Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Μπαλάντα Μελίνα Τανάγρη

Μπαλάντα  Μελίνα Τανάγρη

Την ώρα αυτή τα δέντρα αναστενάζουν
άλογα πίνουν κι ύστερα καλπάζουν
Και σε πλαγιές ανήσυχες μ'αφήνουν
εκεί που τα όνειρά μου τρεμοσβήνουν

Άναψες φως με στοργικό φανάρι
κι ημέρωσα με τη δική σου χάρη
Και στης ζωής μου την παράξενη αλχημεία
μαντεύω πια ατίθαση πορεία

Η ομορφιά με τους δικούς της νόμους 
μ'αφήνει πάντοτε φτερά στους ώμους
Κι ένα μικρό, ανάλαφρο τελάρο
με τις χαρές που τόλμησα να πάρω

Με μάτια ορθάνοιχτα καθώς κοιτάζω
πώς έρχεσαι και φεύγεις, μα διστάζω
Ν'αλλάξω έστω και λίγο απ'τον ειρμό σου
το χάσμα, τις αιχμές και το ρυθμό σου

Αύρα, ηχώ, και πέταλο δικό μου
παραμιλώ για σένα στ'όνειρό μου
Αδειάζω τα παλιά μου τα συρτάρια
και σβήνω πίσω μου όλα τα χνάρια

Η ομορφιά με τους δικούς της νόμους 
μ'αφήνει πάντοτε φτερά στους ώμους
Κι ένα μικρό, ανάλαφρο τελάρο
με τις χαρές που τόλμησα να πάρω

Κάστρα οχυρά και κάστρα ερειπωμένα 
σε δρόμους που περπάτησα για σένα
Περάσματα σε άγνωστες επάλξεις
και θαύματα όπου και να κοιτάξεις

Και κάθε μέρα έτσι που περνάει
σα μυστική γιορτή με ξεπερνάει
Κάνει χαρμόσυνα τα γεγονότα
μαζί όλο καμπάνες κι όλο φώτα

Έτσι λοιπόν σε κόσμο μαγεμένο
μ'έφερες σε τοπίο εκτεθειμένο
Ταξίδι, μ'έκανες, αόρατο ν'αρχίσω
και πίσω πια δεν έχει να γυρίσω....

Μουσική: Angelo Branduardi (διασκευή μεσαιωνικής μελωδίας)
Ελληνικοί στίχοι: Μελίνα Τανάγρη
Ερμηνεία: Μελίνα Τανάγρη
Από το δίσκο: "Τεσσαρακοστός Παράλληλος", 1982

Σιωπή Κωστής Παλαμάς


Μιὰ ψεύτρα εἶν᾿ ἡ βοή, τὰ λόγια εἶναι μαχαίρια,
παντοῦ εἶν᾿ ἡ πλάνη. Τραγουδάει σὲ κάθε ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια
καὶ μιὰ Σειρήνα ἕνα τραγούδι ἐπίβουλο θανάτου,
τρομάρα καὶ σπαρτάρισμα κάθε φωνὴ ἀπὸ κάτου,
κάθε ἁρμονία ἀπὸ ψηλά. Σιωπή, Σιωπή, μητέρα,
δός μου νὰ πιῶ στὸν κόρφο σου νέο γάλα, νέον αἰθέρα,
καὶ κάτι ποὺ δὲ λέγεται καὶ κάτι ποὺ ἀνασταίνει.
—Τοῦ κάκου· κάποιος μέσα μου μιλεῖ καὶ δὲ σωπαίνει...
Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 171

Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας Κωστής Παλαμάς

Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας

Καβάλλα πάει ὁ Χάροντας
τὸν Διγενῆ στὸν Ἅδη,
κι ἄλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.
Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου του
δεμένους στὰ καπούλια,
τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο,
τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.
Καὶ σὰ νὰ μὴν τὸν πάτησε
τοῦ Χάρου τὸ ποδάρι
ὁ Ἀκρίτας μόνο ἀτάραχα
κοιτάει τὸν καβαλλάρη.
«Ὁ Ἀκρίτας εἶμαι, Χάροντα
δὲν περνῶ μὲ τὰ χρόνια.
Μ᾿ ἄγγιξες καὶ δὲ μ᾿ ἔνοιωσες
στὰ μαρμαρένια ἁλώνια;
Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀκατάλυτη
ψυχὴ τῶν Σαλαμίνων,
στὴν Ἑφτάλοφην ἔφερα
τὸ σπαθὶ τῶν Ἑλλήνων.
Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι
καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πρώτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πρώτο)
27 Οκτωβρίου 2013 στις 11:15 μ.μ.


Ο Ντημίτ Εφέντης ήτανε γραικός κι από τους δύο γεννήτορες του. Το όνομά του, τόκανε στη Σμύρνη, την πόλη που γεννήθηκε - εκεί που έχασε γονιούς κι εκεί που βρήκε τη θέση του στον κόσμο. Αυτό, το πέτυχε με το τρελό του θάρρος και τις ευφάνταστες μανούβρες με τις οποίες έτρεχε το αίμα του στις φλέβες:ενώ όλωνε των ανθρώπω το αίμα τους κανονικά δασεύεται γύρω από κυρίως την καρδιά - εκείνου του χτυπούσε ταυτοχρόνως εις τα μηνίγγια, στην καρωτίδα, στις διατιτρώσες και τις επιπολείς, στις εν τω βάθει - το πλάσμα ήτανε σα νάχε για εσωτερικό του διαπασών είτε τη Μέκκα, τη Μεδίνα - ή και τον ίδιονε το διάτανο. Ήτανε, σαν να πούμε: ένα ψηφιδωτό ομίχλης που έλαμπε όλο μαζί και με την κάθε την ψηφίδα χωριστά, πολλοί τον είδαν λίγοι τον εγνώρισαν - η ιστορία του λοιπόν όση απ΄αυτήν επέζησε στις μέρες - θα έχει ειπωθεί σε μια λειτουργική πολυφωνία, λέξεις ριχμένες δώθε-κείθε με την πίστη ότι θα πιάσουνε μια ρίζα δυο κλωνιά - για να τις πάρει ο αέρας να τις επάει όπου ηθέληται να φτάσουν.

Ξέρουμε ότι για τις ανάγκες της αφήγησης θα υπάρξουν τρία κυρίως μέρη εξωτερικά - και τα εσώτερα θα είναι όπου υπάγουν της αγάπης του καθενός οι στεναγμοί. Σμύρνη, Αθήνα - και η πόλη του Μίτσιγκαν με τους κακείς χειμώνες. Αλλά, ας πιάσουμε την ιστορία μας από ένα σημείο που αυθαιρετώντας θα το πούμε Η Αρχή - κι αυτή η Αρχή μας βρίσκεται έξω απ΄την πόρτα της εσωτερικής αυλής του Μπέη που θα έδινε στο Δημητράκη (όπως και τον εφώναζε η μακαρίτισσα η μάνα του) αυτό που θα γινότανε το επωνύμιο με το οποίο θα επιγράφονταν ο τάφος του, στο πλήρωμα των ημερών. Ο Δημητράκης είχε βρεθεί όχι μονάχα ορφανός εν μία νυκτί και με διπλό το πένθος, αλλά επίσης να προστάτευε τη μεγαλύτερή του αδερφή ως μόνος συγγενεύων της κι αρσενικό παιδί. Ήξερε, πως δουλειές αγροτικές δεν του ταιριάζανε ούτε κι απέφεραν τα απαραίτητα εσόδια - και λίγο αυτή η γνώση του της απελπισίας, λίγο και η ροή του αίματός του που έτρεχε σε απόλυτη συχνότητα με κάθε σύμπαν, του έδωσαν το θάρρος να κρούσει την εκείνην θύρα που άλλοι, μεγαλύτεροί του και πιο φρόνιμοι απέφευγαν και επεύχοντο, διότι ο εν λόγω Μπέης είχε ελέγετο καρδιά σκληρή που είχε εκπαιδευτεί με τις συνομωσίες των χαρεμιών και τις βυζαντινότητες τις φαύλες. Όμως, ο Δημητράκης - πήγε ως παιδί παραμυθιού, μια νύχτα ήτανε ο ίδιος του βγαλμένος από το βιβλίο της μιας και μιας χιλιάδας: είχε στη τζέπη ντου (κι ας ήτανε και τρύπια) τους σπόρους από ένα ταπεινότατο λουλούδι και ετύλιχτους σε μια σελίδα από την παλιά γραφή που εσημάδευε του λουλουδιού την προβενάνς και πώς είχε μεγάλη σημασία για κάθε Οθωμανικό Σελτζούκο που την παράδοση όφειλε να τιμάει. Και του ανοίγουνε, να μην πολυλογούμε και τραβήξουμε - κι αυτός ζητάει και της απταίστου γαλλικής να τον παρουσιάσουνε στον Μπέη αυτοπροσώπως. Βάλετε με το νου σας, αυτός να ομιλεί τα φράγκικα, κι ο πορτοφύλακας να κάμει ότι καν τον εκατάλαβε τι ετσαμπούναγε, ήτανε και ντυμένος ποιός να ξέρει και τι κοντοβράκια, ένα θέαμα να πούμε γλαφυρό και λίγο λέγω. Όμως, εκεί ο δικός μας, Μπέη μου θέλω και Αγά. Εκιότεψε κι ο πορτοφύλαξ με τη μούρλα του, τον έφερε μες στα βαριά περάσματα κι ανάμεσα στους ίσκιους - ήτανε και καλή η μέρα κι ολοφώτεινη, τον έμπασε λοιπόν εκεί κι εκάθονταν ο εδικός μας. Και ίσως ήτανε η μέρα δεξιά, ίσως και να μπορούσε ο Δημητρός να λέει ιστορίες, είχε και το μεγάλο το ατού μέσα στην τσέπη - τώρα θα πει κι εκειός που μας διαβάζει - και τι να ήτανε να λέει η γραφή. Λοιπόν, ακούστε το τι είπε ο νεαρός και πώς το σέρβιρε, και πού να τουμπαρίστηκε ο Μπέης και τονε πήρε διορισμένο του - και από κει, σιγά σιγά την ιστορία. Λοιπόν, τάδε του έφη - τώρα λες και μπροστά μου που τον έχω, όταν τα έλεγε τα μάθαινε απέξω κι ανακατωτά μην τύχει και μπερδεύονταν οι γλώσσες του - μα όταν άνοιξε το στόμα του κι εμίλει, ηρχούντανε τα λόγια παρευθύς και βρίσκανε τον άλλον στην καρδία. Διότι, είπε: Αφέντη μου και Μπέη και τρανέ μου, πάει εχάσαμε κάθε του Σουλεϊμάν μεγαλοπρέπεια, χάσαμε τον Γλυκό Σουλτάνο και τις φυτείες της Κενταύρειας Μοσχάτας, βρισκόμαστε εις την κοιλάδα των δακρύων. (Εδώ, ενδεχομένως ο Μπέης να τον κοίταζε περίεργα, σου λέει τι μου έπεσε ετούτος στο κεφάλι, πρωί και μεθυσμένος μη κι αν είναι αλαφροΐσκιωτος, τον έχουν οι νεράιδες παραπαίδι τους ή μην τον έστειλε κι ο Σεϊτάν-Ιμπλίς, μην είναι τζίνι, μην είναι διάβολος ψιθυριστής - κι αυτό το τελευταίο ίσως να πλησιάζε το κέντρο της αλήθειας). Κι εν συνεχεία, ο ακατανόμαστος - βγάνει από το ρούχο του το αναγραμμένο το χαρτί, το άνοιξε ταχυδακτυλομένος, πάνε οι σπόρι στο τραπέζι που αναπαυόντανε τα ασημιά φελέκια - κι ο διαολόσπορος

που ποιόν να είχε μάνα - απλώνει το χαρτί και κάτι έδειχνε, ήτανε και τα γράμματα σε άλλη ξένη γλώσσα κι ο Μπέης δεν την κάτεχε - αλλά είχε και μια ωραία ζωγραφιά κι έδειχνε ένα άνθος που χτύπησε το Μπέη μας κατάστηθα - του θύμισε μιαν αγαπητικιά που είχε ο πατέρας του παππού του, τρέχα και γύρευε. Αλλά, δεν εγινότανε να δώσει τέτοια μπόσικα, του βάζει τις φωνές να σταματήσει να χοροπηδάει και πως τον ζάλισε, και πως να κάτσει στην καλή μεριά κι αν είναι διάολος τον διάβολο δεν είδε - και μήπως, περ' να πούμε, ήθελε να τον κανονίσουνε ευθέως ραντεβού - κι αυτό γινότανε, μα να τα πάρει τα ρημαδιασμένα του τα σκέδια με το αγάλι, ήτανε και η ώρα περασμένη και περιμένανε και τα παγώνια το φαγί τους. Λοιπόν, εκεί ο Δημητράκης, εκνευρίστηκε. Βάζει και τα σποράκια σε μια ασφαλή μεριά επί το άτομόν του, λέει κι αυτός: Να κάνεις πέρα, Μπέη μου, εσύ θέλεις την τύχη σου να ρίξεις, δική σου ξα. Κι ας κλαίγει η Χιουρρέμ που την ξεχάσανε σ' αυτή τη μαύρη γη που θάβονται οι ανάμνησες, δικός μου λόγος δεν μου πέφτει, αλλόθρησκός σας είμαι - μα λυπήθηκα το κρίμα. Και πάει να φύγει, του αλλουνού να του'χει έρθει ο ταμπλάς - και ποια Χιουρρέμ, και ποιοι Γλυκοί Σουλτάνοι - κάτσε του λέει εδώ, μην τα χαλάσομε και πε μου τι σκατά έχεις ρε Χριστιανέ μου να μου πεις, είμαι και σ' ώρα εμφράγματος. Και τον καθίζει κάτω (έφταιγε πως το άνθος είχε ανασκαλέψει και κάτι σα θημιατικό, ήτανε μάγια, ήτανε γητειά κανείς δεν έμαθε).

Και του παρακαλάει να μείνει και να φάνε και να πιούν - να δούνε και τι πρόταση να είχε να του κάνει, να βρούνε μια πολιορκία να ταιριάξουνε τους όρκους τους. Λέει λοιπόν το αμούστακο, ότι κάποτε και επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, είχε ο ηγέτης παραστήσει μιαν κατάσταση, ότι του άρεζε αυτό το άνθος που αν και να φαινόταν ταπεινό, ήξερε να βουρλίζει λογισμούς με μυρωδιά του. Και ότι τόσο του είχε φανεί νταλγκάς, που αξιούσε όταν οι δικοί του υπασπιστές, αγάδες, αξιωματικοί, στρατάρχες, οι ρεΐσηδες - στη Βιέννη, στην όπερα, σε κάθε μια απαγωγή απ΄τα Σεράγια - να έχουν απαξάπαντος στο πέτο τους φορώντας τα ελεεινά τα ευρωπαϊκά - ένα μικρούλι λουλουδάκι της Πατρίδος, να μυρίζονται ως παραδείσου πράμα. Και ότι σε όλη την πραγματικότητα εκτός της Αυτοκρατορίας, έγινε γνωστό το ταπεινό - ως ο Γλυκύς Σουλτάνος, τέτοια ήτανε η οσμή της αποσύνθεσης γλυκύτατη να παίρνει το μυαλό να τ' αποδιώχνει από το θάνατο - να υπόσχεται ένα για πάντα -ίσως για πάντα.

Έτσι εγίνει - και εγένετο φως εντός της φτώχειας και της ορφανίας - κι ευρέθη ο Δημητράκης να γίνει ο Ντημίτ, ο επιστάτης των κήπων και των φυτοκαλλιεργιών και των μπαξέδων, ο κλειδοκράτορας των σπόρων της Κενταύριας, εκείνος ο αλλόθρησκος που θύμισε στην ημισέληνο το άρωμα της ταπεινοφροσύνης, με το θράσος του.




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Μέρος από το Μετάλλιο του Γλυκύτατου Σουλτάνου, όπως βρέθηκε σε βαλίτσα που περιείχε αντικείμενα θεωρούμενα ως ανήκοντα στον Ντημίτ Εφέντη.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Στέλλα Δούμου, Μικρή φωλιά περιθωρίου


Στέλλα Δούμου, Μικρή φωλιά περιθωρίου 



(Ανδρας στο Γηροκομείο)

Μια λαμαρίνα νύχτας
έκοψε το λαιμό αυτού του μοναχικού άνδρα.
Ιώδια βροχής
θαρρώ πως χειροτέρεψαν τα πράγματα.
Από τον κομμένο του λαιμό
έτρεχε πολύ φεγγάρι
που είχε μέσα του διαπυηθεί
τόσα ψεύτικα χρόνια
σ’ αυτή τη μικρή φωλιά περιθωρίου.

.

.

Καμιά φορά έπλεκε
δαντέλες αρχαιότητας,
το καταλάβαινα από τον τρόπο
που τα μάτια του γίνονταν
δυο μωβ πεταλούδες.
Είχε ξεχάσει πια και να μιλάει ανθρώπινα.
Πότε-πότε του διάβαζα ποιήματα.
Όχι πως ένιωθε.
Ετσι.

”Ράψε με μέσα στον θάνατο σ’ ένα ποίημα”
μου είπε την τελευταία φορά.

Μα, νόμισα πως δεν το εννοούσε.

.

Γύριζε - Κωστή Παλαμά

Γύριζε - Κωστή Παλαμά

Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θα'βρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.
Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες ! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
Κωστής Παλαμάς

Ποίηση Κωστής Παλαμάς \ Μουσική Μάριος Καπνιάς
Ενορχήστρωση Σιγής ΚρείττοΝ
Παραγωγή - Ηχοληψία 101 SOUND STUDIOS
Μάριος Καπνιάς (Φωνή - Κιθάρα)
Λίνα Εξάρχου (Φωνή)
Θωμάς Ματρακούκας (Τύμπανα)
Φίλιππος Τρέζος (Ηλ.Κιθάρα)
Κική Κριμιζά (Ηλ.Μπάσο)
Ηρακλής Καλογερόπουλος (Ηλ.Κιθάρα)


Mitch Hedberg, 1968-2005




Δεν έχω φιλενάδα αλλά ξέρω μια γυναίκα που θα γινόταν έξαλλη αν το άκουγε αυτό.
Mitch Hedberg, 1968-2005