαυτό του κυρίως, αλλά και για τους άλλους, εξαίροντας τη σημασία του αυτονόητου. Το ενδιαφέρον είναι ότι πρώτος του θεραπευόμενος είναι ο ίδιος του ο εαυτός και μέσα από την προσωπική του βελτίωση και υπέρβαση, κατορθώνει να οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τους άλλους θεραπευόμενους και τελικά να κατακτήσει το ρυθμιστικό ρόλο του «διαχειριστή του ολέθρου». Αν κάτι πετυχαίνει ο αναγνώστης, είναι να διευρύνει τους ορίζοντες της ανοχής, της ανεκτικότητας και κυρίως της αμφιβολίας του. Είναι κέρδος προσωπικό για την αντιμετώπιση της ίδιας του της ζωής, εφόδιο που τον βοηθάει να αναγάγει σε σπουδαία τέχνη το να ζει, όπως επιθυμεί, όσο πιο ελεύθερος και όσο πιο ευτυχισμένος και ικανοποιημένος γίνεται. Όπως λέει και ο ίδιος ο Yalom στον πρόλογό του, «…Ανακάλυψα ότι τέσσερα δεδομένα έχουν ιδιαίτερη συνάφεια με την ψυχοθεραπεία: Το αναπόφευκτο του θανάτου για όλους μας προσωπικά και γι’ αυτούς που αγαπάμε. Η ελευθερία να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε. Η έσχατη μοναχικότητά μας. Και, τέλος, η απουσία οποιασδήποτε προφανούς σημασίας ή νοήματος στη ζωή. Όσο μελαγχολικά και να φαίνονται αυτά τα δεδομένα, εμπεριέχουν τους σπόρους της σοφίας και της λύτρωσης…».
http://stavroulascalidi.blogspot.gr/2009/10/blog-post_17.html

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Κόλιος Κωνσταντίνος, Το Καλό με τη Δυσκολία


Δυσκολία μου
όσο με πιέζεις βαθαίνω
όσο βαθαίνω αντέχω
όσο αντέχω δυναμώνω
όσο δυναμώνω γίνομαι πιο ισχυρός
όσο γίνομαι ισχυρός γίνομαι ακατανίκητος
με φορτώνεις βάρος και γίνομαι ικανός να το σηκώνω·
μήπως δεν είναι καλή ιδέα να με πιέζεις τελικά.

Όσο θέλεις το κακό μου μού φτιάχνεις καλό
με παραμελείς - μαθαίνω να με φροντίζω
δεν μ' αγαπάς - αγαπιέμαι 
με απομονώνεις και πολλαπλασιάζομαι
κάτω με πατάς κι ανεβαίνω·
μήπως να το σκεφτείς 
πως δεν μπορείς να με βλάψεις 
και κάτι κάνεις λάθος μαζί μου.

Όσο με ωθείς στο σκοτάδι ανακαλύπτω το φως
μου κλείνεις τα παράθυρα και βλέπω καλύτερα
μου κλείνεις τις πόρτες κι ανοίγω διάπλατα 
με σφραγίζεις και ξεκλειδώνομαι·
μήπως να το παραδεχτείς
πως τη φυλακή που προσπαθείς να με κλείσεις
τη γνωρίζω καλύτερα.

Μήπως να το σκεφτείς δυσκολία
πως στο λαβύρινθο που με ρίχνεις εγώ παλιά τον έχτισα
και κράτησα αντίγραφο του σχεδίου.

Μήπως να το σκεφτείς δυσκολία
πως είσαι ο ευεργέτης μου. 

Το Καλό με τη Δυσκολία https://triala.blogspot.gr/2016/05/blog-post_20.html

Φώτης Θεοδωρίδης Το πεθυμιό



Το πεθυμιό
Τι με τυράς όπου γελώ και λες δεν έχω ντέρτι;
Το ντέρτι το'χω στην καρδιά, στα χείλη το μαράζι.
Δεν έχω τίνος να το ειπώ το ντέρτι μου ο καημένος.

Να σας το ειπώ, ψηλά βουνά, φοβούμαι μη ραίστε,
να σας το ειπώ, ψηλά κλαριά, το Μάη δε θ΄ανθίστε
να σας το ειπώ, βρυσούλες μου, φοβούμαι μη στερφέψτε
να σας το ειπώ, της μάνας μου, κείνη είναι αποθαμένη.

Η άνοιξη πάλι άνοιξε τα πεθυμιά φτερά της
δεν θα τ'αφήσει του χιονιά μιλιά με την μιλιά της.
Δεν θέλω μήτε να το ειπώ το ντέρτι μου ο καημένος.

Θα σας το ειπώ, ψηλά βουνά, να μη ξαναραίστε
θα σας το ειπώ, ψηλά κλαριά, το Μάη για ν' ανθίστε
θα σας το ειπώ, βρυσούλες μου, να μη ξαναστερφέψτε
θα της το ειπώ, της όμορφης, κείνη με περιμένει.

Μουσική /τραγούδι: Φώτης Θεοδωρίδης
Στίχοι: Φώτης Θεοδωρίδης και παραδοσιακοί

Απο τον δίσκο: Τα θαύματα του κόσμου


Μ.Καραγάτσης- Το νερό της βροχής

Μ.Καραγάτσης- Το νερό της βροχής

"...Όλος ο πανικός της ψυχής, η δειλία του κυνηγημένου κορμιού της στράφηκε προς τα εκεί. Με λυμένα γόνατα προχώρησε ως κάτω από τους κίτρινους άγιους που την κοιτούσαν με τα σκληρά τους μάτια, κι έπεσε γονατιστή στο πάτωμα, με μια βαθιά ανάσα, ένα ρόγχο απελπισίας..."

"...Ο χρόνος περνούσε απάνω της, χωρίς ν' αφήνει εντύπωση, σαν άγγιγμα φτερού κακού εφιάλτη. Ο νους, οι αισθήσεις, η αντίληψη της, είχαν σταματήσει, είχαν κατακαθίσει σε μια βαθιά υστερική άνοια. Όλη η ύπαρξη της γκρεμίστηκε με το κατρακύλισμα της πραγματικότητας που πίστευε. Με το σώριασμα της φτωχής της ευτυχίας."

"...Σαν άπειρη της ζωής και του κόσμου, δόθηκε στην ηδονή απλά, φυσιολογικά, τίμια, μη νιώθοντας πως ο έρωτας είναι ιδιότροπος, παράξενος, ακαταλόγιστος. Πώς για να τον κρατάς σκλάβο, πρέπει να παλεύεις, να τυραννιέσαι διαρκώς μαζί του."

"Το νερό της βροχής" το 1950 με τίτλο το "Κουμπί του Μανταρίνου".




Σε αυτό το διήγημα ο Καραγάτσης αναφέρεται στον Δημητράκη, έναν επίσης πάμφτωχο υπάλληλο της ΚΔ' εφορίας, που όταν μεταφέρεται στο τμήμα τεκμηρίων χάνει την γαλήνη του: "Ο πλούτος κι οι γλυκύτατες συνέπειές του περνούσαν οκτώ ώρες την ημέρα, μπροστά από τα θαμπωμένα μάτια του". Κι ενώ φθονεί τον πλούτο, θέλει να είναι τίμιος. Στο διάλογο με τον επίσης υπάλληλο φίλο του Παυλάκη, που βλέπει αλλιώς τα πράγματα, έρχεται το επιχείρημα:

" - Αν σου έλεγαν, Δημητράκη μου, πως άμα πατήσεις αυτό εδώ το κουμπί, θα πεθάνει στην Κίνα ένας Μανταρίνος; Κι όλα τα πλούτη του θα τα κληρονομήσεις, δίχως να μαθευτεί πως εσύ τον σκότωσες; Τι θά 'κανες; Θα το πατούσες το κουμπί;

- Ποτέ! Ποτέ! (...) Ο τίμιος είναι υπόλογος απέναντι στη συνείδησή του και μόνο (...)

Και ήταν τόσο υπέροχος όταν έλεγε αυτά τ' ανώτερα λόγια, που ο Παυλάκης τον φασκέλωνε με οίκτο και συμπόνια".

Όταν του δίνεται η ευκαιρία να απολαύσει τις χάρες της πλούσιας ζωής, ο Δημητράκης φέρεται πονηρά. Κάποιος προσπαθεί να τον δωροδοκήσει άτυπα με πλούσια γεύματα, γλέντια και την αγκαλιά μιας γοητευτικής κυρίας προκειμένω να αποφύγει τον έλεγχο για μια υπόθεση, που εσφαλμένα πιστεύει ότι την χειρίζεται ο Δημητράκης. Εκείνος δεν αποκαλύπτει την πλάνη και ενδίδει στις απολαύσεις και τους έρωτες. Ως υπάλληλος δεν είναι επίορκος - αφού η υπόθεση ανήκει σε άλλο τμήμα - αλλά απέναντι στη συνείδησή του νιώθει ένοχος... Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ στο ρετιρέ της κυρίας, που στα πλαίσια του πλούσιου καλοπιάσματος τον έχει προσκαλέσει, ο Δημητράκης "δεν είχε κουράγιο να τραβήξει το δάχτυλο του από το πατημένο κουμπί. Πόσοι Μανταρίνοι πεθαίνουν απόψε στην Κίνα; αναρωτήθηκε. Μα τα κόκκινα χείλη της του βούλωσαν το στόμα".

πηγή http://lexeis-skepseis-ki-alla.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

Κωστής Παλαμάς - Δωδεκάλογος του Γύφτου


Κωστής Παλαμάς - Δωδεκάλογος του Γύφτου -
ΛΟΓΟΣ Ι' - ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ



Αν είμαι Χάρος χαλαστής,
είμαι και Χάρος πλάστης.
Α. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (Ποιήματα)


Μόνον εκεί που είναι τάφοι, εκεί είναι και
ανάσταση.
NIETZSCHE (Ζαρατούστρας)

Σήμερα μεγάλο κάτι,
κάτι απάντεχο ετοιμάζεις,
κι είσαι σαν τον ήλιο εσύ όταν
απ' της θάλασσας τα σπλάχνα
πρωτοτίναχτος, κι ακόμα
δροσερός και ροδοκόκκινος,
είναι σα να στέκει ασάλευτος,
κι έτσι αδιάφορος αφήνει
κάθε μάτι να τον ψάχνει,
πριν ολόλαμπρος κι ακοίταχτος
υψωθεί, των όλων κύρης.

Σήμερα μεγάλο κάτι,
κάτι απάντεχο ετοιμάζεις,
και πριν ο ήχος να σε πάρει,
σε σαλεύει ανατριχίλα
μυστική βουβή.
Το δοξάρι μες στο χέρι μου,
μια ανυπόμονη ψυχή,
και σαν κάτι παραπάνου
κι από βέργα βασιλιά
κι από μάγισσας ραβδί.
Τι ετοιμάζεις, τι ταιριάζεις,
πλαστικό βιολί;

Σήμερα δε θα ξυπνήσεις
κάποιον που βαθιά κοιμήθη,
και στο είναι δε θα φέρεις
την αυγή καινούργιας χτίσης.
Σήμερα θα κατορθώσεις
κάτι πιo πολύ˙
τους αθάνατους που πέθαναν,
και τους είχα θάψει εγώ,
τους αθάνατους που πέθαναν
πας για να τους αναστήσεις,
της ανάστασης εσύ Μουσική!

Και γι' αυτό στο κοιμητήρι
μ' έφερες και καρτερώ˙
και γι' αυτό εδώ πέρα είν' όλα
φουντωμένα κι ανοιγμένα
και χαροποιά,
και ποτέ δεν είδα τέτοια
μες στα μνήματα χαρά,
και ποτέ τα κυπαρίσσια
δε μου φάνηκαν, σαν τώρα,
λιγερά κορμιά
λαχταρώντας γι' αγκαλιάσματα
νιόγαμπρων και για φιλιά.
Και είν' οι τάφοι σαν τραπέζια,
και προσμένουν να στρωθούν
πλούσια φαγοπότια απάνω τους
κι ολοτρόγυρα σε κείνα
χαροκόποι ροδοστέφανοι
να ξημερωθούν.

Κι εκεί ανάμεσα στα μνήματα,
κι οι τρεις τάφοι!
κι οι τρεις τάφοι με το μάρμαρο
και με το χρυσάφι.
Και του πρώτου είναι το μάρμαρο
σαν τη σάρκα είναι το μάρμαρο
την αιματοστάλαχτη.
Και στην πλάκα του και σ' όλα του
τα πλευρά, κι απάνου ως κάτου,
σα γραμμένη με κοντύλι,
σα γραμμένη η Γη η βασίλισσα
με το Μάη και τον Απρίλη.

Και του δεύτερου το μάρμαρο,
πράσινο' κι απάνου του,
με τα σμάλτα ιστοριστή
και με τα μαργαριτάρια,
η νεράιδα η Θάλασσα
με τα ψάρια.
Και του τρίτου άσπρο το μάρμαρο,
σαν τον κρίνο˙
κι αποπάνου κι από κείνο
μιαν εικόνα από τεχνίτη
σοφού χέρια,
ο Ουρανός ο δράκοντας
με τ' αστέρια.

Και κυλάς την πρώτη πλάκα,
μουσικό βιολί μου εσύ,
κι από μέσα από τον τάφο,
να η Αγάπη! σαν πρωτόπλαστη
ξανανθεί.
Και τη δεύτερη την πλάκα
την κυλάς, βιολί, και να!
Να η μητέρα, να η Πατρίδα!
Κι ανασταίνεται, τρισέβαστη
μες στα σεβαστά.

Και κυλάς την τρίτη πλάκα,
μουσικό βιολί μου εσύ,
κι από μέσα από τον τάφο
να οι θεοί!
Κι απ' τον τάφο ξαναβγαίνουν
οι δημιουργοί.

Περιβόλια, ανοίχτε στην Αγάπη,
και βροντήστε, κάστρα, να η Πατρίδα!
Στυλωθείτε, των θεών βωμοί!
Και τ' αθάνατα είν' αυτά και οι κοσμοπλάστες,
κοσμοπλάστρα Μουσική!

Από μια πατρίδα εγώ είμαι,
κι όσο κι αν το λησμονώ,
πάω, προς μια πατρίδα πάω,
μια για πάντα να σταθώ.

Κι εγώ απ' όπου κι αν περάσω,
σ' όποια γη, σ' όποια γωνιά,
μπρος στη φύση, μες στον κόσμο,
στην ερμιά, στη συντροφιά,

ξένος πάντα με τον ξένο,
ξένος και με το δικό,
και πεζός και καβαλάρης,
κι όσο κι αν το λησμονώ,

δίχως να το θέλω, δίχως
να το γνοιάζομαι, όλα αυτά,
κάθε τόπος που διαβαίνω,
κάθε ζωή που ζω γοργά,

μέσα μου είναι μιας πατρίδας
ίσκιοι, ονείρατα, αστραπές˙
της απάτριδης ψυχής μου
χίλιες δυο οι πατρίδες είναι,
μύρια λόγια ρίχνοντάς μου,
που ή τα νιώθω ή δεν τα νιώθω,
τα 'χω για παρηγοριές.

Όσο ανάμεσα στους τόπους
είναι τόποι πιο ακριβοί,
και σα χέρια και σα μάτια
παίρνουν την ψυχή˙

όσο ακέριο, ολανθισμένο
τούτο το δεντρί
μοναχά στο χώμα τούτο
κι όχι σ' άλλο χώμα ανθεί,

όσο γίνεται απ' το μέλι
στην κυψέλη το κερί
κι όσο ζούνε μες στους φράχτες
τους στενούς τρανοί λαοί,

κι όσο αφέντες νόμοι δένουν
με δεσίματα λογής
και τ' ανθρώπου τα φτερούγια
και τα πόδια της φυλής

και στα κακοτόπια τ' άνανθα
και στους βράχους τους γυμνούς,
σάμπως μες σε περιβόλια,
σάμπως πέρα σε ουρανούς,

όσο θρέφουνε τους έρωτες
μίση, πόλεμοι, θυμοί,
και φυλάνε τους παράδεισους
η φωτιά και το σπαθί,

όσο του ήλιου και οι αχτίδες
δε ζεσταίνουν όμοια και μαζί
πολυπρόσωπη, πολύψυχη τη Γη,
- δόξα, δόξα στις Πατρίδες!

Κι απάνου απ' όλες τις πατρίδες
δόξα σ' εσένα, ιδεατή κορφή,
υπερούσια Πολιτεία,
της μουσικής μου κόρη εσύ!

Πίνει το γάλα σου ο πολίτης
και υπάκουος μ' εσένα ζει,
κι ελεύτερος με την ψυχή του,
κι είν' η ζωή του αρμονική.

Κορώνα εσένα είν' ο δίκιος,
μαχαίρι εσένα ο δυνατός˙
κάτου απ' τη σκέπη σου ο λαός σου
μαζί και ήρωας και σοφός.

Εσύ, της μουσικής μου κόρη,
και είναι γραμμένο να γενείς
κι εσύ βυζάστρα όλων των άλλων
εδώ πατρίδων κάθε γης.

Όμοια θρεμμένη απ' της αέρινης
ουρανικής ιδέας τα στήθια
τινάζεται όλη σάρκα, όλη αίμα,
μ' ένα περπάτημα γερό μια Αλήθεια!

Των ερώτων περιβόλια,
κάστρα των πατρίδων,
των θεών βωμοί!
και τ' αθάνατα είν' αυτά και οι κοσμοπλάστες,
κοσμοπλάστρα μουσική!

Μου μιλήσαν οι Θεοί,
τέτοια μου είπαν:

- Μας θανάτωσες του κάκου και μας κλείσανε
βαθιοί λάκκοι˙
στοιχειά γίναν οι θεοί, κι οι τύραννοι
βρυκολάκοι.

- Είμαστε του ονείρου τ' ακροβλάσταρα
μες στην πλάση˙
η ζωή σου δεν μπορεί χωρίς εμάς
να περάσει.

- Ή αρνητής ή λατρευτής μας ή μας τρέμεις
ή μας βρίζεις,
πάντα κάτου από τους ίσκιους μας
τριγυρίζεις.

- Σ' εμάς φέρνουν όλ' οι στοχασμοί
κι όλοι οι δρόμοι,
και δειχνόμαστε σαν είδωλα, σαν πνέματα,
και σαν νόμοι.

- Μες στη νύχτα είμαστ' εμείς η αγρύπνια
η ταράχτρα,
κι όσα τρίζουν και σωπαίνουν κι είν' αξήγητα
κι είναι σκιάχτρα.

- Είμαστε όλα τ' αγαθά, τ' αληθινά,
και τα ωραία,
θρονιασμένα στην υπέρτατη κορφή,
στην Ιδέα.

Είμαστε κι οι αχνοί της πλάνης, του κακού
τα μαχαίρια
τραβηγμένα μες στη νύχτα και βαλτά
με τ' αστέρια.

Άσοφε, σοφέ και θεοφοβούμενε,
δίγνωμε και ίσε
κι άθεε, καταπάνου μας σκοντάφτεις,
όποιος είσαι.

Και τη σκέπη που σκεπάζει μας, κανείς
δε σηκώνει,
κι όποιο χέρι κατ' αυτή θα κουνηθεί,
μαρμαρώνει.

Τα ποτάμια είμαστ' εμείς που δεν μπορείς
να περάσεις,
κι όσο πίνεις το νερό μας, πιο πολύ
θα διψάσεις.

Και σ' εμάς γυρτός την όψη σου
καθρεφτίζεις,
κι όλο τρέχουμε κι αλλάζουμε κι όλο ίδια
μας νομίζεις.

Κι αν χανόμαστε αποκάτου από τη γη
βυθισμένα,
μας τραβάει ξανά στον ήλιο ένας θνητός
σαν εσένα.

Τώρα γύρε εδώ, κι απάνου μας
καθρεφτίσου...
Σ' αεροφέρνει ίσα μ' εμάς, κι υψώνει σε, άνθρωπε,
το βιολί σου!


Των Θεών βωμοί,
κάστρα των Πατρίδων,
της Αγάπης περιβόλια,
ξύπνα τα τ' αθάνατα,
κοσμοπλάστρα μουσική!

Και ξυπνάς κι εσύ, ω μαγεύτρα
περδικόστηθη κυρά,
με τα λόγια προς τ' αστέρια
τα προσταχτικά.

Κι άφησες του τάφου μέσα
το κορμί του χαλασμού
και το μνήμα ήταν για σένα
πόρτα λυτρωμού.

Και μιλάς και γιγαντεύεις
και τους κόσμους ξεπερνάς,
και τ' αστέρια σου φορούνε
μια κορώνα ξωτικιάς,

και κατέχω στο πλευρό σου
τα γραφτά θνητών κι εθνών
και τ' απόκρυφα των κύκλων
και των ουρανών.

Και σου φέρνω αναστημένους
σε καθρέφτες μαγικούς
τις πεντάμορφες του κόσμου
κι όλους τους καιρούς.

Σάρκα η μουσική μου γίνεται
με την πλάστρα μας φωτιά
και γεννιούνται απ' τα φιλιά μας
τ' αψεγάδιαστα παιδιά.

Κι ο Αρχοντάθρωπος με κείνα,
στερνοπαίδι, ο λυτρωτής,
πλάσμα ακόμα πιο γιομάτο,
πλάστης πιο βαθύς.

Κι ο άνθρωπος ο βαριομοίρης
να! υψωμένος νικητής
σε μια γη πλατιά, προφήτης
μιας πλατύτερης ψυχής.

Το χρυσάφι, το πετράδι,
και το θησαυρό,
λείψαν' άγια, τίμια ξύλα,
κάθε πρόσφορο ιερό,

κι όσα φέρνει η Δύση, ο Νότος,
η Ανατολή, ο Βοριάς,
μπρός στα πόδια σου τα ρίχνω
για να τα πατάς.

Για ένα χάιδιο σου πεθαίνω
χίλιους πεθαμούς,
το φιλί σου αξίζει, Αγάπη,
χίλιους λυτρωμούς!


http://pribas.blogspot.gr/2013/07/i.html


Κωστής Παλαμάς «Ο δωδεκάλογος του γύφτου» ανάλυση από τον Κώστα Μάντη http://latistor.blogspot.gr/2013/10/blog-post_13.html


(απόσπασμα από τον Προφητικό)


Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ είναι ένα συνθετικό ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1907. Σ’ αυτό ο Γύφτος παρουσιάζεται ως σύμβολο της ελεύθερης, αδούλωτης ψυχής και της δημιουργικής δράσης που δε σταματάει πουθενά, δεν υποτάσσεται σε τίποτε, αλλά προχωρεί συνεχώς γκρεμίζοντας τα παλιά και τα σάπια και χτίζοντας τα καινούρια και τα γερά.
Ο Προφητικός είναι ο όγδοος από τους δώδεκα λόγους και ο πιο παλιός. Γράφτηκε το 1899, δηλαδή την επαύριο της εθνικής ταπείνωσης του '97 . Σ’ αυτόν ο ποιητής, βαθιά πληγωμένος, εκφράζει τη συνείδηση του έθνους του. Το σκηνικό τοποθετείται στο Βυζάντιο και τα γεγονότα μετατρέπονται σε προφητείες. Βλέπουμε στην Πόλη το βασιλιά να διασκεδάζει, να παίρνει μέρος σε αγώνες σαν άλλος Νέρωνας και να αποθεώνεται από τους κόλακες και τους αυλόδουλους. Ο Τούρκος πλησιάζει, αλλά όλοι μένουν αδιάφοροι, παραδομένοι στη διαφθορά. Κανένας δεν ακούει τη φωνή των ακριτών. Ο ποιητής-προφήτης τα βλέπει όλ’ αυτά, αγανακτεί και προλέγει το χαμό της πολιτείας. Ο πόνος του για τον ξεπεσμό και το κατάντημα που βλέπει, φτάνει ως τα όρια της απελπισίας και από κει αναδύεται ένα όραμα ελπίδας και αισιόδοξο μήνυμα εθνικής αναγέννησης.


Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα ‘ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν’ απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι.
Θα ‘ρθει κι η ώρα· εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου· γέρνεις· όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.

Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές·
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές·
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.
.................................
Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.


Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, -
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!


Ο πόλεμος του 1897. Στις 27 και 28 Μαρτίου του 1897, 3.000 ενόπλων της Εθνικής Εταιρίας εισέβαλαν στη Μακεδονία σε 3 σώματα∙ στην αρχή είχαν επιτυχία και καταδίωξαν τις ασθενείς τουρκικές φρουρές. Δύο μέρες όμως αργότερα προσβλήθηκαν από τακτικό στρατό, διασκορπίσθηκαν και επέστρεψαν στο ελληνικό έδαφος. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την οργή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και χαρακτηρίστηκε ως ανειλικρινής πράξη, ενώ στην Τουρκία έδωσε την αναζητούμενη αφορμή πολέμου. Η κυβέρνηση βέβαια προσπάθησε να απεκδυθεί της ευθύνης εκείνης της ενέργειας, ήταν όμως πολύ αργά. Το απόγευμα της 5ης/17 Απριλίου η Πύλη ανακοίνωσε στον Έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη ότι είχε αποφασίσει τη διακοπή των ελληνοτουρικών σχέσεων και την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων.
Μετά τις αψιμαχίες της 4ης και 5ης Απριλίου 1897, άρχισαν από την επομένη, 6η Απριλίου, κανονικά οι εχθροπραξίες στο δυτικό τμήμα της ελληνοτουρκικής μεθορίου. Οι Έλληνες κράτησαν τις θέσεις τους μέχρι τις 12 Απριλίου οπότε, μετά τη μάχη των Δελεριών, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από τη Λάρισα στα Φάρσαλα με μια ταξιαρχία αποσπασμένη στο Βελεστίνο για να καλύπτει το Βόλο. Η υποχώρηση αυτή άφησε τους Τούρκους κύριους της θεσσαλικής πεδιάδας και προκάλεσε και την υποχώρηση των μικρών τμημάτων προκαλύψεως που βρίσκονταν δυτικότερα στην περιοχή του Βελεμίστη. Τρεις μέρες μετά οι Τούρκοι κινήθηκαν για να καταλάβουν το Βόλο, αλλά στο Βελεστίνο η ταξιαρχία Σμολένσκη τους κράτησε μέχρι τις 24 Απριλίου. Στις 23 Απριλίου μια άλλη τουρκική φάλαγγα προσέβαλε τις ελληνικές προφυλακές στα βόρεια των Φαρσάλων, πράγμα που εξανάγκασε το αρχηγείο την ίδια νύχτα να διατάξει γενική σύμπτυξη στο Δομοκό. Την ίδια πορεία ακολούθησε και η αήττητη ταξιαρχία του Σμολένσκη και έτσι στις 26 Απριλίου οι Τούρκοι κατέλαβαν το Βόλο. Στις 5 Μαΐου του 1897 δόθηκε η τελευταία μεγάλη μάχη του πολέμου στο Δομοκό. Οι Έλληνες υποχώρησαν και πάλι μέσα από τα περάσματα της Όθρυος, καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους και δίνοντας μάχες οπισθοφυλακής. Η ανακωχή υπογράφηκε έξω από τη Λαμία στις 7 Μαΐου 1897. Στο Ηπειρωτικό μέτωπο οι Έλληνες ανέπτυξαν επιθετική πρωτοβουλία αλλά με πολύ περιορισμένες δυνάμεις για να έχουν σημαντικά αποτελέσματα (μάχες Πέντε Πηγαδιών στις 11 και 17 Απριλίου, του Γριμπόβου στις 1 με 3 Μαΐου, απόβαση των σωμάτων στην Πρέβεζα την 1η με 3η Μαΐου και την τελευταία απόπειρα αντιπερισπασμού στο Συρράκο στις 4 με 5 Μαΐου). Οι Τούρκοι κράτησαν τα ελληνικά εδάφη στα βόρεια και ανατολικά της γραμμής ανακωχής μέχρι τις 22 Νοεμβρίου 1897, οπότε υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη η συνθήκη ειρήνης. Σύμφωνα με τους εδαφικούς όρους αυτής της συνθήκης γίνονταν στη θεσσαλική μεθόριο συνοριακές βελτιώσεις προς όφελος της Τουρκίας σε σημεία στρατηγικής σημασίας, συνολικής εκτάσεως 395 τ.χ.


Η πτώχευση του 1893. Στις 10 Δεκεμβρίου 1893 ο Χ. Τρικούπης υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει από το βήμα της βουλής ότι «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», κηρύσσοντας επίσημα το ελληνικό κράτος σε κατάσταση πτωχεύσεως, ως προς τις πληρωμές στο εξωτερικό. Η είδηση της πτωχεύσεως προκάλεσε την εξέγερση όλων των δανειστών: Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο ζητούσαν την κεφαλή του Τρικούπη και αξιούσαν ομόφωνα πια την επιβολή διεθνούς ελέγχου πάνω στις εισπράξεις των προσόδων του δημοσίου.
Η κυβέρνηση του Τρικούπη εξουσιοδοτήθηκε από τη βουλή για να διαπραγματευτεί τους όρους του πτωχευτικού συμβιβασμού με τους δανειστές της. Πρώτο μέτρο ήταν η περικοπή των ετησίως καταβαλλόμενων τοκομεριδίων κατά 70%. Αυτό είχε βέβαια σαν αυτόματη συνέπεια τον εκμηδενισμό της αξίας των ελληνικών χρεογράφων στα χρηματιστήρια του εξωτερικού. Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε πια η Ελλάδα δεν ήταν τόσο το ποσό του χρέους, όσο ο διεθνής κλονισμός της ελληνικής αξιοπιστίας. Η διεθνής ανυποληψία της Ελλάδας δεν περιοριζόταν μόνο στους οικονομικούς κύκλους, αλλά επεκτεινόταν ταχύτατα και στο χώρο των πολιτικών συναλλαγών. Η διεθνής αντίδραση κατά της ελληνικής χρεοκοπίας καλλιεργούνταν συστηματικά. Η αγανάκτηση μετά την ενοποίηση και το συντονισμό των ομίλων των δανειστών, κατέκτησε και τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών. Οι Γερμανοί κεφαλαιούχοι θεώρησαν ότι είχαν ιδιαίτερα θιγεί. Ο λόγος ήταν ότι, με την ευκαιρία του συνοικεσίου Κωνσταντίνου – Σοφίας, είχαν αγοράσει μαζικά τα ελληνικά χρεόγραφα. Οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Αγγλίας χρησιμοποίησαν κάθε είδους εκβιασμό και απειλή κατά της Ελλάδας για να προστατεύσουν τα συμφέροντα των θιγόμενων υπηκόων τους. Όμως η πιο λυσσαλέα και βάναυση αντίδραση ήταν του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Φαίνεται ότι πίσω από αυτή τη στάση του Γερμανού αυτοκράτορα υπήρχε πολιτικός υπολογισμός: Ο Κάιζερ υπολόγισε ότι ταπεινώνοντας την Ελλάδα (δηλαδή τη χώρα που απειλούσε μόνιμα την οθωμανική ακεραιότητα στο όνομα μιας Μεγάλης Ιδέας) θα κολάκευε την Τουρκία, η φιλία της οποίας του ήταν απαραίτητη για να υλοποιήσει την περίφημη «εξόρμηση προς ανατολάς». Έτσι, μετά τον αποκλεισμό του 1866, η Ελλάδα έβλεπε, για μιαν ακόμα φορά, τις κυβερνήσεις των Δυνάμεων να ορθώνονται απειλητικά εναντίον της. Μέσα σε ένα κλίμα από πρωτοφανείς οικονομικές και πολιτικές απειλές, όλες οι προσπάθειες για πτωχευτικό συμβιβασμό ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και στους δανειστές του απέτυχαν.
[Οι πληροφορίες έχουν αντληθεί από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ, της Εκδοτικής Αθηνών]


Ο ατυχής πόλεμος του 1897 κι η προηγηθείσα χρεοκοπία του 1893 είχαν δημιουργήσει την εποχή εκείνη ένα εξαιρετικά δυσοίωνο κλίμα για την Ελλάδα. Ο ποιητής ανήσυχος με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα και βλέποντας τις συνεχείς αστοχίες στους χειρισμούς των εθνικών ζητημάτων, επιχειρεί να θυμίσει στους συγκαιρινούς του πως η καταστροφή δεν αργεί να προκύψει, όταν οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα των καταστάσεων. Άλλωστε, δεν είχαν περάσει παρά μερικές δεκαετίες από τότε που οι Έλληνες είχαν με κόπο απελευθερώσει μέρος μόνο του σημερινού ελληνικού εδάφους∙ κι οι Τούρκοι δε θα δίσταζαν να εκμεταλλευτούν τη δεινή οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας.
Ο ποιητής, ωστόσο, τοποθετεί την προφητεία του στο χρονικό πλαίσιο των τελευταίων χρόνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, προλέγοντας την πτώση της και τη λήθη που θα σκεπάσει το πέρασμα του κάποτε ένδοξου βασιλείου. Αποφεύγει, δηλαδή, να αναφερθεί ανοιχτά στα γεγονότα της εποχής του, καθώς αυτό θα έδινε, όχι μόνο επικαιρικό χαρακτήρα στους στίχους του, αλλά και θα τους έφερνε στο επίπεδο του απλού πολιτικού σχολιασμού, υπονομεύοντας αισθητά την αποτελεσματικότητα της μεταδιδόμενης προειδοποίησης. Αντιθέτως, τη στιγμή που προφητεύει την πτώση του Βυζαντίου, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πολύ καλά την εγκυρότητα της πρόβλεψης∙ γνωρίζει ήδη από την ιστορία πως η μεγάλη αυτή αυτοκρατορία κατέρρευσε και αλώθηκε, έχοντας περάσει από τα χέρια ανθρώπων που υπέπεσαν σε σοβαρά λάθη∙ ανθρώπων που ενώ θα έπρεπε να μεριμνούν για τις ανάγκες της εκείνοι φρόντιζαν για τη δική τους ευχαρίστηση και πλουσιοπάροχη ζωή.


«Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα ‘ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν’ απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι.
Θα ‘ρθει κι η ώρα∙ εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου∙ γέρνεις∙ όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.»


Ο Προφήτης προσφωνεί την παινεμένη Χώρα∙ τη χώρα που δίκαια έλαβε τη θέση της ανάμεσα στις άλλες ένδοξες χώρες -θυμίζοντας έτσι το ύψος που αξιώθηκε-, όχι όμως για να την τιμήσει, αλλά για να αποδώσει με μεγαλύτερη έμφαση την προειδοποίηση για την πτώση που την προσμένει. Πλησιάζει η ώρα που η κραταιά αυτή δύναμη θα καταρρεύσει κι η Φήμη που συνόδευε τα έργα και τα κατορθώματά της, η Φήμη που για αιώνες διαλαλούσε το κύρος της, θα σαλπίσει για μια τελευταία φορά προς όλες τις μεριές του κόσμου, προτού σιγάσει για πάντα.
Η σημαντική αυτή αυτοκρατορία που κάλυπτε στα χρόνια της ακμής της μια τεράστια έκταση ευρωπαϊκών, ασιατικών και αφρικανικών εδαφών, έχοντας υπό τον έλεγχό της εκατοντάδες εθνότητες, κατέπεσε σταδιακά, περιλαμβάνοντας προς το τέλος μόλις την περιοχή του Βυζαντίου και κάποιες κτήσεις στον ελληνικό χώρο. Η πορεία της παρακμής, η πορεία που οδηγούσε στο σβήσιμο του άστρου της λαμπρής αυτοκρατορίας, συνεχιζόταν χωρίς σταματημό, καθώς οι κρατούντες δεν φαίνονταν να νοιάζονται ή να μπορούν ν’ αφυπνιστούν από το λήθαργο της χλιδής και των απολαύσεων.
Ο ποιητής με την αναφορά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα προχωρά σε μια ακόμη υπενθύμιση του μεγαλείου της εκτενούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μόνο και μόνο για να τονίσει πως πλέον υπάρχει γι’ αυτή
μόνο ένας δρόμος, αυτός που την οδηγεί στον τελειωτικό χαμό της. Η αυτοκρατορία δύει, όπως δύει κι ο ήλιος, με τη διαφορά όμως πως γι’ αυτήν δε θα υπάρξει άλλη ανατολή. Η αυτοκρατορία θα χαθεί για πάντα.


[Στους στίχους αυτούς έχουμε επαναλήψεις: Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα / παινεμένη, σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση. Σχήμα χιαστό στους δύο πρώτους στίχους, όπου ο πληθυντικός κάθε λέξης συνδυάζεται με τον ενικό αριθμό της ίδιας λέξης. Προσφώνηση και προσωποποίηση (Χώρα), προσωποποίηση έχουμε και ως προς τη Φήμη. Παρομοίωση (σαν το δρόμο του ήλιου), αλλά και συχνή χρήση μεταφορικού λόγου (θα πέσεις, το ψήλος σου κ.ά.).]


«Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές∙
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές∙
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.»


Κι αν κάποτε το μεγαλείο της ήταν ασύγκριτο, εντούτοις, τώρα που φτάνει στο τέλος της, γίνεται σαφές πως δε θ’ απομείνει τίποτε που να θυμίζει και να τιμά το πέρασμά της. Θα χαθεί, όπως χάνονται λιβάδια που δεν ήταν ποτέ πραγματικά κι είχαν φτιαχτεί με μάγια∙ θα εξαφανιστεί πλήρως, δηλαδή, σαν κάτι που δεν είχε ποτέ ουσιαστική υπόσταση και αληθινές ρίζες. Θα χαθεί σαν κάτι που δεν ήταν ποτέ γέννημα μιας πραγματικής ανάγκης∙ σαν κάτι ψεύτικο, που εξαρχής προοριζόταν να είναι πρόσκαιρο. Σκέψη που υπονοεί, σε ό,τι αφορά τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το γεγονός πως δημιουργήθηκε με τη δύναμη των όπλων και παρέτεινε μ’ αυτό τον τρόπο την ύπαρξή της για χίλια χρόνια, χωρίς ωστόσο να αποτελεί ένα πραγματικά εθνικά ομοιογενές κράτος, που θα μπορούσε να διεκδικεί ένα διαχρονικό μέλλον ή να επαίρεται για την ιστορία της. Η αυτοκρατορία αυτή, όπως οι περισσότερες άλλωστε, επιβλήθηκε στους επιμέρους λαούς, χωρίς να συνιστά αποτέλεσμα μιας αυτόβουλης, ομόθυμης και ισχυρής επιδίωξης των ανθρώπων που αποτελούσαν την πολυφυλετική βάση της.
Συνάμα, ωστόσο, η δυσοίωνη αυτή πρόβλεψη ακούγεται εξίσου απειλητική και για το μόλις τότε δημιουργούμενο ελληνικό κράτος, το οποίο κινδύνευε να βρεθεί σε μια αντίστοιχη ολέθρια πορεία, προτού καν προλάβει να στεριώσει την ύπαρξή του στη συνείδηση του κόσμου. Κι αν η αυτοκρατορία είχε διανύσει μια χιλιετία προτού φτάσει στην τελική παρακμή της, το ελληνικό κράτος ήταν μόλις λίγων δεκαετιών, κι αυτό σήμαινε πως δεν είχε κανένα περιθώριο για λάθη και αβλεψίες. Αν μπορούσε να ξεχαστεί πλήρως μια χιλιόχρονη αυτοκρατορία, τότε σίγουρα μπορούσε να ξεχαστεί κι ένα κράτος που ήταν ακόμη στα σπάργανά του.
Ο Προφήτης είναι αμείλικτος στην περιγραφή του. Τα σημάδια που θ’ αφήσει η αυτοκρατορία στη μνήμη των ανθρώπων, θα είναι ελαφρότερα κι από αυτά που αφήνει η πρωινή δροσιά. Κανείς δε θα θυμάται και κανείς δε θα θρηνήσει για το χαμό της, πέρα από τα κλαψοπούλια (οι κουκουβάγιες) σε βράδια αχνά -σε βράδια που χάνουν σιγά σιγά την έντασή τους, όπως χάνεται κι η μνήμη της αυτοκρατορίας-, κι οι κλαίουσες ιτιές πάνω απ’ τα εναπομείναντα μνήματα.


[Στους στίχους αυτούς ο ποιητής χρησιμοποιεί μεταφορά (θα σβήσεις, τα σημάδια), προσωποποιήσεις (τα πουλιά και τα δέντρα που θρηνούν), παρομοίωση (καθώς σβήνουνε λιβάδια), καθώς και παραστατικές εικόνες.]


«Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.»


Η πτώση, ωστόσο, της αυτοκρατορίας -όπως κι η πτώση και τα προβλήματα κάθε κράτους-, δεν προέκυψε νομοτελειακά ή ως κάτι τυχαίο. Ήταν απόρροια της κακής διοίκησης, της διαφθοράς, των αλόγιστων σπαταλών και του κοντόφθαλμου σχεδιασμού εκείνων που είχαν την ευθύνη της διοίκησής της. Η καταρρέουσα αυτοκρατορία δεν είναι το αθώο θύμα μιας κακής συγκυρίας, είναι υπεύθυνη για τον όλεθρό της, γι’ αυτό και θα πληρώσει τα λάθη της, όχι μόνο με την καταστροφή της, αλλά και με μια αδιάκοπη, μεταθανάτια τιμωρία.
Η διεφθαρμένη Ψυχή της αυτοκρατορίας θα εγκαταλείψει το σάπιο κορμί της, για τον ενταφιασμό του οποίου δε θα βρεθεί ούτε το ελάχιστο κομμάτι γης. Θα παραμείνει ένα άθαφτο ψοφίμι, βορά των άγριων σκυλιών και των ερπετών. Κι ό,τι θα κρατά απ’ αυτό ο Καιρός, ο διαρκώς υπάρχων χρόνος, θα είναι η φρικτή ανάμνηση ενός πανάθλιου σκελετού.
Οι εξαιρετικά απωθητικές εικόνες που δημιουργεί εδώ ο ποιητής για τη μοίρα που προσμένει την αποσυντιθέμενη αυτοκρατορία, φανερώνουν όλη την αγανάκτησή του για τα λάθη, για τον ολέθριο ωφελιμισμό και τη διαφθορά των κρατούντων, που παρασύρουν στην καταστροφή μια ολόκληρη αυτοκρατορία. Η απληστία, η ασυδοσία, τα πάθη και οι ανούσιες απολαύσεις των λίγων ισχυρών, έχουν ως αποτέλεσμα τη διάλυση μιας ένδοξης αυτοκρατορίας∙ ή σε συσχέτιση με το παρόν του ποιητή ενός κράτους που δημιουργήθηκε με τις αιματηρές θυσίες των απλών πολιτών.


[Έχουμε κι εδώ προσωποποιήσεις (Ψυχή, Καιρός), μεταφορές (το κορμί, παραδαρμένη, ψοφίμι, σκέλεθρου) και φυσικά εικόνες.]


«Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, -
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»


Η πτώση, αλλά και η μετέπειτα σκληρή τιμωρία της αυτοκρατορίας, θα συνεχιστεί μέχρι να τη λυπηθεί ο Θεός της αγάπης, μέχρι να φανεί πως έχει πληρώσει αρκετά για την πληθώρα των κριμάτων της. Και τότε θα έρθει το κάλεσμα του λυτρωμού, τότε η διεφθαρμένη Ψυχή θ’ ακούσει τη φωνή του σωτήρα της, και αφού απαλλαγεί από τις πρότερες αμαρτίες της, αφού εγκαταλείψει όλους αυτούς τους τρόπους που την οδήγησαν στο χαμό, θ’ αρχίσει να λαμβάνει και πάλι ζωή. Θα αρχίσει να κινείται απαλά, όπως η χλόη υπό τη δύναμη ενός ελαφρού αέρα, όπως πετά ένα πουλί, όπως απαλά κινείται το στήθος μιας γυναίκας ή ένα κύμα.
Κι αφού δε θα υπάρχει πια άλλο πιο χαμηλό σημείο για να πέσει, αφού θα έχει ήδη κατρακυλήσει μέχρι το πιο βαθύ σημείο τη σκάλα του Κακού, της αμαρτίας και του ολέθρου∙ θα υπακούσει στο κάλεσμα του λυτρωτή της και θα αισθανθεί να φυτρώνουν ξανά τα φτερά του αλλοτινού της μεγαλείου.
Ο Προφήτης προβλέπει για την κατεστραμμένη αυτοκρατορία μιαν ανέλπιστη διαδικασία επιστροφής, μιαν αναγέννηση που θα προκύψει όμως από τις στάχτες της, κι αφού προηγουμένως έχει πληρώσει για τα λάθη του παρελθόντος. Ο ποιητής σε πρώτη ανάγνωση ενδίδει στη γοητεία του μύθου, που θέλει το ξαναγέννημα της αυτοκρατορίας, αλλά επί της ουσίας απευθύνει τα λόγια του στους ανθρώπους της εποχής του. Το ελληνικό κράτος που μοιάζει να βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, μπορεί να γνωρίσει μια νέα άνθιση, μπορεί να γνωρίσει στιγμές μεγαλείου, αρκεί να απαλείψει, όσο είναι καιρός, τα λάθη και τις αδυναμίες των ηγετών του. Το ελληνικό έθνος μπορεί να φτάσει σε νέα ύψη δόξας, αρκεί να συνειδητοποιήσει πως τίποτε το σπουδαίο δεν πετυχαίνεται, όταν οι άνθρωποι -και ιδίως οι κρατούντες- αφήνονται στη ματαιοδοξία, στην ανούσια χλιδή και στο κυνήγι του προσωπικού κέρδους. Τίποτε σπουδαίο δεν γίνεται, όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν πώς να διασκεδάσουν και να χαρούν το επισφαλές παρόν τους, χωρίς να φροντίζουν για τη διασφάλιση ενός ισχυρού και ακμάζοντος μέλλοντος.


[Στους στίχους αυτούς έχουμε αντίστοιχα προσωποποιήσεις (Κακού, Ψυχή), μεταφορές (παραδαρμένη, κατρακυλήσεις, φυτρώσουν, φτερά κ.ά.), αναδίπλωση (τα φτερά, / τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα), εικόνες, αλλά και την αναφώνηση ω χαρά.
Ας σημειωθεί πως το μέτρο που ακολουθεί εδώ ο ποιητής είναι τροχαϊκό, βασίζεται δηλαδή σε δισύλλαβους πόδες, στους οποίους η πρώτη συλλαβή είναι τονισμένη κι δεύτερη άτονη: το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει]


Ο ποιητής καταγράφει τις εικόνες παρακμής που αντίκρισε ο Προφήτης, όταν αναζήτησε τον βασιλιά του Βυζαντίου, όταν αναζήτησε εκείνον που πρώτος απ’ όλους θα έπρεπε να δουλεύει για τη σωτηρία της αυτοκρατορίας:


«Και τον είδε με τους μίμους,
και τον είδε με τους νάνους,
με του τσίρκου τους παλιάτσους,
με του τσίρκου τις καρούχες,
με του τσίρκου τους ηρώους.
Ταίρι και όλων ειν’ ο Ρήγας,
όλων είναι σταυραδέρφι,
κι αγωνίζεται μαζί τους,
μεθοκόπος, χαροκόπος,
μεσ’ στον Τσίρκο τον απέρνατο
που γιορτάζει το μεγάλο
το μαγιάτικο γιορτάσι.»



φωτογρ.βιβλίου http://www.botsisauctions.com/gr/AuctionsDetails/570/%CE%A0%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%9C%CE%91%CE%A3,-%CE%9A%CE%A9%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%A3.-

Κ. Γ. Καρυωτάκης Νηπενθή

Νηπενθή
Κ. Γ. Καρυωτάκης
επιμέλεια: Γιάννης Κορίδης
επιμέλεια σειράς: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης
Ιωλκός, 2011
70 σελ.
ISBN 978-960-426-613-5, 
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1] 


Η δεύτερη, χρονολογικά, ποιητική συλλογή του Κ. Γ. Καρυωτάκη, "Νηπενθή" (1921), χαρακτηρίστηκε από την τότε κριτική ως ένα λυρικό φως ανάμειχτο με το σαρκασμό, τη σάτιρα και τον πόνο των πραγμάτων. Στοιχεία που εξέφραζαν με σπαραγμό το ανίατο άλγος του ποιητή.

Τα "Νηπενθή" επανακυκλοφορούν, σε μια πολύ καλαίσθητη έκδοση, στη σειρά "Αιώνια Ποίηση" των εκδόσεων "Ιωλκός". Είναι αυτά που δημιούργησαν τον "Καρυωτακισμό", έναν όρο που σηματοδοτεί τον ανέραστο και ανέλπιδο βίο, του αυτόχειρα της Πρέβεζας. Είναι αυτά που καθιέρωσαν τον Καρυωτάκη ως μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, μοναδική στη λογοτεχνία μας.

Η εικονογράφηση της νέας έκδοσης του εξωφύλλου των "Νηπενθή" είναι της Πανδώρας Γιαμαλίδου, η επιμέλεια του Γιάννη Κορίδη και ο σχεδιασμός εξωφύλλου του Δημήτρη Κουρκούτη.

Βασικό γνώρισμα της σειράς "Αιώνια Ποίηση" των εκδόσεων "Ιωλκός" είναι η τυπογραφική καλαισθησία και η προσιτή λιανική τιμή των τίτλων που την αποτελούν.

Συλλογή:ΝΗΠΕΝΘΗ

Εκδόθηκε το 1921, αλλά είναι άγνωστο πότε ακριβώς, από ποιο τυπογραφείο και σε πόσα αντίτυπα. Στον υπότιτλο γράφει: «Ποιήματα βραβευμένα στο Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό». Ο Καρυωτάκης υπέβαλε τα ποιήματα της συλλογής αυτής στο Διαγωνισμό υπό τον τίτλο Τραγούδια της Πατρίδας, μάλλον γιατί σύμφωνα με την προκήρυξη του εν λόγω διαγωνισμού τα ποιήματα έπρεπε να έχουν πατριωτικό θέμα. Μοιράστηκε το ένα βραβείο [1.000 δρχ.] με τον Νικ. Κυπαρίσση (για τη συλλογή του Ολυμπιακά). Το άλλο βραβείο έλαβε η συλλογή Ανοιχτό Παράθυρο του Στέφανου Δάφνη.

Η λέξη νηπενθή είναι ομηρική («νηπενθές φάρμακον», Οδύσσεια, δ 221) και σημαίνει: που διώχνουν το πένθος. Ο Μπωντλαίρ -- με κείμενο του οποίου προλογίζει τη συλλογή του ο Κ. -- χαρακτήρισε "pharmakon nepenthes" το όπιο.

Η συλλογή υποδιαιρείται σε τέσσερα μέρη (μετά το «Σαν Πρόλογος»):
1. Πληγωμένοι Θεοί (7 ποιήματα)
2. Η Σκιά των Ωρών (18 ποιήματα)
3. Νοσταλγικά (12 ποιήματα)
4. Μεταφράσεις (6 ποιήματα)


ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ἡ κούνια μου ἀκουμποῦσε στὴ βιβλιοθήκη, Βαβὴλ σκοτεινόν, ὅπου μυθιστόρημα, ἐπιστήμη, μυθολογία, τὰ πάντα, ἡ λατινικὴ τέφρα καὶ ἡ ἑλληνικὴ σκόνη, ἀνακατευόσαντε. Δὲν ἤμουν μεγαλύτερος ἀπὸ ἕνα βιβλίο.

Δυὸ φωνὲς μοῦ μιλοῦσαν. Ἡ πρώτη, ὕπουλη καὶ σταθερή, ἔλεγε: «Ἡ Γῆ εἶναι ἕνα γλύκισμα ὡραῖο· μπορῶ (καὶ ἡ εὐχαρίστησή σου θά ῾ναι τότε χωρὶς τέλος!) νὰ σοῦ δώσω μίαν ὄρεξη παρόμοια μεγάλη». Καὶ ἡ δεύτερη: «Ἔλα! ὤ, ἔλα στὸ ταξίδι τῶν ὀνείρων, πέρα ἀπὸ τὸ δυνατό, πέρα ἀπὸ τὸ γνωρισμένο!».Καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἐτραγουδοῦσε ὅπως ὁ ἄνεμος στὶς ἀκρογιαλιές, φάντασμα ποὺ κλαυθμυρίζει καὶ κανεὶς δὲν ξέρει πούθε ἦρθε, ποὺ χαϊδεύει τὸ αὐτὶ κι ὅμως τρομάζει. Σοῦ ἀπάντησα: «Ναί! γλυκιὰ φωνή!».

Ἀπὸ τότε κρατάει αὐτὸ ποὺ μπορεῖ, ἀλίμονο! νὰ εἰπωθεῖ πληγή μου καὶ πεπρωμένο μου. Πίσω ἀπὸ τὶς σκηνοθεσίες τῆς ἀπεράντου ὑπάρξεως, στὸ μελανότερο τῆς ἀβύσσου, βλέπω καθαρὰ κόσμους παράξενους, καί, θῦμα ἐκστατικὸ τῆς ὀξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια ποὺ μοῦ δαγκάνουν τὰ πόδια. Κι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀγαπῶ τόσο τρυφερά, καθὼς οἱ προφῆτες, τὴν ἔρημο καὶ τὴ θάλασσα, γελῶ στὰ πένθη κλαίω στὶς γιορτές, βρίσκω μία γεύση γλυκιὰ στὸ πικρὸ κρασί, νομίζω πολλὲς φορὲς γιὰ ψέματα τὶς ἀλήθειες, καί, μὲ τὰ μάτια στὸν οὐρανό, πέφτω σὲ γκρεμούς.

Ἀλλὰ ἡ Φωνὴ μὲ παρηγορεῖ καὶ λέει: «Κράτησε τὰ ὄνειρά σου· οἱ συνετοὶ δὲν ἔχουν ἔτσι ὡραῖα σὰν τοὺς τρελούς!»

CHARLES BAUDELAIRE
ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ

Δικά μου οἱ στίχοι, ἀπ᾿ τὸ αἷμα μου, παιδιά.
Μιλοῦνε, μὰ τὰ λόγια σὰν κομμάτια
τὰ δίνω ἀπὸ τὴν ἴδια μου καρδιά,
σὰ δάκρυα τοὺς τὰ δίνω ἀπὸ τὰ μάτια.

Πηγαίνουν μὲ χαμόγελο πικρό,
ἀφοῦ τὴ ζωὴν ἀνιστορίζω τόσο.
Ἥλιο καὶ μέρα καὶ ἥλιο τοὺς φορῶ,
ζώνη νὰν τά ῾χουν ὅταν θὰ νυχτώσω.

Τὸν οὐρανὸν ὁρίζουν, τὴ γῆ.
Ὅμως ρωτιοῦνται ἀκόμα σὰν τί λείπει
καὶ πλήττουνε καὶ λιώνουν πάντα οἱ γιοὶ
μητέρα ποὺ γνωρίσανε τὴ Λύπη

Τὸ γέλιο τοῦ ἁπαλότερου σκοποῦ,
τὸ πάθος μάταια χύνω τοῦ φλαούτου·
εἶμαι γι᾿ αὐτοὺς ἀνίδεος ρήγας ποὺ
ἔχασε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ του.

Κεῖ ρεύουνε καὶ σβήνουν καὶ ποτὲ
δὲν παύουνε σιγά-σιγὰ νὰ κλαῖνε.
Ἀλλοῦ κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, τὸ πλοῖο σου φέρε μου νὰ πλένε

ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Γέλιο τῶν θεῶν, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, ποὺ δρομεῖς,
τοῦ πλοίου μας εὐλογία,
ὅμοια γαλήνη σου βαθιὰ κι ὅμοια βαθιὰ θ᾿ ἀκούαμε μεῖς
ἐδῶ τὴν τρικυμία.

Κάτου ἀπ᾿ τὴν πάχνη ἀναρριγᾷ, μὲ τοῦ κορμιοῦ της τὴν ὀγρὴ
νωχέλεια, περιστέρα

ἡ Ἀθήνα, κι ἡδονεύεται ἀκὶ σὰν νυμφίον ἀκαρτερεῖ
τὸν ἥλιον ἀπὸ πέρα.

Εἶναι, ποὺ αἰθρίασεν, ὁ οὐρανὸς χήτη τοῦ Πήγασου, ξανθὴ
τοῦ Παρθενῶνα μοῖρα,

ποτήρι καὶ ξανάστροφα τὸ κρεμεῖ ὁ Δίας γιὰ νὰ χυθεῖ
τ᾿ ὀνειροφῶς πλημμύρα.

Ἄσωτο φτάνω ἐγὼ παιδὶ πάλι σὲ σᾶς, νὰ λυγιστῶ
στὴν αὔρα σὰ λουλούδι,

χῶμα, οὐρανὲ καὶ θάλασσα τῆς Ἀττικῆς, ποὺ σᾶς χρωστῶ
τὰ πάντα, τὸ Τραγούδι!

ΕΥΓΕΝΕΙΑ

Κάνε τὸν πόνο σου ἅρπα.
Καὶ γίνε σὰν ἀηδόνι,
καὶ γίνε σὰ λουλούδι.
Πικροὶ ὅταν ἔλθουν χρόνοι,
κάνε τὸν πόνο σου ἅρπα
καὶ πέ τονε τραγούδι.

Μὴ δέσεις τὴν πληγή σου
παρὰ μὲ ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
-- γιὰ μπάλσαμο -- καὶ ἀφιόνια.
Μὴ δέσεις τὴν πληγή σου,
καὶ τὸ αἷμα σου, πορφύρα.

Λέγε στοὺς θεοὺς «νὰ σβήσω!»
μὰ κράτα τὸ ποτήρι.
Κλότσα τὶς ἡμέρες σου ὄντας
θὰ σοῦ ῾ναι πανηγύρι.
Λέγε στοὺς θεοὺς «νὰ σβήσω!»
μὰ λέγε το γελώντας.

Κάνε τὸν πόνο σου ἅρπα.
Καὶ δρόσισε τὰ χείλη
στὰ χείλη τῆς πληγῆς σου.
Ἕνα πρωί, ἕνα δείλι,
κάνε τὸν πόνο σου ἅρπα
καὶ γέλασε καὶ σβήσου.

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ

Οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶνε ὀμπρὸς καὶ βλέπουνε ὡς τὴν ἄκρη
τοῦ κονταριοῦ ποὺ ἐκρέμασαν σημαία τους τὴν Ἰδέα.
Κοντόφθαλμοι ὁραματιστές, ἕνα δὲν ἔχουν δάκρυ
γιὰ νὰ δεχτοῦν ἀνθρώπινα κάθε βρισιὰ χυδαία.

Σκοντάφτουνε στὴ Λογικὴ καὶ στὰ ραβδιὰ τῶν ἄλλων
ἀστεῖα δαρμένοι σέρνονται καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
ὁ Σάντσος λέει «δὲ σ᾿ τὸ ῾λεγα;» μὰ ἐκεῖνοι τῶν μεγάλων
σχεδίων, ἀντάξιοι μένουνε καί: «Σάντσο, τ᾿ ἄλογό μου!»

Ἔτσι ἂν τὸ θέλει ὁ Θερβάντες, ἐγὼ τοὺς εἶδα, μέσα
στὴν μίαν ἀνάλγητη Ζωή, τοῦ Ὀνείρου τοὺς ἱππότες
ἄναντρα νὰ πεζέψουνε καί, μὲ πικρὴν ἀνέσα,
μὲ μάτια ὀγρά, τὶς χίμαιρες ν᾿ ἀπαρνηθοῦν τὶς πρῶτες.

Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε -- παράφρονες, ὡραῖοι
ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο --
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!

Ο Ηλίας Λογοθέτης διαβάζει Καρυωτάκη (Δον Kιχώτες)

ΠΟΛΥΜΝΙΑ

Ψεύτικα αἰσθήματα
ψεύτη τοῦ κόσμου!
Μὰ τὸ παράξενο
φῶς τοῦ ἔρωτός μου
φέγγει στοῦ σκοτεινοῦ
δρόμου τὴν ἄκρη:
Μὲ τὸ παράπονο
καὶ μὲ τὸ δάκρυ,
κόρη χλωμόθωρη
μαυροντυμένη.
Κι εἶναι σὰν αἴνιγμα,
καὶ περιμένει.
Λάμπει τὸ βλέμμα της
ἀπ᾿ τὴν ἀσθένεια.
Σάμπως νὰ λιώνουνε
χέρια κερένια.
Στ᾿ ἄσαρκα μάγουλα
πῶς ἔχει μείνει
πίκρα τὸ νόημα
γέλιου ποὺ σβήνει!
Εἶναι τὸ ἀξήγητο
τὸ μικροστόμα
δίχως τὸ μίλημα,
δίχως τὸ χρῶμα.
Κάποια μεσάνυχτα
θὰ σὲ ἀγαπήσω,
Μοῦσα. Τὰ μάτια σου
θᾶν τὰ φιλήσω,
νά ῾βρω γυρεύοντας
μὲς στὰ νερά τους
τὰ χρυσονείρατα
καὶ τοὺς θανάτους,
καὶ τὴ βασίλισσα
λέξη τοῦ κόσμου,
καὶ τὸ παράξενο
φῶς τοῦ ἔρωτός μου.
ΠΟΙΗΤΕΣ

Πῶς σβήνετε, πικροὶ ξενιτεμένοι!
Ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν...
Βιολέτες κι ἀνεμῶνες, ξεχασμένες
στὰ ξένα ποὺ πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, ἀργυρὴ δροσοσταλίδα,
βαθιά σας τὴν ἐλπίδα τῆς πατρίδας...
Χτυπιοῦνται, πληγωμένες πεταλοῦδες,
στὸ χῶμα σας οἱ θύμησες κι οἱ πόθοι.
Τὸ φῶς, ποὺ κατεβαίνει, τῆς ἡμέρας,
κι ἁπλώνεται γλυκύτατο καὶ παίζει
μ᾿ ὅλα τριγύρω τ᾿ ἄλλα λουλουδάκια,
περνάει ἀπὸ κοντά σας καὶ δὲ βλέπει
τὸν πόνο σας ὡραῖο, γιὰ νὰ χαϊδέψει
τὰ πορφυρὰ θρηνητικὰ μαλλιά σας.
Εἰδυλλιακὲς οἱ νύχτες σᾶς σκεπάζουν,
κι ἢ καλωσύνη ἂν χύνεται τῶν ἄστρων,
ταπεινοὶ καθὼς εἶστε, δὲ σᾶς φτάνει.
Ὁλοῦθε πνέει, σὰ λίβας, τῶν ἀνθρώπων
ἡ τόση μοχθηρία καὶ σᾶς μαραίνει,
ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν.
ΜΠΑΛΑΝΤΑ

ΣΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Ἀπὸ θεοὺς κι ἀνθρώπους μισημένοι,
σὰν ἄρχοντες ποὺ ἐξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οἱ Βερλαίν· τοὺς ἀπομένει
πλοῦτος ἡ ρίμα πλούσια καὶ ἀργυρή.
Οἱ Οὐγκὸ μὲ «Τιμωρίες» τὴν τρομερὴ
τῶν Ὀλυμπίων ἐκδίκηση μεθοῦνε.
Μὰ ἐγὼ θὰ γράψω μία λυπητερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ῾ναι

Ἂν ἔζησαν οἱ Πόε δυστυχισμένοι,
καὶ ἂν οἱ Μπωντλαὶρ ἐζήσανε νεκροί,
ἡ Ἀθανασία τοὺς εἶναι χαρισμένη.
Κανένας ὅμως δὲν ἀνιστορεῖ
καὶ τὸ ἔρεβος ἐσκέπασε βαρὺ
τοὺς στιχουργοὺς ποὺ ἀνάξια στιχουργοῦνε.
Μὰ ἐγὼ σὰν προσφορὰ κάνω ἱερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ῾ναι.

Τοῦ κόσμου ἡ καταφρόνια τοὺς βαραίνει
κι αὐτοὶ περνοῦνε ἀλύγιστοι κι ὠχροί,
στὴν τραγικὴ ἀπάτη τους δομένοι
πὼς κάπου πέρα ἡ Δόξα καρτερεῖ,
παρθένα βαθυστόχαστα ἱλαρή.
Μὰ ξέροντας πὼς ὅλοι τους ξεχνοῦνε,
νοσταλγικὰ ἐγὼ κλαίω τὴ θλιβερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ῾ναι.

Καὶ κάποτε οἱ μελλούμενοι καιροί:
«Ποιὸς ἄδοξος ποιητής» θέλω νὰ ποῦνε
«τὴν ἔγραψε μίαν ἔτσι πενιχρὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ῾ναι;»
ΔΕΝΤΡΟ

Μὲ ἀδιάφορο τὸ μέτωπο καὶ πρᾶο,
τὰ δείλια, τὶς αὐγὲς θὰ χαιρετάω.

Δέντρο θὰ στέκομαι, ὅμοια νὰ κοιτάζω
τὴ θύελλαν ἢ τὸν οὐρανὸ γαλάζο.

Εἶναι ζωή, θὰ λέω, τὸ φέρετρο ὅπου
λύπη, χαρὰ τελειώνουνε τοῦ ἀνθρώπου.
ΧΑΡΑ

Ἐλπίζω τὸ λουλούδι καὶ ἀπ᾿ τὰ σχίνα.
Γελάει τὸ χλόισμα σὰν τὸν ἔρωτά μου.
Τὸ πεῦκο παίζει ἁβρὸ μὲ τὴν ἀχτίνα.
Θὰ εὐώδιασαν οἱ τάφοι, κλῖνες γάμου.

Παλμὸς τοῦ δάσους, φεύγει μία ἐλαφίνα.
Καὶ δίπλα ποὺ ξαπλώσαμε δῶ χάμου,
τὴν ψυχούλα τους στάζουν ἄγρια κρίνα
κι ἀνοίγει, ρόδο αἱμάτινο, ἡ χαρά μου.

Τὴ βλέπω -- στὰ μαλλιά σου πνέει -- τὴν αὔρα.
Εἶναι βαθιὰ τὰ μάτια σου ὅπως νά ῾βρᾷ
τὸ δρόμο τῆς ζωῆς μου, τὸν Ἀπρίλη.

Πιὰ δὲν πονῶ μηδὲ τὴν ἀνεμώνη,
στῆς γῆς ἡ ἐρωτοπάλη ποὺ τὴ λειώνει,
καθὼς ὁρμάω γιὰ νὰ σοῦ πιῶ τὰ χείλη.
ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ

Φίλε, ἡ καρδιά μου τώρα σὰ νὰ ἐγέρασε.
Τελείωσεν ἡ ζωή μου τῆς Ἀθήνας,
ποὺ ὅμοια γλυκὰ καὶ μὲ τὸ γλέντι ἐπέρασε
καὶ μὲ τὴν πίκρα κάποτε τῆς πείνας.

Δὲ θά ῾ρθω πιὰ στὸν τόπο ποὺ ἡ πατρίδα μου
τὸν ἔδωκε τὸ γιόρτασμα τῆς νιότης,
παρὰ περαστικός, μὲ τὴν ἐλπίδα μου,
μὲ τ᾿ ὄνειρο ποὺ ἐσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητὴς θὰ πάω κατὰ τὸ σπίτι σου
καὶ θὰ μοῦ ποῦν δὲν ξέρουν τί ἐγίνης.
Μ᾿ ἄλλον μαζὶ θὰ ἰδῶ τὴν Ἀφροδίτη σου
κι ἄλλοι τὸ σπίτι θά ῾χουν τῆς Εἰρήνης.

Θὰ πάω πρὸς τὴν ταβέρνα, τὸ σαμιώτικο
ποὺ ἐπίναμε γιὰ νὰ ξαναζητήσω.
Θὰ λείπεις, τὸ κρασί τους θά᾿ ναι ἀλλιώτικο,
ὅμως ἐγὼ θὰ πιῶ καὶ θὰ μεθύσω.

Θ᾿ ἀνέβω τραγουδώντας καὶ τρεκλίζοντας
στὸ Ζάππειο ποὺ ἐτραβούσαμεν ἀντάμα.
Τριγύρω θά ῾ναι ὡραῖα πλατὺς ὁ ὁρίζοντας,
καὶ θά ῾ναι τὸ τραγούδι μου σὰν κλάμα.
ΣΤΡΟΦΕΣ
(1)

Εἴκοσι χρόνια παίζοντας
ἀντὶ χαρτιὰ βιβλία,
εἴκοσι χρόνια παίζοντας,
ἔχασα τὴ ζωή.
Φτωχὸς τώρα ξαπλώνομαι,
μίαν εὔκολη σοφία
ν᾿ ἀκούσω ἐδῶ ποὺ πλάτανος
γέρος μου τὴ θροεῖ.
(2)

Ἀπ᾿ ὅλα θέλω ἐλεύτερος
νὰ πλέω στὰ χάη τοῦ κόσμου.
Ἂν ἕνας φίλος μοῦ ῾μεινε,
νὰ φύγει, νὰ περάσει.
Κι ὅταν ζητήσει ὁ θάνατος
τὰ πλούτη πὄχω μάσει,
σένα, πικρία μου ἀπέραντη,
μονάχο νά ῾χω βιός μου.
(3)

Γιὰ τὴ ζωή σου μοῦ ῾λεγες,
γιὰ τὸ χαμὸ τῆς νιότης,
γιὰ τὴν ἀγάπη μας ποὺ κλαίει
τὸν ἴδιο θάνατό της,
κι ἐνῷ μία ὀγρὴ στὰ μάτια σου
περνοῦσε ἀναλαμπή,
ἥλιος φαιδρὸς ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὸ
παράθυρο εἶχε μπεῖ.
(4)

Τί χάνω ἐγὼ τὶς μέρες μου
τὴ μία κοντὰ στὴν ἄλλη,
κι ὅπως μοῦ ἀσπρίζουν τὰ μαλλιὰ
ξινίζει τὸ κρασί,
ἀφοῦ μονάχα ὅταν περνῶ
τὸ βλέμμα ἀπὸ κρουστάλλι,
μὲ νέα ρετσίνα ὁλόγεμο
βλέπω τὴ ζωὴ χρυσή;
(5)

Ἡ νύχτα μᾶς ἐχώρισεν
ἀπὸ ὅσους ἀγαπᾶμε
πρὶν μᾶς χωρίσει ἡ ξενιτιά.
(Νά ῾ναι ὅλοι ἐκεῖ στὸ μόλο;)
Σφῦρα, καράβι ἀργήσαμε.
κι ἂν φτάσουμε ὅπου πᾶμε,
στάσου λίγο, μὰ ὕστερα
σφῦρα νὰ φεύγουμε ὅλο.
(6)

Λεῦκες, γιγάντιοι καρφωτοὶ
στὰ πλάγια ἐδῶ τοῦ δρόμου,
δέντρα μου, ἐστέρξατε ὁ βοριὰς
τὰ φύλλα σας νὰ πάρει.
Σκιὲς ἐμείνατε σκιῶν
ποὺ ρέουν στὸ μέτωπό μου,
καθὼς πηγαίνω χάμου ἐγὼ
κι ἀπάνω τὸ φεγγάρι.
(7)

Χαρά! Ἡ χαρά! Στὰ νέα χαρὰ
παιδιά! Τραβοῦνε -- ὡραῖοι
μαῦροι λῃστὲς -- τὴν κόρη ζωὴ
δεμένη ν᾿ ἀγαπήσουν.
Μὰ στὸ βιβλίο σου ὁλάνοιχτο,
στὰ φύλλα του αὔρα πνέει,
τρελέ, τρελέ, ποὺ ἐγέρασες
καὶ νέος ποτὲ δὲν ἤσουν.
(8)

-- Ποιητή, κυλάει τὸ γέλιο μου
μέλι καὶ χλεύη, ἀλλὰ
δὲν παύεις νὰ σφυροκοπᾷς
τῶν ἤχων τὰ στεφάνια
-- Κόρη, δουλεύω ἀνώφελα,
μὰ ἡ στείρα τί ὡφελᾶ
καὶ σιωπηλὴ τοῦ ἀχάτινου
ματιοῦ σου ὑπερηφάνια;
(9)

Ἀντίο! Ἀντίο! Μὲ τὰ οὐράνια
μάτια σας καὶ μὲ βιόλες
στὸ λαιμό, ἐφύγατε, ξανθὲς
ἐρώτων νέων ἐλπίδες.
Ἀντίο, κι ἐσὺ ποὺ στρέφοντας,
ὅταν χαθήκανε ὅλες
πάλι νὰ παίρνω τὸ βαθύ,
σκοτεινὸ δρόμο μ᾿ εἶδες!
(10)

Μπρούτζινος γύφτος -- τράλαλα! --
τρελὰ πηδάει κεῖ πέρα, χαρούμενος ποὺ ἐδούλευε
τὸν μπροῦτζον ὅλη μέρα
καὶ πού ῾χει τὴ γυναῖκα του
χτῆμα του καὶ βασίλειο.
Μπρούτζινος γύφτος -- τράλαλα! --
δίνει κλοτσιὰ στὸν ἥλιο!
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ ΑΠΟΨΕ...

Τὸ φεγγαράκι ἀπόψε στὸ γιαλὸ
θὰ πέσει, ἕνα βαρὺ μαργαριτάρι.
Κι ἀπάνω μου θὰ παίζει τὸ τρελὸ
τρελὸ φεγγάρι.

Ὅλο θὰ σπάει τὸ κῦμα ρουμπινὶ
στὰ πόδια μου σκορπίζοντας ἀστέρια.
Οἱ παλάμες μου θά ῾χουνε γενεῖ
δυὸ περιστέρια·

Θ᾿ ἀνέβουν -- ἀσημένια δυὸ πουλιὰ --
μὲ φεγγάρι -- δυὸ κοῦπες -- θὰ γεμίσουν,
μὲ φεγγάρι τοὺς ὤμους, τὰ μαλλιὰ
θὰ μοῦ ραντίζουν.

Τὸ πέλαγο χρυσάφι ἀναλυτό.
Θὰ βάλω τ᾿ ὄνειρό μου σὲ καΐκι
ν᾿ ἀρμενίσει. Διαμάντι θὰ πατῶ
λαμπρὸ χαλίκι.

Τὸ γύρω φῶς ὡς θᾶν τὴ διαπερνᾷ,
ἡ καρδιά μου βαρὺ μαργαριτάρι.
Καὶ θὰ γελῶ. Καὶ θὲ νὰ κλαίω... Καὶ νά,
νὰ τὸ φεγγάρι!
ΓΡΑΦΙΑΣ

Οἱ ὧρες μ᾿ ἐχλώμιαναν, γυρτὸς ποὺ βρέθηκε ξανὰ
στὸ ἀχάριστο τραπέζι.
(Ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο στὸν τοῖχο ἀντικρινὰ
ὁ ἥλιος γλιστράει καὶ παίζει.)

Διπλώνοντας τὸ στῆθος μου, γυρεύω ἀναπνοὴ
στὴ σκόνη τῶν χαρτιῶν μου.
(Σφύζει γλυκὰ καὶ ἀκούγεται χιλιόφωνα ἡ ζωὴ
στὰ ἐλεύθερα τοῦ δρόμου.)

Ἀπόκαμα, θολώσανε τὰ μάτια μου καὶ ὁ νοῦς,
ὅμως ἀκόμη γράφω.
(Στὸ βάζο ξέρω δίπλα μου δυὸ κρίνους φωτεινούς.
Σὰ νά ῾χουν βγεῖ σὲ τάφο.)
ΑΘΗΝΑ

Ὥρα γλυκιά. Ξαπλώνει ὡραῖα δομένη
ἡ Ἀθήνα στὸν Ἀπρίλη σὰν ἑταίρα.
Εἶναι ἡδονὲς τὰ μύρα στὸν αἰθέρα,
καὶ τίποτε ἡ ψυχὴ πιὰ δὲν προσμένει.

Στὰ σπίτια σκύβει ἀπάνω καὶ βαραίνει
τὸ ἀσῆμι τοῦ βλεφάρου της ἡ ἑσπέρα.
Βασίλισσα ἡ Ἀκρόπολη ἐκεῖ πέρα
πορφύρα ἔχει τὴ δύση φορεμένη.

Φιλὶ φωτὸς καὶ σκάει τὸ πρωταστέρι.
Στὸν Ἰλισσὸ ἐρωτεύεται τ᾿ ἀγέρι
ροδονυφοῦλες δάφνες ποὺ ριγοῦνε.

Ὥρα γλυκιὰ χαρᾶς καὶ ἀγάπης, ὄντας
πουλάκια τὸ ἕνα τ᾿ ἄλλο κυνηγοῦνε
τ᾿ Ὀλύμπιου Δία μία στήλη ἀεροχτυπώντας...
ΠΑΡΕ ΤΑ ΔΩΡΑ...

Πάρε τὰ δῶρα τῆς ψυχῆς σου νά ῾ρτεις.
Σοῦ ἑτοίμασα τὴ μαύρη κάμαρά μου.
Στὸν κῆπο μου ἀρρώστησεν ὁ Μάρτης,
καὶ ἀρρώστησεν ὁ Μάρτης στὴν καρδιά μου.

Πάρε τοῦ πόνου σου τὴ σμύρνα κι ἔλα.
Ὅλα θὲ νὰ σ᾿ ἀρέσουν· ἔχω κόψει
τὸ ρόδο, στὸ παράθυρο, ποὺ ἐγέλα
τὴν αὐστηρή μου βλέποντας τὴν ὄψη.

Πάρε ἀπαλὰ τὸν οἶχτο σου, νὰ φτάσεις,
καὶ πᾶρε τοῦ καημοῦ σου τὴ γαλήνη.
Στὰ μάτια μου τὸ χέρι θὰ περάσεις,
τὸ βραδινό μου δέος γιὰ ν᾿ ἁπαλύνει.
ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ

Μάταιη ψυχή, στὴν ἀτονία ἑσπέρας ἐαρινῆς,
ἐνῷ θὰ κλείνεις τὰ χρυσὰ φτερά σου πληγωμένη,
τὴν ὥρα ποὺ σὰ λύτρωση κάτι θὰ καρτερεῖς,
φτωχὴ καρδιά, θανάσιμα μὰ αἰώνια λυπημένη·

ὅταν, φτασμένη ἀπάνω στὸν ὁρίζοντα, θὰ ἰδεῖς
μίση νὰ φεύγουν οἱ ἔρωτες, χολὴ τὰ πάθη σου ὅλα,
ὅταν ἀνέβει ἀπὸ τὰ ἐξαίσια τ᾿ ἄνθη τῆς ζωῆς
μύρον ἡ ἀπογοήτευση, ψυχή μου ὀνειροπόλα

τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη ποὺ θὲ νὰ θυμηθεῖς
μ᾿ ἕνα μόνο χαμόγελο τὰ φίλα καὶ τὰ ἐνάντια --
μάταιη ψυχή, στὸ πέλαγο, στὸ ἀγέρι τί θὰ πεῖς;
ὤ, τί θὰ πεῖς, στενὴ καρδιά, στὴ χλωμὴ δύση ἀγνάντια;
ΜΟΝΟ

Ἄχ, ὅλα ἔπρεπε νά ῾ρθουν καθὼς ἦρθαν!
Οἱ ἐλπίδες καὶ τὰ ρόδα νὰ μαδήσουν.
Βαρκοῦλες νὰ μοῦ φύγουνε τὰ χρόνια,
νὰ φύγουνε, νὰ σβήσουν.

Ἔτσι, ὅπως ἐχωρίζαμε τὰ βράδια,
γιὰ πάντα νὰ χαθοῦνε τόσοι φίλοι.
Τὸν τόπο ποὺ μεγάλωνα παιδάκι
ν᾿ ἀφήσω κάποιο δείλι.

Τὰ ὡραῖα κι ἁπλὰ κορίτσια -- ὤ, ἀγαποῦλες! --
ἡ ζωὴ νὰ μοῦ τὰ πάρει, χοροῦ γῦρος.
Ἀκόμη ὁ πόνος, ἄλλοτε ποὺ εὐώδα,
νὰ μὲ βαραίνει στεῖρος.

Ὅλα ἔπρεπε νὰ γίνουν. Μόνο ἡ νύχτα
δὲν ἔπρεπε γλυκιὰ ἔτσι τώρα νά ῾ναι,
νὰ παίζουνε τ᾿ ἀστέρια ἐκεῖ σὰν μάτια
καὶ σὰ νὰ μοῦ γελᾶνε.
ΔΡΟΜΟΣ

Τώρα μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαῖνε μου οἱ θύμησες,
κλαῖνε τὰ μάτια.

Τώρα θανάσιμη
νύχτα μὲ ζώνει.
Μέσα μου ὀγκώνονται
οἱ ἄφραστοι πόνοι.

Μ᾿ εἶδαν, προσπέρασαν
ὅσοι ἀγαπάω.
Μόνος ἀπόμεινα
κι ἔρημος πάω.

Πόσο τ᾿ ἀνέβασμα
τοῦ ἄχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
πρὸς τ᾿ ὄνειρό μου:

Μόλις καὶ φαίνονται
οἱ ἄσπρες εἰκόνες.
Τ᾿ ἄνθη, χαμόγελα
μὲς στοὺς χειμῶνες.

Ἀεροσαλεύουνε
κρίνοι καὶ χέρια.
Ἥλιοι τὰ πρόσωπα,
μάτια τ᾿ ἀστέρια.

Εἶναι καὶ ἀνάμεσα
σ᾿ ὅλα ἡ Ἀγάπη:
Στὸ πρωτοφίλημα
κόρη ποὺ ἐντράπη.

Κι ὅλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαῖνε μου οἱ θύμησες,
κλαῖνε τὰ μάτια...
Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ
(1)

Παλιὸ ἡ ψυχή μου γράμμα εἶναι κι ἐγράφη
σὲ μία παρθένα ὡραία -- εὐγενικὴ
παρθένα -- ποὺ γιὰ λύπη ἐρωτικὴ
τὸ μοναστήρι ἐδιάλεξεν, ἐτάφη.

Τί τώρα κι ἂν ἀσπρίζουνε οἱ κροτάφοι;
Τὸ τότε κι ἂν ἡ μοῖρα ἦταν κακή;
Ἕνα συρτάρι ἐβένινον ἐκεῖ
τῶν ἀναμνήσεων κρύβει τὸ χρυσάφι.

Τὴν ὥρα ποὺ γεμίζουν ἴσκιο οἱ θόλοι,
καθισμένη σὲ πέτρα τὸ κοιτᾷ,
τὸ σφίγγει στὰ ὠχρὰ χέρια κλαίοντας ὅλη.

Ἔπειτα, ἐνῷ, μὲ βλέφαρα κλειστά,
τὸ φευγαλέο της ὅραμα κρατᾷ,
σηκώνεται καὶ πάει στὸ περιβόλι.
(2)

Μὲ τὸν καιρὸ ποὺ πρόσχαρη ἦταν νέα
-- ἀλίμονο! -- γιὰ νὰ ἀναμετρηθεῖ,
γιὰ νά ῾βρει ἕνα σκοτάδι πιὸ βαθύ,
σέρνεται πρὸς τὴν πένθιμη ἀλέα.

Βαριὰ στὴ ζωή της ἔπεσε ἡ αὐλαία
κεῖ δὲν μπορεῖ καλὰ νὰ θυμηθεῖ.
Τὸ χεῖλος, μόνο ξέρει, δὲν ἀνθεῖ,
δὲν εἶναι πιὰ τὰ μάτια της ὡραῖα.

Κι ὅπως τὰ δέντρα ὁλόγυρα σιωποῦν,
ἔτσι ποτὲ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ τὴ χάνει,
ποτὲ δὲ θά ῾ρθουν ἄνθρωποι νὰ ποῦν.

Ἄχ, μήτε τ᾿ ὄνομά του ἐδῶ δὲ φτάνει!
Νὰ ζεῖ; Καὶ πάντα νὰν τὸν ἀγαποῦν;
Μὴν ἔχει τάχα -- σὰν αὐτὴ -- πεθάνει;
(3)

Εἶσαι, ψυχή μου, ἡ κόρη ποὺ τὴ σβήνει
ὁλοένα κάποιος ἔρωτας πικρός,
ποὺ λησμονήθηκε κοιτώντας πρὸς
τὰ περασμένα, κι ἔτσι θ᾿ ἀπομείνει.

Κατάμονη σὲ μι᾿ ἄκρη, ὅπως ἐκείνη,
σὲ παρατοῦν ὁ κόσμος, ὁ καιρός.
Ἕνας ἀκόμη θά ῾σουνα νεκρός,
ἂν οἱ νεκροὶ δὲν εἶχαν τὴ γαλήνη.

Σὰν ἀδερφούλα ἡ κόρη αὐτὴ σοῦ μοιάζει
ποὺ γέρνει, συλλογίζεται καὶ ἀργεῖ
χαμένην εὐτυχία νὰ νοσταλγεῖ.

Δικό σου λέω, ψυχή μου, εἶναι μαράζι
ὅσα, τὸ βράδυ, δάκρυα, τὴν αὐγή,
στὰ ρόδα κατεβαίνει καὶ μοιράζει.
ΥΠΝΟΣ

Θὰ μᾶς δοθεῖ τὸ χάρισμα καὶ ἡ μοῖρα
νὰ πᾶμε νὰ πεθάνουμε μία νύχτα
στὸ πράσινο ἀκρογιάλι τῆς πατρίδας;
Γλυκὰ θὰ κοιμηθοῦμε σὰν παιδάκια
γλυκά. Κι ἀπάνωθέ μας θὲ νὰ φεύγουν,
στὸν οὐρανό, τ᾿ ἀστέρια καὶ τὰ ἐγκόσμια.
Θὰ μᾶς χαϊδεύει ὡς ὄνειρο τὸ κῦμα.
Καὶ γαλανὸ σὰν κῦμα τ᾿ ὄνειρό μας
θὰ μᾶς τραβάει σὲ χῶρες ποὺ δὲν εἶναι.
Ἀγάπες θά ῾ναι στὰ μαλλιά μας οἱ αὖρες,
ἡ ἀνάσα τῶν φυκιῶν θὰ μᾶς μυρώνει,
καὶ κάτου ἀπ᾿ τὰ μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρὶς νὰν τὸ γρικοῦμε θὰ γελᾶμε.
Τὰ ρόδα θὰ κινήσουν ἀπ᾿ τοὺς φράχτες,
καὶ θά ῾ρθουν νὰ μᾶς γίνουν προσκεφάλι.
Γιὰ νὰ μᾶς κάνουν ἁρμονία τὸν ὕπνο,
θὰ ἀφήσουνε τὸν ὕπνο τους ἀηδόνια.
Γλυκὰ θὰ κοιμηθοῦμε σὰν παιδάκια
γλυκά. Καὶ τὰ κορίτσια τοῦ χωριοῦ μας,
ἀγριαπιδιές, θὰ στέκουνε τριγύρω
καί, σκύβοντας, κρυφὰ θὰ μᾶς μιλοῦνε
γιὰ τὰ χρυσὰ καλύβια, γιὰ τὸν ἥλιο
τῆς Κυριακῆς, γιὰ τὶς ὀλάσπρες γάστρες,
γιὰ τὰ καλὰ τὰ χρόνια μας ποὺ πᾶνε.
Τὸ χέρι μας κρατώντας ἡ κυρούλα,
κι ὅπως ἀργὰ θὰ κλείνουμε τὰ μάτια,
θὰ μᾶς διηγιέται -- ὠχρὴ -- σὰν παραμύθι
τὴν πίκρα τῆς ζωῆς. Καὶ τὸ φεγγάρι
θὰ κατέβει στὰ πόδια μας λαμπάδα
τὴν ὥρα ποὺ στερνὰ θὰ κοιμηθοῦμε
στὸ πράσινο ἀκρογιάλι τῆς πατρίδας.
Γλυκὰ θὰ κοιμηθοῦμε σὰν παιδάκια
ποὺ ὅλη τὴ μέρα ἔκλαψαν κι ἀποστάσαν.
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ἀσημένιο τὸ μέτωπο. Καὶ ὡραῖα
τὰ μάτια σου ἐφωσφόριζαν γαλάζα.
Τὸ πιάνο καθὼς ἄνοιγες, δυὸ νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στὰ βάζα.
μὰ οἱ κρόταφοί σου ρόδα πλέον ὡραῖα.

Ἐπάλευαν τὰ χέρια σου, ἐκερδίζαν·
τὰ πλήχτρα ὑποχωρούσανε· τὶς νότες,
τὴ μελῳδία σὰν ἔπαθλο χαρίζαν.
Ἀκούαμε. Καὶ τὰ αἰσθήματα, δεσμῶτες
ποὺ τὴν ἐλευτερία τοὺς ἐκερδίζαν.

Δὲν θυμοῦμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πὼς εἶχες ὅμως λέω καὶ τραγουδήσει·
ἐξὸν ἂν ἐκελάηδησαν ἀηδόνια.
Λάλο ἢ βουβό, τὸ χεῖλο σου εἶναι βρύση,
ἐλάφια κουρασμένα ἐμὲ τὰ χρόνια.

Ἡ πεταλούδα πάντα θὰ πετάξει
ἀφήνοντας στὰ δάχτυλα τὴ γύρη.
Θρίσμα τὸ ἀντίο, τὸ χέρι σου μετάξι,
κι ἐχάθηκες. Ἀπὸ τὸ παραθύρι
ἡ πεταλούδα πάντα θὰ πετάξει...
ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΗΤΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ...

Τώρα ποὺ μήτε ὁ ἔρωτας μήτε ἡ φιλία της φέρνει,
μήτε κι αὐτὸ τὸ μῖσος μου παρηγοριάν, ἄ, πῶς
ἡ ὥριμη θλίψη μου κατὰ καιροὺς τὰ περασμένα γέρνει,
τῆς νιότης μου καρπός!

Χορδὴ ἡ καρδιά μου δέχονταν τὸ Μάρτη ἀνατριχίλα.
Ἀκόμα μὲ συνέπαιρνε γλυκιὰ μία συλλογὴ
ὅταν τὸ νέο Φθινόπωρο μὲ μαραμένα φύλλα
ἐράντιζε τὴ γῆ.

Μιὰ πεταλούδα ἐπέταγε καὶ τὴν ἀκολουθοῦσα·
ἦταν ἡ ἀπάρθενη ζωή μου, ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου, ἡ μιά.
Ὁ νοῦς μου σάμπως ξύπνημα τὴ χαραυγή. Καὶ ἡ Μοῦσα
μοῦ ἄγγιζε τὰ μαλλιά.

Δῶστε μου τὰ παιδιάτικα χρόνια μου πὄχουν γίνει
στὴν ἠρεμία τοῦ δειλινοῦ χρυσός, ὡραῖος καπνός,
τὰ χρόνια πού ῾ρθανε χαρά, πέρασαν καλοσύνη,
κι ἔφυγαν οὐρανός.

Νὰ λέτε πάλι στὸ πικρὸ χεῖλος μου τὴν ἀχτίδα,
στὰ μάτια τὴν ἀνθρώπινη καὶ θεία σταλαγματιά.
Ἐξωτικὸ μπλάβο πουλί, φέρετε τὴν ἐλπίδα,
χαμένη τώρα πιά.

Καὶ στὸ χλωμό μου μέτωπο γιὰ λίγο κάμετε ὥστε
χίμαιρες, ὁραματισμοὶ σὰν ἄστρα νὰ κυλοῦν.
Οἱ ἄγγελοι νὰ διατάζουνε, κι ἀπὸ τὰ τέμπλεα δῶστε
οἱ θεοὶ νὰ μοῦ γελοῦν.

Ὕστερα, στὸ κορύφωμα τοῦ ἀπελπισμένου δρόμου,
ἂς ἤτανε ἀνατέλλοντα τὰ μάτια σου νὰ ἰδῶ,
πρώτη ἀγαπούλα, καὶ νὰ κράταες ἄνθος τ᾿ ὄνειρό μου,
τ᾿ ὄνειρο ποὺ μαδῶ.

Ἄ, πῶς ἡ λύπη μου κατὰ τὰ περασμένα στρέφει!
Ὅμοια καὶ ἡ νύχτα πάντοτε γυρίζει στὸ πρωί.
Ἄ, πῶς τὰ χρόνια σὰν καπνὸς ἐχάθηκαν, σὰ νέφη,
σὰν πάχνη, σὰ ζωή!
ΕΣΠΕΡΑ

Ἔτσι προχθὲς ἦταν γλυκιὰ ἡ ἑσπέρα...

Ἡ σκέψη μου νοσταλγικὰ ἐνυχτώθη
στὸν κῆπο, στὴ λιμνούλα καὶ στὴ σέρα
ποὺ ἐσβήνανε τριαντάφυλλα σὰν πόθοι
κι ἐπέθαινε στὰ τζάμια πάνω ἡ μέρα.

Ἔτσι προχθὲς ἦταν γλυκιὰ ἡ ἑσπέρα...

Ἕνας καημὸς ποὺ ἀκόμα δὲν ἐδόθη
γινόταν ἄστρο. Σύννεφο ἀπὸ πέρα
μεγάλωνε (ἴδιο σάβανο ποὺ κλώθει
μὲ μοχθηρὴ σπουδὴ μοιραία μητέρα).

Ἔτσι προχθὲς ἦταν γλυκιὰ ἡ ἑσπέρα...

Ὅταν τὸ δέος μου ἀξήγητον ἁπλώθη,
τὸ στερνὸ ρόδο θά ῾χανε ἡ σέρα
καὶ ἡ λίμνη μὲ νεκρόφυλλα θὰ ἐστρώθη.
Τ᾿ ἄστρα ζυγώνανε, καημοὶ ἀπὸ πέρα.

Ἔτσι προχθὲς ἦταν γλυκιὰ ἡ ἑσπέρα...
ΜΟΝΑΞΙΑ

Μεσάνυχτα καὶ λείπετε, ἀδερφοῦλες μου.
Σαλεύει θλιβερὸ τὸ κυπαρίσσι.
Τὶς κάμαρες θ᾿ ἀνοίξω ποὺ στοιχειώσανε,
τ᾿ ἀγέρι κι ἡ νυχτιὰ νὰν τὶς γιομίσει.
Ἄνε μὲ πάρει ὁ ὕπνος, μέσα στ᾿ ὄνειρο
θά ῾ρθει κάποια ἀπὸ σᾶς νὰ ξυπνήσει.

Ποῦ πήγατε, ἀδερφοῦλες μου, κι ἀπόμεινα
μονάχη μὲς στὸ σπίτι μας καὶ ξένη;
Στὴν ἅρπα, ποὺ ἐνοστάλγησε τὰ δάχτυλα,
ἡ ἀράχνη τὸν καημό μου τὸν ὑφαίνει.
Τὰ χέρια μου, ὅπως δένω κι ὅπως θλίβομαι,
μὲ βλέπει ἀντίκρυ ὁ σκύλος καὶ σωπαίνει.

Τί νά ῾φταιξα καὶ ἀσπρίζουν στὸ τρισκόταδο,
σὰν τάφοι, τ᾿ ἀδειανά σας τὰ κρεβάτια;
Ποτὲ τοῦ γυρισμοῦ τὸ γλυκοτράγουδο,
ποτὲ δὲ θὰν τὸ ποῦν τὰ σκαλοπάτια;
Πῶς ξεχειλᾷ σὰ δάκρυον, ἀδερφοῦλες μου,
ἡ ἀγάπη στὰ μεγάλα μου τὰ μάτια!


ΚΙ ΑΝ ΕΣΒΗΣΕ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ...

Κι ἂν ἔσβησε σὰν ἴσκιος τ᾿ ὄνειρό μου,
κι ἂν ἔχασα γιὰ πάντα τὴ χαρά,
κι ἂν σέρνομαι στ᾿ ἀκάθαρτα τοῦ δρόμου,
πουλάκι μὲ σπασμένα τὰ φτερά·

κι ἂν ἔχει, πρὶν ἀνοίξει, τὸ λουλούδι
στὸν κῆπο τῆς καρδιᾶς μου μαραθεῖ,
τὸ λεύτερο ποὺ ἐσκέφτηκα τραγούδι
κι ἂν ξέρω πὼς ποτὲ δὲ θὰ εἰπωθεῖ·

κι ἂν ἔθαψα τὴν ἴδια τὴ ζωή μου
βαθιὰ μέσα στὸν πόνο ποὺ πονῶ --
καθάρια πὼς ταράζεται ἡ ψυχή μου
σὰ βλέπω τὸ μεγάλο οὐρανό,

ἡ θάλασσα σὰν ἔρχεται μεγάλη,
καὶ ὀγραίνοντας τὴν ἄμμο τὸ πρωί,
μοῦ λέει γιὰ κάποιο γνώριμο ἀκρογιάλι,
μοῦ λέει γιὰ κάποια πού ῾ζησα ζωή!
ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΜΟΥ

Εἶσαι ἄντρας. Ὅμως ὁ ἴδιος πάντα μένω·
τὰ χρόνια ποὺ περάσανε μὲ ἄφησαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Καὶ δὲν ποθῶ πιὰ τίποτε ἀδελφέ μου·
τὰ ὀνείρατα στὰ χέρια μου ἐσκορπίσαν
καὶ τά ῾δωκα, ροδόφυλλα τοῦ ἀνέμου.

Ὤ, πότε θὰ μπορέσεις νὰ ξεχάσεις
τὶς ἔγνοιες τῆς ζωῆς ποὺ σ᾿ ἐκερδίσαν
νά ῾ρθεις ἀπὸ ῾κει πέρα, νὰ περάσεις
τριγύρω μου τὸ χέρι καὶ σκυμμένος
ν᾿ ἀκούσεις ὅσα πάθη ἐγονατίσαν
αὐτὸν ποὺ τόσο σοῦ ῾ναι ἀγαπημένος;

Καλέ μου, σιγανὰ θὰ σοῦ μιλοῦσα,
θὰ σοῦ ῾λεγα πὼς ὅλοι μ᾿ ἐμισῆσαν,
πὼς ρεύοντας τὸ δρόμο μου ἐτραβοῦσα,
διωγμένος κάθε μέρα ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
μὴ ξέροντας ποιοὶ τόποι μ᾿ ἐκρατῆσαν,
μὴ ξέροντας σὲ ποιοὺς πηγαίνω τόπους.

Κι ὡς εἶσαι λατρεμένος ἀδελφός μου,
τὰ μάτια σου κοιτώντας ποὺ ἐδακρῦσαν,
θὰ ξεχνοῦσα τὰ βάσανα τοῦ κόσμου,
καὶ βλέποντας μακριά, κατὰ τὴ δύση,
τὰ συννεφάκια ποὺ θαμπὰ ἐχρυσίασαν
φιλώντας ἱλαρὰ τὸ κυπαρίσσι,

γιὰ μιὰ μικρὴν ἡλιολουσμένη πόλη,
γιὰ ἕνα μεγάλο σπίτι ποὺ ἐκυλήσαν
τὰ πρῶτα πρῶτα χρόνια μας καὶ οἱ βόλοι,
γιὰ τὶς χαρὲς ποὺ ἀκόμα μὲ κρατοῦνε
ἱκέτη, θὲ νὰ σοῦ ῾λεγα, μὰ ἐσβῆσαν,
γιὰ τοὺς καιροὺς ποὺ δὲ θὰ ξαναρθοῦνε...






Πηγή
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwstas_karywtakhs/02_index.htm
http://karyotakis.awardspace.com/poems/nepenthe/nepenthe.htm
http://www.biblionet.gr/book/172428/%CE%9A%CE%B1%CF%81%CF%85%CF%89%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82,_%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%93.,_1896-1928/%CE%9D%CE%B7%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B8%CE%AE

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

«Αφιέρωμα στον ποιητή και στοχαστή Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941)»



To Πολιτιστικό Σωματείο «Γιώργος Σαραντάρης», ο Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών του Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ και η «Τέχνη» Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία συνδιοργανώνουν τιμητικό «Αφιέρωμα στον ποιητή και στοχαστή Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941)». Η εκδήλωση θα γίνει την Πέμπτη 19 Μαϊου 2016, στις 19.00, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, αμφιθέατρο «Μελίνα Μερκούρη».

Στην παρούσα εκδήλωση το πολυσχιδές έργο του Γιώργου Σαραντάρη παρουσιάζουν οι επιστήμονες Μαρία Ιατρού, Βασίλης Αλεξίου, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη και ο λογοτέχνης Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Ποιήματα του Σαραντάρη.

Ποιήματα διαβάζει ο ηθοποιός Κώστας Καστανάς.
Μελοποιημένη ποίηση τραγουδά η Νένα Βενετσάνου, ο Κώστας Χατζόπουλος παίζει κιθάρα.


http://www.greek-language.gr/greekLang/portal/blog/archive/2016/05/13/7270.html
Σχετική ανακοίνωση δείτε και στο μπλογκ http://giorgos-sarantaris.org/