Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πέμπτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πέμπτο)
25 Νοεμβρίου 2013 στις 11:09 μ.μ.


Έχουμε πλέον εμπεδώσει ότι ο δρόμος προς - και από τούδε - περνά απ΄τη Φοντένα ντε Σουπίρ, αναστενάξαμε καλώς και εκ βαθέων, μήπως να πρέπει να περάσωμε σε κάποιο παρασύνθημα. Και ορισμένοι εξ ημών θα λέγαν ίσως ναι, και ορισμένοι (ανάλογα με το ταμπεραμέντο) θα λένε όχι. Το θέμα και το ζήτημα ζητούμενο, είναι ότι συνήθως όλα τα του θανάτου τα σκουπίζουμε κάτω απ΄το χαλάκι, ως που να μην εφαίνονται. Μα δεν τα καθαρίζουμε με το καλό φαράσι, μένουν εκεί κακώς παραχωμένα - να μας δαγκάνουνε τις φτέρνες. Όχι, και όχι - και για εκατό φορές να μη συμβεί αυτό, όσο περνάει από το χέρι μας - άσε που δεν το θέλει ο θεός ούτε κι ο ζάβαλης να μην ασχοληθούμε με τον πόνο του αθρώπου που έχασε μεμιάς το κόσμημα μαθές και τη συμβία του και έχει μείνει να ταγίζει το τραύμα του επιζήσαντος. Γιατί, μαζί δεν ήτονε που χαίροντο, που δεν είχον προλάβει ούτε να αδικηθούνε στα αναμεταξύ τους; Και που δεν είχον ανταλλάξει ούτε ακόμα την κακή κουβέντα όπως του την επήρανε μισό γιατρός και χάρος μέσα από τα χέρια του κι απ΄την καλή του βέρα, χρυσή βεργούλα - και να 'μεινε αυτός να αγκαλεύει το προσκεφάλι και να ψάχνει τη σκιά της; Και επειδή ήτο η μακαρίτισσα και μάλλον ντροπαλή και δεν ηφαίνοντο, κανείς να μη γνωρίσκει το πώς μαζί του τραγουδούσε - και σε περικαλώ, να μην υπάρχουνε όπως τον συμπονέσουν ούτε οι τρεις οι μάρτυρες; Αυτό το άδικο, δεν του γινόταν του Ντημίτ να το αφήκει ώστε να πάει καλλιά. Και που γυρνούσε δηλαδή αξούραγος, κι έπειτα τί; Ποιός ημπορούσε καταλάβει και να συνοιώθκει το γδάρσιμο στα φύλλα της καρδίας; Να δγεις, που έφταιγε εκείνος του ο ίδιος! Που τόνε είχε κατηράσθει ο Παντοκράτωρ - και επειδή αν και δεν είχε λόγους! Πλήρωνε ληξιπρόθεσμα παλιές πορνοβοσκές, τα ανομήματά του με τις σουσουράδες τις τραγουδιάρες, τις βόλτες στα άσωτα χαμαιτυπεία, τις κρασοκατανύξεις. (Προς υπεράσπισην να ειπωθεί, και ως προς αρωγή, σιγά καλέ μου σιγά, σιγά τον αραμπά - ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ παρά του μέσου όρου ήτον εκείνο του Ντημίτ το εξωκοίλισμα - έλα μου για που είχε υποφέρει και κατασκεύαζε την τρίχα για τριχιά). Μαθές, έχει κι ο πόνος περηφάνεια του και ματαιοδοξία, μεγάλη ενοχή και αυτολάκτισμα, μαστιγωμούς, τα πάντα - κι ο Παντοκράτωρ από το μέσα τρούλο εκκλησίτσας τα πανθορούσε και έκαμνε με το χηρευάμενο υπομονή - και δε γελούσε σκωπτικά, παρά με ταπεινά ματάκια ζωγραφισμένα ο θεός, τον συμπαράστεκε. Και τα χερουβικά χερούβιζαν, και τα σεραφικά σεράφιζαν - και μες στη μέση ο Ντημίτ μετανοούσε: ότι δεν ήτονα σωστό που εκοιμότανε μαζί της ενώ ήτον εκείνη και εις την ώρα δύσκολη - άσε οπού τον παρακάλαγε με τα τσακιρομάτια της μάλιστα γλαρά - έπρεπε όπως είχε τραβηχτεί ως απαγγιάσει σε άλλη κάμαρη, να της αφήκει χώρο - αλλά ήτον το σώμα της ζεστό, καλό κορμάκι - και του εθύμιζε μια δόλια του πατρίδα (και τί να σήμαινε αυτό, ούτε κι ο ίδιος ήξευρε, της Σμύρνης ήτον από την αρχή και γέννημα και θρέμμα - τί εκατέβαζε ο νους του, παραλόιστος;). Έβλεπε τα αυτοφυή χορτοζιζάνια, φουντίτσες κίτρινες άλλοτε σα μαβιές των πιο μικρών χρωμάτων - όπως φυτρώνανε στις άκριες των βράχων, σε κεραμύδια άνισα - που πάγαιναν κατά του ύψους - κι ίσως κάποτε να πικρά χαμογελούσε: Για δγιε, αυτά ηπάγουν προς ουρανό, εγώ έχω σκυβεί όπως φιλώ τη γη. Δεν ημπορούσε να χαρεί φαγί, τον έκαιγε το στέρνον - και τις Παρασκευές το βράδυ του ήρχονταν να σπάζει τα τζαμωτά, όποτε δηλαδής δεν ετριγύριζε περί το πάνω-κάτω ωσάν μοχθηριασμένο λεοντάρι. Έπαιζε τάβλι (πόρτες, και πλακωτό και φεύγα - και με ετούτη τη σειρά), μονάχος και αντιπαλούσε τον εαυτόν, και πάντα να ηβγαίνει καταλείσκει να 'ναι χαμένος. Δεν τον εδιάφεραν ούτε κενταύριες, φυτείες - όλα στον άνεμο και του κακού του βρόντου ας πάγαιναν, και στα καλά τσακίδια, μαζί του θα τα έπαιρνε; Και είχε πάρει συνήθειο να σταυροκοπείται - προς αγανάκτησην του φίλου του ΧατζηΡεΐς - είπαμε κι είπαμε, αλλά πια, τέτοιο το χάλι; Βεβαίως, άλλο δράμα και αυτό: που δεν ημπόρει να ανεχθεί ούτε το φίλο του, ούτε και τους γνωστούς και άλλους ξένους. Ποίος έχει χάσει άνθρωπο δικόν του, και δεν εθύμωσε με κάθε διπλανόν; Είχε τολμήσει να του ήπει ουδείς καμμιά γλυκιά κουβέντα, ένα με τον καιρό θα γιάνεις - ε, ρε! Του ήρχετο και μία σκοτοδίνη, μια καταδίκη κατακέφαλη. Όχι, που να παλουκωθείτε ολουνοί, δεν ξεύρειτε εσείς το τί σημαίνει να χάσει κήπος την τριανταφυλλιά, πλατεία το πλατάνι της - να πλακωθείτε από το σεισμό, να κατασκάσετε. Κι εσύ, εσύ που σ' είχα κι σύγαμπρο - τώρα θα σε γωνιάσψ, παλιοκερατά, που είχαμε μια όμορφη γυναίκα μισιακή - αλλά όχι κι ότι την έχασες εσύ, αφού ποτέ σου δεν την είχες! Δώρο στην είχα κάνει, και την έχασα εγώ - να μπούνε και τα πράματα στη θέση τους - και να μην παίρνει το τσερβέλο σου αέρα, ότι μπορείς εσύ - απ΄όλους τους ολόξενους να καταλάβεις - εσύ, πιο λίγο κι απ΄την τέταρτη τη ρόδα - από τους άλλους και λιγότερο ακόμα - εσύ, είχες τί είχες; Τη σκιά της, και θα ΄πρεπε και να ΄χες συνηθίσει - διότι, άμα είναι και να ξεσπαθωθούμε, έλα βρε κακομοίρη, τί είχες - και τί έχασες; Ενώ εγώ! Πάει κι ο ουρανός, εσβήσανε και τ' άστρα. Αυτά, και άλλα τόσα θα του έλεγε. Κι αυτό, δεν ήταν του παρόντος - άσε που είχε βρει τα ξεραμένα τριαντάφυλλα - και ορισμένα ούτε είχανε ακόμα αριθμηθεί απ΄τα καλά χεράκια της που πόσο ξέρανε να του χαϊδεύγουνε την πλάτη, και να του πέρνουν τις βαριές τις σκέψεις, τις ακεφιές - και με τα ίδια χέρια, η αχάριστη, το γύναιο και η παλιογυναίκα - να ημερομηνεύει τα ξένα τριαντάφυλλα, να τα τυλίγει με τουλπάνια, να τα φιλάγει άκουσον-άκουσον μέσα εις τα ντολάπια! Και τώρα, που ήπρεπε να βρίσκεται εκεί και να φασκιώνει την ίδια τους την κόρη - κι αυτό, τι όμορφο παιδάκι, ορφανό! Ίδια η μάνα του, και να το μεγαλώνουν οι δούλες! Όχι , και όχι - δεν το άντεχε αυτό να το αντέχει, ούτε να του τη φέρουνε, δε θέλει να τη βλέπει. Να την κρατήσουν όπου είναι - καημένη Κεριμέ, όλο την έβλεπε να κάνει τις δουλειές και με το μωρουδέλλι να μην την άφηνε να κοιμηθεί, παρά μονάχα όποτε το έδινε στην παραμάνα που το τάϊζε του στήθους, ε, ναι, τον έπιανε η αναγούλα όπως και τα σκεφτότανε - να δώτε μου ένα χαμομήλι για βραδινό, μονάχα με ελιές και παξιμάδι, άειντε, κόψετε βάντε μου και λίγο από τυρί. Και κει, άλλες οι τύψεις - σαν τις οχιές διμούτσουνες! Που όταν ήτανε η μακαρίτισσα ακόμα μεθ' ημών - και επειδή είχε χαλάσει και το σουλούπι της - ήτο αρκούντως όμορφη πεντάμορφη, αλλά - ωιμέ! Την είχε βεβαίως καμωμένη την πενιχρή τη σκέψη την αβάσταχτη - θα ήτονα ξανά η κοπελούδα του, όπως την είχε μάθει, ως δενδρίλιο; Ή αυτό ήτονα και το πουλί μας πέταξε - και τότε, τί; Θα έπρεπε αυτός να μάθει και να αρκείτο σε μιαν όπως κι αν ήτο - μόνο και επειδή την είχε για γυναίκα; Και τότε, νοσταλγούσε αρχικώς όποια παντρεύτηκε, αργότερα μία Πωλέτ, μία Ζοζέτ - μια όποια νάναι - μα όχι - και για το θεό, εκείνην την ανοικονόμητη - τί αμαρτίες είχε δηλαδή για να πληρώνει, όχι - αυτήνε δε θα μπόρειγε να τηνε κάμει ζάφτι, του θύμιζε η μέση της τη μάνα του, θέ μου συχώρα με! Και να, ιδού - τον ετιμώρησε ο σπλαχνικός θεός, καλά του έκαμνε που ήτον ο ίδιος ένα τέρας - μάλιστα - και δεν του έπαιρνε καλύτερα το φως του, μόν' πήγε και του στέρησε το φως των οφθαλμών του, είχε ο κόσμος σκοτεινιάσει, μετά κι αν έσβησε... Άραγε, θα ξαναλιάζονταν στη χάρη του θεού; Και που θ΄ανθίζαν οι σημύδες στο δρόμο για το Κορδελιό, θα τις ξανάβλεπε; Υπήρχαν μέρες που ίσως και να νόμιζε πως ένοιωθε καλύτερα - μόνο για να τον άρπαζε σε λίγη ώρα το σαγόνι του σκύλου Κέρβερου, που φαίνονταν να φύλαε την ξώθυρα του κήπου. Έβγαινε για να πά στον καφενέ, μήπως και για να πιάκει μια κουβέντα με τον ας πούμε Ισηγόνη - κι όπως είχε ντυθεί και βάλει και γραβάτα - πήγαινε ως την πόρτα, διαβαινόταν τα οπωροφόρα - ακόμα ήτανε να λέγεις ο χειμών - κι αυτά φυλλεύοντο; Και κει τον έπιανε το τρέμουλο στα γόνατα, με την ανάσα του πιασμένη και να σκέφτεται, ιδρώνω και πεθαίνω, ήρθε ο άγγελος για να με πάρει - με ζήτησε για συντροφιά η σκύλα η Εβραία - να με φιλήσει το φιλί θανάτου, πως την αδίκησα. Κι έκαμνε τη μεταβολή, με την ουρά στα σκέλια - πήγαινε να ξαπλώσει στο θερμοκήπιο, μες στην ορανζερί - να κλάψει στα κρυφά και να καπνίσει τα σέρτικα τα άφιλτρα - πού πια η όρεξη και η χαρά για ναργιλέ... Και γυάλιζε ο ιδρώτας στο μέτωπό του, και νοτιζότανε η μπριγιαντίνη, κατσαρωμένα πάλι τα μαλλιά του, και ηφαινόταν σαν το μούργο το δαρμένο. Κι ύστερα, μία μέρα - ο πόνος είχε αρχίσει να τρογγυλεύει στις γωνιές, και το αεροβαπτισμένο η Γαρδενία - δγιες πώς εστράβωκε το μούτρο του, ήτανε να το πγιείς το κερατένιο στο ποτήρι - άκουσε το παλιό του γνώριμο το γέλιο να ξεφεύγει από το στόμα του - εκείνο το γελάκι που είχε τρελάνει Γαβριέλες, και Πωλέτες, και Ζοζέτες - κι ήξερε ο ΝτημίτΕφέντης ότι τη μακαρίτισσά του, την είχε σχωρεμένη...

(συνεχίζεται)

Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η προσωπογραφία από τα εσωτερικά τοπία του Ντημίτ, όταν το πένθος ήταν χειμωνιάτικο του κρυοπαγετού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου