Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Ζαχαρίας Παπαντωνίου - Ποιήματα



Ζαχαρίας Παπαντωνίου - Ποιήματα

Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940): Λογοτέχνης, 
δημοσιογράφος καὶ ἀκαδημαϊκὸς ἀπὸ τὸ Καρπενήσι.

Ἡ προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ

Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου.
Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου.
Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι.
Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη.
Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω.
Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω.
Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα.
Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα.
Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει.
Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.
Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ.
Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω.
Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
Εὐδόκησε ν᾿ ἀφανιστῶ χωρὶς νὰ ξαναζήσω...
Σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ τὰ βουνὰ καὶ γιὰ τοὺς κάμπους ποὺ εἶδα.

(ἀπὸ Τὰ θεῖα δῶρα)



Λυπημένα δειλινά

Στῆς γειτονιᾶς τῆς φτωχικῆς
γυρίζει ὁ νοῦς μου τὰ στενά,
τὰ λυπημένα δειλινὰ
στοχάζομαι τῆς Κυριακῆς.

Μέσα στὴν κόκκινη ἀντηλιὰ
τὸ μαραμένο θηλυκὸ
δίχως ἐλπίδα καὶ μιλιὰ
ποτίζει τὸ βασιλικό.

Κανεὶς διαβάτης δὲν περνᾷ,
κανένα αὐτὴ δὲν καρτερεῖ
ποὺ στὸ μπαλκόνι ὀρθὴ φορεῖ
τὸ γιορτινό της τὸ γκρενᾶ.

Σὰ μοῖρα κάθεται μία γριά.
Στὸ φῶς μιᾶς πόρτας ρημαδιοῦ
μακραίνει ὁ ἴσκιος τοῦ παιδιοῦ…
Καμπάνα ἀκούγεται μακριά…

Στὸ σύννεφο τὸ βυσσινὶ
θὰ πέσει ὁ ἥλιος νὰ κρυφτεῖ.
Ψαλμὸς ἀκούγεται ἡ φωνὴ
τοῦ τελευταίου πραματευτῆ.

Ὅλα σταμάτησαν ἐκεῖ.
Ἀργεῖ πολὺ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βραδιά…
Πῶς ἔχω τὴν ψυχὴ βαριά,
Τὸ δειλινὸ τὴν Κυριακή!

(ἀπὸ Τὰ θεῖα δῶρα)



Σερενάδα στὸ παράθυρο τοῦ σοφοῦ

Σοφέ μου, τὸ τετράσοφο
ποὺ σὲ φωτάει λυχνάρι
νἄτανε, λέει, φεγγάρι
καὶ σὺ εἴκοσι χρονῶ!

Νἄτανε τάχα ἡ γνώση σου
μὲ τὸν ἀγέρα ἀμάχη,
γιὰ δασωμένη ράχη
ξεκίνημα πρωινό...

Νἄτανε τάχα ἡ σκέψη σου
συρτοῦ χοροῦ τραγούδια
μίαν ἀγκαλιὰ λουλούδια
μίαν ἱστορία τρελλή,

τὰ μύρια ποὺ δὲ γνώρισες
νερὸ θἆν τάειχες μάθει
μὲ δάσκαλο τὰ πάθη
μ᾿ ἕνα κλεφτὸ φιλί.

Πολὺ τὴν καταφρόνεσες
τὴ ζωή, πανάθεμά τη…
Καὶ τώρα; Εἶναι φευγάτη
σὰν ὄνειρο πρωινό.

Χειλάκια ἀνθοῦν στὴ γειτονιὰ
γαρούφαλα στὴ γλάστρα–
καὶ σὺ διαβάζεις τ᾿ ἄστρα
καὶ τὸ βαθὺ οὐρανό.

(ἀπὸ Τὰ θεῖα δῶρα)



Ἀπολογία στὰ Ζῷα

Σὰν ἀλαργεύουν ἀπὸ μὲ γεμάτοι τρόμο οἱ γάτοι
θαρρώντας ποὺ ἀπαντήθηκαν μὲ φοβερὸ διαβάτη
ἂς ἦταν, Θέ μου, δυνατὸ νὰ βγοῦνε ἀπ᾿ τὴν ἀπάτη.

Ὁ ἴσκιος ποὺ τρέχει νὰ χαθεῖ παράμερα τοῦ δρόμου
μέσ᾿ στὰ βαθειὰ μεσάνυχτα ποὺ πάω στὸ φτωχικό μου
νὰ τὄξερε τί ἀνάξιος ὁποὖμαι τέτοιου τρόμου!

Μὲ τῶν προγόνων τους θὰ ζοῦν τὰ θολωμένα φρένα
καὶ τρέμουνε τὸν ἄνθρωπο τὰ ζῷα τ᾿ ἀγαπημένα
ἴσως κι ἐγώ, σκληρὸ παιδί, νὰ τἆχα ἀδικημένα.

Μὰ τώρα ποὔχω μέσα μου ἐλέους κι ἀγάπης βρύση
πολλῶν ψυχῶν τὰ κρίματα μποροῦσε νὰ τὰ σβήσει
στῆς γάτας τὸ γουναρικὸ τὸ χάδι μου ἂν γλυστρήσει.

Στὴ μοναξιά μας τὴν ἱερὴ καὶ τὴ βαθειὰ ἡσυχία
ὅταν ἐκείνη ἀργοπατεῖ στὰ μάταια τὰ βιβλία
δὲν εἶναι ἡ σιωπή μας νοῦς, ὁ λόγος ἀνοησία;

Βουβὴ ἡ ἁφή, μὰ νόημα κι ὑπομονὴ γεμάτη
χαϊδεύοντας τὴ ράχη τοῦ γυρτῆ, ἁπαλή, χνουδάτη,
μιλεῖ τοῦ ζῴου γιὰ τὴ φριχτὴν ἀνθρώπινην ἀπάτη.

Ἂς ἦταν ἡ ἀσημότερη κι ἡ πιὸ κυνηγημένη
στὸ κρύο! τὴ νύχτα! ἀπὸ στενὸ σοκάκι μαζεμένη
ἀπὸ τὶς δοῦλες καὶ τὶς γριὲς ἀναθεματισμένη

ἀπὸ τὸ πετροβόλημα παιδιῶν φοβερισμένη
γιὰ ζεστασιά! γιὰ μίλημα! γιὰ χάδι πεινασμένη
αὐτὴ ποὺ θάτανε γραφτὸ νὰ κάμω εὐτυχισμένη!

(ἀπὸ τὸ Νεοέλληνες Λυρικοί, Βασικὴ Βιβλιοθήκη 29, 
«Ἀετός» A.E., 1954)



Ὁ ὕπνος τῆς βαρκούλας

Ἀγεράκι τὰ φτερά σου γιὰ λίγο κόψε...
Φόβον ἔχω τὸ γιαλὸ μὴν ἀνασάνει,
τί ἐδῶ πὰ στὸ φεγγαρόλουστο λιμάνι
μιὰ βαρκούλα ἀποκοιμήθηκεν ἀπόψε.

Λαγαρὴ καὶ φωτερὴ ἡ θωριά της πέφτει
στῶν νερῶν τὸν ὁλοκάθαρο καθρέφτη
καὶ θαρρεῖς πὼς εἶδεν ὄνειρο ἡ καϋμένη
ἀπὸ ἀνέμους κι ἀπὸ κῦμα ἀποσταμένη.

Νὰ γελοῦν οἱ φαντασίες ἐμᾶς μονάχα!
Νὰ ποὺ ἀράζει σὲ νησάκια διαμαντένια,
σὲ οὐρανοὺς φωτοχυμένους λάμνει - τάχα.
Μὴν ξυπνήσει ἀπ᾿ τὸ ταξίδι ἔχω ἔννια...

Κόσμε, ἀλάργευε ἀπὸ δῶ, λεφούσι, πέρνα.
Μὴν ταράξεις τὸ ὑπνοφάντασμα, διαβάτη.
Στῶν νεράιδων τὴ σπηλιὰ κοιμήσου, μπάτη,
πῖνε ἀκόμα σύ, βαρκάρη, στὴν ταβέρνα!

(ἀπὸ τὸ Νεοέλληνες Λυρικοί, Βασικὴ Βιβλιοθήκη 29, 
«Ἀετός» A.E., 1954)



Ἡ Μαριγώ

Ἡ κοπέλλα ἡ Μαριγὼ 
μιὰ δουλειὰ σωστὴ δὲν κάνει. 
Τὴν κουζίνα μας ξεχνάνει 
καὶ θυμᾶται τὸ χωριό.

Τὰ χεράκια της ἐδῶ, 
τὸ μυαλά της ἐκεῖ κάτω. 
Πέφτει κι ἔσπασε τὸ πιάτο... 
Μαριγούλα, Μαριγώ!

Φέρνει τὸ νερὸ στὸν ὦμο, 
μὰ θυμήθηκε ξανά: 
«Ποιὸς τὸ δράκο μας κουνᾶ;» 
Χύνει τὸ μισὸ στὸ δρόμο.

«Ἡ ἄσπρη κότα τὶ νὰ κάνει; 
Τὸ γουρούνι εἶναι γερό; 
Ὁ παπποὺς νὰ μὴν πεθάνει;...» 
Μαριγούλα, Μαριγώ!

«Θἄβγαλε χηνάκια ἡ χήνα, 
θἆναι κίτρινα, σταχτιά, 
θὰ τρυγᾶμε αὐτὸ τὸ μήνα, 
θὰ μὲ πόνεσε ἡ γιαγιά».

«Τὶ ἔχεις σύννεφο στὰ μάτια, 
τὶ ἔχεις ἀναφιλητό; 
Κι ἄλλο πιάτο εἶναι κομμάτια, 
Μαριγούλα, Μαριγώ;

Πάρε τ᾿ ἄσπρο γιορτινό σου, 
τὶς ποδιὲς ποὺ σοῦ φορῶ. 
Στὸ χωριό σου, στὸ χωριό σου, 
Μαριγούλα, Μαριγώ!»



Ὁ ἀνυπόμονος

Μόλις τ᾿ αὐγά της ζέστανε ἡ κλώσσα 
καὶ τὰ μικρὰ ἑτοιμάστηκε νὰ βγάλει, 
ἕνα πουλάκι ἐσήκωσε κεφάλι 
μὲς τὸ τσόφλι μιλώντας τέτοια γλώσσα: 
«Ὡς πότε ἐδῶ θὰ μ᾿ ἔχουνε κλεισμένο; 
καθόλου δὲν μπορῶ νὰ περιμένω! 
Πῶς; Ἔτσι τὸν καιρό μου ἐδῶ θὰ χάνω; 
Ἐγὼ ἔχω κατορθώματα νὰ κάνω! 
Κόκορας βέβαια θἆμαι δίχως ἄλλο, 
λοφίο ψηλό, χρυσὰ φτερὰ θὰ βγάλω. 
Τὴ μέρα καὶ τὴ νύχτα θὰ στολίσω, 
θὰ φέρνω τὴν αὐγή, μόλις λαλήσω 
στὸ φράχτη, στὴν αὐλή, σὲ κάθε μέρος 
στρατεύματα τὶς κότες θὰ ὁδηγῶ». 
Καὶ τοὖπε τότε ὁ κόκορας ὁ γέρος: 
«Στάσου νὰ βγεῖς παιδάκι μου ἀπ᾿ τὸ αὐγό!»



Ὁ παπαγάλος

Σὰν ἔμαθε τὴ λέξη καλησπέρα 
ὁ παπαγάλος, εἶπε ξαφνικά: 
«Εἶμαι σοφός, γνωρίζω ἑλληνικὰ 
τὶ κάθομαι ἐδῶ πέρα!»

Τὴν πράσινη ζακέτα του φορεῖ 
καὶ στὸ συνέδριο τῶν πουλιῶν πηγαίνει, 
γιὰ νὰ τοὺς πεῖ μιὰ γνώμη φωτισμένη. 
Παίρνει μιὰ στάση λίγο σοβαρή, 
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα 
καὶ τοὺς λέει: καλησπέρα!

Ὁ λόγος του θαυμάστηκε πολύ. 
Τὶ διαβασμένος, λένε, ὁ παπαγάλος! 
Θἆναι σοφὸς αὐτὸς πολὺ μεγάλος, 
ἀφοῦ μπορεῖ κι ἀνθρώπινα μιλεῖ!

Ἀπ᾿ τὶς Ἰνδίες φερμένος, ποιὸς τὸ ξέρει 
πόσα βιβλία μαζί του νἄχει φέρει, 
μὲ τὶ σοφοὺς ἐμίλησε, καὶ πόσα 
νὰ ξέρει στῶν γραμματικῶν τὴ γλώσσα!

«Κυρ-παπαγάλε, θἄχουμε τὴν τύχη 
ν᾿ ἀκούσουμε τὶ λὲς καὶ πάρα πέρα;» 
Ὁ παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει, 
μὰ τὶ νὰ πεῖ; Ξανάπε: καλησπέρα!



Τὸ εὐλογημένο καράβι

«Ποῦ πᾶς καραβάκι, 
μὲ τέτοιον καιρό, 
σὲ μάχεται ἡ θάλασσα, 
δὲν τὴ φοβᾶσαι; 
Ἀνέμοι σφυρίζουν 
καὶ πέφτει νερό, 
ποῦ πᾶς καραβάκι, 
μὲ τέτοιον καιρό;»

«Γιὰ χώρα πηγαίνω 
πολὺ μακρινή, 
θὰ φέξουνε φάροι 
πολλοὶ νὰ περάσω, 
βοριάδες, νοτιάδες 
θὰ βρῶ, μὰ θὰ φτάσω 
μὲ πρίμο ἀγεράκι, 
μ᾿ ἀκέριο πανί».

«Κι οἱ κάβοι ἂν σοῦ στήσουν 
τὴ νύχτα καρτέρι, 
ἐπάνω σου ἂν σπάσει 
τὸ κῦμα, θεριό, 
καὶ πάρει τοὺς ναῦτες 
καὶ τὸν τιμονιέρη; 
Ποῦ πᾶς καραβάκι, 
μὲ τέτοιον καιρό;»

«Ψηλὰ στὸ ἐκκλησάκι 
τοῦ βράχου, ποὺ ἀσπρίζει, 
γιὰ μένα ἔχουν κάμει 
κρυφὴ λειτουργία 
ὀρθὸς ὁ Χριστὸς 
τὸ τιμόνι μου ἀγγίζει, 
στὴν πλώρη μου στέκει 
ἡ Παρθένα Μαρία».



Ρούμελη

Τὴ μάννα μου τὴ Ρούμελη ν᾿ ἀγνάντευα τὸ λαχταρῶ... 
ψηλὰ ποὺ μὲ νανούριζες καημένο Καρπενήσι! 
Τρανὰ πλατάνια ξεδιψοῦν στὶς βρύσες μὲ τὸ κρύο νερό. 
Σαρακατσάνα ροβολάει καὶ πάει γιὰ νὰ γεμίσει.

Μὲ κρουσταλλένια σφυριχτὰ σὲ λόγγους φεύγουν σκοτεινοὺς 
κοτσύφια καὶ βοσκόπουλα μὲ τὰ λαμπρά τὰ μάτια, 
νερὰ βροντοῦνε στὸ γκρεμὸ καὶ πᾶνε πρὸς τοὺς οὐρανοὺς 
ἴσια κι ὀρθὰ σὰν τὴν ψυχὴ τῆς Ρούμελης τὰ ἐλάτια.

Κάμπε ἀττικέ, μὲ πλάνεψες κι ἐγὼ γιὰ τὶς κορφὲς πονῶ 
καὶ γιὰ τραχιὲς ἀνηφοριὲς σηκώνω τὸ κεφάλι... 
Φυλακωμένη πέρδικα ποὺ κλαίει γι᾿ ἀλαργινὸ βουνὸ 
δένει ἡ ψυχή μου στὸ κλουβὶ τὰ νύχια της κοράλλι.



Τὸ τραγούδι τῆς μάνας

Τρία σύγνεφα ταξίδευαν
-Τραγούδα το σιγά-
Τρία σύγνεφα ταξίδευαν
Κατὰ τὸ Καρπενήσι...

Τό ῾να ψηλὰ κρεμάμενο
-Φλογέρες θὰ τὸ ποῦνε-
Τό ῾να ψηλὰ κρεμάμενο
Λαμπάδιαζε στὴ δύση.

Τ᾿ ἄλλο βοριὰς τὸ μάχουνταν
-Τραγούδα το σιγά-
Τ᾿ ἄλλο βοριὰς τὸ μάχουνταν
Καὶ σὰν ἀχνὸς ἐχάθη...

Τὸ τρίτο τὸ πυκνότερο
-Φλογέρες θὰ τὸ ποῦνε-
Τὸ τρίτο τὸ πυκνότερο
Τ᾿ ἀργοταξιδεμένο

Ἀπάνου ἀπὸ τὴ κούνια μου
-Τραγούδα το σιγά-
Ἀπάνω ἀπὸ τὴ κούνια μου
Ἀρμένισε κι ἐστάθη

Βαριὰ φουρτουνιασμένο...



Ἀγροτικό

Στὸ στάβλο ἦρθ᾿ ἀπόψε τὸ φεγγάρι...
Ἐκοίταξεν ἀπ᾿ τὸ παράθυρό του,
εἶδε τὴν ἀγελάδα, τὸ μοσκάρι,
τὸ βόδι ποὺ μασοῦσε τὸ σανό του.

Στὸ κῆπο μας ἀνήσυχα γλιστροῦσε,
ἀνέβηκεν ἐπάνω στὴ συκιά μας,
ἐμέτρησε τὰ λίγα πρόβατά μας,
εἶδε τὸ γάϊδαρό μας καὶ γελοῦσε.

Πῆγε στ᾿ ἀμπέλι, πῆγε στὸ λιοστάσι,
ἄκουσε τὰ κουδούνια ἀπ᾿ τὸ κοπάδι,
χωρὶς κουβᾶ κατέβη στὸ πηγάδι
κι ἤπιε πολὺ νερὸ νὰ ξεδιψάσει.

Στῆς λεύκας μας τὰ φύλλα παιχνιδίζει,
στὸν οὐρανὸ τὸ καθαρὸ ἀνεβαίνει.
Μιὰ χήνα τὸ κοιτάζει σαστισμένη
κι ὁ σκύλος μας ἀκόμα τὸ γαβγίζει.



Ὁ γεροβοσκός

Πόσα χρόνια πέρασα
κι ἄσπρισα κι ἐγέρασα
πάνω στὰ ψηλώματα
βόσκοντας τὰ πρόβατα!

Τὶς κορφὲς ἐπάτησα
καὶ νυχτοπερπάτησα
καὶ σὲ δέντρα γερικὰ
εἶδα κι εἶδ᾿ ἀγερικά!

Σὲ ψηλὲς ἀνηφοριὲς
σὰ κοτσύφι χύθηκα
κι ἔπεσα σὲ ρεματιὲς
καὶ ἀποκοιμήθηκα!

Πάνω στὴ καπότα μου,
φορεσιὰ καὶ στρῶμα μου,
εἶδα ῾νείρατα γυρτὸς
ξυπνητὸς καὶ κοιμιστός!

Σ᾿ ἀητοράχη ἐσκάλωσα
μὲ τὸ λύκο μάλωσα
κι ἄναψα τρανὲς φωτιές,
σὲ τετράψηλες κορφές!

Εἶδα τ᾿ ἄστρι στὸ βουνό,
ποὺ τὸ λεν᾿ Αὐγερινὸ
καὶ στὴ καθαρὴ βραδιὰ
χόρτασα τὴ ξαστεριά!

Μύρμηγκα δὲ ζήμιωσα
κι ἄνθρωπο δὲ θύμωσα.
Πῆρα τὰ μικρὰ τ᾿ ἀρνιά,
σὰ παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά!

Μιὰ ζωὴν ἐπέρασα
κι εἶπ᾿ ὁ Θεὸς κι ἐγέρασα
καὶ τὸ χιόνι τὸ πολύ,
μοῦ ῾πεσε στὴ κεφαλή!

Ἄειντε προβατάκια μου,
περπατᾶτ᾿ ἀρνάκια μου,
πάμετε σιγὰ-σιγὰ
καὶ μᾶς ῾πῆρεν ἡ βραδιά...



Προσευχὴ τοῦ μικροῦ κοριτσιοῦ

Θεέ, ποὺ βλέπεις τὰ σπιτάκια
τὰ φτωχὰ σὰν τὸ δικό μου,
στεῖλε στὸ παράθυρό μου
μιὰ φωλιὰ χελιδονάκια.

Θέ μου, πού ῾χεις ὅλα τ᾿ ἄστρα, Θέ μου,
πού ῾χεις τ᾿ ἀγγελούδια,
κᾶμε τὴ φτωχή μου γλάστρα
νὰ γεμίσει ἀπὸ λουλούδια.Θέ μου, δῶσε μου τὴ χάρη
νά ῾χω δυὸ ἄσπρα περιστέρια,
νὰ τοὺς δίνω ἐδῶ στὰ χέρια
τὸ νερὸ καὶ τὸ σιτάρι!





Τὸ κυπαρίσσι

Εἶμαι τὸ δέντρο ποὺ ἀκολουθεῖ τὴ γραμμὴ τῆς προσευχῆς ὅταν ἀνεβαίνει
ἀπὸ ἥσυχη ψυχή.

Εἶμαι ἡ λόγχη ποὺ κοκκίνισε στὸ αἷμα τῆς δύσης καὶ φρουρεῖ τὸ Ἀόρατο 
ἀπ᾿ τὴν ἄρνηση καὶ τὴν εἰρωνεία.

Εἶμαι στὶς γιορτὲς τοῦ τοπίου τὸ μαῦρο ράσο ποὺ δὲν τελείωσεν ἀκόμα
τὴ δοκιμασία του.

Εἶμαι τὸ καμπαναριὸ στὸ ναὸ τοῦ πόνου καὶ γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ἔχουν σκοπὸ 
σημαίνει τοὺς ὄρθρους καὶ τοὺς ἑσπερινοὺς ἡ σιωπή μου.



Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Λίνου Πολίτη: Κατάλογος Χειρογράφων Ιεράς Μονής Ζάβορδας




Λίνου Πολίτη: Κατάλογος Χειρογράφων Ιεράς Μονής Ζάβορδας


Μια σπουδαία επιστημονική έκδοση μόλις κυκλοφόρησε από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Είναι του Λίνου Πολίτη, αυτού του σημαντικού πολίτη των νεοελληνικών γραμμάτων, ο «ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΖΑΒΟΡΔΑΣ». Το βιβλίο είναι σε επιμέλεια της κόρης του Μαρίας Λ. Πολίτη κι εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 2013. Μια εργασία που κράτησε 30 περίπου χρόνια τώρα έρχεται στο φως και η οποία καταγράφει και παρουσιάζει περισσότερα από 200 χειρόγραφα που βρήκε ο καθηγητής στο μοναστήρι πριν τα «φυλακίσει» ο νυν μητροπολίτης.Το βιβλίο προλογίζει ο καθηγητής Κυριάκος Τσαντσάνογλου, έχει εισαγωγή της Μαρίας Πολίτη και κείμενο εισαγωγικό του Λίνου Πολίτη που αναφέρεται στην έρευνα και τα χειρόγραφα.

Παρακάτω δημοσιεύουμε τον πρόλογο του καθηγητού ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΤΣΑΝΤΣΑΝΟΓΛΟΥ για μια πρώτη αίσθηση του πράγματος.
5 Αυγούστου 2013
Β.Π.Κ.






ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Μια μακρά «ληξιπρόθεσμη» οφειλή στην παλαιογραφική έρευνα εξοφλείται με την παρούσα έκδοση του Καταλόγου των χειρογράφων της Ιεράς Μονής του Όσιου Νικάνορος (Ζάβορδας). Πέρα όμως από τη μεγάλη συμβολή στην επιστήμη, ο Κατάλογος ολοκληρώνει και την εικόνα μιας σημαντικής πνευ­ματικής μορφής του τόπου μας στον περασμένο αιώνα. Άλλα και για μένα προσωπικά αποτελεί πλούσια πηγή ευφρόσυνων αναμνήσεων.
Αρχές Μαρτίου του 1960 υπηρετούσα ακόμη στο στρατό, όταν κάποια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο της μονάδας. Συνηθισμένος στα επιτακτικά και συχνά υβριστικά τηλεφωνήματα ανωτέρων μου, ξαφνιάστηκα όταν άκουσα μια ευγενική φωνή πού μου θύμισε πανεπιστημιακά έδρανα. Ο Λίνος Πολίτης, από τους πιο αγαπητούς δασκάλους μου, με ρωτούσε πότε ακριβώς θα απολυθώ και αν έχω εξασφαλίσει κάποια απασχόληση. Απάντησα απορημένος ότι, εκτός απρόοπτου, απολύομαι στις 31 Μαρτίου και ότι δεν έχω εξασφαλίσει τίποτε. «Πολύ ωραία», μου είπε. «Από την 1η Απριλίου πιάνεις δουλειά στον Φώτιο.» Δεν ήξερα τι δουλειά θα έκαμνα ούτε τι ακριβώς ήταν ό Φώτιος. Είχα διαβάσει μια ανακοίνωση του Πολίτη στις εφημερίδες για την ανακάλυψη σ' ένα άγνω­στο μου μοναστήρι κάποιου λεξικού πού είχε συντάξει ό Πατριάρχης, άλλα τί­ποτε περισσότερο. Επισκέφθηκα τον Πολίτη την επομένη το πρωί για να μου δώσει
λεπτομερέστερες εξηγήσεις, αλλά αυτό πού θυμάμαι είναι το ανοιχτό­καρδο γέλιο του όταν με είδε ντυμένο με τη στρατιωτική στολή. Ετσι, την 1η Απριλίου 1960, πολίτης πια, υπέγραφα το συμβόλαιο με το τότε Βασιλικό Ιδρυμα Ερευνών και, μαζί με τη Στέλλα Κοσσυφοπούλου, άρχισα την αντι­γραφή του χειρογράφου του Φωτίου από τις φωτογραφίες πού είχε τραβήξει ο Πολίτης κατά την προηγούμενη επίσκεφή του στην μονή της Ζάβορδας τον προηγούμενο Σεπτέμβριο.
Ο Πολίτης είχε ήδη μελετήσει τα χειρόγραφα της Ζάβορδας κατά τις δύο προγενέστερες επισκέψεις του στο μοναστήρι, τον Ιούνιο του 1958 και τον Σεπτέμβριο του 1959, μαζί μέ τον μετέπειτα λατινιστή καθηγητή Αναστάσιο Μέγα, τον επίσης μετέπειτα καθηγητή της Θεολογίας Στέργιο Σάκκο, τον ιστορικό της Κοζάνης και διευθυντή της βιβλιοθήκης της πόλης Νικόλαο Δελιαλή, και τον μητροπολίτη Κοζάνης Διονύσιο, πού το διάστημα εκείνο ήταν τοποτηρητής της χηρεύουσας μητρόπολης Γρεβενών, στα όρια της όποιας ανήκε η Ζάβορδα. Ό κατάλογος όμως των χειρογράφων που είχε καταρτίσει ήταν τελείως πρωτοβάθμιος, με πολλά κενά και ερωτηματικά, πού κάθε φορά αυξάνονταν όσο 6 ηγούμενος της μονής ανακάλυπτε και νέα χειρόγραφα είτε σε μοναστηριακούς χώρους είτε σε γειτονικά ξωκλήσια. Μία ακόμη επίσκεψη στη Ζάβορδα ήταν λοιπόν απαραίτητη. Είχα συνοδέψει παλιότερα, στα φοι­τητικά μου χρόνια, τον Πολίτη σε μικρές παλαιογραφικές εκδρομές, στη μονή της Αγίας Αναστασίας και στα Μετέωρα, καθώς και σε μία πολυήμερη απο­στολή σε διάφορα μοναστήρια του Αγίου Όρους για καταγραφή και περιγραφή ακαταλογογράφητων μεσαιωνικών και μεταγενέστερων χειρογράφων, μαζί με λίγους συμφοιτητές μου: τον Παναγιώτη Μουλλά, τον Νίκο Καλογερόπουλο, τον Σωτήρη Μεσσήνη, τον Στέλιο Τσάμη. Τότε πού ακαταπόνητος ο Πολίτης, με το βαρύ σακκίδιο με το όποιο κουβαλούσε τα ογκώδη φωτογραφικά μηχα­νήματα, μας άφηνε πίσω λαχανιασμένους εμάς τους νεαρούς, στα ανηφορικά μονοπάτια του Όρους. Δεν υπήρχαν τότε ούτε μεταφορικά μέσα ούτε κάν δρό­μοι. Και κυριολεκτικά χαλκέντερος δούλευε ασταμάτητα, ταυτόχρονα διδά­σκοντάς μας, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος, γιατί δεν υπήρχε βέβαια ούτε ηλεκτρικό.
Ετσι, τον Μάιο του 1960, μου ζήτησε να τον συνοδέψω στη Ζάβορδα, για να τον βοηθήσω στην ολοκλήρωση του καταλόγου. Συνδύασε όμως το ταξίδι με μια επίσκεψη στον Τύρναβο, όπου επίσης είχε εντοπίσει μία ιδιωτική βι­βλιοθήκη χειρογράφων. Μείναμε εκεί δύο μέρες, τελειώσαμε τον κατάλογο της και ανεβήκαμε στην Κοζάνη. Μας περίμενε εκεί ο Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας, με ένα νοικιασμένο Μόσκβιτς, που είχε τότε τη φήμη δυνατού και ανθεκτικού αυτοκινήτου, για να μας μεταφέρει στο μοναστήρι, γιατί ό δημόσιος δρόμος από την Κοζάνη έφτανε έως το μεταλλείο χρωμίου κοντά στην Αίανή και από εκεί και πέρα ακολουθούσαν αγροτικοί δρό­μοι και ορεινά μονοπάτια. Στην Κοζάνη προστέθηκε στήην ομάδα μας και ο με­τέπειτα καθηγητής της Βυζαντινής Τέχνης Στυλιανός Πελεκανίδης. Μας συνόδευε τέλος και ένα στρατιωτικό ημιφορτηγό του Β' Σώματος Στρατού, μετά από μεσολάβηση του Μητροπολίτη Κοζάνης, για να μεταφέρει δύο μεγάλες μεταλλικές βιβλιοθήκες, προσφορά του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη Μονή. Η διαδρομή, μετά το τέλος του δημόσιου δρόμου, αποδείχθηκε πραγμα­τικά περιπετειώδης. Αρκετές φορές κολλήσαμε στις λάσπες, τόσο το Μόσκοβιτς όσο και το ημιφορτηγό, και ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις τούς σεβάσμιους κα­θηγητές να σπρώχνουν τα αυτοκίνητα μέσα στις λάσπες. Στο μοναστήρι δουλέψαμε με τούς συνηθισμένους όρους, χωρίς ηλεκτρικό και άλλες ευκολίες αλλά με λουκούλλεια γεύματα, χάρη στις φροντίδες του ζωηρού και δραστήριου ηγουμένου. Θυμούμαι ότι είχα αναλάβει να περιγράψω τα μουσικά


χειρόγραφα, μια δουλειά, ομολογώ, ιδιαίτερα φορτική και ανιαρή, καθώς έπρεπε να περιγράφω με τυπικές και επαναλαμβανόμενες εκφράσεις πράγματα για τα οποία είχα παντελή άγνοια και δεν μπορούσα καν να τα διαβάσω. Η επιστροφή ήταν ευτυχώς ευκολότερη.
Στη Θεσσαλονίκη η δουλειά θα συνεχιζόταν, γιατί έπρεπε πολλά στοιχεία να συμπληρωθούν και να τεκμηριωθούν μέσω της βιβλιογραφίας. Είχαν πε­ράσει πολλοί μήνες, όταν μου ανακοίνωσε όλος χαρά ότι πίστευε πως ή σύν­ταξη του Καταλόγου είχε πια τελειώσει. Θυμούμαι μάλιστα ότι μου είχε δώσει το πράσινο ντοσιέ με τα χειρόγραφα του για να τα ελέγξω. Εγώ, παντελώς άπειρος χωρίς τη δική του βοήθεια και τις οδηγίες, εξέφρασα την απορία τι είδους έλεγχο θα μπορούσα να κάνω. «Ε, όλο και κάτι θα βρεις εσύ», μου είπε. Δεν νομίζω, βέβαια, ότι βρήκα τίποτε.
Προσωπικά, μου ήταν αδύνατο να φανταστώ ότι από τότε και χάρη στο ευεργετικό αυτό έναυσμα του Λίνου Πολίτη θα άρχιζε για μένα η ανηφορική αλλά συναρπαστική πορεία ενός ολόκληρου βίου στη φιλολογική έρευνα. Η απλή αντιγραφή του χειρογράφου οδήγησε σε μια συστηματική προετοιμασία της έκδοσης του Λεξικού του Φωτίου λήμμα προς λήμμα, σε μελέτη και των άλλων ατελών χειρογράφων του, σε έρευνα των πηγών του, σε σύγκριση με άλλα λεξικά, ελληνιστικά και μεσαιωνικά. Και όλα αυτά, οδήγησαν πρώτα σε μια διδακτορική διατριβή, και έπειτα σε ένα βιβλίο για τα άγνωστα αποσπά­σματα από την αρχαία ελληνική γραμματεία πού σώθηκαν στο Λεξικό. Και στα δύο, η συμβολή του Λίνου Πολίτη ήταν αποφασιστική: στο διδακτορικό, ήταν ένας από τους βασικούς επόπτες μου και από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής- στο βιβλίο, ήταν εισηγητής στην Ακαδημία Αθηνών για να γίνει δεκτό ως δημοσίευμά της. Το σπουδαιότερο όμως είναι, ότι αυτή η προεργασία κατέληξε στην εμπεριστατωμένη έκδοση του ίδιου του Λεξικού του Φωτίου από τον αείμνηστο Χρίστο Θεοδωρίδη, σε τρεις επιβλητικούς τόμους (Α-Φ, 1982-2013). Η έκδοση θα. ολοκληρωθεί το 2014 με την κυκλοφορία του τέταρτου τόμου.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΑΝΤΣΑΝΟΓΛΟΥ
Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2013

Στέλλα Δούμου, Μονόλογοι της Ερμίνας Ντ’ Eπέστροφα


Στέλλα Δούμου , Μονόλογοι της Ερμίνας Ντ’ Eπέστροφα
Oct29 by stelladou
Photo: Alexandra Nedzvetckaya
Το ‘χεις άραγε συλλογιστεί μικρό αγριοπερίστερο
πώς ξοδεύεται τόσος ουρανός στο πέταγμά σου;

Το ‘χεις άραγε συλλογιστεί μύρτιλο σύννεφο,
πως το ανυπεράσπιστο κλαδάκι της γαζίας,
τρέμει όταν δακρύζεις;

Το ‘χεις άραγε συλλογιστεί ενδόμυχη γύρη λιακάδας,
πως στις μικρές αγκαλιές των λουλουδιών,
σου κρύψανε το σώμα;

Το ‘χεις άραγε συλλογιστεί εκμαγείε Ενεστώτα,
πως υπέροχα, κόβεσαι μες στην λεπίδα των εξαφανίσεων;

Μελάνια τρέχουν.

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πέμπτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πέμπτο)
1 Νοεμβρίου 2013 στις 7:34 μ.μ.


Ο έρωτας άραγε από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει κι από την έρμη την καρδιά σα ριζωθεί δε βγαίνει, ή μήπως να περνάει απ΄το στομάχι; Η ιστορία των ερώτων που πρόκειται ως παρευθής να τακιμιάσουν - θα αποδείχνει πέρα από την παραμικρή αμφιβολία, πως και το ένα έχει την αλήθεια του, μα και το άλλο ψέμα πως δεν είναι. Λοιπόν, σε ποιόν να πέσει το λαχείο να είναι ερωτιάρης της ματιάς, και σε ποιόνα να πέσει ο μαυροκλήρος να έχει το τρικάβαλο της γεύσης; Ήδη, αγαπητοί μου συμπολίτες, ο κύβος φαίνεται πως και ερίφθει - μάλιστα ήρθε και δεόντως πλέον έκατσε: Πάρε εσύ, να πούμε, την κοπέλα - πάρε και συ ένα πινάκιο φακής κι αμέτε πώς να κάμετε κατάστασην. Όπου, ξέρουμε ποιόνε εβασάνιζαν κατάρες - και τα θυμάστε τα περί τριπλοκλειδώματος και τα λοιπά όπως σας είχα ορμηνέψει; Μια επανάληψη κι ένα μικρό ξεσκόνισμα θα μας βοηθήσει να υπενθυμηθούμε και να προεδικάσουμε μελλούμενα: ο που ήταν τετράκις πολλαπλώς κατηραμένος, εστέκονταν σαν την κοιμήσω πάπια κι επιάστηκε στο ξώβεργο ερήμην. Διότι, τα γλυκά που του εσέρβιραν σα να ΄τανε ανφάν γκατέ αλλά τόσο καλότροπο, ούτε να τρώγει λαίμαργα σαν τον παρακαθήμενο, παρά σαν την καλή χανούμ και τη Σεράχ, να τρώει μια βουκουνίτσα και πως να λέει το βαχ το αλλοίμονον, και που να πλαταγιέται κάθε καημός σωσμένος και ξοδεμένος σε ένα εβδομαδιαίο τιποτάκι, αυτός λοιπόν τον βρήκε του έρωτα το βόλι στο στομάχι, τον εξέκανε. Όπως ειπείν, είχε γίνει ο άνθρωπος αγνώριστος από τη μέρα τη ρουφιάνα που πάτησε το πόδι της αυτή η Εβραία μες στο Ιμπεριάλ, αυτός βεβαίως τίποτα δεν ήξευρε περί της νέας πρόσληψης, ούτε και πως αλλιέψανε τα πράγματα και άλλη εκανόνιζε το ότι, το γιατί και το με ποιόνα τρόπο θα σοροπιάζανε τα όμορφα πουγκάκια με τα καλόσυκα και τα καλοκαρύδια, το κρασί - εμ, τα ΄θελε για η μάνα σου, δεν τα ΄θελες κι εσύ;

Και είχανε βρεθεί σε θέσεις δύσκολες οι δυο μας φίλοι, γιατί ο ένας Ιμπεριάλ-Ιμπεριάλ, ο άλλος είχε κι ενδεχομένως πια αρχίσει να βαριέται αυτό πια σαν το τάμα, λες και δεν είχανε κι αλλού πορτοκαλιές να κάμουν πορτοκάλια, Βρε τζιγιεροσαρμά μου, άνθρωπε, να μην το ξαλλεγράρουμε και να χαρείς αλλιώς, λες ότι πάμε να ελέγχουμε την παρθενιά της αδερφής μας, βρέξει χιονίσει εκεί μέσα, μανούλα μου με μπάφιασες, άσε να τραβηχτούμε σαν τα σκυλιά και πουθενά αλλού, μα μάγια σου 'χουν κάνει καμωμένα, σε ταΐσανε; (Και μη με βάλτε τώρα να σας πω τί άραγε να εννοεί ο μπατζανάκης, ό έχων ώτα να ακούει ακουέτω, το μύστη-τι-μου Κύριε). Ε ρε, κι αν ήξερε πόσο το δίκο είχε! Διότι, η Εσθήρ (άντε να μην την ανεβάζουμε Εβραία, την κατεβάζουμε αλάδωτη - γιατί τί πια σκατά ψυχή θα παραδώσουμε, λες και δεν είχε όνομα και η καλή κοπέλα, εντάξει, ότι θες να ήταν μάγισσα - θα ήτανε, αλλά ποιοί είμαστε να ξέρουμε και ποιός ο αναμάρτητος το λίθο να βαλέσει;). Αλλά, ότι και ο ΧατζηΡεΐσης τον είχε πάθει ένα ντουβρουτζά, ήτανε σίγουρο. Πως έρεβε και ότι τον έπιανε ένας κρύος ιδρώς, μα μάνα μου αυτά ήταν μπουκίτσα και συχώριο, που στο καλό τα βρίσκανε και τέτοια τσαγαλότριχτα βουτήρατα; Αυτός, που και αν είχε ταξιδέψει - κοτζάμ αρμάδα είχε καβαλήσει, και τέτοιες μυρωδιές δεν επαντρεύτει στον ουρανίσκο του, πού διάτανο τα βρίσκανε, ποιός μύλος να τα άλεθε τα ξανθοσυμιγδάλια; Θέλω να πω, άντε να βρεις την άκρια που μπλέξεις με τον παλαβωμένο, είδε κι απόειδε και ο ΝτημίτΕφέντης κι επαρέδωσε, πέρνανε δρόμο το στρατί, στρατί το μονοπάτι, και πού τους έχανε κανείς και πού τους έβρισκε, στο Ιμπεριάλ να καταθνήσκουνε τις ώρες τους. Μα, ήρθε και μια ώρα - και πώς ίσα και δεν αλλάξανε τα πράματα! Είχε κατέβει ο Ντημίτ μίαν καλήν ημέραν, να πάει στου χρυσικού του Γιακουμή, για να διορθώσει μια κατένα (ντροπής και αγαλλίασης το ζήτημα, του την είχε σπασμένη επί κλίνης μία ανώνυμη λεγάμενη, απ΄τα ωραία σπίτια που τις πληρώνεις και σ' αντέχουνε να κάμεις ό,τι θέλεις, και του Ντημίτ αυτό σα να του καλοάρεσε, να δίνει καρτ βιζίτ για μια καρτούλα μπλάνς). Και άμα του εσπάγανε και μια παλιοκατένα, χαλάλι στα κορίτσια, τις εχαιρότανε γούστο διπλό - έχουμε μάτια μου λεφτά και να τη φτιάξουμε, να΄ρθω μετά να σου την κάμω δώρο, και που να δείχνει το λαιμάκι σου, μανίτσα μου. Ε, είχε πάει πως να την παραλάβει, να τηνε πήγαινε κατόπι στο κορίτσι, την είχε αξίσει για τον κόπο της και την υπακοή της, και όπου ήξερε να κάμει αντοχές.

Αχ, και αν ήξερε κανείς πώς θα του ΄ρθει το βόλι (στο φτερό, όταν θα σκύβει για νερό;), θα έπαιρνε τον άλλο άρα δρόμο, θα έστριβε να πάει από την άλλη τη γωνιά, ή μπα και θα 'τρεχε να πάει καταπάνω του και μ' ανοιχτές αγκάλες; Και ποιός να ξέρει... Πάντως, ετούτος δω - την έφαγε εις το Δοξαπατρί, ανάμεσα στα φρύδια, στο τρίτο του το μάτι του σφηνώθηκε μια Ομορφιά, και δεν ημπόραε μετά όπως τη βγάλει, τον κυνηγούσε στα ξυπνά και μες στον ύπνο και του ΄γιναν οι μέρες του σαν κόλαση. Μα, ας το πάρουμε το πράγμα να ΄ναι κομμάτι πιο βατό, και μπερδευτήκαμε: Στρίβει ο εφεντάκος και επήγαινε κατά τη χογιερία του χρυσικού, σκεφτότανε πόσο κει μέσα εύρισκε τη γεια του, πόσο ο Γιακουμής ήταν ο ίδιος τεφαρίκι! Γιατί ήξευρε και να φκιάνει, και να χαλνά, να ματακομματιάζει και να εμπαίζεται με κάθε είδους φλόγα, κι αμέ τα μέταλα τα ήξερε ως και με το μικρό τους, και τα πετράδια (μα διαμάντια, μα μπριλλάντια, μα τα ζαφείρια τα αγέρωχα και μα την Παναγία ό,τι άλλο, είχε παιδί μου ο χρυσικός σα φαίνεται το κοκκαλί της νυχτερίδος και του εκάμανε τ' άψυχα τα χατήρια, έτσι τους γλυκομίλαγε και του στεκόντανε κλαρίνο κι όλα σούζα, τα κοίμιζε και σε σοκολατένια μαξιλαράκια βελβελούδινα), αυτό, ψυχάρι μου, θέλει να είσαι ψυχωμένος - μονολογούσε ο Ντημίτ - κι εκεί, σαν έτσι σήκωσε το βλέμμα και του δραπέτεψ΄η ψυχή. Διότι, από την άλλη τη μεριά απ' το σοκκάκι - κατέβαινε μια σουρλουλού, μια κότα μπάνικη, ένας σεισμός τρεχούμενος - κι έπεσε καταπάνω του σαν το στρατό που παρατάχτηκε στον πόλεμο: κι πάει το καλαθάκι της, χυθήκανε τα μήλα από τη μια, και τα κυδώνια απ΄ την άλλη σαν κατατρέξανε, πήγε μέσα στον κουρνιαχτό να τη βοηθήσει να τα μαζέψει και τα οπωρικά και τις οπώρες, κι αυτή ίσα και τον κεραυνοβόλησε. Περικαλώ, του λέει, σα και για να σταθείτε, και δεν τα πιάκουν έτσι, αλλά σα να 'ναι ζωντανά και να δαγκώνουνε, άσε τα κάτου που σε λέγω μη μου τα μαραγγιάσεις και τα χάλνασες, άσε με λέου, θα τα πιάκω μόνη μου. Και ο ΝτημίτΕφέντης, πώς και δεν απόμεινε εκιαμεσής του τόπου, παρ' άρχισε να ακούει κάτι βουή ΄πο μες απ΄το κεφάλι του, και πήγε να εψέλισε σα μια γλωσσολαλία, απόστρεψον τους οφθαλμούς απ' εναντίον μου, ότι αυτοί σε λέγω ανεπτέρωσάν με. Αλλά αυτή, βεβαίως, δεν τον άκουσε, γιατί μιλούσε ενδοσκοπίως και η καρδιά του μοναχά τον αντηχούσε. Και τίναξε τις βράκες η πουλακίδα, πήγε ως προς θεού κι αυτός κατέληξε σε μια ζεματισιά στο Γιακουμή, που είχε δει πολλά και γνώριζε και το αστροπελέκι, είχε και θάρρητα με το Ντημίτ, τόσες κατένες πια δεν του ΄χε ματσακώσει, του λέγει, μήπως πάσχεις απ΄τον έρωτα, και να σου φτιάκω εγώ ένα ομοίωμα χρυσίο και να του ψεκαλλίσω τίποτις στίγμα ασημάργυρο - και της το κάμεις σα ρεγάλο βασιλικό, και τηνε φέρνεις στα νερά σου και όπως σου σταθεί! Ποιός είδε το Θεό και δε φοβήθηκε, ακού εδώ, ρε μασκαρά, του λέει ο Ντημιτ, αυτήνε δεν τη θέλω για τις χάρες, σ΄αυτήν θα φτιάκεις βέργα, κερατένιε, να μου φοράει τ΄όνομα. Και βγήκε σαν τον κυνηγούσανε τα τζίνια, πώς και δε χάλασε κι όλο το μαγαζί, να το πληρώνει έτσι για το γούστο, που του εγύρισε το μάτι του.




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Φωτογραφία επιχρωματισμένη από ρεκλάμα της Χογιερίας του Γιακουμή, Σμύρνη αρχές του 20 αιώνος. Βρέθηκε σε μπαούλο που κατά πάσα πιθανότητα είχε επιστραφεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες - η φόδρα του επιγραφόταν "....&Co,State of Michigan, U.P.)

Γιάννης Τόλιας

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Κική Δημουλά, Ποιήματα


Κικὴ Δημουλᾶ - Ποιήματα


Κικὴ Δημουλᾶ (1931-): ποιήτρια ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἀκαδημαϊκός.

Πὼς ἤσουνα ἐχθρός μου, δὲν τὸ ἤξερες
οἱ λέξεις σου τὸ εἶπαν.
Σ᾿ ἐκεῖνες πούλησε ὁ ἔρωτας τὸ σεισμό του
κι ἦρθε στὴ ἐπιφάνεια ὅτι δὲ μ᾿ ἀγαποῦσες...


ΑΓΓΕΛΙΕΣ

Διατίθεται ἀπόγνωσις
εἰς ἀρίστην κατάστασιν,
καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.
Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας.

Ἀνεκμετάλλευτον καὶ εὔκαρπον
ἔδαφος πωλεῖται
ἐλλείψει τύχης καὶ διαθέσεως.

Καὶ χρόνος
ἀμεταχείριστος ἐντελῶς.

Πληροφορίαι: Ἀδιέξοδον
Ὥρα: Πᾶσα.



ΑΝΑΕΡΕΙΠΩΣΗ

ΙΙ

Καὶ
φοβᾶμαι ἀκόμη τῶν χεριῶν μου
τὸ ἄγγιγμα στὶς πέτρες τοῦτες
μὴν ἐπιτείνει τὴ φθορά, μὴν ἐπισπεύδει
τῶν ἐρειπίων τὴν ἐρείπωση.
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Πότε μὲ εἶχες φέρει ἐδῶ 
νὰ μὲ ξεναγήσεις στοὺς χρησμούς; 
Νὰ ρωτήσω τὴ μάντιδα Μνήμη.
Ἢ ἄλλη, ἡ διπλανὴ ἱέρεια Λήθη,
ἔχει πολὺ κόσμο πνίγεται στὴ δουλειὰ
ἀμάσητα καταπίνει τὰ καπνώδη φύλλα
τῶν λησμονητέων.

Βρέχει ἀπὸ χτές.
Ὅ,τι βλέπω ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τοῦ ἑστιατορίου
θέλει νὰ χαθεῖ. Μὲ τὸ ζόρι συγκρατῶ ἀντίκρυ
τοὺς κίονες μὴν πέσουν τῆς Ἀθηνᾶς Προναίας
-νὰ προσέξω ὅταν θὰ καθαρογράφω αὐτὴ τὴ θέα
μὴ μὲ παρασύρει ὁ δαίμων τῆς συνήχησης
καὶ γράψω Προνέας. Θὰ ποῦν πὼς ξεναγῶ 
στὰ ἐρείπια καθρέφτη.

Βρέχει. Καταφεύγουν στὸ ἑστιατόριο
μεγάλες παρέες θορύβων.
Συντοπῖτες, ἐραστὲς τῆς ἱστορίας, ζευγάρια
Ἐρωτευμένα –σπουδαστὲς τοῦ μέλλοντός τους
περιηγητικοὶ συνταξιοῦχοι,
ἀναπαλαιωτὲς τῆς ἀνίας οἰκογένειες
σωματεῖα πρόεδροι ὁμιλήτριες ἀνθοδέσμες.

Ρέουν ξένες γλῶσσες σὲ ποτηράκια τῆς δικῆς μας
ξιφομαχεῖ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα ἡ βροχὴ
καταβροχθίζοντας μερίδες συζητήσεων, μπουκάλια
κρασιοῦ ξελαιμιάζονται νὰ διηγοῦνται
ἀνέκδοτα ἀστεῖα σπᾶνε γέλια.
Οἱ σερβιτόρες ἐντυπώσεις πηδοῦν ἐκστασιασμένες
ἀπὸ τραπέζι σὲ τραπέζι
κραυγαλέα ἐπιδόρπια παραγγέλνει ἡ συντροφικότης.

Ἐνῷ ἐγὼ σέβομαι – συντρώγω χαμηλόφωνα
μὲ τὸ ἕνα ἀπολλώνειο κουβέρ μου.



ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
ἀτέλειωτα μένουν.

Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,
φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.

Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι
κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου
ν᾿ ἀποτελειώνω.



ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία
ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.

Ὅμως θὰ πρέπει νά ῾ταν ἄνοιξη
γιατὶ καὶ μέλισσες βλέπω
νὰ πετοῦν γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μνήμη,
μὲ περιπάθεια καὶ πίστη
νὰ συνωστίζονται στὸν καλύκά της.
Ἐκτὸς ἂν εἶναι ὁ ὀργασμὸς
νόμος τοῦ παρελθόντος,
μηχανισμὸς τοῦ ἀνεπανάληπτου.
Ἂν μένει πάντα κάποια γῦρις
στὰ τελειωμένα πράγματα
γιὰ τὴν ἐπικονίαση
τῆς ἐμπειρίας, τῆς λύπης
καὶ τῆς ποίησης.



ΓΑΣ ΟΜΦΑΛΟΣ

ΙΙΙ

Ἀναστηλώνεται Νοέμβρης τῶν Δελφῶν.
Ἀπόβροχο στὶς μετῶπες τῆς ἀπορρόφησής του.
Σύννεφα ποὺ δὲν θὰ φύγουν μοιράζονται θρόνους.
Ζωφόροι φύλλων κίτρινων κοσμοῦν
Ἀντισεισμικὰ ἀνάκτορα ἀνέμων.

Πομπὴ σκαλοπατιῶν.
Προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, σαρκοφάγοι.
Ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς τῆς προφητείας
ἀρχηγοὶ πολέμων μὲ δῶρα ποὺ στέλνει ἡ φιλοδοξία
στοὺς μάντεις της, αἰῶνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι
μὲ τὶς ἐπαναλήψεις παλλακίδες τους.
Φρουρὰ τῆς ροῆς σωματοφύλακες ἑκατέρωθεν, 
σαρκοφάγοι πάλι μὲ τὶς περικνημίδες τους
-τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα.

Καθ᾿ ὁδόν, στέψη σκέψης
ποὺ ἔκανα γιὰ σένα, ἐπ᾿ ἀνδραγαθία:
μὲ τὴν ἀπουσία σου μεγάλωσες
ἐξάπλωσες τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις.
Ταξιθέτριες πέτρες στὸ θέατρο.
Στὴ σειρὰ τῶν ἐπισήμων κάθονται θυμάρια.
Τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω
κρέμονται σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο.
Στὸν κορυφαῖο ρόλο της ἡ τραγῳδὸς αὐλαία.
Ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα,
μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη
μελιστάλακτα κεντριά, αἰώρησης κάνιστρα
μὲ φρεσκοκομμένες πεταλοῦδες
ραίνουν τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας.

Ψηλά, ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐξακοντίζονται ἰαχὲς
κύκλοι δρομεῖς ἐπευφημοῦνται
νικητὴς ἀνακηρύσσεται
ἕνας ἕνας ποὺ κλείνει.

Ἐπακολουθῶ. Στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν
ὑδραγωγεῖα κινήτρων, ἡ ἀρχαιότερη Πυθία:
ἡ σαρκοφάγος πάλι. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ
τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της.

Στάση σκέψης ποὺ κάνω γιὰ ὅλες 
τὶς σπασμένες ἀρτιότητες: «στὸ κάτω μέρος
μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός»,
βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα,
μόνο ἡ κουλουριασμένη κίνηση
ἀνώνυμου νεκροῦ πολεμιστῆ
δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα
καὶ «δούλης νεαρᾶς τὸ σπασμένο κάτοπτρο»
-τώρα πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση.
Σφὶγξ καθρεφτίζει τὸ ἀναπάντητο.

Καντίνες. Κάτι γιὰ τὸ δρόμο. Σάντουιτς, 
ἀναψυκτικά, ἐμφιαλωμένο λάλον ὕδωρ.

Μάρμαρα πάλι, ἀφιερώματα σὲ πέτρες
χαραγμένες. Δύσκολα διαβάζω.
Τὸ σκληρὸ ἔμαθα πὼς χαράζει
ἀλλὰ ὄχι πῶς χαράζεται.
Ἀργὰ συλλαβίζοντας ἀναστηλώνω
μόνον τὴ λέξη ΕΠΤΟΗΘΗ. Μόνο; Ὄχι καὶ μόνο.
Ἀκουστὸ ἀνὰ τὸν κόσμο τὸ Ἐπτοήθη.
Μαντεῖο.
Γᾶς ὀμφαλός.

Δελφοί



ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό...

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο...

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.



ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.

Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἑαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.

Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.

Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.



ΓΡΑΜΜΑ

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.



ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
- ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη 
ἀπὸ τὴ στέρησή της.



ΔΙΑΛΟΓΟΣ
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ

Σοῦ εἶπα:
- Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
- Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.



ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ

Ἐκκλησάκι ἔρημο ἐγκαταλειμμένο πιστευτό.
Θαρρεῖς ὅτι τὸ ἔχτισε ἐρείπωση.
Τὰ κεραμίδια στὸν τροῦλο
τρύπιο σάλι ριγμένο
στὴ γηραιὰ καμπούρα τῆς ἀνάτασης.

Τὰ μικρὰ παράθυρα κρέμονται
κάπως στραβὰ στὸν τοῖχο
σὰν εἰκονίτσες ποὺ σεισμὸς τὶς μετακίνησε
ἀπὸ τῆς πίστης τὸ ἴσιο.
Βιτρὸ στὰ τζάμια συνθεμένα
μὲ πολυκαιρινῆς βροχῆς σταγόνες ραγισμένες.

Ἄραγε νὰ ζεῖ μέσα ἡ ἁγιότης 
τρεφόμενη μὲ σβηστὰ κεράκια μόνο;

Κλειδωμένη ἡ ἀμφίβια πόρτα
- καὶ στὸ μέσα σκότος βυθισμένη ζεῖ
καὶ στὸ φῶς ἔξω κολυμπάει.
Ἐπάνω της τὴν πλάτη του ἀκουμπώντας
ἕνα σκαλοπατάκι
ζητιανεύει λίγην ἐπισκευή. Ἔχει σπάσει.

Καὶ ἡ φύση ποὺ ὅλα τὰ καλοπιάνει
καὶ τὴν ἀκμὴ λατρεύει
καὶ στὴ φθορὰ χατίρι δὲ χαλάει

ἐπισκευάζει τὴ ρωγμὴ στὸ σκαλοπάτι 
πολύχρωμα γεμίζοντάς την μὲ τσουκνίδες, 
γαϊδουράγκαθα, μολόχες, δαφνόφυλλα 
καὶ πικροπαπαροῦνες.

Καὶ γίνεται αἴφνης ἀνοιξιάτικος εὐδιάθετος 
γραφικὸς αἰσιόδοξος ὁ τρόμος 
γιὰ τὴν ἐρείπωση τῆς ἐγκατάλειψής μας.



EΡΕΒΟΣ

Σκύβοντας πάνω
ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση
στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,
θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος
τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους
θὰ κλαίει.



ΕΥΦΛΕΚΤΗ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ἀσυγχώρητη ἀπροσεξία 
νὰ μοῦ στείλεις ἐπὶ χάρτου ἐφημερίδας
ὁλοσέλιδή τη φωτογραφία σου
μὲ ἀναμμένο τὸ τσιγάρο της.

Ἂν ἔπιανε φωτιὰ ἡ παραλαβή; 
Ποιὰ πυροσβεστικὴ
ψυχραιμία εἰς μάτην θὰ καλοῦσα
σὲ ποιὸ διανυκτερεῦον ἔγκαυμα
θὰ ἔτρεχα ἀνήμπορο ἐγὼ χαρτὶ καμένο
σὲ ποιὰν ἐξαντλημένη θεραπεία

σὲ ποιὰν ἀποζημίωση μετά.
Ἀσφάλεια ἀναθρώσκοντος καπνοῦ
δὲν ἔχω κάνει.



Η ΓΛYKΥΤΑΤΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΣ

Τρισάγια κάθε τόσο
γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ὑπηκοότητα νεκροῦ
στὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.

Ὕψιστε, τί ἐννοεῖς
ἄλλο νεκρὸς καὶ ἄλλο δοῦλος.
Κι ἀπὸ πότε ἐπιτρέπεται
νὰ κοιμοῦνται ἔτσι βαθιὰ
ἀτιμώρητοι οἱ δοῦλοι.

Τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.
Θέ μου, ἂν ἀπελευθερώνει ὁ θάνατος
ὅπως μᾶς τὸ ὑπόσχεται παρήγορη
ἡ γλυκύτατη ἀβεβαιότης, ἐσὺ
γιατί τὸν θὲς ντὲ καὶ καλὰ δουλέμπορο;

Τὸν κεκοιμημένον.
Περὶ ὕπνου πρόκειται, Κύριε;
Μὰ τοῦ κολλάει ὕπνος τοῦ νεκροῦ
ἔτσι εὔκολα νυστάζει ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς;
Ἐδῶ ἐμεῖς, δοῦλοι τοῦ ἀπάνω κόσμου ἀκόμα
κι ὅμως ποιὸς κλείνει μάτι
ἂν δὲν τὸν νανουρίσει ὅπως ξέρει
μόνο ἡ γιαγιά του ἡ ἀβεβαιότης
μὲ τὴ γλυκεῖα της ρόδινη ἀφύπνιση.

Κύριε, μήπως ὅταν ἐνέκρινες
αὐτοὺς τοὺς ἀνελέητους ἀνταγωνιστικοὺς ψαλμοὺς
ἤσουν ἀκόμη ἄνθρωπος;



Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ

Μίλα. 
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς 
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.



ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ

Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει
-ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ 
τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωϊας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.

Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς 
Φωτογραφίας
ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς
καὶ ποὺ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ

Βρέχει...
Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴ
μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτος
κι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴ
σὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.
Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,
βαριὲς πατημασιὲς καημοῦ
τὸν βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει...
Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,
σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της,
ἕνα ἀνυπέρβλητο,
νά ῾χει σταθεῖ
μπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.
Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμα
παίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς
―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―
ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.
Κοιτάζει...
Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελα
τὰ δίνει στὴ βροχὴ
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκη
γιὰ πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει...
Καί, ξαφνικά,
σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,
κάνει νὰ πάει μέσα.
Ποῦ μέσα ―
μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴ
καὶ μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.

Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.

Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.



Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ὁ ἔρωτας, 
ὄνομα οὐσιαστικόν, 
πολὺ οὐσιαστικόν, 
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ, 
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ, 
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς 
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος, 
ὄνομα οὐσιαστικὸν 
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς 
καὶ μετὰ πληθυντικὸς 
οἱ φόβοι. 
Οἱ φόβοι 
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη, 
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων, 
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ 
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ 
καὶ ἄκλιτη. 
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα, 
Ὄνομα οὐσιαστικόν, 
Γένους θηλυκοῦ, 
Ἑνικὸς ἀριθμός. 
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς 
Οἱ νύχτες. 
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα
ἄφησε νὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ τὴν ἱστορία μου:
Μελαγχολικός της ζωῆς ἄνεμος εἶμαι
ποὺ νυχτώθηκα καὶ ἀπόμεινα σ᾿ ἕνα χθὲς ἀνάλγητο.

Ἔλα λοιπόν, καὶ μὲ τὰ μάτια σου,
ποῦ ῾ναι καταχνιὰ κι ἐνάστρωση,
τὸ σύθαμπο καὶ τὸ πρωὶ
σὲ μιὰν ἀλλόκοτη σύγκλιση,
ἀνάστειλε τὴ νύχτα μου.

Ἔλα
Κι ἂς εἶναι μοιραῖο πὼς ἀργότερα,
ὅταν ἀνάμεσά μας θ᾿ ἀναδεύεται,
σὲ ἀνυπόφορη μεγέθυνση,
τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,
-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-
μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι
στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες,
ποὺ ἀνεβασμένες στὶς σχεδίες τοῦ ἀνέκκλητου
πρὸς ἕνα ἀδηφάγο αὔριο θὰ λάμνουν.



ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνω
παράνομα
σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς
δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω
τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω
μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο
χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.

Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καὶ συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρὸς καθησυχασμόν)
στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ
περιοχὴ
στὴν ἐγκόσμια πίκρα.

Καὶ διαψεύδομαι.



ΠΕΡΑΣΑ

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια 
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.

Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.



ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμένω. Σὲ φουαγιὲ θεάτρου.
Ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει ἡ παράσταση
βλέπω τί παίζεται πλαγίως 
ἐντὸς ἐνυδρείου ποὺ διασκεδάζει 
τὴν ἀναμονή.

Τετράγωνο περίπου σὰν κουτὶ
παπουτσιῶν στὸ νούμερο τῆς ὑπερβολῆς.
Σὲ γωνία σφηνωμένο γιὰ νὰ γεύονται 
διπλὴ ἀσφυξία οἱ τοῖχοι.
Μικρὰ ψαράκια ὅσο τὸ χρυσαφὶ τοῦ ἥλιου 
ἐπάνω σὲ χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τὰ κυνηγᾷ. 
Νᾶνος βυθός. Τὸν γαργαλάει εὔκολα
μὲ τὰ κοντά της δαχτυλάκια ἡ ἐπιφάνεια.

Συνθλίβεται ἡ πλεύση συχνὰ
στὶς συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι 
εὕρημα στεριανό. 
Κάθε τόσο ἀγωγὸς κρυμμένος στέλνει
βίαιο ἀέρα φουρτουνιάζει κάπως ἡ ἀνία
φύκια ξεμαλλιάζονται μὲ πλαστικὸν
ὀλοφυρμό. Γιὰ λίγο
καταποντίζεται ἡ ὁρατότης. Ὥσπου
μισοπνιγμένη τὴν τραβᾶνε κατὰ πάνω
κάτι φυσαλίδες ὀξυγόνου μικρὲς
σὰν καρφίτσας κεφαλάκι ποὺ βγαίνουν
ἀπὸ τῶν ματιῶν μου τὴ λιγοστὴ φιάλη.

Τί λυπᾶσαι, χρυσόψαρα εἶναι
οὔτε ποὺ γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Καὶ μεῖς πόσο τάχα γνωρίσαμε; 
Κι ὅμως τὸ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ διόλου.



ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ

Σκορπίζουν
τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.

Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ
πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς
χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα
ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ.

Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια
ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα
ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ
μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε
ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ
ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα
ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα
ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση
κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.

Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.

Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ
Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη
ἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε
εἶναι ἡ ἀπουσία μας.



ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΘΕΛΩ

Σοῦ ἔτεινα προσέγγιση
ἀλλὰ ἤδη χαιρετισμὸ μοῦ ἔστελνε τὸ χέρι σου
ἀπογειωμένο σὲ ὕψος ἀσφαλείας του
πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιάδες πόδια ὑπολογίζω.

Ἄξιον ἀπορίας τὰ κατάφερα
τηλαισθαντικὸς ἀεροπειρατὴς νὰ μπῶ
στὸν ἐναέριο χῶρο του
καὶ σημαδεύοντας τὸ μὲ μακρύκανο
κυνηγετικὸν αἰφνιδιασμὸ
νὰ χάσει ὕψος τὸ ἀνάγκασα
καὶ μὲς στὸ χέρι μου νὰ προσγειωθεῖ.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948

Κρατῶ λουλοῦδι μᾶλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε κῆπος κάποτε.

Στὸ ἄλλο χέρι
κρατῶ πέτρα.
Μὲ χάρη καὶ ἔπαρση.
Ὑπόνοια καμιὰ
ὅτι προειδοποιοῦμαι γι᾿ ἀλλοιώσεις,
προγεύομαι ἄμυνες.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε ἄγνοια κάποτε.

Χαμογελῶ.
Ἡ καμπύλη του χαμόγελου,
τὸ κοῖλο αὐτῆς τῆς διαθέσεως,
μοιάζει μὲ τόξο καλὰ τεντωμένο,
ἕτοιμο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Καὶ προδιάθεση νίκης.

Τὸ βλέμμα βυθισμένο
στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα:
τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ
τῆς προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Ἡ σκιά μου, παιχνίδι τοῦ ἥλιου μόνο.
Φοράει στολὴ δισταγμοῦ.
Δὲν ἔχει ἀκόμα προφθάσει νὰ εἶναι
σύντροφός μου ἢ καταδότης.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασ᾿ ἐπάρκεια κάποτε.

Σὺ δὲν φαίνεσαι.
Ὅμως γιὰ νὰ ὑπάρχει γκρεμὸς στὸ τοπίο,
γιὰ νά ῾χω σταθεῖ στὴν ἄκρη του
κρατώντας λουλούδι
καὶ χαμογελώντας,
θὰ πεῖ πὼς ὅπου νά ῾ναι ἔρχεσαι.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
ζωὴ πέρασες κάποτε.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kikh_dhmoyla/various.htm#ΣΑΣ_ΑΦΗΣΑ_ΜΗΝΥΜΑ