Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πέμπτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πέμπτο)
1 Νοεμβρίου 2013 στις 7:34 μ.μ.


Ο έρωτας άραγε από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει κι από την έρμη την καρδιά σα ριζωθεί δε βγαίνει, ή μήπως να περνάει απ΄το στομάχι; Η ιστορία των ερώτων που πρόκειται ως παρευθής να τακιμιάσουν - θα αποδείχνει πέρα από την παραμικρή αμφιβολία, πως και το ένα έχει την αλήθεια του, μα και το άλλο ψέμα πως δεν είναι. Λοιπόν, σε ποιόν να πέσει το λαχείο να είναι ερωτιάρης της ματιάς, και σε ποιόνα να πέσει ο μαυροκλήρος να έχει το τρικάβαλο της γεύσης; Ήδη, αγαπητοί μου συμπολίτες, ο κύβος φαίνεται πως και ερίφθει - μάλιστα ήρθε και δεόντως πλέον έκατσε: Πάρε εσύ, να πούμε, την κοπέλα - πάρε και συ ένα πινάκιο φακής κι αμέτε πώς να κάμετε κατάστασην. Όπου, ξέρουμε ποιόνε εβασάνιζαν κατάρες - και τα θυμάστε τα περί τριπλοκλειδώματος και τα λοιπά όπως σας είχα ορμηνέψει; Μια επανάληψη κι ένα μικρό ξεσκόνισμα θα μας βοηθήσει να υπενθυμηθούμε και να προεδικάσουμε μελλούμενα: ο που ήταν τετράκις πολλαπλώς κατηραμένος, εστέκονταν σαν την κοιμήσω πάπια κι επιάστηκε στο ξώβεργο ερήμην. Διότι, τα γλυκά που του εσέρβιραν σα να ΄τανε ανφάν γκατέ αλλά τόσο καλότροπο, ούτε να τρώγει λαίμαργα σαν τον παρακαθήμενο, παρά σαν την καλή χανούμ και τη Σεράχ, να τρώει μια βουκουνίτσα και πως να λέει το βαχ το αλλοίμονον, και που να πλαταγιέται κάθε καημός σωσμένος και ξοδεμένος σε ένα εβδομαδιαίο τιποτάκι, αυτός λοιπόν τον βρήκε του έρωτα το βόλι στο στομάχι, τον εξέκανε. Όπως ειπείν, είχε γίνει ο άνθρωπος αγνώριστος από τη μέρα τη ρουφιάνα που πάτησε το πόδι της αυτή η Εβραία μες στο Ιμπεριάλ, αυτός βεβαίως τίποτα δεν ήξευρε περί της νέας πρόσληψης, ούτε και πως αλλιέψανε τα πράγματα και άλλη εκανόνιζε το ότι, το γιατί και το με ποιόνα τρόπο θα σοροπιάζανε τα όμορφα πουγκάκια με τα καλόσυκα και τα καλοκαρύδια, το κρασί - εμ, τα ΄θελε για η μάνα σου, δεν τα ΄θελες κι εσύ;

Και είχανε βρεθεί σε θέσεις δύσκολες οι δυο μας φίλοι, γιατί ο ένας Ιμπεριάλ-Ιμπεριάλ, ο άλλος είχε κι ενδεχομένως πια αρχίσει να βαριέται αυτό πια σαν το τάμα, λες και δεν είχανε κι αλλού πορτοκαλιές να κάμουν πορτοκάλια, Βρε τζιγιεροσαρμά μου, άνθρωπε, να μην το ξαλλεγράρουμε και να χαρείς αλλιώς, λες ότι πάμε να ελέγχουμε την παρθενιά της αδερφής μας, βρέξει χιονίσει εκεί μέσα, μανούλα μου με μπάφιασες, άσε να τραβηχτούμε σαν τα σκυλιά και πουθενά αλλού, μα μάγια σου 'χουν κάνει καμωμένα, σε ταΐσανε; (Και μη με βάλτε τώρα να σας πω τί άραγε να εννοεί ο μπατζανάκης, ό έχων ώτα να ακούει ακουέτω, το μύστη-τι-μου Κύριε). Ε ρε, κι αν ήξερε πόσο το δίκο είχε! Διότι, η Εσθήρ (άντε να μην την ανεβάζουμε Εβραία, την κατεβάζουμε αλάδωτη - γιατί τί πια σκατά ψυχή θα παραδώσουμε, λες και δεν είχε όνομα και η καλή κοπέλα, εντάξει, ότι θες να ήταν μάγισσα - θα ήτανε, αλλά ποιοί είμαστε να ξέρουμε και ποιός ο αναμάρτητος το λίθο να βαλέσει;). Αλλά, ότι και ο ΧατζηΡεΐσης τον είχε πάθει ένα ντουβρουτζά, ήτανε σίγουρο. Πως έρεβε και ότι τον έπιανε ένας κρύος ιδρώς, μα μάνα μου αυτά ήταν μπουκίτσα και συχώριο, που στο καλό τα βρίσκανε και τέτοια τσαγαλότριχτα βουτήρατα; Αυτός, που και αν είχε ταξιδέψει - κοτζάμ αρμάδα είχε καβαλήσει, και τέτοιες μυρωδιές δεν επαντρεύτει στον ουρανίσκο του, πού διάτανο τα βρίσκανε, ποιός μύλος να τα άλεθε τα ξανθοσυμιγδάλια; Θέλω να πω, άντε να βρεις την άκρια που μπλέξεις με τον παλαβωμένο, είδε κι απόειδε και ο ΝτημίτΕφέντης κι επαρέδωσε, πέρνανε δρόμο το στρατί, στρατί το μονοπάτι, και πού τους έχανε κανείς και πού τους έβρισκε, στο Ιμπεριάλ να καταθνήσκουνε τις ώρες τους. Μα, ήρθε και μια ώρα - και πώς ίσα και δεν αλλάξανε τα πράματα! Είχε κατέβει ο Ντημίτ μίαν καλήν ημέραν, να πάει στου χρυσικού του Γιακουμή, για να διορθώσει μια κατένα (ντροπής και αγαλλίασης το ζήτημα, του την είχε σπασμένη επί κλίνης μία ανώνυμη λεγάμενη, απ΄τα ωραία σπίτια που τις πληρώνεις και σ' αντέχουνε να κάμεις ό,τι θέλεις, και του Ντημίτ αυτό σα να του καλοάρεσε, να δίνει καρτ βιζίτ για μια καρτούλα μπλάνς). Και άμα του εσπάγανε και μια παλιοκατένα, χαλάλι στα κορίτσια, τις εχαιρότανε γούστο διπλό - έχουμε μάτια μου λεφτά και να τη φτιάξουμε, να΄ρθω μετά να σου την κάμω δώρο, και που να δείχνει το λαιμάκι σου, μανίτσα μου. Ε, είχε πάει πως να την παραλάβει, να τηνε πήγαινε κατόπι στο κορίτσι, την είχε αξίσει για τον κόπο της και την υπακοή της, και όπου ήξερε να κάμει αντοχές.

Αχ, και αν ήξερε κανείς πώς θα του ΄ρθει το βόλι (στο φτερό, όταν θα σκύβει για νερό;), θα έπαιρνε τον άλλο άρα δρόμο, θα έστριβε να πάει από την άλλη τη γωνιά, ή μπα και θα 'τρεχε να πάει καταπάνω του και μ' ανοιχτές αγκάλες; Και ποιός να ξέρει... Πάντως, ετούτος δω - την έφαγε εις το Δοξαπατρί, ανάμεσα στα φρύδια, στο τρίτο του το μάτι του σφηνώθηκε μια Ομορφιά, και δεν ημπόραε μετά όπως τη βγάλει, τον κυνηγούσε στα ξυπνά και μες στον ύπνο και του ΄γιναν οι μέρες του σαν κόλαση. Μα, ας το πάρουμε το πράγμα να ΄ναι κομμάτι πιο βατό, και μπερδευτήκαμε: Στρίβει ο εφεντάκος και επήγαινε κατά τη χογιερία του χρυσικού, σκεφτότανε πόσο κει μέσα εύρισκε τη γεια του, πόσο ο Γιακουμής ήταν ο ίδιος τεφαρίκι! Γιατί ήξευρε και να φκιάνει, και να χαλνά, να ματακομματιάζει και να εμπαίζεται με κάθε είδους φλόγα, κι αμέ τα μέταλα τα ήξερε ως και με το μικρό τους, και τα πετράδια (μα διαμάντια, μα μπριλλάντια, μα τα ζαφείρια τα αγέρωχα και μα την Παναγία ό,τι άλλο, είχε παιδί μου ο χρυσικός σα φαίνεται το κοκκαλί της νυχτερίδος και του εκάμανε τ' άψυχα τα χατήρια, έτσι τους γλυκομίλαγε και του στεκόντανε κλαρίνο κι όλα σούζα, τα κοίμιζε και σε σοκολατένια μαξιλαράκια βελβελούδινα), αυτό, ψυχάρι μου, θέλει να είσαι ψυχωμένος - μονολογούσε ο Ντημίτ - κι εκεί, σαν έτσι σήκωσε το βλέμμα και του δραπέτεψ΄η ψυχή. Διότι, από την άλλη τη μεριά απ' το σοκκάκι - κατέβαινε μια σουρλουλού, μια κότα μπάνικη, ένας σεισμός τρεχούμενος - κι έπεσε καταπάνω του σαν το στρατό που παρατάχτηκε στον πόλεμο: κι πάει το καλαθάκι της, χυθήκανε τα μήλα από τη μια, και τα κυδώνια απ΄ την άλλη σαν κατατρέξανε, πήγε μέσα στον κουρνιαχτό να τη βοηθήσει να τα μαζέψει και τα οπωρικά και τις οπώρες, κι αυτή ίσα και τον κεραυνοβόλησε. Περικαλώ, του λέει, σα και για να σταθείτε, και δεν τα πιάκουν έτσι, αλλά σα να 'ναι ζωντανά και να δαγκώνουνε, άσε τα κάτου που σε λέγω μη μου τα μαραγγιάσεις και τα χάλνασες, άσε με λέου, θα τα πιάκω μόνη μου. Και ο ΝτημίτΕφέντης, πώς και δεν απόμεινε εκιαμεσής του τόπου, παρ' άρχισε να ακούει κάτι βουή ΄πο μες απ΄το κεφάλι του, και πήγε να εψέλισε σα μια γλωσσολαλία, απόστρεψον τους οφθαλμούς απ' εναντίον μου, ότι αυτοί σε λέγω ανεπτέρωσάν με. Αλλά αυτή, βεβαίως, δεν τον άκουσε, γιατί μιλούσε ενδοσκοπίως και η καρδιά του μοναχά τον αντηχούσε. Και τίναξε τις βράκες η πουλακίδα, πήγε ως προς θεού κι αυτός κατέληξε σε μια ζεματισιά στο Γιακουμή, που είχε δει πολλά και γνώριζε και το αστροπελέκι, είχε και θάρρητα με το Ντημίτ, τόσες κατένες πια δεν του ΄χε ματσακώσει, του λέγει, μήπως πάσχεις απ΄τον έρωτα, και να σου φτιάκω εγώ ένα ομοίωμα χρυσίο και να του ψεκαλλίσω τίποτις στίγμα ασημάργυρο - και της το κάμεις σα ρεγάλο βασιλικό, και τηνε φέρνεις στα νερά σου και όπως σου σταθεί! Ποιός είδε το Θεό και δε φοβήθηκε, ακού εδώ, ρε μασκαρά, του λέει ο Ντημιτ, αυτήνε δεν τη θέλω για τις χάρες, σ΄αυτήν θα φτιάκεις βέργα, κερατένιε, να μου φοράει τ΄όνομα. Και βγήκε σαν τον κυνηγούσανε τα τζίνια, πώς και δε χάλασε κι όλο το μαγαζί, να το πληρώνει έτσι για το γούστο, που του εγύρισε το μάτι του.




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Φωτογραφία επιχρωματισμένη από ρεκλάμα της Χογιερίας του Γιακουμή, Σμύρνη αρχές του 20 αιώνος. Βρέθηκε σε μπαούλο που κατά πάσα πιθανότητα είχε επιστραφεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες - η φόδρα του επιγραφόταν "....&Co,State of Michigan, U.P.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου