Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο όγδοο)
18 Νοεμβρίου 2013 στις 11:31 μ.μ.
Ο ΧατζηΡεΐσης, έμενε σ' ένα γιαλί - ήτανε κι όλας ναύαρχος, είχε λοιπόν κι αυτόν τον έρωτα της θάλασσας - μόνο που εκείνος, αντίθετα από το αίσθημα που έτρεφε λόγω κατάρας, και γλυκού δοντιού - και ίσως κι επειδή πριν απ΄το γάμο της ήτανε η Εσθέρω προσηνής του κάθε ανδρός που δεν είχε γυναίκα να τονε καλοπιάνει, κι αφού μετά το γάμο της τον είχε πάρει σύγαμπρο - ε, τέλος πάντων, τον ετριβέλιζε η αγάπη της, κι είχε ανάγκη να ηράζεται τη θάλασσα με το πρωί το βράδυ. Και ευτυχώς, που είχε κι από πριν το σπίτι στο γιαλό ν' αποξεχνιέται, γιατί αλλιώς και τί να είχε γίνει, μήπως θα ήπρεπε να πάρει τα σοκκάκια να βρίσκει νέο σπίτι, μηθές και δεν επήγαινε να ξημεροβραδιάζεται στο στόλο, μάλιστα και να μένει επί της ναυαρχίδος - αυτά δεν είναι πράγματα ωραία, δεν πα να' τανε και το Χαμιντιγιέ, ωραίο πλοίο μπάνικο, και μάλιστα της ανοιχτής θαλάσσης και αρμένιζε σαν τη ρακή γλυκόπιοτο - όμως αδέρφι μου, σπίτι της προκοπής δε γίνεται άμα δε να 'χει μια αυλή, μια λεμονιά, το ένα σεχνασίνι να αγναντεύει και να ηρεμεί καρδιά είτε το μάτι, και να μην είχε μία αναρριχώμενη τριανταφυλλίτσα με τα ρόδα της ολόλευκης και της κρυφής της σάρκινης και ροδαλής ντροπής - κι αυτό, όπως ήδη το έχει διαπιστώσει ο μουστερής μας, είναι το πράμα της απόλυτης ανάγκης:αλλιώς, και τί; Να στέλουμε μπουκέτα από τους ανθοπώλες, να μην έχουνε μια σπιτίσια αρχοντιά, λες κι είμαστε τυχάρπαστοι και να μην έχωμε μια μυρωδιά να μας στολίζει τις ημέρες μας. Και πώς, σε ερωτώ, γίνεται για να στρίβει ο ασίκης το μουστάκι του, πώς να φορεί πομάδες, πώς να φκιάνεται, άμα δεν έχει μια τριανταφυλλιά να της κουνάει τους κλώνους, και να της παίρνει τους ανθούς; Λόγιασ' τον για μπακούρη, για μπεκιάρη. Και μεν, μπορεί και ο ΧατζηΡεΐσης να έχει αξιωθεί κατάρα τετραφύλλωτη κι από τον άκαρδο πατέρα του πολύ να αδικήθηκε - αλλά - και ως εδώ και μη παρέκει, την τριανταφυλλίτσα του τη διάλεξε και την εφύτεψε, και άμα του γουδέρνει, και θα την κόβει, και θα τη φιλά, και άμα του τη δώσει, και τη μπυρίζει να την κάνει το γιαγκίνι, να ζεσταθεί η μοναξιά του - που η σκύλα η Εβραία - κι εδώ του, πάντα σταματάει, θυμάται ότι ήτανε ο ίδιος που δεν ηθέλει να δεθεί με παντρειές, τον πιάνει μια δικαιοσύνη. Και πάγει και ηκόβει τα ροδάνθια, και της τα στέλνει μπερεκέτια. Γιατί, μην πει κανείς ότι τέτοιου παππού που πες πως άγιασε, ο εγγονός και άξιος του ναυτικού και των θαλάσσιων των δρόμων - οτ' είναι θέλει άδικος, πως κάμνει μοιράσει αδικίες - και μάλιστα σε μια περιστερά μαυροματούσα! Τα τούρκικα τριανταφυλλάκια, το σονγκιούλ το τελευταίο της εποχής - δίπλα στη θύρα του και μέσα στην καρδιά του χωμένα τ' αγκαθάκια - κι η ποικιλία γκιούλμπαχαρ, η ανοιξιάτικη - να τη φυλλομαδάει να τη στολίζεται η Εβραία, αμάν γιαβρίγιαβράκι μου, να το φορείς στα θέατρα, να το γνωρίζουν όλοι οι ντουνιάδες πως ήσουνα δικιά μου με το δικαίωμα. Σε έχω παραχωρήσει, της σκύλας γέννα. Και να πηγαίνει στο πάνω κάτω, να μην τονε χωρά ο τόπος - μαύρο Τζουμάρτεσι, ξεκίναγε ωραίο - κι ότι αρχίζει ωραίο, με τ' αμυγδαλωτάκια του, με τις πιτούλες με το μέλι - αμάν γιαβρούμ κι αμάν χανούμ, ετέλειωνε με πόνο - σύρε και ν' αρωτήσεις τις πικραμένες τις καρδιές που αυτές το ξεύρουν μόνο... Ολόκληρη ήτονα η βδομάδα του θεού και του Προφήτη - κι ανάθεμα την ώρα της, άτιμη σκύλας εγγονή - εγώ για τα μαύρα τα μάτια σου που μαύρα τα μάτια κάνω όπως σε δω - και που δεν εκοιμάμαι ούτε να πεις ανθρωπινά, σκύλικια φάρα πώς μ' έχει καταντήσεις - το μπιρ Αλλάχ! - και κοίτα τους μαύρους κύκλους στον καθρέφτη μου, κι ας μην είσαι σιμά μου, να τους νοιώσεις. Εδώ να 'ρθεις αμέσως, με το πνεύμα - και δες το χάλι μου: αρχίζει το μαρτύριο Περσέμπε - που θα σε δω την άλλη την ημέρα, βράδυ Τζουμά, ν' ανάβεις τα κεράκια σου - και μένα να μ' ανάβεις, τη ζήση μου να σβήνεται. Γύρναγε και στο διπλανό δωμάτιο - και άμα ήτανε και στην παράλλη πτέρυγα - και ποιά η σημασία; Την άκουγε άλλος να τη μυρίζει, ο φίλος μου και τώρα που μας χώρισες! Ή άμα ήταν όσο πρέπει δίκαιος, της το παραδεχόταν - πως τους έφερε κοντά κι άλλο δε θα γινότανε να είναι περισσότερο δεμένοι παρά στον έρωτά της. Σκύλα και μαύρη λύκαινα την έβριζε, και δάγκωνε τα χέρια του, τις ίδιες τις γροθιές του. Χαστουκιζότανε μανιάρης στα κρυφά, τίναζε τα μαξιλαράκια στον οντά - εγώ άμα σε είχα, και τη μέση σου θα πρόσεχα, και άραγε, σε φτιάχνει σα τζαμί αυτός, ή να παραπονεύεσαι;Τζουμάρτεσι. Ποτέ δεν είχε έρθει όσο και γρήγορα θα έπρεπε, αυτή η νύχτα ήταν ο μεσαίωνας, κράταγε τα χρόνια εκατό κι άλλα πενήντα. Και άμα και κατόρθωνε να κάνει φίλο του τον ύπνο, πάλι αυτή να έρχεται να τον περιγελεύει, αλλιώς εκείνο το θρασίμι ο πάππος κι ο πατέρας του να τον τραβολογούν από τα γένεια, να θέλουνε στα δύο να τον κόψουν - και ακριβοδικαίως να τον τέμνουν μέχρι να γίνει τμήμα τους. Ήθελε μια γυναίκα, κι ας την παράταγε ούτε με δυο παιδάκια, και ας την άφηνε με την κοιλιά γεμάτη, και δεν τον ένοιαζε. Την ήθελε, να του στολίζει το γιαλί του, να τον ζηλεύει και ο γκαρδιακός του φίλος, κι ο ίδιος ο αέρας που ανάσαινε. Τζουμάρτεσι της γλύκας, να τρώγει τα γλυκά απ΄τα χεράκια της που είχε φτιάσει χτες - και που την έβλεπε και κάπως σαν κομμένη, με τα ματάκια της γλαρά και λίγο άυπνη - και δεν τον πείραζε άμα την είχε ο φίλος ο Ντημίτ του κοιμηθεί, ή μήπως είχε μείνει να αγρυπνεύει η Γκιουλεσθέρ, να έχει μες στην νύχτα της την έγνοια του; Και έφευγε το βράδυ, άμα ερχόταν η αδελφή του φίλου, καβαλάρισσα - επήγαινε και όλος ο ντουνιάς κατά του Σεϊτάν, εβγαίναν τώρα κι οι γυναίκες μοναχές τους! Αυτός, δεν θα επέτρεπε και τέτοια ρεζιλέματα - μα τι να πεις, όσο τουλάχιστον την κράτα ο Ντημίτ την περιστέρα τους σε περιορισμό, ας πάγαινε η άλλη να παίρνει τα βουνά, κι ερχότανε πάντα στην ώρα πίσω, που ανάβγαν τρία άστρα. Και μένανε να κάνουνε δυο χωρατά, να φέρνεται ως άνθρωπος της κοινωνίας - προτού ηπάρει των ομματιών και σα δαρμένος σκύλος και διωγμένος - άτιμη φάρα η εβραίικη, μα είχαν οι γυναίκες τους τέτοια ωραία μάτια, και να πεις τα μαλλιά; και μοσχοβόλαγε γαρδένια κι έλαμπε το δέρμα της όπως από το μύρο να ήταν αλοιμένη και στιλπνή! Κι έγλειφε τις πληγές του, αντί να γλύφει τις δικές της - να τη γιατροπορεύει μετά τον πόθο του - όλη τη μέρα την Παζάρ, κι έβγαζε το κακό του άχτι και τη λατρεία του στην τριανταφυλλιά, να της την πεσκεσεύει με τα πανέρια σταλμένα με τους παραγιούς, που είχαν και αυτοί στα σίγουρα παραλοΐσει και τσακωνεύονταν ποιανού σειρά να ήταν να πάγου να τη βλέπουνε απ' τα κλεφτά - αυτή στο παραθύρι, στα σεχνασίνια, σκύλικια ζωή την έδωσες στον άλλον. Μα, είχε κι αυτή η μαυρολύσσακη τελετουργία την πληρωμή της, μπορούσε ο ΧατζηΡεΐσης να κοιμηθεί στη γνώση πως το βράδυ θα 'χε φορέσει τα λουλούδια του στο θέατρο, ίσως να τα είχε πετάξει ακόμα σε κάποιο τραγουδιστή, μια τραγουδίστρια (δεν ήξερε - κι ίσως να μην το μάθαινε ποτέ - πως η Εσθήρ θα τα κρατούσε τα τριαντάφυλλά του όλη της τη ζωή, σε κέδρινα κουτάκια, σε κουτιά από σοκολατάκια, όπου έβρισκε - και ότι θα ήτανε όλα τους αριθμημένα, και με τον αύξοντά τους αριθμό, και με την ημερομηνία αποστολής-παραλαβής, σαν πιο αμύθητα από τον κάθε μύθο μίας αγάπης που δεν-ήτανε-να-είναι). Πάντως, με την αποστολή εκτελεσμένη, ημέρευε και η αγκαθεμένη του καρδία, κοιμότουν ήσυχος βράδυ Παζάρ, βράδυ Παζάρτεσι, Σαλέ και Τσαρσαμπά - μέχρις ότου ξανάφτανε η μέρα Περσεμπέ, αρχίζαν να τον γρατζουνάνε πάλι τα τριαντάφυλλα:σονγκιούλ τα τελευταία, και γκιουλμπαχάρ της άνοιξης.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Εσωτερικό του γιαλιού του ΧατζηΡεΐς, στα χρώματα τα βελουδένια της καρδιάς του, όποτε η καρδιά αυτή ήταν γιατροπορεμένη από τις ήμερες τις μέρες της βδομάδας του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου