Μ.Καραγάτσης- Το νερό της βροχής
"...Όλος ο πανικός της ψυχής, η δειλία του κυνηγημένου κορμιού της στράφηκε προς τα εκεί. Με λυμένα γόνατα προχώρησε ως κάτω από τους κίτρινους άγιους που την κοιτούσαν με τα σκληρά τους μάτια, κι έπεσε γονατιστή στο πάτωμα, με μια βαθιά ανάσα, ένα ρόγχο απελπισίας..."
"...Ο χρόνος περνούσε απάνω της, χωρίς ν' αφήνει εντύπωση, σαν άγγιγμα φτερού κακού εφιάλτη. Ο νους, οι αισθήσεις, η αντίληψη της, είχαν σταματήσει, είχαν κατακαθίσει σε μια βαθιά υστερική άνοια. Όλη η ύπαρξη της γκρεμίστηκε με το κατρακύλισμα της πραγματικότητας που πίστευε. Με το σώριασμα της φτωχής της ευτυχίας."
"...Σαν άπειρη της ζωής και του κόσμου, δόθηκε στην ηδονή απλά, φυσιολογικά, τίμια, μη νιώθοντας πως ο έρωτας είναι ιδιότροπος, παράξενος, ακαταλόγιστος. Πώς για να τον κρατάς σκλάβο, πρέπει να παλεύεις, να τυραννιέσαι διαρκώς μαζί του."
"Το νερό της βροχής" το 1950 με τίτλο το "Κουμπί του Μανταρίνου".

Σε αυτό το διήγημα ο Καραγάτσης αναφέρεται στον Δημητράκη, έναν επίσης πάμφτωχο υπάλληλο της ΚΔ' εφορίας, που όταν μεταφέρεται στο τμήμα τεκμηρίων χάνει την γαλήνη του: "Ο πλούτος κι οι γλυκύτατες συνέπειές του περνούσαν οκτώ ώρες την ημέρα, μπροστά από τα θαμπωμένα μάτια του". Κι ενώ φθονεί τον πλούτο, θέλει να είναι τίμιος. Στο διάλογο με τον επίσης υπάλληλο φίλο του Παυλάκη, που βλέπει αλλιώς τα πράγματα, έρχεται το επιχείρημα:
" - Αν σου έλεγαν, Δημητράκη μου, πως άμα πατήσεις αυτό εδώ το κουμπί, θα πεθάνει στην Κίνα ένας Μανταρίνος; Κι όλα τα πλούτη του θα τα κληρονομήσεις, δίχως να μαθευτεί πως εσύ τον σκότωσες; Τι θά 'κανες; Θα το πατούσες το κουμπί;
- Ποτέ! Ποτέ! (...) Ο τίμιος είναι υπόλογος απέναντι στη συνείδησή του και μόνο (...)
Και ήταν τόσο υπέροχος όταν έλεγε αυτά τ' ανώτερα λόγια, που ο Παυλάκης τον φασκέλωνε με οίκτο και συμπόνια".
Όταν του δίνεται η ευκαιρία να απολαύσει τις χάρες της πλούσιας ζωής, ο Δημητράκης φέρεται πονηρά. Κάποιος προσπαθεί να τον δωροδοκήσει άτυπα με πλούσια γεύματα, γλέντια και την αγκαλιά μιας γοητευτικής κυρίας προκειμένω να αποφύγει τον έλεγχο για μια υπόθεση, που εσφαλμένα πιστεύει ότι την χειρίζεται ο Δημητράκης. Εκείνος δεν αποκαλύπτει την πλάνη και ενδίδει στις απολαύσεις και τους έρωτες. Ως υπάλληλος δεν είναι επίορκος - αφού η υπόθεση ανήκει σε άλλο τμήμα - αλλά απέναντι στη συνείδησή του νιώθει ένοχος... Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ στο ρετιρέ της κυρίας, που στα πλαίσια του πλούσιου καλοπιάσματος τον έχει προσκαλέσει, ο Δημητράκης "δεν είχε κουράγιο να τραβήξει το δάχτυλο του από το πατημένο κουμπί. Πόσοι Μανταρίνοι πεθαίνουν απόψε στην Κίνα; αναρωτήθηκε. Μα τα κόκκινα χείλη της του βούλωσαν το στόμα".
πηγή http://lexeis-skepseis-ki-alla.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html
"...Όλος ο πανικός της ψυχής, η δειλία του κυνηγημένου κορμιού της στράφηκε προς τα εκεί. Με λυμένα γόνατα προχώρησε ως κάτω από τους κίτρινους άγιους που την κοιτούσαν με τα σκληρά τους μάτια, κι έπεσε γονατιστή στο πάτωμα, με μια βαθιά ανάσα, ένα ρόγχο απελπισίας..."
"...Ο χρόνος περνούσε απάνω της, χωρίς ν' αφήνει εντύπωση, σαν άγγιγμα φτερού κακού εφιάλτη. Ο νους, οι αισθήσεις, η αντίληψη της, είχαν σταματήσει, είχαν κατακαθίσει σε μια βαθιά υστερική άνοια. Όλη η ύπαρξη της γκρεμίστηκε με το κατρακύλισμα της πραγματικότητας που πίστευε. Με το σώριασμα της φτωχής της ευτυχίας."
"...Σαν άπειρη της ζωής και του κόσμου, δόθηκε στην ηδονή απλά, φυσιολογικά, τίμια, μη νιώθοντας πως ο έρωτας είναι ιδιότροπος, παράξενος, ακαταλόγιστος. Πώς για να τον κρατάς σκλάβο, πρέπει να παλεύεις, να τυραννιέσαι διαρκώς μαζί του."
"Το νερό της βροχής" το 1950 με τίτλο το "Κουμπί του Μανταρίνου".

Σε αυτό το διήγημα ο Καραγάτσης αναφέρεται στον Δημητράκη, έναν επίσης πάμφτωχο υπάλληλο της ΚΔ' εφορίας, που όταν μεταφέρεται στο τμήμα τεκμηρίων χάνει την γαλήνη του: "Ο πλούτος κι οι γλυκύτατες συνέπειές του περνούσαν οκτώ ώρες την ημέρα, μπροστά από τα θαμπωμένα μάτια του". Κι ενώ φθονεί τον πλούτο, θέλει να είναι τίμιος. Στο διάλογο με τον επίσης υπάλληλο φίλο του Παυλάκη, που βλέπει αλλιώς τα πράγματα, έρχεται το επιχείρημα:
" - Αν σου έλεγαν, Δημητράκη μου, πως άμα πατήσεις αυτό εδώ το κουμπί, θα πεθάνει στην Κίνα ένας Μανταρίνος; Κι όλα τα πλούτη του θα τα κληρονομήσεις, δίχως να μαθευτεί πως εσύ τον σκότωσες; Τι θά 'κανες; Θα το πατούσες το κουμπί;
- Ποτέ! Ποτέ! (...) Ο τίμιος είναι υπόλογος απέναντι στη συνείδησή του και μόνο (...)
Και ήταν τόσο υπέροχος όταν έλεγε αυτά τ' ανώτερα λόγια, που ο Παυλάκης τον φασκέλωνε με οίκτο και συμπόνια".
Όταν του δίνεται η ευκαιρία να απολαύσει τις χάρες της πλούσιας ζωής, ο Δημητράκης φέρεται πονηρά. Κάποιος προσπαθεί να τον δωροδοκήσει άτυπα με πλούσια γεύματα, γλέντια και την αγκαλιά μιας γοητευτικής κυρίας προκειμένω να αποφύγει τον έλεγχο για μια υπόθεση, που εσφαλμένα πιστεύει ότι την χειρίζεται ο Δημητράκης. Εκείνος δεν αποκαλύπτει την πλάνη και ενδίδει στις απολαύσεις και τους έρωτες. Ως υπάλληλος δεν είναι επίορκος - αφού η υπόθεση ανήκει σε άλλο τμήμα - αλλά απέναντι στη συνείδησή του νιώθει ένοχος... Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ στο ρετιρέ της κυρίας, που στα πλαίσια του πλούσιου καλοπιάσματος τον έχει προσκαλέσει, ο Δημητράκης "δεν είχε κουράγιο να τραβήξει το δάχτυλο του από το πατημένο κουμπί. Πόσοι Μανταρίνοι πεθαίνουν απόψε στην Κίνα; αναρωτήθηκε. Μα τα κόκκινα χείλη της του βούλωσαν το στόμα".
πηγή http://lexeis-skepseis-ki-alla.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου