Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Μη μου μιλάς γι΄ αγάπη ( Ο γλάρος ) - 1990 Αντώνης Αντύπας



Μη μου μιλάς γι΄ αγάπη ( Ο γλάρος ) - 1990



Μη μου μιλάς γι αγάπη
όταν η λίμνη ηρεμεί
και δεν αντιφεγγίζει
ίσκιο απο πουλί

Άσε λίγο να κουρνιάσω
στην υγρή της τη σιωπή
αύριο θα σου μιλήσω
για μια θλίψη στην ψυχή

Μη μου μιλάς γι αγάπη
τώρα που βλέπω τη ζωή
μέσα απ το ραγισμένο
της λίμνης το γυαλί

Άσε λίγο να κουρνιάσω
στην υγρή της τη σιωπή
αύριο θα σου μιλήσω
για μια θλίψη στην ψυχή


Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου

Στίχοι: Αντώνης Αντύπας

Ερμηνεία: Άννα Παρλαπάνου

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πέμπτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πέμπτο)
25 Νοεμβρίου 2013 στις 11:09 μ.μ.


Έχουμε πλέον εμπεδώσει ότι ο δρόμος προς - και από τούδε - περνά απ΄τη Φοντένα ντε Σουπίρ, αναστενάξαμε καλώς και εκ βαθέων, μήπως να πρέπει να περάσωμε σε κάποιο παρασύνθημα. Και ορισμένοι εξ ημών θα λέγαν ίσως ναι, και ορισμένοι (ανάλογα με το ταμπεραμέντο) θα λένε όχι. Το θέμα και το ζήτημα ζητούμενο, είναι ότι συνήθως όλα τα του θανάτου τα σκουπίζουμε κάτω απ΄το χαλάκι, ως που να μην εφαίνονται. Μα δεν τα καθαρίζουμε με το καλό φαράσι, μένουν εκεί κακώς παραχωμένα - να μας δαγκάνουνε τις φτέρνες. Όχι, και όχι - και για εκατό φορές να μη συμβεί αυτό, όσο περνάει από το χέρι μας - άσε που δεν το θέλει ο θεός ούτε κι ο ζάβαλης να μην ασχοληθούμε με τον πόνο του αθρώπου που έχασε μεμιάς το κόσμημα μαθές και τη συμβία του και έχει μείνει να ταγίζει το τραύμα του επιζήσαντος. Γιατί, μαζί δεν ήτονε που χαίροντο, που δεν είχον προλάβει ούτε να αδικηθούνε στα αναμεταξύ τους; Και που δεν είχον ανταλλάξει ούτε ακόμα την κακή κουβέντα όπως του την επήρανε μισό γιατρός και χάρος μέσα από τα χέρια του κι απ΄την καλή του βέρα, χρυσή βεργούλα - και να 'μεινε αυτός να αγκαλεύει το προσκεφάλι και να ψάχνει τη σκιά της; Και επειδή ήτο η μακαρίτισσα και μάλλον ντροπαλή και δεν ηφαίνοντο, κανείς να μη γνωρίσκει το πώς μαζί του τραγουδούσε - και σε περικαλώ, να μην υπάρχουνε όπως τον συμπονέσουν ούτε οι τρεις οι μάρτυρες; Αυτό το άδικο, δεν του γινόταν του Ντημίτ να το αφήκει ώστε να πάει καλλιά. Και που γυρνούσε δηλαδή αξούραγος, κι έπειτα τί; Ποιός ημπορούσε καταλάβει και να συνοιώθκει το γδάρσιμο στα φύλλα της καρδίας; Να δγεις, που έφταιγε εκείνος του ο ίδιος! Που τόνε είχε κατηράσθει ο Παντοκράτωρ - και επειδή αν και δεν είχε λόγους! Πλήρωνε ληξιπρόθεσμα παλιές πορνοβοσκές, τα ανομήματά του με τις σουσουράδες τις τραγουδιάρες, τις βόλτες στα άσωτα χαμαιτυπεία, τις κρασοκατανύξεις. (Προς υπεράσπισην να ειπωθεί, και ως προς αρωγή, σιγά καλέ μου σιγά, σιγά τον αραμπά - ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ παρά του μέσου όρου ήτον εκείνο του Ντημίτ το εξωκοίλισμα - έλα μου για που είχε υποφέρει και κατασκεύαζε την τρίχα για τριχιά). Μαθές, έχει κι ο πόνος περηφάνεια του και ματαιοδοξία, μεγάλη ενοχή και αυτολάκτισμα, μαστιγωμούς, τα πάντα - κι ο Παντοκράτωρ από το μέσα τρούλο εκκλησίτσας τα πανθορούσε και έκαμνε με το χηρευάμενο υπομονή - και δε γελούσε σκωπτικά, παρά με ταπεινά ματάκια ζωγραφισμένα ο θεός, τον συμπαράστεκε. Και τα χερουβικά χερούβιζαν, και τα σεραφικά σεράφιζαν - και μες στη μέση ο Ντημίτ μετανοούσε: ότι δεν ήτονα σωστό που εκοιμότανε μαζί της ενώ ήτον εκείνη και εις την ώρα δύσκολη - άσε οπού τον παρακάλαγε με τα τσακιρομάτια της μάλιστα γλαρά - έπρεπε όπως είχε τραβηχτεί ως απαγγιάσει σε άλλη κάμαρη, να της αφήκει χώρο - αλλά ήτον το σώμα της ζεστό, καλό κορμάκι - και του εθύμιζε μια δόλια του πατρίδα (και τί να σήμαινε αυτό, ούτε κι ο ίδιος ήξευρε, της Σμύρνης ήτον από την αρχή και γέννημα και θρέμμα - τί εκατέβαζε ο νους του, παραλόιστος;). Έβλεπε τα αυτοφυή χορτοζιζάνια, φουντίτσες κίτρινες άλλοτε σα μαβιές των πιο μικρών χρωμάτων - όπως φυτρώνανε στις άκριες των βράχων, σε κεραμύδια άνισα - που πάγαιναν κατά του ύψους - κι ίσως κάποτε να πικρά χαμογελούσε: Για δγιε, αυτά ηπάγουν προς ουρανό, εγώ έχω σκυβεί όπως φιλώ τη γη. Δεν ημπορούσε να χαρεί φαγί, τον έκαιγε το στέρνον - και τις Παρασκευές το βράδυ του ήρχονταν να σπάζει τα τζαμωτά, όποτε δηλαδής δεν ετριγύριζε περί το πάνω-κάτω ωσάν μοχθηριασμένο λεοντάρι. Έπαιζε τάβλι (πόρτες, και πλακωτό και φεύγα - και με ετούτη τη σειρά), μονάχος και αντιπαλούσε τον εαυτόν, και πάντα να ηβγαίνει καταλείσκει να 'ναι χαμένος. Δεν τον εδιάφεραν ούτε κενταύριες, φυτείες - όλα στον άνεμο και του κακού του βρόντου ας πάγαιναν, και στα καλά τσακίδια, μαζί του θα τα έπαιρνε; Και είχε πάρει συνήθειο να σταυροκοπείται - προς αγανάκτησην του φίλου του ΧατζηΡεΐς - είπαμε κι είπαμε, αλλά πια, τέτοιο το χάλι; Βεβαίως, άλλο δράμα και αυτό: που δεν ημπόρει να ανεχθεί ούτε το φίλο του, ούτε και τους γνωστούς και άλλους ξένους. Ποίος έχει χάσει άνθρωπο δικόν του, και δεν εθύμωσε με κάθε διπλανόν; Είχε τολμήσει να του ήπει ουδείς καμμιά γλυκιά κουβέντα, ένα με τον καιρό θα γιάνεις - ε, ρε! Του ήρχετο και μία σκοτοδίνη, μια καταδίκη κατακέφαλη. Όχι, που να παλουκωθείτε ολουνοί, δεν ξεύρειτε εσείς το τί σημαίνει να χάσει κήπος την τριανταφυλλιά, πλατεία το πλατάνι της - να πλακωθείτε από το σεισμό, να κατασκάσετε. Κι εσύ, εσύ που σ' είχα κι σύγαμπρο - τώρα θα σε γωνιάσψ, παλιοκερατά, που είχαμε μια όμορφη γυναίκα μισιακή - αλλά όχι κι ότι την έχασες εσύ, αφού ποτέ σου δεν την είχες! Δώρο στην είχα κάνει, και την έχασα εγώ - να μπούνε και τα πράματα στη θέση τους - και να μην παίρνει το τσερβέλο σου αέρα, ότι μπορείς εσύ - απ΄όλους τους ολόξενους να καταλάβεις - εσύ, πιο λίγο κι απ΄την τέταρτη τη ρόδα - από τους άλλους και λιγότερο ακόμα - εσύ, είχες τί είχες; Τη σκιά της, και θα ΄πρεπε και να ΄χες συνηθίσει - διότι, άμα είναι και να ξεσπαθωθούμε, έλα βρε κακομοίρη, τί είχες - και τί έχασες; Ενώ εγώ! Πάει κι ο ουρανός, εσβήσανε και τ' άστρα. Αυτά, και άλλα τόσα θα του έλεγε. Κι αυτό, δεν ήταν του παρόντος - άσε που είχε βρει τα ξεραμένα τριαντάφυλλα - και ορισμένα ούτε είχανε ακόμα αριθμηθεί απ΄τα καλά χεράκια της που πόσο ξέρανε να του χαϊδεύγουνε την πλάτη, και να του πέρνουν τις βαριές τις σκέψεις, τις ακεφιές - και με τα ίδια χέρια, η αχάριστη, το γύναιο και η παλιογυναίκα - να ημερομηνεύει τα ξένα τριαντάφυλλα, να τα τυλίγει με τουλπάνια, να τα φιλάγει άκουσον-άκουσον μέσα εις τα ντολάπια! Και τώρα, που ήπρεπε να βρίσκεται εκεί και να φασκιώνει την ίδια τους την κόρη - κι αυτό, τι όμορφο παιδάκι, ορφανό! Ίδια η μάνα του, και να το μεγαλώνουν οι δούλες! Όχι , και όχι - δεν το άντεχε αυτό να το αντέχει, ούτε να του τη φέρουνε, δε θέλει να τη βλέπει. Να την κρατήσουν όπου είναι - καημένη Κεριμέ, όλο την έβλεπε να κάνει τις δουλειές και με το μωρουδέλλι να μην την άφηνε να κοιμηθεί, παρά μονάχα όποτε το έδινε στην παραμάνα που το τάϊζε του στήθους, ε, ναι, τον έπιανε η αναγούλα όπως και τα σκεφτότανε - να δώτε μου ένα χαμομήλι για βραδινό, μονάχα με ελιές και παξιμάδι, άειντε, κόψετε βάντε μου και λίγο από τυρί. Και κει, άλλες οι τύψεις - σαν τις οχιές διμούτσουνες! Που όταν ήτανε η μακαρίτισσα ακόμα μεθ' ημών - και επειδή είχε χαλάσει και το σουλούπι της - ήτο αρκούντως όμορφη πεντάμορφη, αλλά - ωιμέ! Την είχε βεβαίως καμωμένη την πενιχρή τη σκέψη την αβάσταχτη - θα ήτονα ξανά η κοπελούδα του, όπως την είχε μάθει, ως δενδρίλιο; Ή αυτό ήτονα και το πουλί μας πέταξε - και τότε, τί; Θα έπρεπε αυτός να μάθει και να αρκείτο σε μιαν όπως κι αν ήτο - μόνο και επειδή την είχε για γυναίκα; Και τότε, νοσταλγούσε αρχικώς όποια παντρεύτηκε, αργότερα μία Πωλέτ, μία Ζοζέτ - μια όποια νάναι - μα όχι - και για το θεό, εκείνην την ανοικονόμητη - τί αμαρτίες είχε δηλαδή για να πληρώνει, όχι - αυτήνε δε θα μπόρειγε να τηνε κάμει ζάφτι, του θύμιζε η μέση της τη μάνα του, θέ μου συχώρα με! Και να, ιδού - τον ετιμώρησε ο σπλαχνικός θεός, καλά του έκαμνε που ήτον ο ίδιος ένα τέρας - μάλιστα - και δεν του έπαιρνε καλύτερα το φως του, μόν' πήγε και του στέρησε το φως των οφθαλμών του, είχε ο κόσμος σκοτεινιάσει, μετά κι αν έσβησε... Άραγε, θα ξαναλιάζονταν στη χάρη του θεού; Και που θ΄ανθίζαν οι σημύδες στο δρόμο για το Κορδελιό, θα τις ξανάβλεπε; Υπήρχαν μέρες που ίσως και να νόμιζε πως ένοιωθε καλύτερα - μόνο για να τον άρπαζε σε λίγη ώρα το σαγόνι του σκύλου Κέρβερου, που φαίνονταν να φύλαε την ξώθυρα του κήπου. Έβγαινε για να πά στον καφενέ, μήπως και για να πιάκει μια κουβέντα με τον ας πούμε Ισηγόνη - κι όπως είχε ντυθεί και βάλει και γραβάτα - πήγαινε ως την πόρτα, διαβαινόταν τα οπωροφόρα - ακόμα ήτανε να λέγεις ο χειμών - κι αυτά φυλλεύοντο; Και κει τον έπιανε το τρέμουλο στα γόνατα, με την ανάσα του πιασμένη και να σκέφτεται, ιδρώνω και πεθαίνω, ήρθε ο άγγελος για να με πάρει - με ζήτησε για συντροφιά η σκύλα η Εβραία - να με φιλήσει το φιλί θανάτου, πως την αδίκησα. Κι έκαμνε τη μεταβολή, με την ουρά στα σκέλια - πήγαινε να ξαπλώσει στο θερμοκήπιο, μες στην ορανζερί - να κλάψει στα κρυφά και να καπνίσει τα σέρτικα τα άφιλτρα - πού πια η όρεξη και η χαρά για ναργιλέ... Και γυάλιζε ο ιδρώτας στο μέτωπό του, και νοτιζότανε η μπριγιαντίνη, κατσαρωμένα πάλι τα μαλλιά του, και ηφαινόταν σαν το μούργο το δαρμένο. Κι ύστερα, μία μέρα - ο πόνος είχε αρχίσει να τρογγυλεύει στις γωνιές, και το αεροβαπτισμένο η Γαρδενία - δγιες πώς εστράβωκε το μούτρο του, ήτανε να το πγιείς το κερατένιο στο ποτήρι - άκουσε το παλιό του γνώριμο το γέλιο να ξεφεύγει από το στόμα του - εκείνο το γελάκι που είχε τρελάνει Γαβριέλες, και Πωλέτες, και Ζοζέτες - κι ήξερε ο ΝτημίτΕφέντης ότι τη μακαρίτισσά του, την είχε σχωρεμένη...

(συνεχίζεται)

Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η προσωπογραφία από τα εσωτερικά τοπία του Ντημίτ, όταν το πένθος ήταν χειμωνιάτικο του κρυοπαγετού.

Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ Κική Δημουλά


Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Περιμένω λίγο
να σκουρήνουν οι διαφορές και τ'αδιάφορα
κι ανοίγω τα παράθυρα.Δεν επείγει
αλλά το κάνω έτσι για να μην σκεβρώσει η κίνηση.
Δανείζομαι το κεφάλι της πρώην περιέργειας μου
και το περιστρέφω.Όχι ακριβώς περιστρέφω.
Καλησπερίζω δουλικά όλους αυτούς τους κόλακες
των φόβων,τα αστέρια .Όχι ακριβώς καλησπερίζω.
Στερεώνω με βλεμμάτινη κλωστή
τ'ασημένια κουμπάκια της απόστασης
κάποια που έχουν ξηλωθεί τρέμουνε και θα πέσουν.
Δεν επείγει.Το κάνω μόνο για να δείξω στην απόσταση
πόσο ευγνωμονώ την προσφορά της.

Αν δεν υπήρχε η απόσταση
θα μαραζώνανε τα μακρινά ταξίδια
με μηχανάκι θα μας έφερναν στα σπίτια
σαν πίτσες την υφήλιο που ορέχτηκε η φυγή μας.
Θα ήτανε σαν βδέλλες κολλημένα
πάνω στα νιάτα τα γεράματα
και θα με φώναζαν γιαγιά απ'τα χαράματά μου
εγγόνια μου και έρως αδιακρίτως.
Και τι θα ήταν τ'άστρα
δίχως την υποστήριξη που τους παρέχει η απόσταση.
Επίγεια ασημικά,τίποτα κηροπήγια τασάκια
να ρίχνει εκεί τις στάχτες του ο αρειμάνιος πλούτος
να επενδύει ο θαυμασμός την υπερτίμησή του.

Αν δεν υπήρχε απόσταση
στον ενικό θα μας μιλούσε η νοσταλγία.
Οι σπάνιες τώρα ντροπαλές της συναντήσεις
με την πληθυντική ανάγκη μας
μοιραία τότε θ'αφομοίωναν
την αλανιάρα γλώσσα της συχνότητας.

Βέβαια,αν δεν υπήρχε η απόσταση
δεν θα'τανε σαν άστρο μακρινό εκείνος ο πλησίον
θα'ρχοταν στην πρωτεύουσα προσέγγιση
μόνο δυο βήματα θ'απέχανε τα όνειρα
από τη σκιαγράφησή του.
Όπως κοντά μας θα παρέμενε
η ύστατη φευγάλα της ψυχής.
Προς τί η τόση περιπλάνηση.Χώρος
κενός υπάρχει.Εμείς θα κατεβαίναμε
να ζήσουμε στο υπόγειο κορμί μας
κι εκείνη με τον μύθο της και τα συμπράγκαλά του
θα μετεμψυχωνότανε σε σώμα.

Αν δεν υπήρχες εσύ απόσταση
θα πέρναγε πολύ ευκολότερα
πιο γρήγορα εν μια νυκτί η λήθη
τη δύσκολη παρατεταμένη εφηβεία της
αυτό που χάριν ευφωνίας ονομάζουμε μνήμη.

Όχι ακριβώς μνήμη.Στερεώνω
με βλεμμάτινη κλωστή ομοιώσεις
έχουν ξηλωθεί τρέμουνε και θα πέσουν.
Όχι ακριβώς στερεώνω.Δουλικά περιστρέφομαι
γύρω απ'αυτούς τους κόλακες του χρόνου που
χάριν συντομίας τους ονόμασα μνήμη.
Όχι ακριβώς μνήμη.Ανεφοδιάζω διάττοντες
με παρατεταμένη εκμηδένιση.Επείγει.



Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου" απο τον Νίκο Σταθούλη Vogue ‘68

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

Συνέχεια δημοσίευσης...

Vogue ‘68

Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνη τη μέρα με περίμενε με ιδιαίτερη αγωνία έξω από τον κήπο του. Προφασίστηκε ότι έκανε ασκήσεις για την καρδιά του, ενώ κρατούσε μια συνέντευξη του 1968, η οποία είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Vogue
-«Πρέπει να μπει στο βιβλίο όπως είναι, μου είπε. Είναι μια συνέντευξη που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών τότε, εκείνη την εποχή που το Παρίσι έβραζε, κι έφερει πολύ κόσμο στη γκαλερί μου.»
Τη συνέντευξη την είχε πάρει η διεύθυνση του περιοδικού και είχε προκαλέσει για ένα μήνα όλο το φιλότεχνο Παρίσι…

-«Αγαπητέ Ιόλα, όλοι συμφωνούν στο θαυμασμό για την επιτυχία σας. Σε τρία χρόνια, αφού κατακτήσατε τη Νέα Υόρκη και τη Γενεύη, εγκατασταθήκατε στο Παρίσι και όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «εγκατασταθήκατε», το κάνω για να τονίσω την έννοια της επιτυχίας και της καθιέρωσής σας. Ιόλα, θα επιθυμούσαμε να αποκαλύψετε τους λόγους της επιτυχίας σας. Μιλήστε μας για τη ζωή σας. Δεν ήσασταν πάντοτε έμπορος πινάκων;»
-«Όχι, ξεκίνησα με το χορό. Ω, η ζωή μου δεν ήταν απλή. Ντεμπουτάρησα στην Αμερική με τον Μπαλανσίν. Επέμενε πολύ να με κάνει να χορέψω στην «Τραβιάτα». Λατρεύω την «Τραβιάτα», ιδιαίτερα όταν διευθύνεται από τον Τοσκανίνι. Είναι το πιο ωραίο βαλς του κόσμου. Αλλά αρνήθηκα να ντυθώ με παλιά και αρχαία κοστούμια. Αηδίασα… Από την άλλη, δεν ήθελα να γίνω μέλος γκρουπ. Εγώ είμαι ανεξάρτητος. Παρ’ όλο τον θαυμασμό μου για τον Μπαλανσίν, έφυγα. Έγινε πυρ και μανία. Κατόπιν, πήγα στη Βραζιλία με την εγγονή του Προέδρου Ρούσβελτ, τη Θεοδώρα, για να δώσω ρεσιτάλ χορού. Μετά έγινα σύμβουλος του μαρκησίου Ντε Κουέβας, γνώρισα τον Στραβίνσκι…»
-«Τον Στραβίνσκι;»
-«Τον λατρεύω τον Στραβίνσκι. Είναι πολύ φίλος μου. Είναι σε όλα εξαιρετικός. Γνώρισα επίσης τον Χάιντσμιθ, Ντάριους Μισό, Σογκέ, Πουλένκ. Έλαβα μέρος στο φεστιβάλ του Κουπρέν του Παρισιού όταν ήμουν σπουδαστής χορού. Ήταν το 1938. Ένιωθα υπέροχα διότι ήμουν πολύ νέος, μόλις είκοσι δύο ετών. Αλλά πάντα προτιμούσα να εργάζομαι μόνος.
Λοιπόν, είχα μια φίλη, τη δούκισσα Μαρία Ντε Γκραμόν και ένα βράδυ της είπα: «Δεν ανέχομαι πια το χορό όπως έγινε, με τις ίντριγκες και όλα αυτά. Δεν είναι πια χορός αυτό!». Με ρώτησε: «Τι μπορούμε να κάνουμε;» Κι εγώ της πρότεινα: «Να κάνουμε κάτι μαζί!». Κι έτσι άνοιξα μια γκαλερί μαζί της. Η γκαλερί αυτή ήταν ένα θαύμα. Η Μαρία, η φίλη μου, με οδήγησε στον Ρόμπερτ Ντε Ρότσιλντ, που αγόρασε αμέσως. Ήταν το 1944. Όλα πήγαιναν θαυμάσια. Δε γνώριζα απολύτως τίποτα. Πουλούσα Τσελίτσεφ, Dali… Ο Τσελίτσεφ ήταν αυτός που διακόσμησε τους τοίχους της γκαλερί στη Νέα Υόρκη…»
-«Υπάρχουν ακόμη οι τοίχοι αυτοί;»
-«Όχι, δυστυχώς! Δεν πλήρωσα το ενοίκιο και μ’ έδιωξαν…»
-«Υπάρχει κάτι το κοινό μεταξύ του χορού και του επαγγέλματος σας;»
-«Για μένα, κάθε έκθεση είναι σαν πρεμιέρα μπαλέτου. Σκοτώνομαι, εκνευρίζομαι και περιμένω το κοινό για να κάνω μια παράσταση. Δε θεωρώ την γκαλερί εμπορικό επάγγελμα. Είναι ένα επάγγελμα καθαρά καλλιτεχνικό.
Μια έκθεση που κοσμείται από τον Yves Klein και τον Max Ernst είναι σαν μπαλέτο. Είναι ένα θέαμα στο οποίο οι θεατές είναι χορευτές και το ντεκόρ είναι από ζωγράφο. Εξάλλου, δεν είμαι έμπορος πινάκων μόνο για να πουλάω πίνακες. Οι συλλέκτες μου είναι φίλοι μου, φίλοι που ερωτεύονται ό, τι κάνω, ό, τι βλέπω. Πιστεύω πως έχω μια τεράστια δύναμη γοητείας.»
-«Έχετε σίγουρα μεγάλη δύναμη γοητείας.»
-«Τεράστια. Αλλά, εάν αισθανθώ ότι κάποιος δεν έχει σχέση με μένα, τον πετάω έξω… Δεν υπάρχουν «ευκαιρίες» σε μένα, δε δέχομαι παζάρεμα…»
-«Είναι κάτι σαν κι αυτό που έκανε ο Vollard. Αλλά ήταν ένα κόλπο για να πουλάει πιο ακριβά.»
-«Α, δεν το γνωρίζω.»
-«Ναι, ο Vollard έδιωχνε ευγενικά όσους δεν του άρεσαν.»
-«Εγώ έδιωξα μεγάλους συλλέκτες της Αμερικής. Ένας από το Σικάγο μου είπε: «Μα έχω 78 Picasso!». Του είπα: «Μπορεί να έχετε 7.000 Picasso, δε με ενδιαφέρει…». Το όνομα του βέβαια δεν το αποκαλύπτω… Δεν έχει και σημασία… Για μένα το μόνο που μετρά είναι το πρόσωπο του ανθρώπου. Υπάρχει κάτι που με τραβάει στους ανθρώπους: η εμπιστοσύνη. Η υπόθεση της επιταγής είναι λεπτομέρεια, ενέργεια ταχυδακτυλουργού…»
-«Μα δε αγαπάτε το χρήμα;»
-«Το χρήμα… Τι είναι αυτό; Δεν το γνωρίζω. Το χρήμα… Α, ναι βέβαια. Μου χρειάζεται πολύ, αλλά χρήμα έχω. Άγχος δεν έχω.»
-«Ιόλα, ο χορός, η ζωγραφική, τα δολάρια, όλα αυτά σας φαίνονται καλά για να πολεμήσετε το άγχος σα;»
-«Δεν έχω τέτοιο πράγμα…»
-«Ιόλα, αφιερώνετε το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων σας στις γκαλερί σε σουρεαλιστικές μορφές έκφρασης.»
-«Ποτέ δεν είχα σουρεαλιστικό πίνακα. Πείτε μου ένα όνομα.»
-«Μax Ernst, Μagritte, Brauner ή Λεονόρ Φινί. Δεν μπορείτε να αρνηθείτε ότι τέσσερις σπουδαίοι ζωγράφοι της γκαλερί σας είναι σουρεαλιστές.»
-«Α, δεν είμαι της γνώμης σας. Είναι σαν να ρωτάτε ένα μαύρο αν είναι νέγρος. Γιατί; Είναι ένα ανθρώπινο ον. Και τον Πικάσο θα τον βαφτίζατε κυβιστή με την δικαιολογία ότι έκανε στο πανί τους πιο ωραίους κύβους στον κόσμο;»
-«Μήπως σκέφτεστε να αρνηθείτε τον Σουρεαλισμό;»
-«Όχι, δεν αρνούμαι τον Σουρεαλισμό. Η πρώτη λέξη που είπε ο Αδάμ στην Εύα ήταν σουρεαλιστική. Βέβαια, αν θέλετε να μου βάλετε μια ετικέτα, αποκαλέστε με σουρεαλιστή. Αχ, αυτή η μανία να ετικετάρετε τα πάντα. Ως και στην Αμερική υπέφερα από αυτό. Ξέρετε, είμαι τόσο απορροφημένος με ό, τι κάνω, που δεν μπορώ να ορίσω τίποτα για τον εαυτό μου.»
-«Δηλαδή, κατά τα λεγόμενά σας, ένας έμπορος δεν πρέπει να ανήκει σε μια τάση, να την υπερασπίζεται;»
-«Δε γνωρίζω αρκετούς εμπόρους για να ξέρω πως λειτουργούν, πως σκέπτονται. Εγώ ελκύομαι, για παράδειγμα, από τον δικό σας, τον Κlimt. Είναι ένας ζωγράφος που είχα λατρέψει κάποτε. Αλλά δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες. Τις κατατάξεις… Δεν υπερασπίζω ζωγράφους. Παραδείγματος χάρη, αγαπώ τον Αισχύλο. Εάν θεωρείτε τον Αισχύλο σουρεαλιστή, τότε λέγετέ με σουρεαλιστή και την γκαλερί μου σουρεαλιστική…»
-«Πόσο καιρό παρέμεινε ανοιχτή η πρώτη σας γκαλερί στη Νέα Υόρκη;»
-«Ω, διάρκεσε… μα δε θυμάμαι πόσο ακριβώς. Είχα δύο δολάρια στην αρχή…»
-«Είναι αρκετά για να αποκτήσετε μια γκαλερί στη Νέα Υόρκη;»
-«Δε γνωρίζω. Ευτυχώς έχω ένα κουνιάδο, θαυμάσιο άνθρωπο, τον Άρθουρ Στάιφελ, που μου έχει πολλή εμπιστοσύνη. Του ζητώ εκατομμύρια δολάρια και μου τα δίνει έτσι. Μου δίνει μια επιταγή και πόσα μηδενικά έχει δε γνωρίζω..»
-«Γιατί την γκαλερί σας στο Παρίσι, που μόλις πήρατε, δε γνωρίζετε τίποτα;»
-«Δε γνωρίζω, δεν είμαι αυτός που έχει τα χρήματα. Όταν έχω χρήματα, αγοράζω έργα… Θα ήθελα πολύ να αγοράσω έναν Κlimt… Είμαι έτοιμος να αγοράσω έναν…»
-«Ποιος ήταν ο πρώτος ζωγράφος με τον οποίο συνεργαστήκατε; Ο πρώτος που υπερασπίσατε;»
-«Δε μπόρεσα να συνεργαστώ με κανένα ζωγράφο. Να υπερασπιστώ ένα ζωγράφο; Δεν είμαι έμπορος πινάκων…»
-«Γιατί αποκηρύσσετε τόσο πολύ το επάγγελμά του εμπόρου; Ο έμπορος είναι ένα αξιοσέβαστο επάγγελμα…»
-«Δεν το αποκηρύσσω καθόλου. Έχω άγνοια…»
-«Άγνοια τίνος, Ιόλα; Οικονομικά προβλήματα; Αγοράζετε ένα πίνακα και τον πουλάτε με κάποιο κέρδος. Τίποτα πιο φυσικό…»
-«Όχι δεν αγοράζω ποτέ ένα πίνακα. Μπορεί ένας από τους πίνακές μου να αξίζει σήμερα π.χ. 150.000 δολάρια, μπορεί επίσης να μου κόστισε 2.000 φράγκα ή 10.000 φράγκα… Δεν έχει καμία σημασία. Όταν βλέπω ένα πίνακα ξέρω ότι αξίζει τόσα. Δηλαδή ότι εγώ θα πλήρωνα τόσα. Διότι γνωρίζω ότι αυτό που αγαπώ αξίζει τόσα.
Όταν αγοράζω ένα πίνακα του Wols 300 δολάρια και τον πούλησα 150.000 δολάρια, δεν κοίταξα την τιμή στην οποία τον αγόρασα. Όταν τον πήρα, ήξερα ότι ήταν ένας πίνακας που άξιζε 150.000 δολάρια. Είναι πολύ απλό. Δεν εξετάζω την τιμή αγοράς και πωλήσεως. Κοιτάζω την ουσιαστική αξία ενός πράγματος.
Όταν κοιτάζω π.χ. έναν Κlimt, συμπληρώνω μια επιταγή αμέσως. Είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο…»
-«Ιόλα, είστε πολύ σίγουρος για τον εαυτό σας. Ανάλογη εντύπωση σπάνια σχηματίζουμε για όσους ασκούν το επάγγελμά σας. Αλλά δεν σας φαίνεται ότι το πάθος για χρήμα είναι αναμενόμενο σε έναν συλλέκτη, ο οποίος πάντοτε φιλοδοξεί να αγοράζει έργα; Εάν συμφωνείτε με την άποψη αυτή, τότε γιατί ανακαλείτε;»
-«Μα δεν ανακαλώ καθόλου. Εγώ βρίσκω ότι η υπόθεση του χρήματος δεν έχει καμία σχέση με εμένα. Έχω ανάγκη το χρήμα, διότι λατρεύω να το μετατρέπω σε διάφορα πράγματα: πολύτιμους λίθους, αντίκες, χειρόγραφα, οτιδήποτε θέλετε στον κόσμο… Το χρήμα είναι η μαγική ράβδος που μου δίνει ό, τι αγαπώ. Ό, τι επιθύμησα στη ζωή μου, το έχω. Χωρίς να σκεφτώ. Το χρήμα δεν είναι κάτι που με κάνει να σκέφτομαι…»
-«Ποιος ήταν ο πρώτος πίνακας για εσάς;»
-«Η πρώτη φορά που είδα –με την ουσιαστική έννοια του «βλέπω»- έναν πίνακα σε μια γκαλερί στο Παρίσι, του De Chirico. Έπαθα τότε σοκ, κι αυτό με οδήγησε στην ζωγραφική. Είδα ένα πίνακα και όλη η ζωή μου άλλαξε. Πρέπει να πω ότι χρωστάω τα πάντα στο ζωγράφο αυτό…»
-«Παρ’ όλες τις ατέλειές του;»
-«Παρ’ όλες τις ατέλειές του… Είναι φίλος μου και αισθάνομαι πλήρη ευτυχία μαζί του.»
-«Τι λέτε για το πρόβλημα των πλαστών του De Chirico; Μερικοί βεβαιώνουν ότι τους ξαναφτιάχνει ο ίδιος από το 1915…»
-«Μα τι θαύμα! Να ξανακάνεις την αιωνιότητα! Ξανακάνει την αιωνιότητα. Είναι ο μεγαλύτερος και δημοφιλέστερος καλλιτέχνης. Ξανακάνει έργα της «σειράς», αλλά είναι θαυμάσιος…»
-«Έχετε πέντε ή έξι ζωγράφους συνδεδεμένους με την γκαλερί σας, μεγάλους ζωγράφους. Πως συνεργάζεστε μαζί τους, με συμβόλαια;»
-«Με τους νέους μου ζωγράφους έχω συμβόλαια αποκλειστικότητας. Με τους άλλους τίποτα. Με τους Μagritte, Μax Ernst, Fernandez, Μatta, Brauner συνεργάζομαι φιλικά. Μ’ εμπιστεύονται, δεν έχω κανένα χαρτί μαζί τους. Είχα στην αρχή…τώρα δεν έχω τίποτα..»
-«Πηγαίνετε στον ζωγράφο και έχετε την πρώτη άποψη;»
-«Δεν ξέρω τη σημαίνει πρώτη άποψη. Έχω μια αιώνια άποψη. Όταν βλέπω έναν πίνακα του Magritte ή του Μax Ernst, η ιδέα να κοιμηθώ ένα βράδυ με τον πίνακα αυτό, είναι αρκετή.»
-«Υποφέρετε στη ιδέα να πουλήσετε ένα πίνακα;»
-«Όχι δεν υποφέρω. Ειλικρινά δεν είμαι τόσο εγωιστής, όχι.»
-«Αδιαφορείτε για το ότι θα γεράσετε;»
-«Δε θα γεράσω ποτέ. Αυτή τη στιγμή ετοιμάζω την έκθεση ενός νέου δεκαεφτά ετών, του Raysse. Είμαι λοιπόν τόσο νέος όσο και αυτός.»
-«Δεν σας απασχολεί ο θάνατος;»
-«Διόλου, διότι ο θάνατος είναι ζωή. Αυτή είναι η κλασική μου διάπλαση.»
-«Είστε θρήσκος;»
-«Ό, τι πιο θρήσκο… Ορθόδοξος ως επί το πλείστον.»
-«Ποιοι είναι οι νέοι σας ζωγράφοι;»
-«Είναι οι Τάκης, Niki de Saint Phalle, Martial Raysse. Πρέπει να πω ότι οι καλλιτέχνες μου είναι υπέροχοι. Δεν είναι ρεαλιστές που παρασύρονται από μάταιη πολυτέλεια. Τους λατρεύω.»
-«Πως ζουν;»
-«Τους δίνω ένα… Ένα ετήσιο…»
-«Και μ’ αυτό το ετήσιο υποχρεούνται να σας δίνουν έναν ορισμένο αριθμό πινάκων;»
-«Το αγνοώ. Ρωτήστε τη διαχειρίστριά μου. Αυτές οι λεπτομέρειες.»
-«Σε περίπτωση κρίσης θα καταστρεφόσασταν για τους ζωγράφους σας;»
-«Α, από τότε που ασκώ το επάγγελμα αυτό μιλούν για κρίση που θα γίνει το επόμενο έτος. Δε γνώρισα ποτέ αυτήν την κυρία προσωπικά. Πως είναι; Ξανθιά, μελαχρινή, κοκκινομάλλα, τι είδος; Τη γνωρίσατε;»
-«Πως πουλάτε έναν πίνακα;»
-«Μα, εγώ ποτέ δεν πουλάω ένα πίνακα. Κάνω τους ανθρώπους να ερωτεύονται τον πίνακα που αγαπώ.»
-«Δε θα παραχωρούσατε λίγη από τη γοητεία σας, που είναι μεγάλη, εάν ο κύριος που τον κάνατε να ερωτευτεί έναν πίνακα, σας τον επιστρέψει λίγο αργότερα απογοητευμένος από τον έρωτά του; Θα τον ξαναπαίρνατε πίσω;»
-«Προσφέρομαι να τον πάρω πίσω αμέσως. Αλλά όταν ο κύριος το ακούει αυτό, τον ερωτεύεται περισσότερο. Τελευταία, μου συνέβη αυτό με τον μεγαλύτερο ζωγράφο της γκαλερί μου. Ένας αγοραστής επέστρεψε, για να μου πει ότι οι φίλοι του ισχυρίζονταν ότι πλήρωσε ένα τρελό ποσό για τον ζωγράφο αυτό. Του είπα να μου επιστρέψει αμέσως τον πίνακα και θα του δώσω και 30% επιπλέον.»
-«Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σας;»
-«Η μόρφωσή μου. Έχω ελληνική μόρφωση. Γνωρίζω την αρχαία ελληνική. Όταν επιστρέφω στο σπίτι μου για τρείς μήνες το καλοκαίρι, διαβάζω ελληνικά, πράγμα πολύ σημαντικό για μένα. Τον Αισχύλο, τον Πίνδαρο, τον Πλάτωνα… Τους ξαναβρίσκω… Λατρεύω όμως επίσης και Γερμανούς ποιητές.»
-«Δηλαδή το επάγγελμα που κάνετε σας επιτρέπει να διαβάζετε, σας επιτρέπει να παίρνεται τα πράγματα που σας είναι απαραίτητα, να ζείτε σαν ένας «σατράπης»… Σας αρέσει να ζείτε έτσι;»
-«Ναι, σαν ημίθεος…»
-«Τι λέτε για τον σνομπισμό;»
-«Είμαι τελείως υπέρ του σνομπισμού. Νομίζω ότι όλοι οι φίλοι μου έχουν κάτι το θείο από το οποίο ελκύομαι. Έχουν κάτι από μένα, κάτι που πάει στην κουλτούρα μου. Λατρεύω τα όντα που έχουν έξοχες, θεϊκές ιδιότητες. Ονομάστε το σνομπισμό. Μισώ την café- society, πότε δεν εντάχτηκα σ’ αυτήν.
Είναι μια βλακεία και γι’ αυτό μπορεί να γίνω κομμουνιστής. Μόνο τα όντα που είναι προικισμένα με ποιητική αίσθηση, είναι οι φίλοι μου, ζω με αυτούς διότι φέρνουν την ποίηση στον κόσμο. Αυτό που θέλω στη ζωή, εφόσον δε θέλω πια να χορεύω, είναι να φέρνω την ποίηση με τους πίνακές μου. Δεν είναι σκοπός μου να κερδίζω χρήματα. Πιστεύω στην επικράτηση του πνεύματος, είμαι Έλληνας από την Αλεξάνδρεια, είμαι αριστοκράτης.»
-«Γνωρίζετε, όπως κι εγώ, ότι τους περασμένους αιώνες δεν υπήρχαν έμποροι πινάκων, εκτός εξαιρέσεων όπως ο Γκερσέν, που ήταν μάλλον έμπορος ευτελών πραγμάτων πουλώντας Βατό της ευκαιρίας, ή όπως ο Λεμπρίν που πουλώντας πίνακες της κουνιάδας του.
- Σε τι αποδίδετε το γεγονός ότι κάποτε οι ερασιτέχνες περνιόντουσαν για έμποροι πινάκων, ενώ σήμερα οι συλλέκτες θεωρούν αναγκαίο να υπάρχει ένας μεσάζων μεταξύ του έργου και του πάθους τους;»
-«Ειλικρινά δε μπορώ να σας απαντήσω… Δε γνωρίζω…»
-«Μήπως επειδή οι σύγχρονοι μας έχουν λιγότερη εμπιστοσύνη στο κριτήριό τους και φοβούνται τον εαυτό τους; Μήπως γίνεται λοιπόν αναγκαίο κάποιος πιο καλλιεργημένος να τους πει τι πρέπει να κάνουν;»
-«Εάν είναι αυτός ο ρόλος μου, είμαι ευτυχής. Το δέχομαι αυτό σαν πεπρωμένο.»
-«Συμβουλεύετε τους ζωγράφους σας στο τεχνικό σχέδιο;»
-«Ειλικρινά, όχι. Προφανώς, με τους νέους ζωγράφους υπάρχουν πολλά προβλήματα. Προσελκύονται από την αποκάλυψη, αλλά δεν τους δίνω συμβουλές. Προσπαθώ να πάρω λίγη από την αγωνία που έχουν…»
-«Είναι αγχώδεις;»
-«Ναι, διότι ζουν σε μια εποχή θαυμάσια, αλλά αγχώδη…»
-«Κι εσείς;»
-«Κι εγώ είμαι πολύ αγχώδης…»
-«Τι έχετε να πείτε για το ίδρυμα Maecht;»
-«Δεν έχω τίποτα να πω. Ό, τι και να είναι, εάν δίνει κάτι στο κοινό, είναι καλό.»
-«Σκέφτεστε να δώσετε κάποια μέρα στο κοινό λίγο ιολικό κόσμο σας;»
-«Δεν έχω ιολικό κόσμο. Αλλά θα ήθελα να μαζέψω μερικούς πίνακες να τους δώσω στη χώρα μου. Διότι εάν είμαι όλος Αμερικάνος –εκεί έμαθα τα πάντα-, είμαι επίσης και Έλληνας, και ξέρω ότι η πατρίδα μου δεν έχει δυνατότητες. Θέλω να το κάνω. Έχω δώσει το λόγο μου.»
-«Τι σκέφτεστε για την σύγχυση που επικρατεί στον τομέα των πινάκων εδώ και είκοσι πέντε χρόνιά; Αυτή η δίψα των νέων καλλιτεχνών να δημιουργούν χωρίς παύση κάτι νέο. Ενώ τα ρομαντικά ή τα ιμπρεσιονιστικά κινήματα αναπτύσσονταν σε είκοσι χρόνια, σ’ αυτόν τον αιώνα όλα πάνε τόσο γρήγορα…»
-«Όχι τόσο γρήγορα όσο θα έπρεπε, δυστυχώς. Τα αεροπλάνα είναι τόσο αργά, είναι τα πιο αργοκίνητα πράγματα στον κόσμο, τα πιο ντεμοντέ. Ας μας δώσουν τη χαρά να μην έχουμε το χρόνο να κοιτάξουμε το ρολόι μας. Είναι σημαντικό να φτάνουν πιο γρήγορα ακόμη, και πιο γρήγορα, και ακόμα πιο γρήγορα στον προορισμό τους. Πρέπει και στον τομέα της τέχνης το καθετί να περνά ακόμη πιο γρήγορα. Δεν έχουμε πια ανάγκη τους αιώνες, αλλά τα δευτερόλεπτα. Οι αιώνες δεν πρέπει να υπάρχουν πια, δε λογαριάζονται παρά μόνο τα δευτερόλεπτα. Η τέχνη- δευτερόλεπτο είναι η τέχνη του σήμερα.»
-«Η ταχύτητα είναι ένα μέσο για να καταπολεμάτε το άγχος σας;»
-«Απολύτως. Μόνο στην Ελλάδα μπορώ να μείνω για πολύ καιρό. Στο Παρίσι ύστερα από τέσσερις μέρες θέλω να φύγω. Στην Ελλάδα τα ξεχνάω όλα: τις γκαλερί, τους καλλιτέχνες, τους πίνακες. Στην Ελλάδα, ξαναγίνομαι ανθρώπινο ον και διαβάζω σαν μικρός μαθητής. Το άγχος μου φεύγει.»
-«Γιατί οι γυναίκες στον τομέα της καλλιτεχνικής δημιουργίας έχουν μικρότερο έργο;»
-«Είναι η γοητεία τους. Ας μείνουν λιγότερες.»
-«Για σας η Λεονόρ Φινί, η Niki de Saint Phalle είναι υποδεέστερες;»
-«Είναι gestalte. Ελληνικά, θα έλεγα «σύμβολα»…»
-«Σύμβολα που καλμάρουν το άγχος μας και μας δίνουν ζωή. Δεν είναι αυτό το καλύτερο που κάνουν τα παιδιά; Αγαπάτε τα παιδιά;»
-«Διόλου.»
-«Η ιδέα του γάμου;»
-«Είμαι απολύτως ενάντιος. Είδα το γάμο του πατέρα μου και της μητέρας μου. Ήταν το πιο καταπληκτικό πράγμα που θα μπορούσε να γίνει. Τη μητέρα μου τη λέγανε Περσεφόνη. Συνάντησε τον πατέρα μου. Τον λέγανε Αντρέα, αλλά ήταν άλλης τάξης. Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν πολύ εύπορη στην Αίγυπτο. Ο πατέρας μου ήταν πολύ όμορφος και η μητέρα μου τον ερωτεύτηκε αμέσως. Μόλις τον είδε λιποθύμησε. Η οικογένειά της δεν ήθελε αυτό το γάμο βεβαίως. Αλλά όταν είδαν το κορίτσι τους στο χείλος του τάφου από τη στεναχώρια της, έκαναν ένα κρυφό γάμο, έτσι, χωρίς κόσμο. Οι γυναίκες λοιπόν, μια και με ρωτήσατε πριν, πιστεύω ότι είναι θαυμάσιες, καταπληκτικές…»
-«Καταπληκτικές. Εκτός απ’ όταν ζωγραφίζουν…»
-«Εκεί είναι άλλο πράγμα. Είναι πολύ σοβαρές και τις θαυμάζω πολύ. Προσπαθούν να ξεφύγουν από τη θηλυκότητά τους…»
-«Υπάρχει κάποιο κοινό σημείο ανάμεσα σε εσάς και στην Niki de Saint Phalle, που εκδηλώνει πότε- πότε μια σφοδρή δειλία κατά των αντρών και μια κάποια περιφρόνηση για τις γυναίκες;»
-«Περιφρόνηση; Διόλου. Εγώ νιώθω βαθύ θαυμασμό.»
-«Θαυμασμό ναι, αλλά επιφυλακτικό…»
-«Πείτε μετρημένο. Αγάπησα πάρα πολύ τη μητέρα μου και δεν περιφρονώ τις γυναίκες. Οι γυναίκες δημιουργοί; Είναι μάλλον μεγάλες εμπνεύστριες. Λατρεύω την κρίση του Μεγάλου Αλεξάνδρου για τη γυναίκα: «ουσιαστική και ανύπαρκτη»…»
-«Είστε πολύ παθιασμένος;»
-«Υπερ- παθιασμένος.»
-«Ερωτευτήκατε πολλές φορές;»
-«Ερωτεύομαι κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο.»
-«Ας γυρίσουμε στην μητέρα σας…»
-«Είχε πολύ τακτ… Ήταν μια γυναίκα ερωτευμένη, ψεύτρα και πολύ ερωτιάρα. Έμαθα απ’ αυτή πολλά πράγματα.»
-«Τι εικόνα για την αγάπη σας έδωσε;»
-«Συγκινούσε όλους τους άντρες.»
-«Ζηλεύατε;»
-«Διόλου. Έπαιρνα μαθήματα…»
-«Δε ζηλέψατε ποτέ στη ζωή σας;»
-«Διόλου. Δεν υπάρχει αυτό για μένα. Δίνεις και παίρνεις. Ο έρωτας είναι μια κρυφή σελίδα, μια εξαίσια γραφή που διαφέρει σε κάθε άνθρωπο. Στον έρωτα, κάθε φορά είναι ξεχωριστή. Δεν πιστεύω στην εμπειρία. Κάθε φορά είμαι παρθένος, δε γνωρίζω τίποτα για τη ζωή.»
-«Οι άνθρωποι που περνάνε από τη ζωή σας έχουν κάποια σημασία;»
-«Πολύ μεγάλη.»
-«Είστε περίεργος;»
-«Όχι δεν είμαι.»
-«Όμως πηγαίνετε στα μέντιουμ…»
-«Είναι μια παρηγοριά…»
-«Για να γιατρέψετε το άγχος σας; Πόσο σημαντικό είναι αυτό το άγχος;»
-«Υπερ- σημαντικό…»
-«Στη αρχή όμως της συζήτησης μου είπατε ότι δεν έχετε άγχος…»
-«Προ ολίγου ήταν έτσι, τώρα είναι άλλο. Εγώ είμαι ανοιχτός, χωρίς καμιά προστασία. Η ζωή είναι που σου τα φέρνει όλα και σου τα παίρνει όλα. Όλα μου δόθηκαν από το Θεό. Όλα μου δόθηκαν.»
-«Αυτή τη στιγμή πως αισθάνεστε;»
-«Αιώνιος. Αιγύπτιος.»
-«Μόλις προ ολίγων λεπτών εκθειάζατε τον αρχαίο ελληνισμό, μετά δηλώνατε με πάθος ορθόδοξος και τώρα Αιγύπτιος. O παγανισμός για την ευχαρίστηση, η ορθοδοξία για την άφεση των αμαρτιών σας, οι παλιές αιγυπτιακές δοξασίες για επιβίωση…»
-«Αιγύπτιος. Είναι όλα εκεί. Η ζωή; Δεν υπάρχει ζωή. Ο θάνατος; Δεν υπάρχει θάνατος. Εκεί είναι όλα…»
-«Είστε ευτυχισμένος στην Αίγυπτο;»
-«Όχι, αλλά είμαι εκεί τοποθετημένος. Ευτυχισμένος δεν είμαι παρά μόνο στην Ελλάδα. Στο σπίτι μου, που είναι χτισμένο στα χωράφια που ανήκουν στον πατέρα μου. Είναι έξοχο.»
-«Λοιπόν, μιλήσαμε πολύ, και μέσω της ειλικρίνειας των προθέσεών σας αλλά και αυτών των αποσιωπήσεων σας, σας γνωρίζουμε καλά, αγαπητέ Ιόλα. Υπάρχει όμως ένα σημείο που με ενόχλησε λίγο: είναι η συνεχής άρνησή σας να σας θεωρούν έμπορο πινάκων.»
-«Θεωρώ το επάγγελμά μου ως το ωραιότερο. Εξάλλου δε θα μπορούσα να κάνω άλλο πράγμα. Έχω ένα υπερ- σνομπισμό για αυτό που κάνω. Βαφτίστε με έμπορο πινάκων αν θέλετε. Αλλά αυτός ο χαρακτηρισμός αγγίζει την αγάπη μου για τα πράγματα. Διαφορετικά θα θυμώσω μαζί σας. Θεωρώ ότι είμαι ο καλύτερος άνθρωπος στη γη, διότι περιτριγυρίζομαι από καλλιτέχνες, ποιητές και αυτό είναι θαυμάσιο. Εάν όμως μου μιλάτε για χρήμα, τότε σας λέω ότι εάν ένας τραπεζίτης κερδίζει δέκα εκατομμύρια, εγώ έχω δικαίωμα να κερδίζω εκατό εκατομμύρια, διότι κάνω το πιο όμορφο επάγγελμα στον κόσμο.»
-«Δε νιώσατε λύπη που δε γίνατε δημιουργός, ίσος με τον Νιζίνσκι ή με θαυμάσιους ζωγράφους των οποίων τα έργα θαυμάζετε;»
-«Όχι, δεν το σκέφτηκα ποτέ αυτό. Δε γεννήθηκα ζωγράφος. Όμως αν θέλετε, μπορώ να σας πω ότι θα τραγουδούσα τη «Νόρμα» πολύ καλύτερα από την Κάλλας. Γι’ αυτό ναι, λυπάμαι δηλαδή που δεν είμαι η Σάρα Μπερνάρ.»
-«Αυτή η επιθυμία να είστε μαικήνας και όχι έμπορος δεν κρύβει αυτήν την ανέλπιδη φιλοδοξία;»
-«Όχι, διάλεξα να είμαι κοντά στους ζωγράφους, στους γλύπτες, διότι απολαμβάνω μια μεγάλη ευχαρίστηση. Όταν γνώρισα τον De Chirico, τον Μax Ernst, κατάλαβα ότι με το να ζεις δίπλα τους γίνεσαι μέρος τους. Κάθε φορά που βλέπω ένα πίνακα του Μax, είμαι ευτυχής που τον έκανε αυτός. Είναι μια συνέχεια της ζωής μου και λέω: «Η ζωή είναι ωραία!». Είναι τόσο ωραία αφού είμαι εκεί, ο πρώτος που βλέπει τον καινούργιο πίνακα, που τον παίρνει στα χέρια του.
Μετά έρχεται η επιταγή, έρχονται μηδενικά, περισσότερα μηδενικά, σύμφωνοι. Θα ήθελα να προσθέσω κιόλας εκατομμύρια μηδενικά πλάι. Αλλά δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα απ’ αυτό που μόλις είδα, τον Κlimt.»

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Απόσπασμα Στρατής Τσίρκας "Η Λέσχη"

«Τόσοι άνθρωποι, ναυάγια της καταιγίδας που σαρώνει τον κόσμο, 

κι αντίς η δυστυχία να τους σμίγει, τους χωρίζει.
Λες κι ο καθένας τους φοβάται μην κολλήσει από τον άλλον αρρώστια

 πιο βαριά απ' αυτή που τον λιώνει».

 Στρατής Τσίρκας "Η Λέσχη"

ΟΠΩΣ ΣΤΕΛΝΕΙΣ Γιάννης Τόλιας



ΟΠΩΣ ΣΤΕΛΝΕΙΣ

Όπως στέλνεις
τον οδυρμό του φωτός
ως άλλη δύση

Διψώ
την αλμύρα των λέξεων
στην ανομολόγητη
συνομιλία των ματιών σου

Εσύ η στέρηση
κι εγώ ο μακρινός.


ΧΑΔΙ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

Το χάδι είναι δημιουργία.
Εμπειρία τρυφερότητας.
Έχει το δικό του μυστικό ρυθμό.
Η ευλύγιστη κίνηση των δαχτύλων, 
επινόηση εμπνεόμενη από τις αισθήσεις.

Το χάδι το εξουσιάζει και το οδηγεί η έξαρση της στιγμής.
Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράξενο,
οι διαθέσεις του χαδιού είναι υποσυνείδητα αρπακτικές.
Αποσπά την προσοχή με την επίσκεψη της περιπάθειας
κρύβοντας επιμελώς τα γαμψά νύχια της κυρίευσης.

Η κόμη, παρά τη φαινομενική ακινησία της,
μέσα της κρύβει κι αυτή επιθετικές ροές. 
Η διείσδυση όμως των δακτύλων, τις αναχαιτίζει.

Κάποτε το χάδι υπερβάλλοντας σε αγριότητα συναισθήματος
κατορθώνει και μεταλλάσσει τον πόνο σε ευχαρίστηση.

Άρχισε μια σιγανή βροχή... Μανόλη Αναγνωστάκη


Μανόλη Αναγνωστάκη

ΑΡΧΙΣΕ ΜΙΑ ΣΙΓΑΝΗ ΒΡΟΧΗ...


Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδι.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη
λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε
μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό
ή με σκοπό -σου είναι αδιάφορο-
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκι-
σμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή
μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
-Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στο-
χάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα-
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κά-
μαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα
και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφε-
νείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο
τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυ-
ρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που
πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσό-
τερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως
δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κα-
θετί
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου
ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με
τις πολύχρωμες φωνές.

…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς
τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

Τα Ποιήματα, 1971