Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Νίκος Γιαννόπουλος REMAINS OF A SUNBED


Από καθαρή σύμπτωση, αν και μετά από εξαντλητική αναζήτηση, ο Βασί-λη έπεσε πάνω στη σελίδα της. Για την ακρίβεια, έψαχνε να βρει κάποιο ξέκωλο αλλά δεν τα κατάφερνε μέχρι που το facebook τον λυπήθηκε και του πρότεινε την Τσού-λη. Στην εικόνα του προφίλ της η Τσού-λη πόζαρε προκλητικά ξαπλωμένη πάνω σ ένα μαντρότοιχο, φορώντας ένα μικροσκοπικό τζιν σορτσάκι και κοιτούσε κατ΄ ευθείαν το φακό με βλέμμα νωχελικό, όλο υποσχέσεις. Ο Βασί-λη εξέτασε εμπεριστατωμένα πρώτα τις φωτογραφίες της, που ήταν σχεδόν όλες πανομοιότυπες με μικρές διαφορές – όταν δηλ. δεν ήταν σκαρφαλωμένη σε μαντρότοιχο, ήταν σε κάποιο δένδρο ή στη μπανιέρα ντυμένη με αφρόλουτρο - και στη συνέχεια μελέτησε στις αναρτήσεις της στον τοίχο, τα διάφορα γνωστά κι αναμασημένα προκάτ αφελή σχόλια περί έρωτος über alles και περί του σύμπαντος που βρίσκεται σε μια κατάσταση ακατάσχετης συνομωσίας. Όταν είδε όμως την ανάρτηση



δεν κρατήθηκε κι έκανε αμέσως αίτημα φιλίας. Η αποδοχή του αιτήματος ήρθε οσονούπω, λες και τον περίμενε στην άλλη άκρη, μαζί μ ένα ευχαριστήριο μήνυμα και την πρωτότυπη ερώτηση ΄΄Εσείς, με τι ακριβώς ασχολείστε;΄΄

Στην εικόνα του προφίλ του ο Βασί-λη ήταν σε μπούστο, μισοκρυμμένος πίσω από μια 35αρα κινηματογραφική μηχανή λήψης της δεκαετίας του ΄80, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι πρόδιδε έτσι την ηλικία του - σαράντα παρά κάτι - που τεχνηέντως απέκρυβε στη σελίδα του. Συστήθηκε στην Τσού- λη ως ο ΄΄Φελλινι του Ελληνικού κιν/φου΄΄ και η Τσού-λη το βρήκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον αν και δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Φελίνι. Ήταν όμως η πρώτη φορά που γνώριζε ένα σκηνοθέτη κιν/φου και η περιέργεια της χτύπησε κόκκινο. Ευτυχώς που η Τσού-λη ήταν επιρρεπής σε νέες εμπειρίες……

Εδώ θα κάνουμε μια παρένθεση, γιατί σ αυτή την ιστορία οι λεπτομέρειες έχουν σημαντικό ενδιαφέρον για την κατανόηση της πλοκής, αν και η βαθύτερη ιστορική ερμηνεία πολλών απ΄ αυτές εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να μας διαφεύγει.

Το Τσού-λη προκύπτει από το Τσου Εν – Λάι, όπως για κάποιο μυστηριώδη σε μας λόγο την αποκαλούσε από μικρή ο τσαγκάρης πατέρας της, φανατικός κι αμετανόητος μαοϊκός, το όποιο μετεξελίχτηκε για λόγους ευφωνίας σε Τσού-λη (καμιά σχέση όπως αντιλαμβάνεστε με το ελληνικό Τσουλί). Η Τσού-λη, της οποίας το βαφτιστικό είναι Αιμιλία, διατήρησε το προσωνύμιο αυτό, επιμένοντας αυστηρά στον σωστό τονισμό.

Το Βασί-λη δυστυχώς δεν προκύπτει από πουθενά. Ο εν λόγω σκηνοθέτης το βρήκε, για κάποιο επίσης μυστηριώδη σε μας λόγο, ευφυές.

Ακολούθησε καταιγιστική ανταλλαγή πολλών απόψεων στο inbox – για να είμαστε ακριβείς αυτός που αντάλλασε απόψεις ήταν κυρίως ο Βασί-λη. Η συμμέτοχη της Τσού-λη ήταν μονολεκτικές του τύπου ΄΄Ναι;΄΄, ΄΄Δηλαδή;΄΄, ΄΄Σοβαρά;΄΄, ΄΄Αλήθεια; Δεν το ήξερα΄΄, κλπ. Ο Βασί-λη της μιλούσε για τις 6 Μούσες και τις 6 τέχνες εκ των οποίων η εβδόμη είναι ο κιν/φος. Της αράδιαζε τίτλους από ταινίες, ονόματα σκηνοθετών και συγγραφέων, καλλιτεχνικά ρεύματα και σχολές, χωρίς όμως να χάνει ευκαιρία να διανθίζει όλα αυτά με διακριτικά σεξουαλικά υπονοούμενα και κομπλιμέντα τα οποία όμως δεν ήταν εξ ορισμού απαραίτητα, γιατί η Τσού-λη είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Τον άφηνε όμως να της το φέρνει γύρω – γύρω γιατί αυτό την κολάκευε και την έκανε να νιώθει αλλιώτικα. Όταν λέμε ΄΄αλλιώτικα΄΄ εννοούμε ΄΄καλα΄΄, γιατί μέχρι τότε κανένας απ΄όσους την προσέγγισαν δεν μπήκε στον κόπο να την εντυπωσιάσει. Αντίθετα την παρενοχλούσαν χωρίς περιττά εισαγωγικά, με χυδαιότητες ή ανούσιες ατάκες του τύπου:

- Ειλικρινά, χίλια συγνώμη, αλλά ήμουν έτοιμος να πάω στην τουαλέτα να τον παίξω κι ήθελα να ξέρω το όνομα αυτής για την οποία τον παίζω

- Χριστέ μου! Νόμιζα ότι ήμουν γκέι μέχρι που σε είδα

- Δεν είμαι τόσο ψηλός όσο φαίνομαι… Απλά κάθομαι πάνω στο πορτοφόλι μου.

- Μπορώ να σε κεράσω ένα ποτό; Ή μήπως προτιμάς κατευθείαν το 5ευρω;

- Θα μπορούσες τουλάχιστον να κοιμηθείς μαζί μου, γιατί εγώ ούτως ή άλλως θα πω σε όλους ότι το κάναμε

- Τι κάνει ένα καλό κορίτσι σαν εσένα μέσα στο βρώμικο μυαλό μου;

κι άλλα χειρότερα που δεν είναι συνετό να αναφέρουμε τώρα, γιατί θα εκτραπεί η καθ΄ όλα ενδιαφέρουσα αφήγηση μας από το κυρίως νόημα της ιστορίας μας.

Όταν λέμε ότι η Τσού-λη πήρε τις αποφάσεις της, εννοούμε ότι, παρά το νεαρό της ηλικίας της, γνώριζε πολύ καλά, ότι ανεξάρτητα από το τι γουστάρει να κάνει το σύμπαν, αν μια γυναίκα δεν κουνήσει και λίγο της ουρά της, δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτα. Έτσι όταν ο Βασί-λη απάντησε στη σχετική ερώτηση της ΄΄Ετοιμάζετε κάτι τωρα;΄΄ με το ΄΄ Γράφω ένα σπονδυλωτό σενάριο που φέρει τον τίτλο REMAINS OF A SUNBED και χρειάζομαι τη γνώμη από ένα δροσερό νεανικό κι υπεύθυνο μάτι΄΄, αυτή συμφώνησε να συναντηθούν για ένα καφέ ή ένα ποτό, κι ότι άλλο ήταν, τέλος πάντων αυτό που επρόκειτο να φέρει η μοίρα ….. .. Το ιδιότυπο αυτό επαγγελματικό ραντεβού κλείστηκε για ένα μεσημέρι Τέταρτης στην πλαζ του ΕΟΤ, στην ομπρέλα Νο. 249. Καιρός: Αίθριος. Κατεύθυνση ανέμου: Νότιος. Ταχύτητα ανέμου: 1 μποφόρ. Υγρασία: 47%. Αισθητή θερμοκρασία: 35°C.

Ο Βασί-λη ήταν ήδη εκεί όταν κατέφθασε η Τσού- λη. Φορούσε ένα εξίσου αποκαλυπτικό σορτσάκι κι ένα εμπριμέ στηθόδεσμο μπικίνι. Ήταν πιο ψηλή και πιο νέα απ΄ότι έδειχνε στη φωτογραφία του προφίλ της αλλά δεν θα λέγε κάνεις ότι ανταποκρινόταν στον τύπο της γυναίκας που άρεσε στο Βασί-λη. Αυτός θα προτιμούσε οπωσδήποτε κάποια με μεγάλα βυζιά, και κάτω από άλλες προϋποθέσεις θα έλεγε ένα βροντερό όχι, αλλά μετά από οχτώ μήνες αγαμίας αυτή η λεπτομέρεια υποβιβάστηκε σε μια αμελητέα παρένθεση. Την υποδέχτηκε με την δέουσα θερμότητα και ξεδίπλωσε αμέσως τη γοητεία του προτείνοντας της υστερόβουλα ένα ποτήρι κρασί ΄΄Εξάρνων΄΄ λευκό. Αυτή αρνήθηκε ευγενικά και παρήγγειλε μια παγωμένη μπύρα μήλο. Μόνον όταν έκατσε δίπλα του στην ξαπλώστρα αναρωτήθηκε φωναχτά – όχι ότι την ένοιαζε κιόλας - γιατί δεν συναντήθηκαν στο γραφείο του, κι αυτός της απάντησε ότι όλα του τα επαγγελματικά ραντεβού το χειμώνα τα κλείνει σε κάποιο μπαρ, όπου είθισται να πίνει ντράι μαρτίνι – χωρίς να της πει βεβαία ότι αυτό το έκλεψε από τα απομνημονεύματα του Μπουνιουέλ - αλλά το καλοκαίρι λόγω ζέστης προτιμάει κάποια πιστοποιημένη πλαζ κοντά στην πόλη. Μ΄αυτή την εξήγηση έσπασε ο πάγος, ο πληθυντικός έγινε ενικός, κι ο Βασί-λη, αφού παρήγγειλε, ελλείψει ντράι Μαρτίνι, μια μέτρια φραπεδιά με γάλα, ανέπτυξε τη θεωρία του σχετικά με το πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει μια Μο ύσα στη ζωή και το έργο ενός σημαντικού καλλιτέχνη, θεωρία που τους έφερε απελπιστικά κοντά. Η Τσού-λη, που δεν είχε ιδιαίτερες αναστολές, άρχισε να τρίβεται πάνω του και να τον αγγίζει. Τη διασκέδαζε να συμπεριφέρεται έτσι στους άνδρες. Εν προκειμένω, έκανε χάζι με τον Βασί-λη που αναψοκοκκίνιζε σαν φωτεινή επιγραφή, καθώς η όλη κατάσταση του δημιουργούσε ένα μικρό χάος στον ειρμό της σκέψης του και τον έκανε να πηδάει από θέμα σε θέμα, χωρίς όμως να καταφέρει όμως να διαρρήξει την καλπάζουσα ευφράδεια του.

Τότε ήταν που, πρώτα ακούστηκε μια φοβερή κραυγή ΄΄Ε…είσαι και μεγάλο Τσουλί !!!!΄΄- αντιλαμβάνεστε ελπίζω το λανθασμένο του τονισμού -

και μετά εμφανίστηκε μαινόμενος δίμετρος εικοσιεπτάχρονος μαντράχαλος που άρπαξε βίαια την ξαπλώστρα τους και τους άδειασε στην νοτισμένη, από την υγρασία της θάλασσας και τον ιδρώτα των λουομένων, άμμο.

- Αυτό είναι ένα σημείο κομβικό στην ιστορία μας και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε λογοτεχνικό επίπεδο.-

Ο Βασί-λη πετάχτηκε ξαφνιασμένος όρθιος και πριν προλάβει να τινάξει την άμμο από το σώμα του βρέθηκε πάλι στο έδαφος να φοράει κολάρο την ξαπλώστρα, ενώ η Τσού-λη φώναζε μ όλη της τη δύναμη ΄΄Κούκ-λη μηηηηηη. Αν τον σκοτώσεις δεν θα με ξαναδείς!!!!΄΄ Ύστερα έπεσε πάνω στον αιμόφυρτο – που λέει ο λόγος- Βασί-λη και του ψιθύρισε στο αυτί: ΄΄ Μη σηκώνεσαι αμέσως …..Δεν θ αντέξεις την κεφαλιά΄΄.

Η συνέχεια διαδραματίστηκε στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα όπου ο Βασί-λη έξαλλος ήθελε να υποβάλει μήνυση κατά του θηριώδους νεαρού και της αδικαιολόγητης και βάρβαρης κατ΄αυτόν επίθεσης που δέχτηκε και μάλιστα μπροστά στα μάτια της επικείμενης, παρά τρίχα, υποψήφιας Μούσας του, που είχε σαν συνέπεια κυρίως τον σοβαρό τραυματισμό της ανδρικής του αξιοπρέπειας, αλλά άλλαξε γνώμη όταν πληροφορήθηκε ότι η Τσού-λη ήταν ανήλικη, - δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοκτώ . Έμαθε επίσης ότι τον νεαρό, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μίλτος, τον φώναζαν Κούκ-λη για δυο σημαντικότατους λογούς. Ήταν ο ωραίος αρραβωνιαστικός της Τσού-λη και γνωστός μάγειρας, σεφ σε μεγάλο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης. Έτσι ο Βασί-λη άλλαξε πλεύση. Κράτησε μια μεγαλόψυχη απόσταση από τα γεγονότα και αρνήθηκε να υποβάλει μήνυση. Αντίθετα, δικαιολόγησε πειστικά, με ατράνταχτα επιχειρήματα, την συμπεριφορά του Κούκ-λη, υποστηρίζοντας ότι κάθε τίμιος άνδρας θα αντιδρούσε ανάλογα σε παρόμοια κατάσταση. Αναχώρησαν από το αστυνομικό τμήμα με τους αστυνομικούς που τους συνέλαβαν να τους ξεπροβοδίζουν συγκινημένοι.

Κατέληξαν όλοι μαζί στο σπίτι του σεφ, μετά από μια στάση σε ένα κέντρο υγείας όπου διακόσμησαν τον Βασί-λη με μερικά τσιρότα και γάζες, να μπεκροπίνουν και να συζητούν σαν παλιά φιλαράκια για τη δημιουργία μιας τηλεοπτικής εκπομπής, που θα άφηνε εποχή στον τομέα της μαγειρικής- δεν άφηνε ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες ο δικός μας- με πρωταγωνιστές φυσικά τον Κούκ - λη και την Τσού-λη. Ο Κούκ-λη θα μαγείρευε και η Τσού-λη ως οικοδέσποινα, θα καρύκευε με την κατάλληλη δόση αισθησιασμού τις συνταρακτικές γεύσεις των εδεσμάτων σε ένα θέαμα που θα έκανε κυριολεκτικά ΄΄τα σάλια των θεατών να τρέχουν΄΄.

Την εξαιρετική αστακομακαροναδα που ετοίμασε ο σεφ για να γιορτάσουν την μελλοντική τους συνεργασία, ο Βασί-λη τη τιμούσε όλο το βράδυ με το περιεχόμενο ενός μπουκαλιού που βρήκε σ΄ένα ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού με ετικέτα Μαρτίνι, που όπως όμως απεδείχθη εκ των υστέρων, ήταν ένα σπιτικό λικέρ της μάνας της Τσού-λη από το χωριό. Πριν πέσει αναίσθητος από το σπιτικό αλκοόλ πρόλαβε να απαντήσει στην ερώτηση της σχετικά για την τύχη του περίφημου κινηματογραφικού σεναρίου REMAINS OF A SUNBED με την εξής ιστορική φράση: ΄΄ Έτσι κι αλλιώς ότι απόμεινε από την ξαπλώστρα μετά τη μόνιμη και μη αναστρέψιμη καταστροφή της, λόγω της πρότερης ασυγκράτητης βίας, είναι κάτι REMAINS και ο περίφημος Ελληνικός κινηματογράφος, τον όποιο έχω την τιμή να υπηρετώ για είκοσι χρόνια, είναι κάτι που πρακτικά δεν υπάρχει.΄΄

Η Τσόου-λη την επομένη μέρα, σε μια κρίση αυθόρμητης αυτογνωσίας κι αυτοκριτικής, ανάρτησε θαρραλέα το εξής πρωτότυπο σχόλιο:



Υστερόγραφο:

1. Η συνταγή αυτής της ιστορίας περιλαμβάνει

- 80% αληθινά γεγονότα

- 10% φανταστικές αλλαγές στα ονόματα και στις τοποθεσίες προς αποφυγήν ταυτοποίησης των πραγματικών πρόσωπων, και

- 10% αυθαίρετα στοιχεία χάριν ποιητικής αδείας και παιδείας.

2. Αν δεν ξέρετε ποιος είναι o Τσου Εν- Λάι, να το ψάξετε στο google. Μην τα περιμένετε όλα από μας….



Νίκος Γιαννόπουλος

Αθήνα



Nikos Giannopoulos
27 Ιουλίου στις 7:22 μ.μ. ·

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου