― Αυτό πρώτη φορά μου το λένε. Μέχρι τώρα, και πάντα με αφορμή τη «Λούλα», είχα ακούσει να με επαινούν για το πώς κατάφερα να «εισχωρήσω με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση των γυναικών». Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας προσπαθεί πάντοτε να υποδυθεί όσο πιο πειστικά γίνεται τους ήρωές του: είτε τέρατα είναι αυτοί είτε άγιοι.
[Απόσπασμα Συνέντευξης στην Αργυρώ Μουντάκη, εφημ. «Θεσσαλία»]
Πηγή Βαγγέλης Ραπτόπουλος 14 Μαρτίου 2014
Όλη η συνέντευξη στην Αργυρώ Μουντάκη
(ένθετο «Διαδρομές», εφημερίδα «Θεσσαλία», Κυριακή 14 Μαρτίου 2014)

― Κύριε Ραπτόπουλε η «Λούλα» γιατί παραμένει διαχρονική, ίσως και επίκαιρη δεκαπέντε χρόνια περίπου μετά την πρώτη έκδοσή της;
Αν κάτι παραμένει διαχρονικό στη «Λούλα», αυτό είναι η εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, ειδικά της γυναικείας. Ταυτόχρονα, το συγκεκριμένο μυθιστόρημά μου αποτελεί μια κιβωτό πράξεων, σκέψεων και συναισθημάτων της δεκαετίας του ’90. Εάν κανείς θέλει να πραγματοποιήσει μια επίσκεψη στα ήθη της εν λόγω εποχής, η «Λούλα» ενδείκνυται απολύτως. Μια ηρωΐδα που αδυνατεί να φτάσει σε οργασμό, όπως ακριβώς αδυνατεί να απολαύσει τη ζωή και η κοινωνία γύρω της, έχοντας υποδουλωθεί ολοκληρωτικά στην εξουσία του χρήματος. Το βιβλίο μου ζωντανεύει αυτόν τον ατομικισμό-σε-παροξυσμό που άνθισε μες στην καρδιά της φούσκας και μας οδήγησε στην τωρινή κρίση.
― Οι νέοι σύγχρονοι αναγνώστες της «Λούλας» πόσο διαφορετικά διαβάζουν το κείμενό σας από τους πρώτους παλιούς αναγνώστες; Βλέπετε διαφορετική υποδοχή του έργου σας τώρα από παλιότερα;
Μια μεγάλη διαφορά είναι ότι οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες σήμερα πια δεν σκανδαλίζονται, τουλάχιστον τόσο πολύ και με τον τρόπο που συνέβαινε κάτι ανάλογο, όταν το βιβλίο μου πρωτοεκδόθηκε. Είναι προφανές ότι στη δεκαπενταετία που μεσολάβησε, εθιστήκαμε όλοι μας πολύ περισσότερο στη γενικευμένη εκπόρνευση που μας περιβάλλει. Ή αλλιώς, είμαστε μια κοινωνία που έχει περιέλθει σε ακόμα πιο καταλυτική παρακμή.
― Η λαγνεία, ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, παίζει στο έργο σας «Λούλα» καθοριστικό ρόλο. Αν η κατάληξη της «Λούλας» δεν είναι τιμωρητική, πώς εσείς ως συγγραφέας της θα προτιμούσατε να την αποκωδικοποιεί ο αναγνώστης;
«Λαγνεία» θα μπορούσε να είναι και εναλλακτικός τίτλος για τη «Λούλα». Αλλά η σύλληψη με τα θανάσιμα αμαρτήματα μάς είναι ξένη, προέρχεται από τον καθολικισμό. Για την ανατολίτικη πλευρά μας, όμως, δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα, είναι το κορυφαίο. Έχουμε, λοιπόν, ένα βιβλίο γεμάτο λαγνεία, για μια κοπέλα που τη στερείται. Η λαγνεία ως έμβλημα μιας κοινωνίας ανοργασμικής. Και πού αλλού θα μπορούσε να οδηγηθεί μια ηρωΐδα ανοργασμική, η οποία φτάνει στο αποκορύφωμα της ηδονής μέσα στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς το σε τεράστιο γαμιστρώνα; Τι θα ήταν καταλληλότερο από έναν ένδοξο, πανηγυρικό, αποθεωτικό θάνατο-θυσία; Γι’ αυτό και, ως προς την κατάληξη του μυθιστόρηματος, ένα έχω να πω: έτυχε. Ή αλλιώς, έτσι ήρθαν τα πράγματα. Η κατάληξη μιας ιστορίας δεν αποτελεί ένα είδος ερμηνείας της, όσο κι αν ταιριάζει κάτι τέτοιο σε ορισμένες περιπτώσεις. Όπως έλεγε και ο παλιός εκείνος στίχος του Σαββόπουλου: «Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει, τη δικιά σου μελαγχολία».
― Αν γράφατε τώρα τη «Λούλα», εν έτει 2014, τι θα αλλάζατε; Με την επανέκδοσή της μπήκατε στον πειρασμό να επιμεληθείτε ξανά το κείμενο;
Πιθανότατα δεν θα έγραφα καθόλου αυτό το μυθιστόρημα σήμερα, όπως και κανένα άλλο από τα προγενέστερα έργα μου. Με άλλα λόγια, έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι, και για μένα τον ίδιο, και για την πραγματικότητα γύρω μου. Όσο για την επανέκδοση, αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος πονοκέφαλος. Μικροαλλαγές στη διατύπωση μπορεί να έκανα εδώ κι εκεί, αλλά τίποτα σπουδαίο δεν άλλαξα εντέλει. Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνσιν εκ του ταμείου (του χρόνου).
― Αν ζούσε η Λούλα το 2014, ποιο θα ήταν το προφίλ της στο facebook?
Ιδίως όταν το όνομα της πρωταγωνίστριας τυχαίνει να είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματός σου, το θέμα του facebook καταντάει παιχνιδάκι. «Λούλα» θα ήταν το προφίλ της, τι άλλο;
― Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να εισχωρεί με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση ενός ψυχοπαθούς ήρωα;
Αυτό πρώτη φορά μου το λένε. Μέχρι τώρα, και πάντα με αφορμή τη «Λούλα», είχα ακούσει να με επαινούν για το πώς κατάφερα να «εισχωρήσω με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση των γυναικών»! Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας προσπαθεί πάντοτε να υποδυθεί όσο πιο πειστικά γίνεται τους ήρωές του: είτε τέρατα είναι αυτοί είτε άγιοι.
― Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε μέσα από μια τόσο νεανική επιτυχία σας ως συγγραφέας, περίπου στα 20 σας χρόνια, δεδομένου ότι λίγοι καταφέρνουν να διατηρήσουν αλλά και να διαχειριστούν κάτι τέτοιο;
Και ποιος σας είπε ότι κατάφερα να ισορροπήσω; Αστειεύομαι. Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Δεν υπάρχει συνταγή, αυτό εννοώ. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν θεώρησα τίποτε δεδομένο. Και ότι έριξα όλο μου το βάρος στη δουλειά, ανεξαρτήτως του πόσο επιτυχημένη μπορούσε να θεωρηθεί κάθε φορά. Έγραφα, έγραφα, έγραφα, κι ακόμα γράφω!
― Φαντάζομαι θέλει θάρρος και όραμα ώστε να αποφασίσει κάποιος σε μια τόσο νεαρή ηλικία ότι το επάγγελμά του, αυτό που θα τον συντηρήσει βιοποριστικά, θα είναι αυτό του συγγραφέα. Υπήρξαν άνθρωποι που προσπάθησαν να σας αποτρέψουν;
Μπορεί να θέλει απλώς πείσμα... Οι γονείς μου εναντιώθηκαν σ’ αυτή την επιλογή μου, όταν ήμουν νέος, κι όπως το κρίνω σήμερα, πολύ καλά έκαναν. Όμως, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι μπαίναμε στην εποχή της πλασματικής ευημερίας, όπου οι συγγραφείς όχι μόνο δεν θα πέθαιναν στην ψάθα όπως παλιά, αλλά επιπλέον μπορούσαν να βιοπορίζονται από το γράψιμο. Το αμείλικτο ερώτημα είναι: τι γίνεται από δω και πέρα, που η φτώχεια καλπάζει;
― Η φαντασία ή η λογική υπερτερούν όταν γράφετε ένα μυθιστόρημα; Ο ρεαλισμός τι ρόλο παίζει;
― Εξαρτάται από το μυθιστόρημα κάθε φορά. Αν και μαντεύω πως όταν υπερτερεί μία όψη των πραγμάτων («λογική και φαντασία» επιλέγετε εσείς, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες), τότε κάτι αντιστρόφως ανάλογο συμβαίνει σε βάρος των υπολοίπων. Καλό είναι να ισορροπούν, λοιπόν, και να μην υπερτερεί καμία πλευρά. Όσο για το ρεαλισμό, είναι το παν. Ακόμα κι όταν αφηγείσαι την ιστορία κάποιου που ξυπνάει μεταμορφωμένος σε μια τεράστια κατσαρίδα, οφείλεις να το κάνεις όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται.
― Όταν γράφετε σκέφτεστε καθόλου πώς θα ευχαριστήσετε τους αναγνώστες σας; Όταν σχεδιάζετε το τέλος των έργων σας;
Παρά τη διαδεδομένη άποψη περί του αντιθέτου, δεν πιστεύω ότι οι αναγνώστες αγκαλιάζουν ή αποστρέφονται ένα έργο μόνο και μόνο εξαιτίας του όποιου τέλους του. Με άλλα λόγια, δεν είμαι σίγουρος τι ευχαριστεί και τι όχι τους αναγνώστες. Ο συγγραφέας αγωνίζεται να φτάσει στο τέλος της την ιστορία που αφηγείται, αγωνίζεται να ευχαριστήσει πρωτίστως τον εαυτό του και να μη νιώθει άβολα με ό,τι έγραψε. Αυτή η έγνοια του είναι αρκετή και με το παραπάνω, και για τον ίδιο και για τους αναγνώστες.
― Υπάρχει μια νέα τάση να βγαίνουν ελεύθερα στο διαδίκτυο λογοτεχνικά έργα. Πώς σας φαίνεται;
Μου φαίνεται αναπόφευκτο και φυσικό, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα. Το διαδίκτυο και η υψηλή τεχνολογία αλλάζουν τα πάντα.Τόσο ο ρόλος του εκδότη όσο και αυτός του κριτικού ή του δημοσιογράφου που ασχολείται με βιβλία, φαίνεται ότι θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα ύπαρξης στο μέλλον. Εύχομαι να μην ισχύει κάτι ανάλογο και για τους ίδιους τους συγγραφείς. Μακάρι η αλλαγή στον τρόπο διάδοσης του έργου, να μην αποβεί μοιραία και για το έργο.
― Η εμπειρία και η ζωή πώς νιώθετε ότι σας επηρεάζουν ως συγγραφέα;
Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ελπίζω. Γίνομαι όλο και λιγότερο παρορμητικός και ανυπόμονος, όλο και πιο ώριμος και υποψιασμένος.
― Η απόκτηση παιδιού άλλαξε την κοσμοθεωρία σας;
Απολύτως. Σε γενικές γραμμές, αναγκάστηκα να είμαι λιγότερο εγωκεντρικός. Δεν γίνεται αλλιώς, εάν αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου απέναντι σ’ ένα πλάσμα που νιώθεις ταγμένος να προστατεύεις.
Όλη η συνέντευξη στην Αργυρώ Μουντάκη
(ένθετο «Διαδρομές», εφημερίδα «Θεσσαλία», Κυριακή 14 Μαρτίου 2014)
Πηγή http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.article&id=2903
Ακόμα γράφω!― Κύριε Ραπτόπουλε η «Λούλα» γιατί παραμένει διαχρονική, ίσως και επίκαιρη δεκαπέντε χρόνια περίπου μετά την πρώτη έκδοσή της;
Αν κάτι παραμένει διαχρονικό στη «Λούλα», αυτό είναι η εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, ειδικά της γυναικείας. Ταυτόχρονα, το συγκεκριμένο μυθιστόρημά μου αποτελεί μια κιβωτό πράξεων, σκέψεων και συναισθημάτων της δεκαετίας του ’90. Εάν κανείς θέλει να πραγματοποιήσει μια επίσκεψη στα ήθη της εν λόγω εποχής, η «Λούλα» ενδείκνυται απολύτως. Μια ηρωΐδα που αδυνατεί να φτάσει σε οργασμό, όπως ακριβώς αδυνατεί να απολαύσει τη ζωή και η κοινωνία γύρω της, έχοντας υποδουλωθεί ολοκληρωτικά στην εξουσία του χρήματος. Το βιβλίο μου ζωντανεύει αυτόν τον ατομικισμό-σε-παροξυσμό που άνθισε μες στην καρδιά της φούσκας και μας οδήγησε στην τωρινή κρίση.
― Οι νέοι σύγχρονοι αναγνώστες της «Λούλας» πόσο διαφορετικά διαβάζουν το κείμενό σας από τους πρώτους παλιούς αναγνώστες; Βλέπετε διαφορετική υποδοχή του έργου σας τώρα από παλιότερα;
Μια μεγάλη διαφορά είναι ότι οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες σήμερα πια δεν σκανδαλίζονται, τουλάχιστον τόσο πολύ και με τον τρόπο που συνέβαινε κάτι ανάλογο, όταν το βιβλίο μου πρωτοεκδόθηκε. Είναι προφανές ότι στη δεκαπενταετία που μεσολάβησε, εθιστήκαμε όλοι μας πολύ περισσότερο στη γενικευμένη εκπόρνευση που μας περιβάλλει. Ή αλλιώς, είμαστε μια κοινωνία που έχει περιέλθει σε ακόμα πιο καταλυτική παρακμή.
― Η λαγνεία, ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, παίζει στο έργο σας «Λούλα» καθοριστικό ρόλο. Αν η κατάληξη της «Λούλας» δεν είναι τιμωρητική, πώς εσείς ως συγγραφέας της θα προτιμούσατε να την αποκωδικοποιεί ο αναγνώστης;
«Λαγνεία» θα μπορούσε να είναι και εναλλακτικός τίτλος για τη «Λούλα». Αλλά η σύλληψη με τα θανάσιμα αμαρτήματα μάς είναι ξένη, προέρχεται από τον καθολικισμό. Για την ανατολίτικη πλευρά μας, όμως, δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα, είναι το κορυφαίο. Έχουμε, λοιπόν, ένα βιβλίο γεμάτο λαγνεία, για μια κοπέλα που τη στερείται. Η λαγνεία ως έμβλημα μιας κοινωνίας ανοργασμικής. Και πού αλλού θα μπορούσε να οδηγηθεί μια ηρωΐδα ανοργασμική, η οποία φτάνει στο αποκορύφωμα της ηδονής μέσα στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς το σε τεράστιο γαμιστρώνα; Τι θα ήταν καταλληλότερο από έναν ένδοξο, πανηγυρικό, αποθεωτικό θάνατο-θυσία; Γι’ αυτό και, ως προς την κατάληξη του μυθιστόρηματος, ένα έχω να πω: έτυχε. Ή αλλιώς, έτσι ήρθαν τα πράγματα. Η κατάληξη μιας ιστορίας δεν αποτελεί ένα είδος ερμηνείας της, όσο κι αν ταιριάζει κάτι τέτοιο σε ορισμένες περιπτώσεις. Όπως έλεγε και ο παλιός εκείνος στίχος του Σαββόπουλου: «Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει, τη δικιά σου μελαγχολία».
― Αν γράφατε τώρα τη «Λούλα», εν έτει 2014, τι θα αλλάζατε; Με την επανέκδοσή της μπήκατε στον πειρασμό να επιμεληθείτε ξανά το κείμενο;
Πιθανότατα δεν θα έγραφα καθόλου αυτό το μυθιστόρημα σήμερα, όπως και κανένα άλλο από τα προγενέστερα έργα μου. Με άλλα λόγια, έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι, και για μένα τον ίδιο, και για την πραγματικότητα γύρω μου. Όσο για την επανέκδοση, αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος πονοκέφαλος. Μικροαλλαγές στη διατύπωση μπορεί να έκανα εδώ κι εκεί, αλλά τίποτα σπουδαίο δεν άλλαξα εντέλει. Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνσιν εκ του ταμείου (του χρόνου).
― Αν ζούσε η Λούλα το 2014, ποιο θα ήταν το προφίλ της στο facebook?
Ιδίως όταν το όνομα της πρωταγωνίστριας τυχαίνει να είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματός σου, το θέμα του facebook καταντάει παιχνιδάκι. «Λούλα» θα ήταν το προφίλ της, τι άλλο;
― Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να εισχωρεί με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση ενός ψυχοπαθούς ήρωα;
Αυτό πρώτη φορά μου το λένε. Μέχρι τώρα, και πάντα με αφορμή τη «Λούλα», είχα ακούσει να με επαινούν για το πώς κατάφερα να «εισχωρήσω με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση των γυναικών»! Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας προσπαθεί πάντοτε να υποδυθεί όσο πιο πειστικά γίνεται τους ήρωές του: είτε τέρατα είναι αυτοί είτε άγιοι.
― Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε μέσα από μια τόσο νεανική επιτυχία σας ως συγγραφέας, περίπου στα 20 σας χρόνια, δεδομένου ότι λίγοι καταφέρνουν να διατηρήσουν αλλά και να διαχειριστούν κάτι τέτοιο;
Και ποιος σας είπε ότι κατάφερα να ισορροπήσω; Αστειεύομαι. Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Δεν υπάρχει συνταγή, αυτό εννοώ. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν θεώρησα τίποτε δεδομένο. Και ότι έριξα όλο μου το βάρος στη δουλειά, ανεξαρτήτως του πόσο επιτυχημένη μπορούσε να θεωρηθεί κάθε φορά. Έγραφα, έγραφα, έγραφα, κι ακόμα γράφω!
― Φαντάζομαι θέλει θάρρος και όραμα ώστε να αποφασίσει κάποιος σε μια τόσο νεαρή ηλικία ότι το επάγγελμά του, αυτό που θα τον συντηρήσει βιοποριστικά, θα είναι αυτό του συγγραφέα. Υπήρξαν άνθρωποι που προσπάθησαν να σας αποτρέψουν;
Μπορεί να θέλει απλώς πείσμα... Οι γονείς μου εναντιώθηκαν σ’ αυτή την επιλογή μου, όταν ήμουν νέος, κι όπως το κρίνω σήμερα, πολύ καλά έκαναν. Όμως, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι μπαίναμε στην εποχή της πλασματικής ευημερίας, όπου οι συγγραφείς όχι μόνο δεν θα πέθαιναν στην ψάθα όπως παλιά, αλλά επιπλέον μπορούσαν να βιοπορίζονται από το γράψιμο. Το αμείλικτο ερώτημα είναι: τι γίνεται από δω και πέρα, που η φτώχεια καλπάζει;
― Η φαντασία ή η λογική υπερτερούν όταν γράφετε ένα μυθιστόρημα; Ο ρεαλισμός τι ρόλο παίζει;
― Εξαρτάται από το μυθιστόρημα κάθε φορά. Αν και μαντεύω πως όταν υπερτερεί μία όψη των πραγμάτων («λογική και φαντασία» επιλέγετε εσείς, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες), τότε κάτι αντιστρόφως ανάλογο συμβαίνει σε βάρος των υπολοίπων. Καλό είναι να ισορροπούν, λοιπόν, και να μην υπερτερεί καμία πλευρά. Όσο για το ρεαλισμό, είναι το παν. Ακόμα κι όταν αφηγείσαι την ιστορία κάποιου που ξυπνάει μεταμορφωμένος σε μια τεράστια κατσαρίδα, οφείλεις να το κάνεις όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται.
― Όταν γράφετε σκέφτεστε καθόλου πώς θα ευχαριστήσετε τους αναγνώστες σας; Όταν σχεδιάζετε το τέλος των έργων σας;
Παρά τη διαδεδομένη άποψη περί του αντιθέτου, δεν πιστεύω ότι οι αναγνώστες αγκαλιάζουν ή αποστρέφονται ένα έργο μόνο και μόνο εξαιτίας του όποιου τέλους του. Με άλλα λόγια, δεν είμαι σίγουρος τι ευχαριστεί και τι όχι τους αναγνώστες. Ο συγγραφέας αγωνίζεται να φτάσει στο τέλος της την ιστορία που αφηγείται, αγωνίζεται να ευχαριστήσει πρωτίστως τον εαυτό του και να μη νιώθει άβολα με ό,τι έγραψε. Αυτή η έγνοια του είναι αρκετή και με το παραπάνω, και για τον ίδιο και για τους αναγνώστες.
― Υπάρχει μια νέα τάση να βγαίνουν ελεύθερα στο διαδίκτυο λογοτεχνικά έργα. Πώς σας φαίνεται;
Μου φαίνεται αναπόφευκτο και φυσικό, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα. Το διαδίκτυο και η υψηλή τεχνολογία αλλάζουν τα πάντα.Τόσο ο ρόλος του εκδότη όσο και αυτός του κριτικού ή του δημοσιογράφου που ασχολείται με βιβλία, φαίνεται ότι θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα ύπαρξης στο μέλλον. Εύχομαι να μην ισχύει κάτι ανάλογο και για τους ίδιους τους συγγραφείς. Μακάρι η αλλαγή στον τρόπο διάδοσης του έργου, να μην αποβεί μοιραία και για το έργο.
― Η εμπειρία και η ζωή πώς νιώθετε ότι σας επηρεάζουν ως συγγραφέα;
Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ελπίζω. Γίνομαι όλο και λιγότερο παρορμητικός και ανυπόμονος, όλο και πιο ώριμος και υποψιασμένος.
― Η απόκτηση παιδιού άλλαξε την κοσμοθεωρία σας;
Απολύτως. Σε γενικές γραμμές, αναγκάστηκα να είμαι λιγότερο εγωκεντρικός. Δεν γίνεται αλλιώς, εάν αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου απέναντι σ’ ένα πλάσμα που νιώθεις ταγμένος να προστατεύεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου