Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΩΝ Γιάννης Τόλιας



ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΩΝ

Πάντα είχα πρόβλημα κάθε πρωί.
Ξυπνούσα άνθρωπος μισός, επειδή ο άλλος μου εαυτός
κωλυσιεργούσε στο όνειρο.
Το ρολόι όμως της δουλειάς είναι αμείλικτο,
δεν νοιάζεται για τέτοιες λεπτομέρειες.
Μια ζωή κυνηγούσα τους δείκτες, εξάντλησα όλες τις δικαιολογίες.
Πώς να εξηγήσεις ότι αυτός που αργεί, δεν είμαι εγώ, αλλά ο άλλος.
Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να εκδικηθώ.
-Τα όνειρα του ύπνου και τα άλλα-
Κι αν αυτόν τον ελεούσε το σκοτάδι, εγώ συνήψα συμφωνία
με τα όνειρα του φωτός.
Με αυτόν τον τρόπο ζούσα το όνειρο στη διάρκεια της μέρας.
Τραβούσα λοιπόν, εκείνες τις βαριές,
τις αδιαφανείς κουρτίνες της φαντασίας
και φύτευα αμέτρητους σπόρους επιθυμίας.

Η μέρα όμως έχει άλλες απαιτήσεις,
όσο κι αν υποθάλπει αυτούς που νοσούν από όνειρα,
έρχεται η στιγμή που η πραγματικότητα των άλλων
είναι ασυγκράτητη και αδιάκριτη.
Με επισκέφτηκαν στιγμές, 
όπου ήθελα να εξοντώσω τον ανυποψίαστο
που με μια απλή ερώτηση, μου σκότωνε το ονειρόδραμα.

Τώρα, απόμεινα ένας θλιβερός ιχνηλάτης, ανίκανος να ακολουθήσω
τις μυστικές διαδρομές των σκιρτημάτων.

Τα όνειρα της βροχής Αλέξης Σταυράτης


                                                Τα όνειρα της βροχής

Ήταν Παρασκευή, σα να αλήθευε ο Ελύτης που ’γραψε «Παρασκευή που πάντα βρέχει». Εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο έπαιζε το τραγούδι «δεν είμαι νύχτα του χειμώνα με βροχή / είμαι γυναίκα, σε θέλω απ’ την αρχή», αλλά εγώ είχα μεγαλώσει αλλιώς, με την επιθυμία να χαρώ κάποτε τη βροχή με μια νεράιδα δίπλα μου.
     Καθόμασταν πίσω από το χοντρό τζάμι της καφετέριας. Υπερυψωμένο το δάπεδο και λίγα μέτρα μπροστά μας να τρέχουν νερά αδιάκοπα. Πίναμε καφέ και συζητούσαμε κοιτώντας προς τα έξω, η βροχή όλο και δυ­νάμωνε. Ο ήχος του νερού διαπερνούσε ακόμα και τα λόγια, μας υποχρέωνε συ­χνά να γυ­ρίζουμε πίσω. Ο ουρανός μάς έκανε το δώρο ν’ απολαμβάνουμε μαζί αγα­πη­μένες παιδικές μνήμες. Φυσούσε και αγέρας φέρνοντας μερικές φορές τη βροχή κατά κύματα πάνω μας, τώρα όμως δεν μπορούσαμε να την αγγίξουμε με τα σώματά μας.
     Τα νερά έτρεχαν ακατάπαυστα, από τότε που θυμόμασταν τους εαυτούς μας. Κοιτούσαμε έξω και τα άκουσα καθώς χτυπούσαν στις λαμαρίνες της γειτονικής στέγης. Ένα ελαφρύ ρίγος με διαπέρασε καθώς κρύωνα στο πατρικό μου σπίτι. Έβρεχε έξω και μέσα στην κρύα χειμωνιάτικη νύχτα έστηνα αυτί ν’ ακούσω το θεσπέσιο ήχο των νερών. Από τότε η βροχή έχει πάρει έναν μεταλλικό ήχο στα όνειρά μου. Όχι σκληρό, όχι ύπουλο ή τρομαχτικό, αλλά κάτι τις, πώς να το πω; Οι στάλες της βροχής χόρευαν σαν ξωτικά, σαν νερένιες υπάρξεις που ήθελαν να μου χαρίσουν δικά τους μυστικά. Ακόμα κι όταν άστραφτε και ρίχναμε απανωτά «κύριε ελέησον» και σταυροκοπιόμασταν, πάλι βαθιά μέσα μου δε φοβόμουν. Οι μεγάλοι μάς έλεγαν πως ο θεούλης θύμωνε με τις αταξίες μας και μας φοβέριζε από ψηλά, αλλά εγώ γέλαγα. Αφού μια-δυο φορές δεν είδα πρακτικές συνέπειες της θεϊκής φοβέρας, αλλιώς άκουγα τα τρομερά μπουμπουνητά. Έβρεχε, άστραφτε, βρόνταγε ο ουρανός κι εγώ να είμαι χωμένος στα μάλλινα σκεπάσματα. Τότε έκανα τα καλύτερα της ζωής μου ταξίδια. Έβγαινα έξω, χόρευα με τα ξωτικά πάνω στις στέγες, ξωτικά πανέμορφα σαν σημερινές γυναίκες…, άστραφτα ολόκληρος από χαρά, καβαλίκευα τα μαύρα σύννεφα και με φοβερές κραυγές ξεχυνόμουν στη ζωή. Δε θυμάμαι, δυστυχώς, να είχα πάει και πολύ μακριά, γιατί συνήθως μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος… Αχ, πώς περίμενα να βρέξει και να είναι βράδυ! Αλλά και την ημέρα που ταλαιπωρούσε τη θλιβερή μας καθημερινότητα, πάλι τα νερά ήταν το αγαπημένο στοιχείο μου. Περπατούσα ξυπόλητος μέσα σε λάσπες και πάγους, κοίταγα με τα μάτια ανοιχτά προς τον ουρανό και γινόμουν μούσκεμα, αλλά δε μ’ ένοιαζε. Ακόμα κι όταν χωνόμουν κάτω από την κοιλιά του άσπρου αλόγου μας για ν’ αποφύγω τις ανελέητες καταιγίδες, πάλι ευτυχισμένος ένιωθα. Και στον κάμπο ήταν τόσο το κρύο που ζεσταινόμουν στα νερά των αμέτρητων πηγών, που ξεπηδούσαν παντού σε δρόμους και χωράφια, σε ξεραμένες βρύσες, σε ξεραμένες ζωές. Μετά ο χειμώνας με πάγωνε πάλι, αλλά ποιο παιδί τα υπολόγιζε αυτά…
     Θυμάμαι όμως και τις στάλες της νωχελικής βροχής. Κάθε σταλαγματιά ήταν και μια νεκρή ελπίδα, κάθε σταγόνα ήταν βαριά από πεθαμένα όνειρα. Όταν κάποτε τέλειωνε αυτή η βροχή κι ακούγονταν τα ξεπλύματα των κεραμιδιών, κάθε αργός ήχος έμοιαζε με μαρτυρική αναμονή, ο αργός ύπνος μου γινόταν εφιάλτης.
     Αγαπούσα και το ποτάμι μας, αν και το έβλεπα με δέος, γιατί φάνταζε τεράστιο στα αταξίδευτα μάτια μας. Δυσκολευόμουν να μπω μέσα κι έτσι δεν έμαθα εκεί μπάνιο, αλλά πολύ αργότερα στη θάλασσα της Κέρκυρας. Έσκυβα τότε και ξεδιψούσα τη δίψα στα καθάρια νερά του, ενώ οι άλλοι έκαναν μπάνιο. Εγώ καθόμουν στην όχθη και συνομιλούσα μαζί του, κάπου-κάπου πετούσα και κάποιο χαλίκι. Από πού έρχονταν τόσα νερά και πού πήγαιναν; Τα ρωτούσα και δεν μου απαντούσαν, δεν μου αποκάλυπταν το μεγάλο μυστικό τους. Όχι αυτό του Ηράκλειτου πως «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», γιατί για μένα η κίνηση των νερών τους δεν ήταν ένα φευγαλέο, στιγμιαίο παρόν. Ένα άλλο μυστικό, αυτό που θα καταλάβαινα πολύ αργότερα, ότι το ποτάμι, παραμένοντας για χρόνια το ίδιο στα μάτια μου, ήθελε να μου διδάξει πως χρόνος δεν υπάρχει, παρά μόνον ένας διαρκής ενεστώτας. Όπως στα όνειρά μας, που ζούσαμε διάφορες καταστάσεις πάντοτε με την ένταση του τώρα, του παρόντος. Το μεγάλο, βαθύ ποτάμι ήταν πάντως το σύνορο της παιδικής μου ζωής και την τσιμεντένια του γέφυρα τη φύλαγαν στρατιώτες! Τώρα το ποτάμι μου κουβαλάει τα βρώμικα λύματα της μεγάλης πόλης, η γέφυρα μετά δυσκολίας χωράει ένα αυτοκίνητο και τα νερά του πώς λιγόστεψαν… Τώρα που λιγόστεψαν και τα όνειρά μου, που οι γνώσεις μου δεν έχουν σύνορα, που πίνω καθαρά, εμφιαλωμένα νερά… Τώρα που δεν αναβλύζουν πια πηγές στους δρόμους μου, αλλά στερεύουν κι αυτές που υπάρχουν… Τώρα, πίσω από ένα τζάμι ξαναγίναμε και οι δυο παιδιά, σαν να μας είχαν εκεί κλεισμένους από πάντα και ξαναβλέπαμε τη βροχή με την ίδια νοσταλγία.
     Κοντά στο σπίτι της ήταν ένα μικρό ποταμάκι, σχεδόν απαρατήρητο σήμερα. Και τότε απαρατήρητο περνούσε, εκτός από τα βράδια που ησύχαζαν όλοι και όλα. Τότε ένα μικρό κεφαλάκι έβγαινε από τα σκεπάσματα ν’ ακούσει τον ήχο των νερών του όπως κύλαγαν μέσα στη νύχτα. Αυτό άλλαζε δρόμο και περνούσε από την ψυχή της ή η ψυχή της έβγαινε κρυφά και ταξίδευε με μυστικές βάρκες σ’ άγνωστους τόπους; Έχει την εντύπωση πως γεννήθηκε στο νερό, κι όταν βρέχει, ενώ οι άλλοι μελαγχολούν, αυτή χαίρεται δραπετεύοντας από το γκρίζο κόσμο τους. Οι ψυχαναλυτές λένε πως είναι «ανάμνηση» της εμβρυακής ηλικίας στην κοιλιά της μητέρας. Κάποιοι βιολόγοι πως είναι απόδειξη ότι καταγόμαστε από τη θάλασσα. Σιγά μην έχουν και ιδιαίτερη σημασία οι εξηγήσεις τους! Σημασία έχει ότι αυτή βλέπει βροχή και είναι ευτυχισμένη. Πως της αρέσει να περπατάει στη βροχή και αν τη διαπεράσει ώς τα κόκαλα, να μη στενοχωριέται αλλά να την αφήνει να χαϊδεύει το σώμα της και την ψυχή της…
     «Δεν σου είπα κάτι ακόμα. Δεν είναι μόνο τα ταξίδια που έκανα στο ποταμάκι μου, μερικές φορές η βροχή ερχόταν και στα όνειρά μου. Ειδικά όταν κοιμόμουν με τον ήχο της στα μάτια μου, έρχονταν οι χοντρές σταγόνες και χόρευαν γύρω-γύρω. Στην αρχή παίζαμε κουτσό, από τη μια λακκούβα στην άλλη, αν θα προλάβαινα να τις περάσω όλες πριν τις γεμίσουν νερό. Συνήθως κέρδιζα και γέλαγα στον ύπνο μου, όπως μου έλεγε το πρωί η μητέρα. Όταν όμως έχανα, για να μη στενοχωριέμαι, οι χοντρές σταγόνες έπεφταν πυκνότερα και ξαφνικά άνοιγαν μια μυστική πόρτα κι έμπαινα μέσα. Δεν κρύωνα καθόλου αν και ήξερα πως βρισκόμουν στο μαγικό, παγωμένο κόσμο τους. Πότε με πήγαιναν στη μάνα του νερού, εκεί όπου ξεκίναγαν καταρράχτες και ποτάμια, πότε με ανέβαζαν ψηλά στα σύννεφα. Κι ενώ από τη γη φαίνονταν κατάμαυρα, όταν έφτανα εκεί όλα μου χαμογελούσαν. Όταν ήμουν μικρή, βροχή για μένα σήμαινε όνειρο, το νερό πάντα ήταν το αγαπημένο μου στοιχείο. Γλίστραγα μέσα του και χανόμουν σε μυθικούς, μυστικούς κόσμους. Στο σχολείο το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν να φτιάχνω χάρτινες βαρκούλες».
     Ο ήχος του νερού. Η γλυκιά ρευστότητά του όπως διατρέχει όλο το σώμα, όπως αγγίζει όλη μας την ύπαρξη. Κυρίως όμως ο απέραντος κόσμος τής θάλασσας, το κοινό μας όνειρο: να έχουμε ένα σπίτι στην παραλία και να την αγναντεύουμε ατέλειωτα. Καράβια να πηγαίνουν και να έρχονται, τα κύματα του χειμώνα να χτυπάν τα παράθυρά μας για καληνύχτα, και το καλοκαίρι… Α, το καλοκαίρι! Ποια μυστική επιθυμία να ομολογήσουμε… Πώς είναι τάχατες ο έρωτας μέσα στην αγκαλιά της υγρής, απέραντης αγαπημένης; Να στάζει αρμύρα το φιλί μας, να πνίγονται οι αγωνίες της ζωής στην αιώνια γνώση της πολύπειρης Μεσογείου κι εμείς καθαροί κι αθώοι σαν παιδιά να χαιρόμαστε απ’ την αρχή τον κόσμο. Το δικό μας κόσμο. Έστω κι αν ο κόσμος που ονειρευόμαστε κατοικείται από δυο δραπέτες της λογικής, από το παράξενο ζευγάρι της βροχής…
     «Πάμε να περπατήσουμε λίγα μέτρα στη βροχή, πιασμένοι χέρι-χέρι; Νοστάλγησα κάποιους στίχους από το ποίημα Νοσταλγία της βροχής: «Να μου κρατάς το χέρι στη βροχή / να χύνονται τρελά τα δάκρυα  / της υπόσχεσης / Να μου φιλάς τα μάτια μου / με αστραπές χαράς».
     Γέλασε θλιμμένα. «Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή τέτοια όνειρα. Κι αυτά που συζητάμε τώρα, αρκετά μάς είναι… Μίλα μου κι άλλο για τη βροχή, μ’ αρέσει όπως τα λες».
     Της ανέφερα το σκηνοθέτη-ποιητή των νερών, τον Αντρέι Ταρκόφσκι. Παντού στις ταινίες του πέφτουν νερά, στάλες χοντρές, ρυάκια που τρέχουν, αλλά και η σιωπή τους σε ακίνητες λίμνες και γαλήνιες θάλασσες. Λες και θέλει να ξεδιψάσει τη δίψα του ανθρώπου με το αρχέγονο στοιχείο της δημιουργίας, δηλαδή άμα αγαπήσεις το νερό είσαι ήδη σωσμένος… Μέσα από το νερό ξεχύνει τη νοσταλγία, τη δίψα για ζωή. Συχνά οι ήρωές του πίνουν νερό με τις χούφτες, σαν να κρατάν την ίδια τη ζωή στα χέρια τους, πως άμα δεν πιουν νερό εκείνη τη στιγμή, θα πεθάνουν για πάντα την ίδια στιγμή.
     Συζητήσαμε κι άλλα πολλά, πάντα με τα μάτια καθαρά, όχι μόνο από την αγάπη μας, αλλά και από τη βροχή που μας συντρόφευε αδιάκοπα. Μίλησα για τα νερένια μου όνειρα, μίλησε για τα ατέλειωτα ταξίδια της που ξεκίναγαν από το μικρό ποταμάκι. Και να ’μαστε τώρα οι δυο, μεγάλοι πλέον αλλά με τη γεύση μιας μικρής δικαίωσης της ονειρικής αθωότητας. Μπροστά μας μικρά ποταμάκια έτρεχαν στους δρόμους, πηγές νερού ανάβλυζαν στις πληγές της ζωής μας. Η νεράιδα καθόταν δίπλα μου, έξω ο ήχος των νερών ηρεμούσε τις αγωνίες μας κι οι αστραπές που έβλεπα ήταν από τα μάτια της. Τώρα οι εραστές του νερού συναντήθηκαν στο ίδιο όνειρο, σαν να έκρυψε η βροχή τον κόσμο γύρω μας και μας έκανε αόρατους. Να ξαναζήσουμε πραγματικά όσα ονειρευτήκαμε κάποτε σαν παιδιά στο θαυμαστό ήχο της βροχής. Ο κόσμος της κι ο κόσμος μου, μια νοσταλγία του δικού μας παραδείσου. Έξω ο δρόμος είχε γίνει το δικό μας ποτάμι κι εμείς ταξιδεύαμε μαζί.
     Απόψε με άφηνε να μιλάω συνέχεια. Να την ταξιδεύω ατέλειωτα με τη γλώσσα του έρωτα, να την πηγαίνω εκεί που φοβάται να πάει μόνη της. Να της φτιάχνω φτερά με την μουσική της βροχής για να ξεπερνάει τα εμπόδια του κόσμου, λες κι είχα γίνει ο βροχοποιός της ζωής της. Όταν είμαστε μαζί γίνεται τελείως ρευστή, με αφήνει να την πηγαίνω παντού, είναι η νερένια μου ύπαρξη που ξεπήδησε από το ποταμάκι της για να συναντήσει τα πιο τρελά μου όνειρα. Για να ομορφύνει και τα πιο τρελά της όνειρα.
     Τρεις ώρες κοιτούσαμε μόνο τα νερά, πώς κατέβαιναν από τους ουρανούς και γέ­μιζαν τους δρόμους, πώς έτρεχαν οι αλλόφρονες άνθρωποι ν’ αποφύγουν την επαφή με τ’ όνειρο. Πώς θα καταφέρουμε όμως να επιζήσουμε σ’ έναν κόσμο ξερό, που δεν ονειρεύτηκε με τη βροχή, που δεν ταξίδεψε πάνω σε χάρτινες βαρκούλες; Εμείς ξέ­ρουμε πως αυτός είναι ο μονόδρομος της ελπίδας, αλλά οι άλλοι εξακολουθούν πά­ντα να απειλούν με θεϊκές φοβέρες, να φρουρούν τις εξόδους προς το όνειρο. Εξα­κολουθούν να πουλάν ομπρέλες και σ’ εκείνους που δεν τις χρειάζονται. Ήμασταν παιδιά που φοβούνται ακόμα τους μεγάλους, ήμασταν δυο παιδιά που νοσταλγούσαμε ακόμα το μέλλον που ονειρευτήκαμε.
     Κάποτε έπρεπε να φύγουμε. Προχωρήσαμε για λίγο μαζί, αλλά δεν εκτεθήκαμε σχεδόν καθόλου στη βροχή μας γιατί ακόμα κυκλοφορούσαν οι μεγάλοι γύρω μας. Αφού δεν μπορούσαμε να κρατηθούμε χέρι-χέρι, προχωρούσε αυτή μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Ύστερα εγώ πήγα να συναντήσω το μεταλλικό ήχο των νερών στο βραδινό μου ύπνο κι εκείνη να μπει με τη δική της βαρκούλα στο ποταμάκι, να συνεχίσουμε εκεί τη μυστική ζωή μας. Στη βαρκούλα πάνω έχει γραμμένο το όνομά της, όπως μου είπε κάποτε η νεράιδα της βροχής.

                                                Αλέξης Σταυράτης
Δημοσιεύτηκε στον «Πόρφυρα» τεύχος 104, Ιούλιος-Αύγουστος 2002
[Ο Πόρφυρας είναι λογοτεχνικό περιοδικό που βγαίνει στην Κέρκυρα και έχει πανελλαδική κυκλοφορία]

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Φίλος Βαγγέλης - Είδωλο

Είδωλο


Όταν κοίταζα στον καθρέφτη μου έβλεπα εμένα. Στη λίμνη με τα νούφαρα έβλεπα εσένα:
Το είδωλο...


Σ' ένα δωμάτιο με άσπρους τοίχους, ένα φέρετρο στο κρεβάτι. Ένας νέος, ο Άγγελος κάθεται σε μια καρέκλα, δίπλα από ένα τραπέζι. Σηκώνεται, πάει στο παράθυρο και κοιτάζει έξω. Ύστερα κοντά στο φέρετρο.

Άγγελος: Φύγανε τώρα.

(Μέσα στο φέρετρο ένας άνθρωπος ανασηκώνεται).

Έλα, θα είσαι κουρασμένος και έχεις μεγάλο ταξίδι να κάνεις.

(Τον βοηθάει να σηκωθεί και κάθονται κοντά στο τραπέζι).

Ο Άλλος: Έχεις ένα τσιγάρο;

(Ο Άγγελος του δίνει τσιγάρο, εκείνος ψάχνει τις τσέπες του να βρει φωτιά).

Άγγελος: Δε σου βάλανε;

(Παίρνει το αναμμένο κερί από το φέρετρο, του ανάβει το τσιγάρο κι ύστερα σβήνει το κερί).

Ο Άλλος: Πότε θα γίνει η κηδεία;

Άγγελος: Αύριο το απόγευμα.

Ο Άλλος: Τόσο αργά;

Άγγελος: Κανονίσαμε να έρθει και η...να προλάβει.

(Ο άλλος ταράζεται για μια στιγμή).

Ήθελε λέει να σε δει.

Ο Άλλος (Κουρασμένα):

Δεν ξέρω πια αν εγώ θέλω.

Άγγελος: Μα δεν μπορείς!

Ο Άλλος: Είναι κι αυτά τα λουλούδια που μου κρύβουνε τα μάτια...

(Μικρή παύση).

Άγγελος: Στεναχωριέσαι;

Ο Άλλος: Όχι, αισθάνομαι αλαφρωμένος...που πήγαν οι άλλοι;

Άγγελος: Κατέβηκαν στην πόλη να ετοιμάσουν την τελετή.

Ο Άλλος: Πήραν τα άλογα;

Άγγελος: Εκτός από τον Κεραυνό,γιατί, όταν τον έβγαλαν από τον στάβλο, χλιμίντρησε δυνατά και παράξενα. Τα μάτια του νόμιζα πως έπαιρναν φωτιές...

(Ο Άλλος χαμογελάει, σηκώνεται, πάει στο παράθυρο, κοιτάζει αρκετά έξω κι ύστερα γυρίζει...).

Ο Άλλος: Άγγελε! τι έκανες στη ζωή σου;

(Ο Άγγελος τον κοιτάζει θλιμμένα. Κάνει δυο βόλτες στο δωμάτιο και φωνάζει θυμωμένα):

Άγγελος: Τίποτα!

(Γαληνεύει και ξανακάθεται).

Προσπάθησα.

Ο Άλλος: Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω, όμως, οι ώρες μας είναι λίγες και πρέπει να μου πεις.

Άγγελος: Δεν είχα ποτέ κακή πρόθεση.

Ο Άλλος: Δεν είχες Άγγελε, το ξέρω. Όμως, θυμάσαι που μ’ άφησες στην έρημο; Δεν είπες τίποτα, και γύριζα σε χίλιους τόπους, σε χίλιους χρόνους, πασχίζοντας να θάψω τους νεκρούς σου.

Άγγελος: Σε παρακαλώ, μη μιλάς έτσι...

Ο Άλλος: Ήξερα, πάντα ήξερα πως θα έρθει και η δικιά μου ώρα. Δεν νοιάζομαι για μένα, για σένα νοιάζομαι.

Άγγελος: Σε παρακαλώ μη μιλάς έτσι...

(Ο Άλλος σηκώνεται τον αγκαλιάζει στοργικά... ύστερα πάει στο παράθυρο).

Ο Άλλος: Κοντεύει να σουρουπώσει.

Άγγελος: Κοντεύει.

Ο Άλλος: Άγγελε, πότε θα έρθει η ΄Άννα;

Άγγελος: Αύριο το πρωί, απόψε θα πάρει το πλοίο.

Ο Άλλος: Χρόνια την περίμενα, Άγγελε. Κι έρχόταν πολλές φορές στα όνειρά μου. Μου χαμογελούσε. Φοβόμουν να την αγγίξω μην και χαθεί το χαμόγελο.

Άγγελος: Λένε πως τα όνειρα φωλιάζουν στα απόκρυφα του ανθρώπου. Λένε πως οι άνθρωποι κρύβουν καλά τα όνειρά τους, από φόβο...

Ο Άλλος: Μόνο που ο φόβος μου δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αγωνία. Ίδια και απαράλλαχτα εκατοντάδες νύχτες. Μέχρι που, κάποια φορά, σκέφτηκα να βγω έξω στους δρόμους και να μιλάω συνέχεια γι' αυτά, με την ελπίδα ότι θα χαθούν, όπως τα φαντάσματα λιώνουν στο φως της Αυγής...

Άγγελος: Μην τα σκέφτεσαι τώρα αυτά.

Ο Άλλος: ...Ήθελα να πετάξω, όμως με κράταγαν φυλακισμένο οι πέτρες. Γύρευα να κοιτάξω μακριά στον ορίζοντα και δεν μπορούσα. Κοίταζα τότε τον ουρανό...

Άγγελος: Μην τα σκέφτεσαι.

Ο Άλλος: ...Μου χρωστούσε ένα χαμόγελο κι έρχόταν χρόνια πολλά στα όνειρά μου. Εγώ μετρούσα, τις νύχτες, σκιές. Η πόλη δεν είχε ουρανό και οι άνθρωποι κατά χιλιάδες πηγαινοέρχονταν αμίλητοι. Το παράθυρο με το μισοσπασμένο πατζούρι, σκοτεινό και ξένο. Και στο μυαλό μου η καταιγίδα των λέξεων, η θύελλα της σιωπής...

Άγγελος: Σε νιώθω.

Ο Άλλος: Δεν θέλω να με νιώσεις, θέλω να θυμηθείς.

Άγγελος: Τι να θυμηθώ;

Ο Άλλος: Τον νέο με το χαρακωμένο πρόσωπο.

Άγγελος: Αυτός πέθανε.

Ο Άλλος: Δεν ξέρω αν πέθανε, θυμάμαι μόνο που πάσκιζε να συμφιλιωθεί με τον θάνατο.

Άγγελος: Νόμιζες πως αιώνες ζωής είχαν οργώσει το κορμί του. Η ματιά του διαπερνούσε τις πολυκατοικίες, τους δρόμους, το τσιμέντο. Διαπερνούσε τα σύννεφα και τον ουρανό...

Ο Άλλος: Σου μίλησε Άγγελε, σου μίλησε.

Άγγελος: Μου είπε ότι ήθελε να ζήσει, μα, δεν μπορούσε να κινήσει τα κουρασμένα του πόδια. Ήθελε να ζήσει όμως, πέθανε.

Ο Άλλος: Δεν ξέρω αν πέθανε...

Άγγελος: "Όταν χρειάστηκε να βγάλω φωνή, εγώ σώπασα", μου είπε, "όταν χρειάστηκε να σωπάσω, δεν μπορούσα να κρατήσω το βογκητό μου...".

Ο Άλλος: Θυμάσαι.

Άγγελος: Κάθε φορά που σκέφτομαι, θυμάμαι. Κάθε φορά που θυμάμαι, σκέφτομαι.

Ο Άλλος: Άγγελε θέλω να ξέρεις. τώρα που φεύγω, θέλω να ξέρεις ότι σ' αγαπώ.

(Ο Άγγελος σηκώνεται, γεμίζει δυο ποτήρια κρασί, δίνει το ένα...).

Άγγελος: Ήθελα να ζήσω...

Ο Άλλος: Κι εγώ ήθελα να ζήσω.

Άγγελος: Εσύ δεν μπορούσες.

Ο Άλλος: Ίσως να είναι κι έτσι, όμως κανείς δεν μου έδωσε νερό.

Άγγελος: Κανείς δεν μπορούσε να σου σβήσει την πυρκαγιά.

Ο Άλλος: Κανείς δεν προσπάθησε Άγγελε.

Άγγελος: Μη γίνεσαι τόσο σκληρός.

Ο Άλλος: Ήταν σκληρές οι νύχτες στα βουνά και οι μεγάλοι μιλούσαν για τα φαντάσματα των πεθαμένων γειτόνων. Δένδρα, δίπλα στα δένδρα και δυο παλάμες ροζιασμένες και άδειες...

Άγγελος: Η Άννα;

Ο Άλλος: Η Άννα, η Ελένη, η Μυρτώ. Κι εσύ Άγγελε. Με σένα πάλευα και η Άννα σώπαινε. Η Άννα σώπαινε και ένα μεγάλο γιατί δεν μ’ άφηνε να σε νικήσω. Κι έπρεπε να σε νικήσω Άγγελε.

Άγγελος: Δεν ξέρω ποιος νίκησε...έλα τώρα.

(Σηκώνει το ποτήρι του και το τσουγγρίζει με το ποτήρι του Άλλου).

Καλό ταξίδι.

Ο Άλλος: Στην υγειά σου!

(Περιπαικτικά):

Στη μακροζωία σου! Μη ξεχάσεις αύριο να μου φιλήσεις την Άννα.

(Ξεσπάει σε γέλια δυνατά):

Για σκέψου Άγγελε! αύριο κλαμένη θα με κοιτάξει κι εγώ θα της φωνάξω..."άργησες".

Άγγελος (στρέφει το κεφάλι του):

Δεν μπορείς, δεν μπορείς!

(Σηκώνεται πάει στο παράθυρο):

Βράδιασε...

Ο Άλλος: Η νύχτα διαδέχεται την νύχτα.

Άγγελος (Με απόγνωση):

Όχι! όχι! όχι!

Ο Άλλος: Ναι! Άγγελε, ναι! Κάθε φορά που θα σου υποκλίνονται, θα είναι σκοτάδι. Κάθε φορά που θα σου γελούν. Κανείς δεν θα μιλήσει για το έγκλημά σου, κανείς δεν θα σε δικάσει. Όταν τραγουδούν τα πουλιά θα θυμάσαι, και θα είναι νύχτα.. Όλα θα είναι τοποθετημένα με ζηλευτή τάξη: ο δάσκαλος, ο μαθητής, ο δικαστής και ο χωροφύλακας. Η παρέα με τα χαχανητά, ο κύριος με την όμορφη κυρία. Μόνο που θα είναι νύχτα και συ θα φοβάσαι.Τότε είναι που θα γυρέψεις κι άλλα μαχαίρια, τότε θα θυμηθείς και μπορεί να πεις: " άσκοπα πάσχισα, ήταν αδύνατο να ζήσω χωρίς τα χρώματα..."
Κοίταξέ με Άγγελε.

(Τον πιάνει δυνατά):

Θλίψη με συντροφεύει, πίκρα με συντροφεύει. Όμως φεύγω γαληνεμένος. Περπάτησα μέχρι τα σύνορα της απόγνωσης. Αντιστάθηκα. Μάταια, η θύελλα δεν μ’ άφηνε να πισωγυρίσω. Πέρασαν χρόνια πολλά μέσα στην καταιγίδα. Τα δένδρα τα τσάκισαν οι κεραυνοί και ο ήλιος βγήκε μισός για να ζεστάνει τα λουλούδια. Περίμενα να ημερέψει η θάλασσα, μέχρι που άδειασε και οι αστερίες άλλαξαν χρώμα. Τότε, γυμνός ξεχύθηκα στους δρόμους και τα δάκτυλα των άλλων με σημάδευαν. Όμως, το κορμί μου είχε συνηθίσει το φόβο και τη βροχή. Δεν είχα τίποτα να δώσω, γιατί δεν είχα τίποτα να κρύψω. Όμως, μαζί μου βγήκαν κι άλλοι από τα γυάλινα καταφύγια. Βγήκαν στεγνοί, μα και στεγνωμένοι. Ήρεμοι, μα και φοβισμένοι. Και συ, Άγγελε και συ. Την τελευταία στιγμή μ’ αρνήθηκες και στοιβάχτηκες με χιλιάδες άλλους. Μόνο που δεν μπόρεσες να κλείσεις τα μάτια σου και τα είδες όλα. Όταν βγήκες, εσύ κρύωνες κι εγώ είχα υποτάξει την απελπισία. Τώρα, είσαι εδώ, παρατηρώντας για μιαν ακόμη φορά. Όμως μπορεί να είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Αυτή η τελετή δεν θα είναι σαν τις άλλες. Στους κήπους τα λουλούδια δεν ξεψυχούν...

Άγγελος (έντονα):

Σώπασε πια! σώπασε.

Ο Άλλος (καρφώνει το βλέμμα του στο παράθυρο και μονολογεί):

Λέξεις πολλές ακούστηκαν, άλλες σαν κραυγές άλλες σαν κλάμα κι άλλες με τη γαλήνη της κούρασης, με την αγάπη της ησυχασμένης θάλασσας...

(Γυρίζει στον Άγγελο):

Υπάρχει μια σιωπή πιο φαρμακερή και από το θάνατο. Όταν η μνήμη θα σε προδίδει αόρατα και θα είσαι μόνος. Θα γυρίζεις στους σταθμούς. Τρένα θα φεύγουν άδεια. Στο θάλαμο, φλογισμένοι οι αριθμοί κι η γραμμή σου νεκρή...

Άγγελος: Πασκίζεις να με ταράξεις.

Ο Άλλος: Πασκίζω να σε σώσω.

Άγγελος (μονολογεί):

Μοιάζει παράλογο, παράλογο...

(Σηκώνεται πάει στο άδειο φέρετρο, γυρίζει...):

Η ζωή σου έσπειρε θύελλες, ο θάνατός σου καταιγίδες. Άκουσε με, κανείς δεν μ' έταξε κοσμοσωτήρα. Όταν με γέννησαν μου είπαν "περπάτα!". Εγώ έμοιαζα τόσο πολύ με τους άλλους ανθρώπους. Ήθελα να μεγαλώσω σαν κι αυτούς, να γεράσω σαν κι αυτούς, να χαθώ σαν κι αυτούς...

Ο Άλλος: Όμως, κάθε βράδυ το φεγγάρι στο παράθυρό σου, σου ψιθύριζε.

Άγγελος: Νεανικά αισθήματα.

Ο Άλλος: Όνειρα.

Άγγελος: Ναι όνειρα.

Ο Άλλος (περιπαιχτικά):

Τροχαία συμβάντα...

Άγγελος (απελπισμένα):

Δεν μπορώ παρά να υπομείνω, όμως, να ξέρεις, γίνεσαι τώρα δικαστής. Πάντα με δίκαζες, θαρρώ τώρα πως έγινες πιο σκληρός.

Ο Άλλος (χαμογελάει):

Αλήθεια; Για πες μου Άγγελε! ποιος είναι ο καλύτερος: ο δικαστής ή ο δήμιος;

Άγγελος: Δεν θέλω κανέναν.

Ο Άλλος: Όταν πρόκειται για σένα, φυσικά, όταν όμως είναι για τους άλλους;

Άγγελος: Δεν έκανα σε κανένα κακό με τη θέλησή μου.

Ο Άλλος: Το ξέρω. Μόνο που τη θέλησή σου άλλοι την εξουσίαζαν -κι αυτοί σκόρπισαν θλίψη και σιωπή. Εσύ ήθελες να είσαι ένας άνθρωπος κανονικός, όμως, τα σχήματα ήταν ακανόνιστα και κάθε βράδυ, έρχόταν κάποιος μ’ ένα πριόνι να τους στρογγυλέψει τις άκρες. Ένα λουλούδι στον ύπνο μου, μου φώναζε: 'γιατί με σκότωσαν;". Ο άνθρωπος με το πριόνι κάθε βράδυ έκοβε κανονικά σχήματα. Εσύ έλεγες: "Κάπως έτσι πρέπει να γίνει" και μάζευες τους σκορπισμένους αριθμούς. Εσύ έλεγες: "Δε γίνεται αλλιώς" και τους έβαζες στη σειρά. Πρώτα το ένα, ύστερα το δύο, ύστερα το τρία και μετά... το τίποτα.

(Γυρίζει στον Άγγελο με πίκρα):

Τη φωτογραφία με τους λευκούς καταρράκτες τι την έκανες;

Άγγελος: Την έκαψα.

Ο Άλλος: Γιατί;

Άγγελος: Πονούσα.

Ο Άλλος: Τα αποτυπώματα από τα γυμνά πόδια που είναι;

Άγγελος: Χάθηκαν.

Ο Άλλος: Γιατί;

Άγγελος: Πονούσα.

Ο Άλλος: Κάθε φορά που πονούσες, με σκότωνες. Ύστερα, με σήκωνες για να με ξαναθανατώσεις. Τώρα, τέλειωσα πια, τώρα και συ τελείωσες.

Άγγελος: Είναι καλύτερα έτσι...

(Στέκονται και οι δυο σιωπηλοί, βηματίζουν στο δωμάτιο. Σε λίγο ακούγεται το μακρινό σφύριγμα ενός τρένου).

Ο Άλλος (καρφώνει το βλέμμα του στο παράθυρο):

Άννα... πέρασαν τόσα φθινόπωρα γλυκιά μου κι εσύ δεν ήρθες, σε περίμενα και δεν ήρθες...

Άγγελος: Σου φέρθηκε τόσο σκληρά.

Ο Άλλος: Δεν έφταιγες εσύ, πίστεψέ με. Ο Άγγελος μας έφταιγε κι εκείνη η άλλη η μορφή η δικιά σου.

Άγγελος: Ποτέ δεν θέλησες να κοιτάξεις κατάματα την αλήθεια.

Ο Άλλος: Ήταν μια αλήθεια ψεύτικη, Άννα! Όλοι μου λέγανε να σ' αρνηθώ. Και με στέλνανε σε κρύες αγκαλιές. Με πρόσταζαν να ξεχάσω κι εγώ θυμόμουνα.

Άγγελος: Κι εσύ διάλεγες το δρόμο της καταστροφής.

Ο Άλλος: Τον ακούς Άννα, τον ακούς; Ακόμα και τώρα φοβάται. Σαν τους άλλους, σαν τους άλλους. Χιλιάδες άλλοι κυκλοφοράνε στη ζωή μας.

Άγγελος: Πάντα διάλεγες να περπατάς στα μονοπάτια.

Ο Άλλος: Εκεί, στην άκρη του βράχου αγκαλιαστήκαμε. Εσύ έφυγες κι εγώ έπρεπε να στεριώσω σχοινί στη ρεματιά, να ακροβατήσω.

Άγγελος: Και θέλησες μαζί σου να με πάρεις.

Ο Άλλος: Θέλησα να διαβώ, γιατί απέναντι κατοικούσαν τα πουλιά.

Άγγελος: Στη μέση της ρεματιάς σε περίμενε ο θάνατος.

Ο Άλλος: Στο κάστρο σου σε περίμενε η πλήξη.

Άγγελος: Με περίμενε η ζωή.

Ο Άλλος: ΄ Άννα μίλησέ του, ακόμα ελπίζει. Μάταια ελπίζει.

Άγγελος: Δεν σ’ ακούει, αύριο θα ’ρθει και συ θα λείπεις.

Ο Άλλος (συνέρχεται από την έκστασή του):

Άγγελε! κάποτε ονειρεύτηκα πως είχα ένα πόδι ξύλινο, κι όλοι ρωτούσαν να μάθουν λεπτομέρειες απ’ το μέτωπο. Όμως, όλα τα ξύλινα πόδια είχαν καεί στην πλατεία και ο πόλεμος είχε τελειώσει, χρόνια πολλά, πριν από τη γέννησή μου.

Άγγελος: Μιλάς σαν προφήτης.

Ο Άλλος: Μιλώ σαν οδοιπόρος. Κάποιος μου μίλησε για την αρχή, εσύ μου μίλησες για το τέλος. Κάποιος με πήρε από το χέρι. "Εδώ θα κατοικήσω" , μου είπε, δείχνοντας τα μαύρα λιθάρια. "Από εδώ δραπέτευσα", φώναξα σπαρακτικά. Με κοίταξε λυπημένα και ξαναμίλησε. "Υπάρχει ένας τόπος όπου τα ποτάμια ξεψυχάνε ευτυχισμένα. Εμένα με βρήκε μια από τις εφτά πληγές πριν ξεφουσκώσει η ορμή μου". "Πήγαινε εσύ", μου είπε και προχώρησα...

Άγγελος: Ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Ο Άλλος: Οδήγησα τα βήματά μου στο φωτισμένο κήπο. Δυο πελώρια σκυλιά με συνόδεψαν μέχρι τους κόκκινους φρουρούς. Η οικοδέσποινα χαμογελούσε. Βρέθηκα σ’ ένα δωμάτιο με πολλούς καθρέφτες. Έπρεπε να φορέσω τη στολή του δείπνου. Χακί παντελόνι, χακί πουκάμισο, χακί μπουφάν, χακί παπούτσια κι ένα γκρίζο λουλούδι για το πέτο μου. Το σαλόνι ήταν μεγάλο και σκοτεινό, το κερί τρεμόπαιζε κάτω από τη φωτογραφία. Κάποιος πάσχιζε να κρατήσει την ανάσα του. "Έτοιμοι, πάμε!". Η φωνή είχε την έννοια της προσταγής και τα φώτα άναψαν όλα μαζί. Τα πολύχρωμα κορίτσια ανυπόμονα πλησίασαν τους ομοιόμορφους άνδρες. Αμήχανα χαμόγελα και φωνές γεμάτες λαχτάρα...

Άγγελος: Στέλιο, Άγγελε, Πέτρο...

Ο Άλλος: Η οικοδέσποινα χειροκροτούσε κι εγώ τραβήχτηκα στην πόρτα. Μ' ακολούθησες στον κήπο με τα μοβ τριαντάφυλλα. Ύστερα τραβήξαμε για τον σταθμό των τρένων.

Άγγελος: Όχι! όχι! εγώ γύρισα πίσω.

Ο Άλλος: Ναι Άγγελε! μου έλεγες αυτό το ταξίδι δεν έχει γυρισμό. Σου έλεγα σ’ αυτή την πόλη κατοικούν άνθρωποι αόμματοι. Τα κορίτσια φοράνε χαμόγελα πλαστικά.

Άγγελος: Και τι έκανες, εσύ τι έκανες;

Ο Άλλος: Προσπέρασα, θυμωμένος, τα ξυπόλητα παιδιά και τις κυρίες που μοίραζαν ζαχαρωτά.

Άγγελος: Τι σχέση είχες εσύ μ’ αυτόν τον τόπο;

Ο Άλλος: Τον όργωσα στα όνειρά μου.

Άγγελος: Τον όργωσες κι ύστερα τον άφησες.

Ο Άλλος: Ναι είπα θα φύγω κι έφυγα.

Άγγελος: Εσύ όλο έφευγες κι όλο ερχόσουνα. Κάθε φορά που έλεγα θα ξεχάσω, μου χτυπούσες την πόρτα τα μεσάνυχτα. Πάντα τα μεσάνυχτα. Και δεν βρήκα τη δύναμη να σε διώξω.

Ο Άλλος: Δεν βρήκες τη δύναμη να με διώξεις, δεν βρήκες τη δύναμη να με κρατήσεις.. Για αυτό περπατούσες στις σκιές των παιδιών.

Άγγελος (σαρκαστικά):

Εσύ, ορθός φρουρός αντίκρυ στο ποτάμι που όλο φούσκωνε.

Ο Άλλος ( μελαγχολικά):

Έμοιαζε ο κάμπος θάλασσα, όταν σφύριζε το τρένο στους λόφους με τις σκοπιές. Το δειλινό με προσπέρναγε, στιγμιαία ανάμνηση. Άστραμμα στα μάτια μου. Καθώς έχασα το δάκτυλό μου, βούτηξα στο σκοτάδι να το πάρω πίσω κι έχασα τα χέρια μου. Πού να σκεφτώ πως έπρεπε να υπερασπιστώ αυτά που μου απόμειναν στο χαράκωμα με τ’ αγκάθια.

Άγγελος (με αγάπη):

Κι όλο θρηνούσες, τα μεσημέρια, κι όλο βάδιζες.

Ο Άλλος: Μέχρι που το ακουστικό του τηλεφώνου με σημάδεψε. Έγειρα πίσω και σηκώθηκα. Έλεγα πότε θα περάσει η Άνοιξη, πότε θα χαθεί η θλίψη των φύλλων, πότε θα στερέψουν οι θάλασσες του καλοκαιριού, πότε θα βρέξει μαύρη βροχή να λιώσει το άσπιλο χιόνι...

Άγγελος: Για αυτό έφευγες.

Ο Άλλος: Για αυτό έφευγα.

Άγγελος: Για αυτό ερχόσουν.

Ο Άλλος: Για αυτό ερχόμουν.

Άγγελος: Κι εγώ περπατούσα στις σκιές των παιδιών. Ήξερα πως τα λόγια μου τα πνίγει η σκόνη.

(Ξεσπάει σε λυγμούς):

Δεν πρόλαβα να φορέσω παπούτσια. Λαίμαργα μεγάλωσα, λαίμαργα ερωτεύτηκα...Όλα τα άφησα μισά. Έπρεπε από κάπου να αρχίσω, ξανά ολόκληρα να τα κάνω.

Ο Άλλος: Κι άφησες εμένα να γυρεύω στους ανέμους τα μισά παιδιά μας.

Άγγελος: Μισό φαΐ, μισό καυσόξυλο, μισά όνειρα...

Ο Άλλος: Όλα είναι μισά Άγγελε, όλα είναι μισά. Μόνο που, στην άλλη μεριά του φεγγαριού, υπάρχει ένας μαύρος και κακός ήλιος...Στην ακροθαλασσιά απόμειναν οι σκιές μας κι εμάς μας ταξιδεύουν τα θαλασσοπούλια.

Άγγελος (με απόγνωση):

Για πού, για πού;

Ο Άλλος: Δεν έχει σημασία, δεν έχει σημασία...Ακούς τον Κεραυνό που χλιμιντρίζει; Μας καλεί Άγγελε! μας καλεί.

Άγγελος: Για πού, για πού;

Ο Άλλος: Πέρα από τα σύνορα.

Άγγελος: Είναι τα σύνορα του θανάτου!

Ο Άλλος: Όχι! όχι! Αυτά δεν υπάρχουν. Ο θάνατος και η ζωή έγιναν μια απέραντη αλληλουχία, καθημερινή και αιώνια.

Άγγελος: Φοβάμαι.

Ο Άλλος: Φοβάσαι και χάνεσαι. Φοβάσαι και χάνεσαι.

Άγγελος: Φοβάμαι το νύχτωμα, φοβάμαι την αυγή... Όσες φορές δοκίμασα να τραγουδήσω, χιλιάδες κοράκια έσκουζαν στον ύπνο μου. Στο ταβάνι πηγαινοέρχονταν σκιές...

Ο Άλλος: Όσες φορές δοκίμασες να δραπετεύσεις, φοβήθηκες.

Άγγελος: Οι δρόμοι έκαιγαν, τα πόδια έλιωναν.

Ο Άλλος: Τα πόδια έκαιγαν, οι δρόμοι έλιωναν.

Άγγελος: " Κόκκινη φλόγα το κορμί μου, λιώνουν οι άκρες μου ".

Ο Άλλος: Ναι Άγγελε, ναι. Αυτά είναι τα λόγια μου και πολλές φορές σου τα τραγούδησα. Όμως, εσύ  έλεγες: " θα ζήσω " και γύριζες μ’ ένα κομμάτι πάγο. Και φοβόσουν να κοιτάξεις τον ήλιο, μην και λιώσουν τα μάτια σου. Μη λιώσει η παγερή σιγουριά σου.

Άγγελος: Κι εσύ τι έκανες εσύ;

Ο Άλλος: Βυθίστηκα στην απόγνωση, για να συντρίψω την βεβαιότητα.

Άγγελος: Ώσπου, μια ρωγμή άσπρου εμφανίστηκε μέσα στο μαύρο...

Ο Άλλος: Ώσπου, κάποιος φίλος μου φώναξε: "οι κανόνες της δημιουργίας διέρρευσαν".

Άγγελος: Κι έγινε η βεβαιότητα αμφιβολία.

Ο Άλλος: Έγινε άλογο φτερωτό...

Άγγελος: Μόνο που ο φίλος σου σε κάλεσε να γυρίσεις. "Γύρνα" σου είπε, "εσύ που αιωρείσαι στ’ αστέρια, όλοι φοβούνται πως θα αντιγράψεις τη σκληρότητα των δολοφόνων σου".

Ο Άλλος: Έτσι μου είπε κι εγώ γύρισα.

Άγγελος: Εκδικητής.

Ο Άλλος: Συγχώρεσέ με Άγγελε! συγχώρεσέ με.

Άγγελος: Είναι επειδή μ’ αγαπούσες, είναι επειδή πάσκιζες για τη σωτηρία μου.

Ο Άλλος: Είναι αλήθεια, είναι αλήθεια... Έλα τώρα... Όπου να ’ναι θα ’ρθουν οι άλλοι.

Άγγελος: Όπου να ’ναι θα ’ρθουν οι άλλοι.

Ο Άλλος (με αγωνία):

Πρέπει να αποσπαστείς, Άγγελε! πρέπει...

Άγγελος: Όπου να ’ναι θα ’ρθουν οι άλλοι. Έλα να σε κεράσω ένα τελευταίο κρασί.

Ο Άλλος (παίρνει το ποτήρι, στέκεται κάμποση ώρα αμίλητος, πάει στο παράθυρο, γυρίζει και με φωνή γεμάτη γαλήνη μιλάει):

Έρχεται η Άννα.

Άγγελος: Η ΄ Άννα δεν θά ’ρθει τώρα, αύριο θα ’ρθει και συ θα λείπεις.

Ο Άλλος: Έρχεται Άγγελε! έρχεται, άκου, θα χτυπήσει την πόρτα. Άκου τα βήματά της στα σκαλιά.

Άγγελος: Τίποτα δεν ακούγεται.

Ο Άλλος: Την είδα, φοράει κίτρινα. Δεν ταιριάζουν τα κίτρινα στο πένθος σου Άγγελε!

Άγγελος (έντονα):

Την είδες στο όνειρό σου, την είδες στο θάνατό σου!

Ο Άλλος (απελπισμένα):

Άγγελε! συμφιλιώσου με τον θάνατο, συμφιλιώσου με τη ζωή!

(Ακούγεται ένα χτύπημα στην πόρτα. Ο Άγγελος τινάζεται επάνω. Ο Άλλος ανοίγει. Μπαίνει μια γυναίκα ντυμένη στα κίτρινα).

Άγγελος (με έκπληξη):

Άννα....!

(Η Άννα χαμογελάει).

Ο Άλλος: ΄ Άννα! σε περίμενα.

(Η Άννα τον αγκαλιάζει. Ο άλλος τραβιέται λίγο και της χαμογελάει. Κοιτάει τον Άγγελο με λύπη και βγαίνει από το δωμάτιο. Ο Άγγελος και η Άννα μένουν αμίλητοι. Ακούγεται ποδοβολητό αλόγου).

Άγγελος: ΄ Άννα !!

Άννα: Άγγελε !!

Κοιτάζονται αρκετή ώρα. Ο Άγγελος με βήμα κουρασμένο πάει ως το παράθυρο. Ύστερα, γυρίζει και μπαίνει στο φέρετρο. Η Άννα μαζεύει τα ποτήρια. Ανάβει το κερί και κάθεται στην καρέκλα. Ακούγονται μακρινά ποδοβολητά αλόγου και μια δυνατή μουσική ζωής και θανάτου.
Η Άννα παίρνει ένα βιβλίο, σηκώνεται όρθια, διαβάζει:

"Οι αποστάσεις εκμηδενίζονταν κι όλο το μηδέν γινόταν άπειρο".


Βαγγέλης Φίλος
Από το βιβλίο Ενθαλπία, Ιωάννινα 2007


Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ -Μ.ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ



Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ -Μ.ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
ἀπὸ τὴ συλλογή ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ (1998)


Όλοι κοιμούνται κι εγώ ξαγρυπνώ


Περνώ σε χρυσή κλωστή


ασημένια φεγγάρια


και περιμένω να ξημερώσει


για να γεννηθεί ένας νέος θεός


μες την καρδιά μου την παγωμένη


από άγρια φαντάσματα


και την μαύρη πίκρα


Καρούζος Nίκος - Πέντε Ποιήματα μέσ' το Σκοτάδι. Εικόνα


Γυρίζει μόνος

στα χείλη του παντάνασσα σιωπή

συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του.

Ωχρός

με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος

νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός

έλληνας.

Πάντα ο δρόμος μέσ' στα μάτια του

κ' η λάμψη απ' τη φωτιά

που καταλύει

τη νύχτα.

Γυρίζει μόνος

στα χέρια του κλαδί από ελιά

γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά

αισθάνεται

πως όλα χάθηκαν.

Mην του μιλάτε είναι άνεργος

τα χέρια στις τσέπες του

σαν δυο χειροβομβίδες.

Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες.

Άνθη της λεμονιάς

λουλούδια του ανέμου

στεφάνωσέ τον Άνοιξη

τον κλώθει ο θάνατος.



(από Τα Ποιήματα, Α΄, Ίκαρος 1993)




πηγή : http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=210&author_id=15

Νεότερος Νίκος Καρούζος

Νεότερος

 [...] Αἰσθάνομαι μόνος
 ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
 καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
 Σύντροφε οὐρανὲ
 ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
 κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
 πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
 χάνεται
 σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
 Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
 Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.

 Νίκος Καροῦζος


http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm#ΝΕΟΤΕΡΟΣ