Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Αλεξίου Στυλιανός Σολωμικά



Σολωμικά

Στυλιανός Αλεξίου

Στιγμή, 1994
92 σελ.
ISBN 960-269-140-9, ISBN-13 978-960-269-140-3, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 8,52

Νεοελληνική ποίηση - Ερμηνεία και κριτική [DDC: 889.1]
Σολωμός, Διονύσιος (1798-1857) [DDC: 928]





Εκδίδονται συγκεντρωμένα, με μικρές βελτιώσεις και συμπληρώσεις, τα μελετήματα που προπαρασκεύασαν τη νέα μεγάλη έκδοση, Διονυσίου Σολωμού "Ποιήματα και πεζά", Στιγμή 1994. Τα μελετήματα δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά, στη δεκαετία του 1980, στο περιοδικό της Βικελαίας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου "Παλίμψηστον", στον τιμητικό τόμο του F. M. Pontani, "Lirica Greca" και στο περιοδικό "Δέντρο". Στόχος ήταν η επανεξέταση των εκδόσεων Πολυλά και Πολίτη, η υπόδειξη της σωστής ερμηνείας και διάρθρωσης της "Αιμιλίας Ροδόσταμο" και του "Πόρφυρα", καθώς και του εντελώς παρανοημένου κειμένου που έγραψε ο Σολωμός για τα συγκλονιστικά γεγονότα του 1848 στη βόρεια Ιταλία. Υποδείχθηκε, επίσης, η σωστή διάταξη του διαλόγου των "Αδελφοποιτών" στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" και φωτίστηκε το ιστορικό υπόβαθρο του "Κρητικού": πρόκειται για τη σαφέστατα μαρτυρημένη από τους ιστορικούς αλλά λησμονημένη στις σολωμικές έρευνες ναυτική έξοδο των Κρητικών από τη δυτική Κρήτη προς τα Κύθηρα και την Πελοπόννησο στα 1824. Επισημάνθηκαν εύστοχες παρατηρήσεις του Κώστα Βάρναλη, του Βύρωνος Ραΐζη και του Γιώργου Κεχαγιόγλου στον "Πόρφυρα", διαπιστώθηκαν απηχήσεις Γερμανών ποιητών (Klopstock, Schiller, Novalis) στον "Λάμπρο", στον "Ύμνο" και στον "Κρητικό", και μελετήθηκε διεξοδικά η "Φεγγαροντυμένη". Τα Σολωμικά θα βοηθήσουν στο να αναγνωρισθεί ο Σολωμός ως συγγραφέας κειμένων και όχι ενός κυκεώνα "ασυνάρτητων στροφών" και παραλλαγών.

Περιέχονται τα κείμενα:
- Πρόλογος
- Γερμανικές επιδράσεις στον Σολωμό. Η "Φεγγαροντυμένη". Το ιστορικό υπόβαθρο του "Κρητικού"
- "Αιμιλία Ροδόσταμο"
- "Ο Πόρφυρας", "Italia I" (1848)
- "Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι ("Οι Αδελφοποιτοί")
- Ένα κείμενο του Σολωμού για το 1848 στην Ιταλία
- Επίμετρο για τον "Πόρφυρα"

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποίημα στους φίλους»

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποίημα στους φίλους»

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ' αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

[πηγή: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, μετάφρ. Δ. Καλομοίρης , Ελληνικά Γράμματα, 1995 ]

Ο καθρέφτης Φοίβος Δεληβοριάς




Έχω μπροστά μου συνεχώς έναν καθρέφτη
που μ’ εμποδίζει ότι είναι πίσω του να δω
δεν έχω δει ποτέ μου πιο μεγάλο ψεύτη
και το χειρότερο, είναι όμοιος εγώ...

Δείχνει πολύ καλός ενώ εγώ δεν είμαι,
δείχνει κακός ενώ δεν είμαι ούτε αυτό
Όσοι μου λένε "φίλε όπως είσαι μείνε"
είναι όσοι χάψαν τον αντικατοπτρισμό

Έναν καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου
πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου
πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου,
ένα καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου...


Αντανακλά αυτά που θέλουν οι γυναίκες

κι έτσι τις πείθει ότι είμαι το άλλο τους μισό
μπροστά του γδύνονται του λεν(ε) γλυκές κουβέντες,
πίσω απ’ το τζάμι εγώ ολομόναχος κοιτώ

Κάνει παιχνίδι ως και με τα πρότυπά μου
τις θείες φωνές που μου μιλούσανε παιδί
τις φέρνει απέναντι μου και στα κυβικά μου
πάω να τις φτάσω και τσουγκρίζω στο γυαλί

Έναν καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου
πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου
πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου,
ένα καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου...

Ξέρω πως όλοι πια πιστεύουν σε καθρέφτες
σε οθόνες σε φωτοτυπίες και προβολείς
μέχρι παιχνίδια έχουν βγάλει που οι παίκτες
ζουν σε μια γυάλα και τους βλέπουμε όλοι εμείς

Μα εγώ θα κάνω τον καθρέφτη μου κομμάτια
ξέρω ότι αυτό που κρύβει πίσω του είσαι εσύ
εσύ που ψάχνεις μεσ’ τα μαύρα σου τα μάτια
να καθρεφτίζεις μόνο εμένα στην ζωή





Στίχοι: 

Φοίβος Δεληβοριάς

Μουσική: 

Φοίβος Δεληβοριάς



1. Φοίβος Δεληβοριάς


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο όγδοο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο όγδοο)
18 Νοεμβρίου 2013 στις 11:31 μ.μ.


Ο ΧατζηΡεΐσης, έμενε σ' ένα γιαλί - ήτανε κι όλας ναύαρχος, είχε λοιπόν κι αυτόν τον έρωτα της θάλασσας - μόνο που εκείνος, αντίθετα από το αίσθημα που έτρεφε λόγω κατάρας, και γλυκού δοντιού - και ίσως κι επειδή πριν απ΄το γάμο της ήτανε η Εσθέρω προσηνής του κάθε ανδρός που δεν είχε γυναίκα να τονε καλοπιάνει, κι αφού μετά το γάμο της τον είχε πάρει σύγαμπρο - ε, τέλος πάντων, τον ετριβέλιζε η αγάπη της, κι είχε ανάγκη να ηράζεται τη θάλασσα με το πρωί το βράδυ. Και ευτυχώς, που είχε κι από πριν το σπίτι στο γιαλό ν' αποξεχνιέται, γιατί αλλιώς και τί να είχε γίνει, μήπως θα ήπρεπε να πάρει τα σοκκάκια να βρίσκει νέο σπίτι, μηθές και δεν επήγαινε να ξημεροβραδιάζεται στο στόλο, μάλιστα και να μένει επί της ναυαρχίδος - αυτά δεν είναι πράγματα ωραία, δεν πα να' τανε και το Χαμιντιγιέ, ωραίο πλοίο μπάνικο, και μάλιστα της ανοιχτής θαλάσσης και αρμένιζε σαν τη ρακή γλυκόπιοτο - όμως αδέρφι μου, σπίτι της προκοπής δε γίνεται άμα δε να 'χει μια αυλή, μια λεμονιά, το ένα σεχνασίνι να αγναντεύει και να ηρεμεί καρδιά είτε το μάτι, και να μην είχε μία αναρριχώμενη τριανταφυλλίτσα με τα ρόδα της ολόλευκης και της κρυφής της σάρκινης και ροδαλής ντροπής - κι αυτό, όπως ήδη το έχει διαπιστώσει ο μουστερής μας, είναι το πράμα της απόλυτης ανάγκης:αλλιώς, και τί; Να στέλουμε μπουκέτα από τους ανθοπώλες, να μην έχουνε μια σπιτίσια αρχοντιά, λες κι είμαστε τυχάρπαστοι και να μην έχωμε μια μυρωδιά να μας στολίζει τις ημέρες μας. Και πώς, σε ερωτώ, γίνεται για να στρίβει ο ασίκης το μουστάκι του, πώς να φορεί πομάδες, πώς να φκιάνεται, άμα δεν έχει μια τριανταφυλλιά να της κουνάει τους κλώνους, και να της παίρνει τους ανθούς; Λόγιασ' τον για μπακούρη, για μπεκιάρη. Και μεν, μπορεί και ο ΧατζηΡεΐσης να έχει αξιωθεί κατάρα τετραφύλλωτη κι από τον άκαρδο πατέρα του πολύ να αδικήθηκε - αλλά - και ως εδώ και μη παρέκει, την τριανταφυλλίτσα του τη διάλεξε και την εφύτεψε, και άμα του γουδέρνει, και θα την κόβει, και θα τη φιλά, και άμα του τη δώσει, και τη μπυρίζει να την κάνει το γιαγκίνι, να ζεσταθεί η μοναξιά του - που η σκύλα η Εβραία - κι εδώ του, πάντα σταματάει, θυμάται ότι ήτανε ο ίδιος που δεν ηθέλει να δεθεί με παντρειές, τον πιάνει μια δικαιοσύνη. Και πάγει και ηκόβει τα ροδάνθια, και της τα στέλνει μπερεκέτια. Γιατί, μην πει κανείς ότι τέτοιου παππού που πες πως άγιασε, ο εγγονός και άξιος του ναυτικού και των θαλάσσιων των δρόμων - οτ' είναι θέλει άδικος, πως κάμνει μοιράσει αδικίες - και μάλιστα σε μια περιστερά μαυροματούσα! Τα τούρκικα τριανταφυλλάκια, το σονγκιούλ το τελευταίο της εποχής - δίπλα στη θύρα του και μέσα στην καρδιά του χωμένα τ' αγκαθάκια - κι η ποικιλία γκιούλμπαχαρ, η ανοιξιάτικη - να τη φυλλομαδάει να τη στολίζεται η Εβραία, αμάν γιαβρίγιαβράκι μου, να το φορείς στα θέατρα, να το γνωρίζουν όλοι οι ντουνιάδες πως ήσουνα δικιά μου με το δικαίωμα. Σε έχω παραχωρήσει, της σκύλας γέννα. Και να πηγαίνει στο πάνω κάτω, να μην τονε χωρά ο τόπος - μαύρο Τζουμάρτεσι, ξεκίναγε ωραίο - κι ότι αρχίζει ωραίο, με τ' αμυγδαλωτάκια του, με τις πιτούλες με το μέλι - αμάν γιαβρούμ κι αμάν χανούμ, ετέλειωνε με πόνο - σύρε και ν' αρωτήσεις τις πικραμένες τις καρδιές που αυτές το ξεύρουν μόνο... Ολόκληρη ήτονα η βδομάδα του θεού και του Προφήτη - κι ανάθεμα την ώρα της, άτιμη σκύλας εγγονή - εγώ για τα μαύρα τα μάτια σου που μαύρα τα μάτια κάνω όπως σε δω - και που δεν εκοιμάμαι ούτε να πεις ανθρωπινά, σκύλικια φάρα πώς μ' έχει καταντήσεις - το μπιρ Αλλάχ! - και κοίτα τους μαύρους κύκλους στον καθρέφτη μου, κι ας μην είσαι σιμά μου, να τους νοιώσεις. Εδώ να 'ρθεις αμέσως, με το πνεύμα - και δες το χάλι μου: αρχίζει το μαρτύριο Περσέμπε - που θα σε δω την άλλη την ημέρα, βράδυ Τζουμά, ν' ανάβεις τα κεράκια σου - και μένα να μ' ανάβεις, τη ζήση μου να σβήνεται. Γύρναγε και στο διπλανό δωμάτιο - και άμα ήτανε και στην παράλλη πτέρυγα - και ποιά η σημασία; Την άκουγε άλλος να τη μυρίζει, ο φίλος μου και τώρα που μας χώρισες! Ή άμα ήταν όσο πρέπει δίκαιος, της το παραδεχόταν - πως τους έφερε κοντά κι άλλο δε θα γινότανε να είναι περισσότερο δεμένοι παρά στον έρωτά της. Σκύλα και μαύρη λύκαινα την έβριζε, και δάγκωνε τα χέρια του, τις ίδιες τις γροθιές του. Χαστουκιζότανε μανιάρης στα κρυφά, τίναζε τα μαξιλαράκια στον οντά - εγώ άμα σε είχα, και τη μέση σου θα πρόσεχα, και άραγε, σε φτιάχνει σα τζαμί αυτός, ή να παραπονεύεσαι;Τζουμάρτεσι. Ποτέ δεν είχε έρθει όσο και γρήγορα θα έπρεπε, αυτή η νύχτα ήταν ο μεσαίωνας, κράταγε τα χρόνια εκατό κι άλλα πενήντα. Και άμα και κατόρθωνε να κάνει φίλο του τον ύπνο, πάλι αυτή να έρχεται να τον περιγελεύει, αλλιώς εκείνο το θρασίμι ο πάππος κι ο πατέρας του να τον τραβολογούν από τα γένεια, να θέλουνε στα δύο να τον κόψουν - και ακριβοδικαίως να τον τέμνουν μέχρι να γίνει τμήμα τους. Ήθελε μια γυναίκα, κι ας την παράταγε ούτε με δυο παιδάκια, και ας την άφηνε με την κοιλιά γεμάτη, και δεν τον ένοιαζε. Την ήθελε, να του στολίζει το γιαλί του, να τον ζηλεύει και ο γκαρδιακός του φίλος, κι ο ίδιος ο αέρας που ανάσαινε. Τζουμάρτεσι της γλύκας, να τρώγει τα γλυκά απ΄τα χεράκια της που είχε φτιάσει χτες - και που την έβλεπε και κάπως σαν κομμένη, με τα ματάκια της γλαρά και λίγο άυπνη - και δεν τον πείραζε άμα την είχε ο φίλος ο Ντημίτ του κοιμηθεί, ή μήπως είχε μείνει να αγρυπνεύει η Γκιουλεσθέρ, να έχει μες στην νύχτα της την έγνοια του; Και έφευγε το βράδυ, άμα ερχόταν η αδελφή του φίλου, καβαλάρισσα - επήγαινε και όλος ο ντουνιάς κατά του Σεϊτάν, εβγαίναν τώρα κι οι γυναίκες μοναχές τους! Αυτός, δεν θα επέτρεπε και τέτοια ρεζιλέματα - μα τι να πεις, όσο τουλάχιστον την κράτα ο Ντημίτ την περιστέρα τους σε περιορισμό, ας πάγαινε η άλλη να παίρνει τα βουνά, κι ερχότανε πάντα στην ώρα πίσω, που ανάβγαν τρία άστρα. Και μένανε να κάνουνε δυο χωρατά, να φέρνεται ως άνθρωπος της κοινωνίας - προτού ηπάρει των ομματιών και σα δαρμένος σκύλος και διωγμένος - άτιμη φάρα η εβραίικη, μα είχαν οι γυναίκες τους τέτοια ωραία μάτια, και να πεις τα μαλλιά; και μοσχοβόλαγε γαρδένια κι έλαμπε το δέρμα της όπως από το μύρο να ήταν αλοιμένη και στιλπνή! Κι έγλειφε τις πληγές του, αντί να γλύφει τις δικές της - να τη γιατροπορεύει μετά τον πόθο του - όλη τη μέρα την Παζάρ, κι έβγαζε το κακό του άχτι και τη λατρεία του στην τριανταφυλλιά, να της την πεσκεσεύει με τα πανέρια σταλμένα με τους παραγιούς, που είχαν και αυτοί στα σίγουρα παραλοΐσει και τσακωνεύονταν ποιανού σειρά να ήταν να πάγου να τη βλέπουνε απ' τα κλεφτά - αυτή στο παραθύρι, στα σεχνασίνια, σκύλικια ζωή την έδωσες στον άλλον. Μα, είχε κι αυτή η μαυρολύσσακη τελετουργία την πληρωμή της, μπορούσε ο ΧατζηΡεΐσης να κοιμηθεί στη γνώση πως το βράδυ θα 'χε φορέσει τα λουλούδια του στο θέατρο, ίσως να τα είχε πετάξει ακόμα σε κάποιο τραγουδιστή, μια τραγουδίστρια (δεν ήξερε - κι ίσως να μην το μάθαινε ποτέ - πως η Εσθήρ θα τα κρατούσε τα τριαντάφυλλά του όλη της τη ζωή, σε κέδρινα κουτάκια, σε κουτιά από σοκολατάκια, όπου έβρισκε - και ότι θα ήτανε όλα τους αριθμημένα, και με τον αύξοντά τους αριθμό, και με την ημερομηνία αποστολής-παραλαβής, σαν πιο αμύθητα από τον κάθε μύθο μίας αγάπης που δεν-ήτανε-να-είναι). Πάντως, με την αποστολή εκτελεσμένη, ημέρευε και η αγκαθεμένη του καρδία, κοιμότουν ήσυχος βράδυ Παζάρ, βράδυ Παζάρτεσι, Σαλέ και Τσαρσαμπά - μέχρις ότου ξανάφτανε η μέρα Περσεμπέ, αρχίζαν να τον γρατζουνάνε πάλι τα τριαντάφυλλα:σονγκιούλ τα τελευταία, και γκιουλμπαχάρ της άνοιξης.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013




Εσωτερικό του γιαλιού του ΧατζηΡεΐς, στα χρώματα τα βελουδένια της καρδιάς του, όποτε η καρδιά αυτή ήταν γιατροπορεμένη από τις ήμερες τις μέρες της βδομάδας του.

Γιατί το... ''Χ''... πρέπει να 'χεις τα κότσια να το βάζεις.. Αλκυόνη Παπαδάκη


Γιατί το... ''Χ''... πρέπει να 'χεις τα κότσια να το βάζεις.. 
Πρέπει να 'σαι καβάλα στο άλογό σου..
Να κρατάς τα γκέμια του γερά και να στριφογυρίζεις ένα μαστίγιο στον αέρα..
........ Εγώ γύριζα μ' έναν μικρό σουγιά και χάραζα στα δέντρα τα όνειρά μου..
............. Ούτε που πήρα χαμπάρι πότε χάθηκε τ' άλογό μου..

Αλκυόνη Παπαδάκη
https://www.facebook.com/

Sometimes Your Knight In Shining Armor Is Just A Retard In Tin Foil - Elizabeth Gilbert (Eat, Pray, Love)




Sometimes Your Knight In Shining Armor Is Just A Retard In Tin Foil

Granted I naively believed the name Sir Reynold Wrap meant hemust be a noble man.

With a name like that how could he not be?

I remember questioning how someone who was so perfect could still be available?!

How had he flown under the radar of all the desperate-single-women-seeking-a-good-man?

I concluded it must be because no one else had been able to see his'potential' quite the way I had.

They saw a foil dinner.

I saw a gourmet meal.

They saw reality.

I saw what I wanted and needed to see.

That, was someone who would make me feel special,

Maybe even make me BE special.

(At least that is what his words promised.)

Someone who would require some work,

But not anything that I myself could not help 'fix'.

I saw a distraction.

A good-looking one, which made it all that much easier.

Others saw red flags.

I saw my favorite color.



Shockingly (only to me), when it came time to face commitment in battle and the heat was on,

All I found was charred remains of my foiled 'knight.'



I had wanted to blame him for not living up to what I knew he could have been.

For him showing up on his white, spay-painted, (in actuality) black-horse.

And for convincing me that the paint cans were not his.

That someone just happened to leave them at his house.

(At least that is what he said.)

But I kept coming back to the fact that I had formed the foil into a knight.

I had put my heart into it.

It had taken quite a bit of my time,

And a lot of my creativity and imagination.

Also countless trips to Denial to get all the information needed to construct him.


I had used the 'extra strong, heavy duty' type to fabricate my needs,

so recovery took even longer.


Have you ever tried to smooth out foil after it has been used?

You can never get all the wrinkles out and make it as shiny and new as it was in the beginning.

You can roll it back up and tell yourself lies, but you can never fully restore it to how it was before you touched it,

No matter how hard you try....


What I did learn that was that I could try again.

That only I


could prevent future unnecessary torching of my heart and dreams that turned to ashes.

I could better use the facts I had previously ignored and improve my judgment.


I vowed in the future to use clear plastic wrap,

And to look for Sir Calgon instead of Reynold if I ever wanted someone to 'take me away' again.

"I have a history of making decisions very quickly about men. I have always fallen in love fast and without measuring risks. I have a tendency not only to see the best in everyone, but to assume that everyone is emotionally capable of reaching his highest potential. I have fallen in love more times than I care to count with the highest potential of a man, rather than with the man himself, and I have hung on to the relationship for a long time (sometimes far too long) waiting for the man to ascend to his own greatness. Many times in romance I have been a victim of my own optimism."
Elizabeth Gilbert (Eat, Pray, Love)
http://theunexpectedlife2010.blogspot.gr/2010/08/sometimes-your-knight-in-shining-armor.html
http://cheezburger.com/4155457792


Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Alfred De Musset Αφορισμοί


Alfred De Musset
Αλφρέ ντε Μυσσέ ( 1810-1857 , Γάλλος συγγραφέας)






Ας φύγουμε, μέσα σ’ ένα φιλί, για έναν άγνωστο κόσμο.




Μια γυναίκα συγχωρεί τα πάντα, εκτός από το να μην την θέλουν.




Ο κόσμος είναι τόσο μεγάλος που είναι σκληρό να είσαι μόνος.





Οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν έχουν πατρίδα.





Ένας λαός δυστυχισμένος παράγει τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες.





Γεννιέται κανείς ποιητής, γίνεται πεζογράφος.





Η ζωή είναι ένα τριαντάφυλλο του οποίου κάθε ροδοπέταλο είναι μια ψευδαίσθηση και κάθε αγκάθι είναι μια πραγματικότητα.


http://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=707