Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πρώτο)
27 Οκτωβρίου 2013 στις 11:15 μ.μ.
Ο Ντημίτ Εφέντης ήτανε γραικός κι από τους δύο γεννήτορες του. Το όνομά του, τόκανε στη Σμύρνη, την πόλη που γεννήθηκε - εκεί που έχασε γονιούς κι εκεί που βρήκε τη θέση του στον κόσμο. Αυτό, το πέτυχε με το τρελό του θάρρος και τις ευφάνταστες μανούβρες με τις οποίες έτρεχε το αίμα του στις φλέβες:ενώ όλωνε των ανθρώπω το αίμα τους κανονικά δασεύεται γύρω από κυρίως την καρδιά - εκείνου του χτυπούσε ταυτοχρόνως εις τα μηνίγγια, στην καρωτίδα, στις διατιτρώσες και τις επιπολείς, στις εν τω βάθει - το πλάσμα ήτανε σα νάχε για εσωτερικό του διαπασών είτε τη Μέκκα, τη Μεδίνα - ή και τον ίδιονε το διάτανο. Ήτανε, σαν να πούμε: ένα ψηφιδωτό ομίχλης που έλαμπε όλο μαζί και με την κάθε την ψηφίδα χωριστά, πολλοί τον είδαν λίγοι τον εγνώρισαν - η ιστορία του λοιπόν όση απ΄αυτήν επέζησε στις μέρες - θα έχει ειπωθεί σε μια λειτουργική πολυφωνία, λέξεις ριχμένες δώθε-κείθε με την πίστη ότι θα πιάσουνε μια ρίζα δυο κλωνιά - για να τις πάρει ο αέρας να τις επάει όπου ηθέληται να φτάσουν.
Ξέρουμε ότι για τις ανάγκες της αφήγησης θα υπάρξουν τρία κυρίως μέρη εξωτερικά - και τα εσώτερα θα είναι όπου υπάγουν της αγάπης του καθενός οι στεναγμοί. Σμύρνη, Αθήνα - και η πόλη του Μίτσιγκαν με τους κακείς χειμώνες. Αλλά, ας πιάσουμε την ιστορία μας από ένα σημείο που αυθαιρετώντας θα το πούμε Η Αρχή - κι αυτή η Αρχή μας βρίσκεται έξω απ΄την πόρτα της εσωτερικής αυλής του Μπέη που θα έδινε στο Δημητράκη (όπως και τον εφώναζε η μακαρίτισσα η μάνα του) αυτό που θα γινότανε το επωνύμιο με το οποίο θα επιγράφονταν ο τάφος του, στο πλήρωμα των ημερών. Ο Δημητράκης είχε βρεθεί όχι μονάχα ορφανός εν μία νυκτί και με διπλό το πένθος, αλλά επίσης να προστάτευε τη μεγαλύτερή του αδερφή ως μόνος συγγενεύων της κι αρσενικό παιδί. Ήξερε, πως δουλειές αγροτικές δεν του ταιριάζανε ούτε κι απέφεραν τα απαραίτητα εσόδια - και λίγο αυτή η γνώση του της απελπισίας, λίγο και η ροή του αίματός του που έτρεχε σε απόλυτη συχνότητα με κάθε σύμπαν, του έδωσαν το θάρρος να κρούσει την εκείνην θύρα που άλλοι, μεγαλύτεροί του και πιο φρόνιμοι απέφευγαν και επεύχοντο, διότι ο εν λόγω Μπέης είχε ελέγετο καρδιά σκληρή που είχε εκπαιδευτεί με τις συνομωσίες των χαρεμιών και τις βυζαντινότητες τις φαύλες. Όμως, ο Δημητράκης - πήγε ως παιδί παραμυθιού, μια νύχτα ήτανε ο ίδιος του βγαλμένος από το βιβλίο της μιας και μιας χιλιάδας: είχε στη τζέπη ντου (κι ας ήτανε και τρύπια) τους σπόρους από ένα ταπεινότατο λουλούδι και ετύλιχτους σε μια σελίδα από την παλιά γραφή που εσημάδευε του λουλουδιού την προβενάνς και πώς είχε μεγάλη σημασία για κάθε Οθωμανικό Σελτζούκο που την παράδοση όφειλε να τιμάει. Και του ανοίγουνε, να μην πολυλογούμε και τραβήξουμε - κι αυτός ζητάει και της απταίστου γαλλικής να τον παρουσιάσουνε στον Μπέη αυτοπροσώπως. Βάλετε με το νου σας, αυτός να ομιλεί τα φράγκικα, κι ο πορτοφύλακας να κάμει ότι καν τον εκατάλαβε τι ετσαμπούναγε, ήτανε και ντυμένος ποιός να ξέρει και τι κοντοβράκια, ένα θέαμα να πούμε γλαφυρό και λίγο λέγω. Όμως, εκεί ο δικός μας, Μπέη μου θέλω και Αγά. Εκιότεψε κι ο πορτοφύλαξ με τη μούρλα του, τον έφερε μες στα βαριά περάσματα κι ανάμεσα στους ίσκιους - ήτανε και καλή η μέρα κι ολοφώτεινη, τον έμπασε λοιπόν εκεί κι εκάθονταν ο εδικός μας. Και ίσως ήτανε η μέρα δεξιά, ίσως και να μπορούσε ο Δημητρός να λέει ιστορίες, είχε και το μεγάλο το ατού μέσα στην τσέπη - τώρα θα πει κι εκειός που μας διαβάζει - και τι να ήτανε να λέει η γραφή. Λοιπόν, ακούστε το τι είπε ο νεαρός και πώς το σέρβιρε, και πού να τουμπαρίστηκε ο Μπέης και τονε πήρε διορισμένο του - και από κει, σιγά σιγά την ιστορία. Λοιπόν, τάδε του έφη - τώρα λες και μπροστά μου που τον έχω, όταν τα έλεγε τα μάθαινε απέξω κι ανακατωτά μην τύχει και μπερδεύονταν οι γλώσσες του - μα όταν άνοιξε το στόμα του κι εμίλει, ηρχούντανε τα λόγια παρευθύς και βρίσκανε τον άλλον στην καρδία. Διότι, είπε: Αφέντη μου και Μπέη και τρανέ μου, πάει εχάσαμε κάθε του Σουλεϊμάν μεγαλοπρέπεια, χάσαμε τον Γλυκό Σουλτάνο και τις φυτείες της Κενταύρειας Μοσχάτας, βρισκόμαστε εις την κοιλάδα των δακρύων. (Εδώ, ενδεχομένως ο Μπέης να τον κοίταζε περίεργα, σου λέει τι μου έπεσε ετούτος στο κεφάλι, πρωί και μεθυσμένος μη κι αν είναι αλαφροΐσκιωτος, τον έχουν οι νεράιδες παραπαίδι τους ή μην τον έστειλε κι ο Σεϊτάν-Ιμπλίς, μην είναι τζίνι, μην είναι διάβολος ψιθυριστής - κι αυτό το τελευταίο ίσως να πλησιάζε το κέντρο της αλήθειας). Κι εν συνεχεία, ο ακατανόμαστος - βγάνει από το ρούχο του το αναγραμμένο το χαρτί, το άνοιξε ταχυδακτυλομένος, πάνε οι σπόρι στο τραπέζι που αναπαυόντανε τα ασημιά φελέκια - κι ο διαολόσπορος
που ποιόν να είχε μάνα - απλώνει το χαρτί και κάτι έδειχνε, ήτανε και τα γράμματα σε άλλη ξένη γλώσσα κι ο Μπέης δεν την κάτεχε - αλλά είχε και μια ωραία ζωγραφιά κι έδειχνε ένα άνθος που χτύπησε το Μπέη μας κατάστηθα - του θύμισε μιαν αγαπητικιά που είχε ο πατέρας του παππού του, τρέχα και γύρευε. Αλλά, δεν εγινότανε να δώσει τέτοια μπόσικα, του βάζει τις φωνές να σταματήσει να χοροπηδάει και πως τον ζάλισε, και πως να κάτσει στην καλή μεριά κι αν είναι διάολος τον διάβολο δεν είδε - και μήπως, περ' να πούμε, ήθελε να τον κανονίσουνε ευθέως ραντεβού - κι αυτό γινότανε, μα να τα πάρει τα ρημαδιασμένα του τα σκέδια με το αγάλι, ήτανε και η ώρα περασμένη και περιμένανε και τα παγώνια το φαγί τους. Λοιπόν, εκεί ο Δημητράκης, εκνευρίστηκε. Βάζει και τα σποράκια σε μια ασφαλή μεριά επί το άτομόν του, λέει κι αυτός: Να κάνεις πέρα, Μπέη μου, εσύ θέλεις την τύχη σου να ρίξεις, δική σου ξα. Κι ας κλαίγει η Χιουρρέμ που την ξεχάσανε σ' αυτή τη μαύρη γη που θάβονται οι ανάμνησες, δικός μου λόγος δεν μου πέφτει, αλλόθρησκός σας είμαι - μα λυπήθηκα το κρίμα. Και πάει να φύγει, του αλλουνού να του'χει έρθει ο ταμπλάς - και ποια Χιουρρέμ, και ποιοι Γλυκοί Σουλτάνοι - κάτσε του λέει εδώ, μην τα χαλάσομε και πε μου τι σκατά έχεις ρε Χριστιανέ μου να μου πεις, είμαι και σ' ώρα εμφράγματος. Και τον καθίζει κάτω (έφταιγε πως το άνθος είχε ανασκαλέψει και κάτι σα θημιατικό, ήτανε μάγια, ήτανε γητειά κανείς δεν έμαθε).
Και του παρακαλάει να μείνει και να φάνε και να πιούν - να δούνε και τι πρόταση να είχε να του κάνει, να βρούνε μια πολιορκία να ταιριάξουνε τους όρκους τους. Λέει λοιπόν το αμούστακο, ότι κάποτε και επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, είχε ο ηγέτης παραστήσει μιαν κατάσταση, ότι του άρεζε αυτό το άνθος που αν και να φαινόταν ταπεινό, ήξερε να βουρλίζει λογισμούς με μυρωδιά του. Και ότι τόσο του είχε φανεί νταλγκάς, που αξιούσε όταν οι δικοί του υπασπιστές, αγάδες, αξιωματικοί, στρατάρχες, οι ρεΐσηδες - στη Βιέννη, στην όπερα, σε κάθε μια απαγωγή απ΄τα Σεράγια - να έχουν απαξάπαντος στο πέτο τους φορώντας τα ελεεινά τα ευρωπαϊκά - ένα μικρούλι λουλουδάκι της Πατρίδος, να μυρίζονται ως παραδείσου πράμα. Και ότι σε όλη την πραγματικότητα εκτός της Αυτοκρατορίας, έγινε γνωστό το ταπεινό - ως ο Γλυκύς Σουλτάνος, τέτοια ήτανε η οσμή της αποσύνθεσης γλυκύτατη να παίρνει το μυαλό να τ' αποδιώχνει από το θάνατο - να υπόσχεται ένα για πάντα -ίσως για πάντα.
Έτσι εγίνει - και εγένετο φως εντός της φτώχειας και της ορφανίας - κι ευρέθη ο Δημητράκης να γίνει ο Ντημίτ, ο επιστάτης των κήπων και των φυτοκαλλιεργιών και των μπαξέδων, ο κλειδοκράτορας των σπόρων της Κενταύριας, εκείνος ο αλλόθρησκος που θύμισε στην ημισέληνο το άρωμα της ταπεινοφροσύνης, με το θράσος του.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Μέρος από το Μετάλλιο του Γλυκύτατου Σουλτάνου, όπως βρέθηκε σε βαλίτσα που περιείχε αντικείμενα θεωρούμενα ως ανήκοντα στον Ντημίτ Εφέντη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου