Τα όνειρα της βροχής
Ήταν Παρασκευή, σα να αλήθευε ο Ελύτης που ’γραψε «Παρασκευή που πάντα βρέχει». Εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο έπαιζε το τραγούδι «δεν είμαι νύχτα του χειμώνα με βροχή / είμαι γυναίκα, σε θέλω απ’ την αρχή», αλλά εγώ είχα μεγαλώσει αλλιώς, με την επιθυμία να χαρώ κάποτε τη βροχή με μια νεράιδα δίπλα μου.
Καθόμασταν πίσω από το χοντρό τζάμι της καφετέριας. Υπερυψωμένο το δάπεδο και λίγα μέτρα μπροστά μας να τρέχουν νερά αδιάκοπα. Πίναμε καφέ και συζητούσαμε κοιτώντας προς τα έξω, η βροχή όλο και δυνάμωνε. Ο ήχος του νερού διαπερνούσε ακόμα και τα λόγια, μας υποχρέωνε συχνά να γυρίζουμε πίσω. Ο ουρανός μάς έκανε το δώρο ν’ απολαμβάνουμε μαζί αγαπημένες παιδικές μνήμες. Φυσούσε και αγέρας φέρνοντας μερικές φορές τη βροχή κατά κύματα πάνω μας, τώρα όμως δεν μπορούσαμε να την αγγίξουμε με τα σώματά μας.
Τα νερά έτρεχαν ακατάπαυστα, από τότε που θυμόμασταν τους εαυτούς μας. Κοιτούσαμε έξω και τα άκουσα καθώς χτυπούσαν στις λαμαρίνες της γειτονικής στέγης. Ένα ελαφρύ ρίγος με διαπέρασε καθώς κρύωνα στο πατρικό μου σπίτι. Έβρεχε έξω και μέσα στην κρύα χειμωνιάτικη νύχτα έστηνα αυτί ν’ ακούσω το θεσπέσιο ήχο των νερών. Από τότε η βροχή έχει πάρει έναν μεταλλικό ήχο στα όνειρά μου. Όχι σκληρό, όχι ύπουλο ή τρομαχτικό, αλλά κάτι τις, πώς να το πω; Οι στάλες της βροχής χόρευαν σαν ξωτικά, σαν νερένιες υπάρξεις που ήθελαν να μου χαρίσουν δικά τους μυστικά. Ακόμα κι όταν άστραφτε και ρίχναμε απανωτά «κύριε ελέησον» και σταυροκοπιόμασταν, πάλι βαθιά μέσα μου δε φοβόμουν. Οι μεγάλοι μάς έλεγαν πως ο θεούλης θύμωνε με τις αταξίες μας και μας φοβέριζε από ψηλά, αλλά εγώ γέλαγα. Αφού μια-δυο φορές δεν είδα πρακτικές συνέπειες της θεϊκής φοβέρας, αλλιώς άκουγα τα τρομερά μπουμπουνητά. Έβρεχε, άστραφτε, βρόνταγε ο ουρανός κι εγώ να είμαι χωμένος στα μάλλινα σκεπάσματα. Τότε έκανα τα καλύτερα της ζωής μου ταξίδια. Έβγαινα έξω, χόρευα με τα ξωτικά πάνω στις στέγες, ξωτικά πανέμορφα σαν σημερινές γυναίκες…, άστραφτα ολόκληρος από χαρά, καβαλίκευα τα μαύρα σύννεφα και με φοβερές κραυγές ξεχυνόμουν στη ζωή. Δε θυμάμαι, δυστυχώς, να είχα πάει και πολύ μακριά, γιατί συνήθως μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος… Αχ, πώς περίμενα να βρέξει και να είναι βράδυ! Αλλά και την ημέρα που ταλαιπωρούσε τη θλιβερή μας καθημερινότητα, πάλι τα νερά ήταν το αγαπημένο στοιχείο μου. Περπατούσα ξυπόλητος μέσα σε λάσπες και πάγους, κοίταγα με τα μάτια ανοιχτά προς τον ουρανό και γινόμουν μούσκεμα, αλλά δε μ’ ένοιαζε. Ακόμα κι όταν χωνόμουν κάτω από την κοιλιά του άσπρου αλόγου μας για ν’ αποφύγω τις ανελέητες καταιγίδες, πάλι ευτυχισμένος ένιωθα. Και στον κάμπο ήταν τόσο το κρύο που ζεσταινόμουν στα νερά των αμέτρητων πηγών, που ξεπηδούσαν παντού σε δρόμους και χωράφια, σε ξεραμένες βρύσες, σε ξεραμένες ζωές. Μετά ο χειμώνας με πάγωνε πάλι, αλλά ποιο παιδί τα υπολόγιζε αυτά…
Θυμάμαι όμως και τις στάλες της νωχελικής βροχής. Κάθε σταλαγματιά ήταν και μια νεκρή ελπίδα, κάθε σταγόνα ήταν βαριά από πεθαμένα όνειρα. Όταν κάποτε τέλειωνε αυτή η βροχή κι ακούγονταν τα ξεπλύματα των κεραμιδιών, κάθε αργός ήχος έμοιαζε με μαρτυρική αναμονή, ο αργός ύπνος μου γινόταν εφιάλτης.
Αγαπούσα και το ποτάμι μας, αν και το έβλεπα με δέος, γιατί φάνταζε τεράστιο στα αταξίδευτα μάτια μας. Δυσκολευόμουν να μπω μέσα κι έτσι δεν έμαθα εκεί μπάνιο, αλλά πολύ αργότερα στη θάλασσα της Κέρκυρας. Έσκυβα τότε και ξεδιψούσα τη δίψα στα καθάρια νερά του, ενώ οι άλλοι έκαναν μπάνιο. Εγώ καθόμουν στην όχθη και συνομιλούσα μαζί του, κάπου-κάπου πετούσα και κάποιο χαλίκι. Από πού έρχονταν τόσα νερά και πού πήγαιναν; Τα ρωτούσα και δεν μου απαντούσαν, δεν μου αποκάλυπταν το μεγάλο μυστικό τους. Όχι αυτό του Ηράκλειτου πως «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», γιατί για μένα η κίνηση των νερών τους δεν ήταν ένα φευγαλέο, στιγμιαίο παρόν. Ένα άλλο μυστικό, αυτό που θα καταλάβαινα πολύ αργότερα, ότι το ποτάμι, παραμένοντας για χρόνια το ίδιο στα μάτια μου, ήθελε να μου διδάξει πως χρόνος δεν υπάρχει, παρά μόνον ένας διαρκής ενεστώτας. Όπως στα όνειρά μας, που ζούσαμε διάφορες καταστάσεις πάντοτε με την ένταση του τώρα, του παρόντος. Το μεγάλο, βαθύ ποτάμι ήταν πάντως το σύνορο της παιδικής μου ζωής και την τσιμεντένια του γέφυρα τη φύλαγαν στρατιώτες! Τώρα το ποτάμι μου κουβαλάει τα βρώμικα λύματα της μεγάλης πόλης, η γέφυρα μετά δυσκολίας χωράει ένα αυτοκίνητο και τα νερά του πώς λιγόστεψαν… Τώρα που λιγόστεψαν και τα όνειρά μου, που οι γνώσεις μου δεν έχουν σύνορα, που πίνω καθαρά, εμφιαλωμένα νερά… Τώρα που δεν αναβλύζουν πια πηγές στους δρόμους μου, αλλά στερεύουν κι αυτές που υπάρχουν… Τώρα, πίσω από ένα τζάμι ξαναγίναμε και οι δυο παιδιά, σαν να μας είχαν εκεί κλεισμένους από πάντα και ξαναβλέπαμε τη βροχή με την ίδια νοσταλγία.
Κοντά στο σπίτι της ήταν ένα μικρό ποταμάκι, σχεδόν απαρατήρητο σήμερα. Και τότε απαρατήρητο περνούσε, εκτός από τα βράδια που ησύχαζαν όλοι και όλα. Τότε ένα μικρό κεφαλάκι έβγαινε από τα σκεπάσματα ν’ ακούσει τον ήχο των νερών του όπως κύλαγαν μέσα στη νύχτα. Αυτό άλλαζε δρόμο και περνούσε από την ψυχή της ή η ψυχή της έβγαινε κρυφά και ταξίδευε με μυστικές βάρκες σ’ άγνωστους τόπους; Έχει την εντύπωση πως γεννήθηκε στο νερό, κι όταν βρέχει, ενώ οι άλλοι μελαγχολούν, αυτή χαίρεται δραπετεύοντας από το γκρίζο κόσμο τους. Οι ψυχαναλυτές λένε πως είναι «ανάμνηση» της εμβρυακής ηλικίας στην κοιλιά της μητέρας. Κάποιοι βιολόγοι πως είναι απόδειξη ότι καταγόμαστε από τη θάλασσα. Σιγά μην έχουν και ιδιαίτερη σημασία οι εξηγήσεις τους! Σημασία έχει ότι αυτή βλέπει βροχή και είναι ευτυχισμένη. Πως της αρέσει να περπατάει στη βροχή και αν τη διαπεράσει ώς τα κόκαλα, να μη στενοχωριέται αλλά να την αφήνει να χαϊδεύει το σώμα της και την ψυχή της…
«Δεν σου είπα κάτι ακόμα. Δεν είναι μόνο τα ταξίδια που έκανα στο ποταμάκι μου, μερικές φορές η βροχή ερχόταν και στα όνειρά μου. Ειδικά όταν κοιμόμουν με τον ήχο της στα μάτια μου, έρχονταν οι χοντρές σταγόνες και χόρευαν γύρω-γύρω. Στην αρχή παίζαμε κουτσό, από τη μια λακκούβα στην άλλη, αν θα προλάβαινα να τις περάσω όλες πριν τις γεμίσουν νερό. Συνήθως κέρδιζα και γέλαγα στον ύπνο μου, όπως μου έλεγε το πρωί η μητέρα. Όταν όμως έχανα, για να μη στενοχωριέμαι, οι χοντρές σταγόνες έπεφταν πυκνότερα και ξαφνικά άνοιγαν μια μυστική πόρτα κι έμπαινα μέσα. Δεν κρύωνα καθόλου αν και ήξερα πως βρισκόμουν στο μαγικό, παγωμένο κόσμο τους. Πότε με πήγαιναν στη μάνα του νερού, εκεί όπου ξεκίναγαν καταρράχτες και ποτάμια, πότε με ανέβαζαν ψηλά στα σύννεφα. Κι ενώ από τη γη φαίνονταν κατάμαυρα, όταν έφτανα εκεί όλα μου χαμογελούσαν. Όταν ήμουν μικρή, βροχή για μένα σήμαινε όνειρο, το νερό πάντα ήταν το αγαπημένο μου στοιχείο. Γλίστραγα μέσα του και χανόμουν σε μυθικούς, μυστικούς κόσμους. Στο σχολείο το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν να φτιάχνω χάρτινες βαρκούλες».
Ο ήχος του νερού. Η γλυκιά ρευστότητά του όπως διατρέχει όλο το σώμα, όπως αγγίζει όλη μας την ύπαρξη. Κυρίως όμως ο απέραντος κόσμος τής θάλασσας, το κοινό μας όνειρο: να έχουμε ένα σπίτι στην παραλία και να την αγναντεύουμε ατέλειωτα. Καράβια να πηγαίνουν και να έρχονται, τα κύματα του χειμώνα να χτυπάν τα παράθυρά μας για καληνύχτα, και το καλοκαίρι… Α, το καλοκαίρι! Ποια μυστική επιθυμία να ομολογήσουμε… Πώς είναι τάχατες ο έρωτας μέσα στην αγκαλιά της υγρής, απέραντης αγαπημένης; Να στάζει αρμύρα το φιλί μας, να πνίγονται οι αγωνίες της ζωής στην αιώνια γνώση της πολύπειρης Μεσογείου κι εμείς καθαροί κι αθώοι σαν παιδιά να χαιρόμαστε απ’ την αρχή τον κόσμο. Το δικό μας κόσμο. Έστω κι αν ο κόσμος που ονειρευόμαστε κατοικείται από δυο δραπέτες της λογικής, από το παράξενο ζευγάρι της βροχής…
«Πάμε να περπατήσουμε λίγα μέτρα στη βροχή, πιασμένοι χέρι-χέρι; Νοστάλγησα κάποιους στίχους από το ποίημα Νοσταλγία της βροχής: «Να μου κρατάς το χέρι στη βροχή / να χύνονται τρελά τα δάκρυα / της υπόσχεσης / Να μου φιλάς τα μάτια μου / με αστραπές χαράς».
Γέλασε θλιμμένα. «Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή τέτοια όνειρα. Κι αυτά που συζητάμε τώρα, αρκετά μάς είναι… Μίλα μου κι άλλο για τη βροχή, μ’ αρέσει όπως τα λες».
Της ανέφερα το σκηνοθέτη-ποιητή των νερών, τον Αντρέι Ταρκόφσκι. Παντού στις ταινίες του πέφτουν νερά, στάλες χοντρές, ρυάκια που τρέχουν, αλλά και η σιωπή τους σε ακίνητες λίμνες και γαλήνιες θάλασσες. Λες και θέλει να ξεδιψάσει τη δίψα του ανθρώπου με το αρχέγονο στοιχείο της δημιουργίας, δηλαδή άμα αγαπήσεις το νερό είσαι ήδη σωσμένος… Μέσα από το νερό ξεχύνει τη νοσταλγία, τη δίψα για ζωή. Συχνά οι ήρωές του πίνουν νερό με τις χούφτες, σαν να κρατάν την ίδια τη ζωή στα χέρια τους, πως άμα δεν πιουν νερό εκείνη τη στιγμή, θα πεθάνουν για πάντα την ίδια στιγμή.
Συζητήσαμε κι άλλα πολλά, πάντα με τα μάτια καθαρά, όχι μόνο από την αγάπη μας, αλλά και από τη βροχή που μας συντρόφευε αδιάκοπα. Μίλησα για τα νερένια μου όνειρα, μίλησε για τα ατέλειωτα ταξίδια της που ξεκίναγαν από το μικρό ποταμάκι. Και να ’μαστε τώρα οι δυο, μεγάλοι πλέον αλλά με τη γεύση μιας μικρής δικαίωσης της ονειρικής αθωότητας. Μπροστά μας μικρά ποταμάκια έτρεχαν στους δρόμους, πηγές νερού ανάβλυζαν στις πληγές της ζωής μας. Η νεράιδα καθόταν δίπλα μου, έξω ο ήχος των νερών ηρεμούσε τις αγωνίες μας κι οι αστραπές που έβλεπα ήταν από τα μάτια της. Τώρα οι εραστές του νερού συναντήθηκαν στο ίδιο όνειρο, σαν να έκρυψε η βροχή τον κόσμο γύρω μας και μας έκανε αόρατους. Να ξαναζήσουμε πραγματικά όσα ονειρευτήκαμε κάποτε σαν παιδιά στο θαυμαστό ήχο της βροχής. Ο κόσμος της κι ο κόσμος μου, μια νοσταλγία του δικού μας παραδείσου. Έξω ο δρόμος είχε γίνει το δικό μας ποτάμι κι εμείς ταξιδεύαμε μαζί.
Απόψε με άφηνε να μιλάω συνέχεια. Να την ταξιδεύω ατέλειωτα με τη γλώσσα του έρωτα, να την πηγαίνω εκεί που φοβάται να πάει μόνη της. Να της φτιάχνω φτερά με την μουσική της βροχής για να ξεπερνάει τα εμπόδια του κόσμου, λες κι είχα γίνει ο βροχοποιός της ζωής της. Όταν είμαστε μαζί γίνεται τελείως ρευστή, με αφήνει να την πηγαίνω παντού, είναι η νερένια μου ύπαρξη που ξεπήδησε από το ποταμάκι της για να συναντήσει τα πιο τρελά μου όνειρα. Για να ομορφύνει και τα πιο τρελά της όνειρα.
Τρεις ώρες κοιτούσαμε μόνο τα νερά, πώς κατέβαιναν από τους ουρανούς και γέμιζαν τους δρόμους, πώς έτρεχαν οι αλλόφρονες άνθρωποι ν’ αποφύγουν την επαφή με τ’ όνειρο. Πώς θα καταφέρουμε όμως να επιζήσουμε σ’ έναν κόσμο ξερό, που δεν ονειρεύτηκε με τη βροχή, που δεν ταξίδεψε πάνω σε χάρτινες βαρκούλες; Εμείς ξέρουμε πως αυτός είναι ο μονόδρομος της ελπίδας, αλλά οι άλλοι εξακολουθούν πάντα να απειλούν με θεϊκές φοβέρες, να φρουρούν τις εξόδους προς το όνειρο. Εξακολουθούν να πουλάν ομπρέλες και σ’ εκείνους που δεν τις χρειάζονται. Ήμασταν παιδιά που φοβούνται ακόμα τους μεγάλους, ήμασταν δυο παιδιά που νοσταλγούσαμε ακόμα το μέλλον που ονειρευτήκαμε.
Κάποτε έπρεπε να φύγουμε. Προχωρήσαμε για λίγο μαζί, αλλά δεν εκτεθήκαμε σχεδόν καθόλου στη βροχή μας γιατί ακόμα κυκλοφορούσαν οι μεγάλοι γύρω μας. Αφού δεν μπορούσαμε να κρατηθούμε χέρι-χέρι, προχωρούσε αυτή μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Ύστερα εγώ πήγα να συναντήσω το μεταλλικό ήχο των νερών στο βραδινό μου ύπνο κι εκείνη να μπει με τη δική της βαρκούλα στο ποταμάκι, να συνεχίσουμε εκεί τη μυστική ζωή μας. Στη βαρκούλα πάνω έχει γραμμένο το όνομά της, όπως μου είπε κάποτε η νεράιδα της βροχής.
Αλέξης Σταυράτης
Δημοσιεύτηκε στον «Πόρφυρα» τεύχος 104, Ιούλιος-Αύγουστος 2002
[Ο Πόρφυρας είναι λογοτεχνικό περιοδικό που βγαίνει στην Κέρκυρα και έχει πανελλαδική κυκλοφορία]
Ήταν Παρασκευή, σα να αλήθευε ο Ελύτης που ’γραψε «Παρασκευή που πάντα βρέχει». Εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο έπαιζε το τραγούδι «δεν είμαι νύχτα του χειμώνα με βροχή / είμαι γυναίκα, σε θέλω απ’ την αρχή», αλλά εγώ είχα μεγαλώσει αλλιώς, με την επιθυμία να χαρώ κάποτε τη βροχή με μια νεράιδα δίπλα μου.
Καθόμασταν πίσω από το χοντρό τζάμι της καφετέριας. Υπερυψωμένο το δάπεδο και λίγα μέτρα μπροστά μας να τρέχουν νερά αδιάκοπα. Πίναμε καφέ και συζητούσαμε κοιτώντας προς τα έξω, η βροχή όλο και δυνάμωνε. Ο ήχος του νερού διαπερνούσε ακόμα και τα λόγια, μας υποχρέωνε συχνά να γυρίζουμε πίσω. Ο ουρανός μάς έκανε το δώρο ν’ απολαμβάνουμε μαζί αγαπημένες παιδικές μνήμες. Φυσούσε και αγέρας φέρνοντας μερικές φορές τη βροχή κατά κύματα πάνω μας, τώρα όμως δεν μπορούσαμε να την αγγίξουμε με τα σώματά μας.
Τα νερά έτρεχαν ακατάπαυστα, από τότε που θυμόμασταν τους εαυτούς μας. Κοιτούσαμε έξω και τα άκουσα καθώς χτυπούσαν στις λαμαρίνες της γειτονικής στέγης. Ένα ελαφρύ ρίγος με διαπέρασε καθώς κρύωνα στο πατρικό μου σπίτι. Έβρεχε έξω και μέσα στην κρύα χειμωνιάτικη νύχτα έστηνα αυτί ν’ ακούσω το θεσπέσιο ήχο των νερών. Από τότε η βροχή έχει πάρει έναν μεταλλικό ήχο στα όνειρά μου. Όχι σκληρό, όχι ύπουλο ή τρομαχτικό, αλλά κάτι τις, πώς να το πω; Οι στάλες της βροχής χόρευαν σαν ξωτικά, σαν νερένιες υπάρξεις που ήθελαν να μου χαρίσουν δικά τους μυστικά. Ακόμα κι όταν άστραφτε και ρίχναμε απανωτά «κύριε ελέησον» και σταυροκοπιόμασταν, πάλι βαθιά μέσα μου δε φοβόμουν. Οι μεγάλοι μάς έλεγαν πως ο θεούλης θύμωνε με τις αταξίες μας και μας φοβέριζε από ψηλά, αλλά εγώ γέλαγα. Αφού μια-δυο φορές δεν είδα πρακτικές συνέπειες της θεϊκής φοβέρας, αλλιώς άκουγα τα τρομερά μπουμπουνητά. Έβρεχε, άστραφτε, βρόνταγε ο ουρανός κι εγώ να είμαι χωμένος στα μάλλινα σκεπάσματα. Τότε έκανα τα καλύτερα της ζωής μου ταξίδια. Έβγαινα έξω, χόρευα με τα ξωτικά πάνω στις στέγες, ξωτικά πανέμορφα σαν σημερινές γυναίκες…, άστραφτα ολόκληρος από χαρά, καβαλίκευα τα μαύρα σύννεφα και με φοβερές κραυγές ξεχυνόμουν στη ζωή. Δε θυμάμαι, δυστυχώς, να είχα πάει και πολύ μακριά, γιατί συνήθως μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος… Αχ, πώς περίμενα να βρέξει και να είναι βράδυ! Αλλά και την ημέρα που ταλαιπωρούσε τη θλιβερή μας καθημερινότητα, πάλι τα νερά ήταν το αγαπημένο στοιχείο μου. Περπατούσα ξυπόλητος μέσα σε λάσπες και πάγους, κοίταγα με τα μάτια ανοιχτά προς τον ουρανό και γινόμουν μούσκεμα, αλλά δε μ’ ένοιαζε. Ακόμα κι όταν χωνόμουν κάτω από την κοιλιά του άσπρου αλόγου μας για ν’ αποφύγω τις ανελέητες καταιγίδες, πάλι ευτυχισμένος ένιωθα. Και στον κάμπο ήταν τόσο το κρύο που ζεσταινόμουν στα νερά των αμέτρητων πηγών, που ξεπηδούσαν παντού σε δρόμους και χωράφια, σε ξεραμένες βρύσες, σε ξεραμένες ζωές. Μετά ο χειμώνας με πάγωνε πάλι, αλλά ποιο παιδί τα υπολόγιζε αυτά…
Θυμάμαι όμως και τις στάλες της νωχελικής βροχής. Κάθε σταλαγματιά ήταν και μια νεκρή ελπίδα, κάθε σταγόνα ήταν βαριά από πεθαμένα όνειρα. Όταν κάποτε τέλειωνε αυτή η βροχή κι ακούγονταν τα ξεπλύματα των κεραμιδιών, κάθε αργός ήχος έμοιαζε με μαρτυρική αναμονή, ο αργός ύπνος μου γινόταν εφιάλτης.
Αγαπούσα και το ποτάμι μας, αν και το έβλεπα με δέος, γιατί φάνταζε τεράστιο στα αταξίδευτα μάτια μας. Δυσκολευόμουν να μπω μέσα κι έτσι δεν έμαθα εκεί μπάνιο, αλλά πολύ αργότερα στη θάλασσα της Κέρκυρας. Έσκυβα τότε και ξεδιψούσα τη δίψα στα καθάρια νερά του, ενώ οι άλλοι έκαναν μπάνιο. Εγώ καθόμουν στην όχθη και συνομιλούσα μαζί του, κάπου-κάπου πετούσα και κάποιο χαλίκι. Από πού έρχονταν τόσα νερά και πού πήγαιναν; Τα ρωτούσα και δεν μου απαντούσαν, δεν μου αποκάλυπταν το μεγάλο μυστικό τους. Όχι αυτό του Ηράκλειτου πως «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», γιατί για μένα η κίνηση των νερών τους δεν ήταν ένα φευγαλέο, στιγμιαίο παρόν. Ένα άλλο μυστικό, αυτό που θα καταλάβαινα πολύ αργότερα, ότι το ποτάμι, παραμένοντας για χρόνια το ίδιο στα μάτια μου, ήθελε να μου διδάξει πως χρόνος δεν υπάρχει, παρά μόνον ένας διαρκής ενεστώτας. Όπως στα όνειρά μας, που ζούσαμε διάφορες καταστάσεις πάντοτε με την ένταση του τώρα, του παρόντος. Το μεγάλο, βαθύ ποτάμι ήταν πάντως το σύνορο της παιδικής μου ζωής και την τσιμεντένια του γέφυρα τη φύλαγαν στρατιώτες! Τώρα το ποτάμι μου κουβαλάει τα βρώμικα λύματα της μεγάλης πόλης, η γέφυρα μετά δυσκολίας χωράει ένα αυτοκίνητο και τα νερά του πώς λιγόστεψαν… Τώρα που λιγόστεψαν και τα όνειρά μου, που οι γνώσεις μου δεν έχουν σύνορα, που πίνω καθαρά, εμφιαλωμένα νερά… Τώρα που δεν αναβλύζουν πια πηγές στους δρόμους μου, αλλά στερεύουν κι αυτές που υπάρχουν… Τώρα, πίσω από ένα τζάμι ξαναγίναμε και οι δυο παιδιά, σαν να μας είχαν εκεί κλεισμένους από πάντα και ξαναβλέπαμε τη βροχή με την ίδια νοσταλγία.
Κοντά στο σπίτι της ήταν ένα μικρό ποταμάκι, σχεδόν απαρατήρητο σήμερα. Και τότε απαρατήρητο περνούσε, εκτός από τα βράδια που ησύχαζαν όλοι και όλα. Τότε ένα μικρό κεφαλάκι έβγαινε από τα σκεπάσματα ν’ ακούσει τον ήχο των νερών του όπως κύλαγαν μέσα στη νύχτα. Αυτό άλλαζε δρόμο και περνούσε από την ψυχή της ή η ψυχή της έβγαινε κρυφά και ταξίδευε με μυστικές βάρκες σ’ άγνωστους τόπους; Έχει την εντύπωση πως γεννήθηκε στο νερό, κι όταν βρέχει, ενώ οι άλλοι μελαγχολούν, αυτή χαίρεται δραπετεύοντας από το γκρίζο κόσμο τους. Οι ψυχαναλυτές λένε πως είναι «ανάμνηση» της εμβρυακής ηλικίας στην κοιλιά της μητέρας. Κάποιοι βιολόγοι πως είναι απόδειξη ότι καταγόμαστε από τη θάλασσα. Σιγά μην έχουν και ιδιαίτερη σημασία οι εξηγήσεις τους! Σημασία έχει ότι αυτή βλέπει βροχή και είναι ευτυχισμένη. Πως της αρέσει να περπατάει στη βροχή και αν τη διαπεράσει ώς τα κόκαλα, να μη στενοχωριέται αλλά να την αφήνει να χαϊδεύει το σώμα της και την ψυχή της…
«Δεν σου είπα κάτι ακόμα. Δεν είναι μόνο τα ταξίδια που έκανα στο ποταμάκι μου, μερικές φορές η βροχή ερχόταν και στα όνειρά μου. Ειδικά όταν κοιμόμουν με τον ήχο της στα μάτια μου, έρχονταν οι χοντρές σταγόνες και χόρευαν γύρω-γύρω. Στην αρχή παίζαμε κουτσό, από τη μια λακκούβα στην άλλη, αν θα προλάβαινα να τις περάσω όλες πριν τις γεμίσουν νερό. Συνήθως κέρδιζα και γέλαγα στον ύπνο μου, όπως μου έλεγε το πρωί η μητέρα. Όταν όμως έχανα, για να μη στενοχωριέμαι, οι χοντρές σταγόνες έπεφταν πυκνότερα και ξαφνικά άνοιγαν μια μυστική πόρτα κι έμπαινα μέσα. Δεν κρύωνα καθόλου αν και ήξερα πως βρισκόμουν στο μαγικό, παγωμένο κόσμο τους. Πότε με πήγαιναν στη μάνα του νερού, εκεί όπου ξεκίναγαν καταρράχτες και ποτάμια, πότε με ανέβαζαν ψηλά στα σύννεφα. Κι ενώ από τη γη φαίνονταν κατάμαυρα, όταν έφτανα εκεί όλα μου χαμογελούσαν. Όταν ήμουν μικρή, βροχή για μένα σήμαινε όνειρο, το νερό πάντα ήταν το αγαπημένο μου στοιχείο. Γλίστραγα μέσα του και χανόμουν σε μυθικούς, μυστικούς κόσμους. Στο σχολείο το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν να φτιάχνω χάρτινες βαρκούλες».
Ο ήχος του νερού. Η γλυκιά ρευστότητά του όπως διατρέχει όλο το σώμα, όπως αγγίζει όλη μας την ύπαρξη. Κυρίως όμως ο απέραντος κόσμος τής θάλασσας, το κοινό μας όνειρο: να έχουμε ένα σπίτι στην παραλία και να την αγναντεύουμε ατέλειωτα. Καράβια να πηγαίνουν και να έρχονται, τα κύματα του χειμώνα να χτυπάν τα παράθυρά μας για καληνύχτα, και το καλοκαίρι… Α, το καλοκαίρι! Ποια μυστική επιθυμία να ομολογήσουμε… Πώς είναι τάχατες ο έρωτας μέσα στην αγκαλιά της υγρής, απέραντης αγαπημένης; Να στάζει αρμύρα το φιλί μας, να πνίγονται οι αγωνίες της ζωής στην αιώνια γνώση της πολύπειρης Μεσογείου κι εμείς καθαροί κι αθώοι σαν παιδιά να χαιρόμαστε απ’ την αρχή τον κόσμο. Το δικό μας κόσμο. Έστω κι αν ο κόσμος που ονειρευόμαστε κατοικείται από δυο δραπέτες της λογικής, από το παράξενο ζευγάρι της βροχής…
«Πάμε να περπατήσουμε λίγα μέτρα στη βροχή, πιασμένοι χέρι-χέρι; Νοστάλγησα κάποιους στίχους από το ποίημα Νοσταλγία της βροχής: «Να μου κρατάς το χέρι στη βροχή / να χύνονται τρελά τα δάκρυα / της υπόσχεσης / Να μου φιλάς τα μάτια μου / με αστραπές χαράς».
Γέλασε θλιμμένα. «Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή τέτοια όνειρα. Κι αυτά που συζητάμε τώρα, αρκετά μάς είναι… Μίλα μου κι άλλο για τη βροχή, μ’ αρέσει όπως τα λες».
Της ανέφερα το σκηνοθέτη-ποιητή των νερών, τον Αντρέι Ταρκόφσκι. Παντού στις ταινίες του πέφτουν νερά, στάλες χοντρές, ρυάκια που τρέχουν, αλλά και η σιωπή τους σε ακίνητες λίμνες και γαλήνιες θάλασσες. Λες και θέλει να ξεδιψάσει τη δίψα του ανθρώπου με το αρχέγονο στοιχείο της δημιουργίας, δηλαδή άμα αγαπήσεις το νερό είσαι ήδη σωσμένος… Μέσα από το νερό ξεχύνει τη νοσταλγία, τη δίψα για ζωή. Συχνά οι ήρωές του πίνουν νερό με τις χούφτες, σαν να κρατάν την ίδια τη ζωή στα χέρια τους, πως άμα δεν πιουν νερό εκείνη τη στιγμή, θα πεθάνουν για πάντα την ίδια στιγμή.
Συζητήσαμε κι άλλα πολλά, πάντα με τα μάτια καθαρά, όχι μόνο από την αγάπη μας, αλλά και από τη βροχή που μας συντρόφευε αδιάκοπα. Μίλησα για τα νερένια μου όνειρα, μίλησε για τα ατέλειωτα ταξίδια της που ξεκίναγαν από το μικρό ποταμάκι. Και να ’μαστε τώρα οι δυο, μεγάλοι πλέον αλλά με τη γεύση μιας μικρής δικαίωσης της ονειρικής αθωότητας. Μπροστά μας μικρά ποταμάκια έτρεχαν στους δρόμους, πηγές νερού ανάβλυζαν στις πληγές της ζωής μας. Η νεράιδα καθόταν δίπλα μου, έξω ο ήχος των νερών ηρεμούσε τις αγωνίες μας κι οι αστραπές που έβλεπα ήταν από τα μάτια της. Τώρα οι εραστές του νερού συναντήθηκαν στο ίδιο όνειρο, σαν να έκρυψε η βροχή τον κόσμο γύρω μας και μας έκανε αόρατους. Να ξαναζήσουμε πραγματικά όσα ονειρευτήκαμε κάποτε σαν παιδιά στο θαυμαστό ήχο της βροχής. Ο κόσμος της κι ο κόσμος μου, μια νοσταλγία του δικού μας παραδείσου. Έξω ο δρόμος είχε γίνει το δικό μας ποτάμι κι εμείς ταξιδεύαμε μαζί.
Απόψε με άφηνε να μιλάω συνέχεια. Να την ταξιδεύω ατέλειωτα με τη γλώσσα του έρωτα, να την πηγαίνω εκεί που φοβάται να πάει μόνη της. Να της φτιάχνω φτερά με την μουσική της βροχής για να ξεπερνάει τα εμπόδια του κόσμου, λες κι είχα γίνει ο βροχοποιός της ζωής της. Όταν είμαστε μαζί γίνεται τελείως ρευστή, με αφήνει να την πηγαίνω παντού, είναι η νερένια μου ύπαρξη που ξεπήδησε από το ποταμάκι της για να συναντήσει τα πιο τρελά μου όνειρα. Για να ομορφύνει και τα πιο τρελά της όνειρα.
Τρεις ώρες κοιτούσαμε μόνο τα νερά, πώς κατέβαιναν από τους ουρανούς και γέμιζαν τους δρόμους, πώς έτρεχαν οι αλλόφρονες άνθρωποι ν’ αποφύγουν την επαφή με τ’ όνειρο. Πώς θα καταφέρουμε όμως να επιζήσουμε σ’ έναν κόσμο ξερό, που δεν ονειρεύτηκε με τη βροχή, που δεν ταξίδεψε πάνω σε χάρτινες βαρκούλες; Εμείς ξέρουμε πως αυτός είναι ο μονόδρομος της ελπίδας, αλλά οι άλλοι εξακολουθούν πάντα να απειλούν με θεϊκές φοβέρες, να φρουρούν τις εξόδους προς το όνειρο. Εξακολουθούν να πουλάν ομπρέλες και σ’ εκείνους που δεν τις χρειάζονται. Ήμασταν παιδιά που φοβούνται ακόμα τους μεγάλους, ήμασταν δυο παιδιά που νοσταλγούσαμε ακόμα το μέλλον που ονειρευτήκαμε.
Κάποτε έπρεπε να φύγουμε. Προχωρήσαμε για λίγο μαζί, αλλά δεν εκτεθήκαμε σχεδόν καθόλου στη βροχή μας γιατί ακόμα κυκλοφορούσαν οι μεγάλοι γύρω μας. Αφού δεν μπορούσαμε να κρατηθούμε χέρι-χέρι, προχωρούσε αυτή μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Ύστερα εγώ πήγα να συναντήσω το μεταλλικό ήχο των νερών στο βραδινό μου ύπνο κι εκείνη να μπει με τη δική της βαρκούλα στο ποταμάκι, να συνεχίσουμε εκεί τη μυστική ζωή μας. Στη βαρκούλα πάνω έχει γραμμένο το όνομά της, όπως μου είπε κάποτε η νεράιδα της βροχής.
Αλέξης Σταυράτης
Δημοσιεύτηκε στον «Πόρφυρα» τεύχος 104, Ιούλιος-Αύγουστος 2002
[Ο Πόρφυρας είναι λογοτεχνικό περιοδικό που βγαίνει στην Κέρκυρα και έχει πανελλαδική κυκλοφορία]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου