Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου" απο τον Νίκο Σταθούλη (Ρούντολφ Νουρέγιεφ)

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

Συνέχεια δημοσίευσης..

Ρούντολφ Νουρέγιεφ
Το καλοκαίρι του 1985, ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ήρθε στην Ελλάδα για την τελευταία του παράσταση. Ο Ιόλας, δέκα μέρες πριν, τον είχε καλέσει να μείνει στο σπίτι του και είχε οργανώσει δύο δείπνα προς τιμήν του. Ο Ρούντολφ τον είχε ενημερώσει για την αρρώστια του αλλά ο Ιόλας τον καθησύχασε. «Εσένα δε θα σε νικήσει καμιά αρρώστια ποτέ!».
Όταν έφτασε στην Ελλάδα, ο διάσημος χορευτής, ο Αλέξανδρος Ιόλας του είπε ότι ήθελε να τον δει στις πρόβες του στο Ηρώδειο… Το ίδιο, κιόλας, απόγευμα της άφιξής του, πήγαμε με τον Ιόλα στο Ηρώδειο, να παρακολουθήσουμε τις πρόβες.
Ο Νουρέγιεφ, φανερά στεναχωρημένος, είπε στον Ιόλα ότι ήταν η τελευταία του φορά σαν χορευτής και τότε ο Ιόλας, βγάζει το μονόπετρο, χρυσό δαχτυλίδι του και πιάνοντας το δεξί χέρι του Νουρέγιεφ, του το φοράει στο μεσαίο δάχτυλο, λέγοντας του: «Πάρε λίγη από την ενέργειά μου αγόρι μου.»
-«Τον αγαπάτε πολύ τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ;» τον ρώτησα.
-«Μα ο ίδιος εκφράζει, την τελειότητα στο χορό για τον 20ο αιώνα. Είναι σκληρός δουλευτής, είναι δύσκολο παιδί, είναι ο ίδιος σταρ και καμιά φορά κακομαθημένος, ενώ λατρεύει και τον λατρεύουν τα φώτα της δημοσιότητας. Του άρεσαν τα πάρτι και οι κοσμικές συγκεντρώσεις και αγαπάει τρελά τον τραγουδιστή των Queen, Φρέντυ Μέρκιουρι, με τον οποίο είναι τρελά ερωτευμένος και έχουν σχέση.
Όλα αυτά μπορεί να σκιαγραφούν ένα χαρακτήρα αλλά σαν καλλιτέχνης, ήταν εξαίσιος. Ο χορός του είχε δραματικότητα. Η ερμηνευτική του ικανότητα και η σκηνική του παρουσία, ήταν ανεπανάληπτη. Η ενέργειά του ήταν απίστευτη. Δουλεύει 10 με 12 ώρες την μέρα. Γλεντάει, χορεύει, πηγαίνει σε πάρτι, ξενυχτάει, κάνει αχαλίνωτο σεξ και αμέσως μετά, χωρίς να ξεκουραστεί, πάει στις πρόβες.
Το 1961 είχε έρθει στην Ευρώπη από την Σοβιετική Ένωση, για τις προγραμματισμένες του παραστάσεις στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Ο Ρούντολφ είδε σαν πρωτάρης της ελευθερίας τη ζωή στην Ευρώπη και δε συμμορφώθηκε με το πρωτόκολλο συμπεριφοράς του συγκροτήματος. Γλεντούσε και ξενύχταγε με αγόρια από τη Δύση, με αποτέλεσμα, να αποφασίσουν να τον στείλουν πίσω στην Σοβιετική Ένωση, ενώ το συγκρότημα θα συνέχιζε την περιοδεία, κανονικά.
Στο αεροδρόμιο του Παρισιού, πήγε προς το μέρος της Γαλλικής Αστυνομίας και του είπε ότι ήθελε να μείνει στο Παρίσι. Μεσολάβησα για τα τον στείλω στα μπαλέτα του Μαρκήσιου Ντε Κουέβας, με τον οποίο τσακώθηκε, μετά από πέντε μήνες….
Είναι μια ατίθαση ηλιαχτίδα της Τέχνης και της ζωής. Είναι ένα ιερό πλάσμα που αξίζει να το αγγίξει κάποιος. Έχει κάτι παιδικό απάνω του. Ξέρει καλά το μέγεθος του ταλέντου του και έχει δουλέψει σκληρά γι’ αυτό. Γι’ αυτό, αυτό το πλάσμα είναι θεϊκό πάνω στη σκηνή. Δεν έχει καταλάβει, βέβαια, ακόμα ότι μεγάλωσε και κάνει πολλά συγχρόνως πράγματα, με αποτέλεσμα, κάπου να είναι υποχρεωμένος να τσαλαβουτήσει και να δεχθεί τη σκληρή κριτική του κοινού και των κριτικών.
Όλοι, ωστόσο, γνωρίζουν την ιδιοφυία του και γι’ αυτό τον στήριξαν. Όλοι τον θέλαμε κοντά μας για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Για να περνάμε καλά. Γιατί νοιώθεις ωραία μαζί με τον Ρούντολφ, επειδή η χάρη του ωραίου, ξυπνά τις αισθήσεις μέσα σου.
Η ψυχή του και το σώμα του, κρύβουν ένα τόσο εξαίσιο μυστήριο , που σε ερέθιζε να το εξερευνήσεις, να το υιοθετήσεις, να το κάνεις δικό σου.»

57. «Μυστικός Δείπνος»

Ήταν Σεπτέμβριος του 1985, όταν ο δικηγόρος του Αλέξανδρου Ιόλα, Αλέξανδρος Λυκουρέζος, τον ενημέρωσε ότι σε μια βδομάδα θα ξαναπάνε στον ανακριτή.
-«Θα με φάνε οι αλήτες!» φώναξε από το τηλέφωνο, στον δικηγόρο του. «Με πήρε τηλέφωνο η Αλίκη Κουτσόγιωργα και μου είπε να φύγω γιατί θα μου κάνουν κακό. Μα πού να πάω; Που να τα αφήσω στη μέση όλα αυτά;»
Ήταν απελπισμένος. Το σημερινό δημοσίευμα της «Αυριανής» τον είχε καταβάλει. Είχε δημοσιεύσει τη διεύθυνση του σπιτιού του και το τηλέφωνό του. Η κατάσταση ήταν εξωφρενική.
Το ίδιο βράδυ, πήρε τηλέφωνο τον Άντυ Γουόρχολ, στη Νέα Υόρκη, παραγγέλνοντας το έργο, το οποίο θα φιλοτεχνούσε για την αντιγκαλερία του, στο Μιλάνο.
-«Andy, παιδί μου, αποφάσισα να παρουσιάσω τον «Μυστικό Δείπνο», του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, απέναντι από τη Santa Maria de la Grazie, όπου βρίσκεται και ο πραγματικός, εσύ θα φτιάξεις την αναπαραγωγή του»
-«Τέλεια, Ιόλα… Έχω ένα εικόνισμα του Μυστικού Δείπνου, στο προσκεφάλι μου. Είναι αυτό του Λεονάρντο»
-«Περίφημα. Μόνο Κοίταξε… Άσε τη θέση του Ιούδα, κενή.»
-«Γιατί Αλέξανδρε;»
-«Για να βάλουμε τον Έλληνα, εκεί!!!
-«Αυτό δε θα μου το επιτρέψει ποτέ ο Λεονάρντο, Ιόλα.»
-«Ε, τότε κάνε ό, τι καταλαβαίνεις. Μόνο ξεκίνα. Δεν έχω χρόνο. Βιάζομαι.»
Είχα πάθει σοκ. Δε πίστευα στα αυτιά μου. Έτσι γεννιούνται τα μεγάλα έργα τέχνης έλεγα μέσα μου.
Για ενάμιση περίπου χρόνο, δούλευε ο Andy Warhol για το έργο αυτό. Η παραγωγή του ήταν πάνω από 60 έργα, τα οποία θεωρήθηκαν από τα σπουδαιότερα της καριέρας του, εκ των οποίων τα 24 μεγαλύτερα, ανήκαν στον Αλέξανδρο Ιόλα. Για όσο διάστημα ο Andy Warhol, δούλευε τον «Μυστικό Δείπνο», ο Ιόλας έπρεπε να φύγει από την Ελλάδα.
Το κλίμα ήταν νοσηρό. Οι καλλιτέχνες του Ιόλα, άρχισαν να απομακρύνονται, μπας και τους πιάσει ο Τύπος στο στόμα τους κι αυτούς. Ο Κώστας Πανιάρας, ο Κώστας Τσόκλης, ο Τάκης, ο Παύλος, σταμάτησαν να έχουν τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, εκεί που το τηλέφωνό του , έσπαγε κάθε μέρα.
Έφυγε για 20 μέρες στη Νέα Υόρκη, φιλοξενούμενος στο σπίτι της Μάρας Καρέτσου, στην Park Avenue 502, γιατί η ανιψιά του η Σύλβια, δε ήθελε να τον φιλοξενήσει.
«Και να φανταστείς ότι εγώ τη πήρα τη μικρή από την Ελλάδα και την έφερα στην Αμερική.», θα μου πει νευριασμένος, για την ανιψιά του.
Μετά από δεκαπέντε μήνες περίπου ταξιδέψαμε, μαζί , στη Νέα Υόρκη, για να δούμε από κοντά, τα πρώτα έργα του «Μυστικού Δείπνου», στο Factory του Andy Warhol. Ήταν Μάιος του 1986 , όταν με τον Ιόλα διαλέξαμε ένα ξενοδοχείο στην Park Avenue και 57η οδό.
Ο Andy Warhol, την ίδια μέρα που φτάσαμε στη Νέα Υόρκη, στη γκαλερί του Larry Gagoosian, θα παρουσίαζε τα οξειδωμένα- κατουρημένα έργα του. Ο Ιόλας κοίταζε από το παράθυρο, το δρόμο. Δε μίλαγε. Μόνο σκεφτότανε. Κάποια στιγμή, χτύπησε τη γροθιά του, δυνατά πάνω στο γραφείο της σουίτας, φωνάζοντας με όση φωνή διέθετε: «Τους πούστηδες! Εμένα να καταντήσουν, έτσι;!»
-«Ποιοι;» τον ρώτησα.
-«Οι αμόρφωτοι. Που πήρανε στα σοβαρά ένα κακό ηθοποιό, ένα παιδί άρρωστο. Αλκοολικό! Χρησιμοποίησε ο ένας τον άλλον για να κάνουν σκάνδαλο στην πλάτη μου. Τους κακομοίρηδες. Πώς να τα βάλεις μαζί τους;»
-«Σας χρωστάνε, Ιόλα. Δεν το σκέφτεστε;»
-«Αυτό είναι το κακό. Ότι σου χρωστάνε. Και σε ποτίζουν δηλητήριο. Ό, τι έκανα, το έκανα για μένα. Γιατί ευχαριστιόμουν εγώ! Όταν παίρνεις γίνεσαι, όταν δίνεις, είσαι… Όταν είναι μέσα στο DNA σου να ασχολείσαι με κάτι ωραίο και να παραδειγματίζεις και τους άλλους, ιδίως του νεότερους, τότε ευχαριστιέσαι.»
Ήταν ήδη κουρασμένος. Άντεχε, δεν άντεχε να πάμε στα εγκαίνια της έκθεσης του Andy. Τελικά, έριξε μια κάπα γούνινη πάνω του και πήγαμε στην έκθεση. Ο Larry Gagoosian έτρεξε να τον φιλήσει μόλις τον είδε. Ο Andy Warhol ήταν χαμογελαστός και απολάμβανε το show που είχε στήσει, για ακόμα μια φορά.
Ο Ιόλας ξεναγούσε τη Χριστιάνα Βαρδινογιάννη, στην έκθεση, η οποία μόλις είχε φτάσει στη Νέα Υόρκη με concord από το Παρίσι.
-«Μα πως έγιναν αυτά τα έργα;» ρώτησε η Χριστιάνα τον Ιόλα.
-«Μα, παιδί μου, έβγαλαν τα πουλιά τους και τα κατούρησαν, όλα τα παιδιά του Factory…»
Τις επόμενες μέρες, παρατήρησα ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα του, την εγκατέλειπε. Ακόμα και τη φροντίδα του σώματος του και της υγείας του είχε παραμερίσει. Είχε παρατήσει τελείως τον εαυτό του. Είχε χάσει 20 κιλά, μέσα σε ελάχιστους μήνες. Το βλέμμα του ήταν πονεμένο για πολύ καιρό.
Δεν πλενόταν. Δεν άλλαζε ρούχα. Τα ρο0ύχα του μυρίζανε. Τα νύχια του ήταν μαύρα, πράγμα ανήκουστο, όταν μια φορά την εβδομάδα- μια ολόκληρη ζωή- έκανε μανικιούρ. Τα μαλλιά του ήταν λιγδιασμένα και άβαφα, ενώ το ήξερε ότι τα μαλλιά του ήταν η δύναμή του.
Ήταν μια σκληρή πραγματικότητα, την οποία αντιμετώπιζε και που ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει.
-«Γιατί όλα αυτά; Πως ήταν δυνατόν να μην καταλαβαίνουν την πιθανή αλήθεια μέσα σε αυτό το περίπλοκο και νοσηρό υφάδι κατηγοριών πορνείας, ασέλγεια ανηλίκων, αρχαιοκαπηλίας, ναρκωτικών. Πως είναι δυνατόν να παίρνουν στα σοβαρά ένα άρρωστο άτομο;»
-«Το περπάτημα κάνει καλό. Θέλετε να περπατήσουμε;» τον παρότρυνα.
Διάλεξε ένα μακρύ παλτό από δέρμα κροκοδείλου και πήγαμε απέναντι σχεδόν, στη γκαλερί που είχε ανοίξει ο Κeith Green.
-«Πάμε στο στούντιο του Dennis Oppenheim » είπε ξαφνικά ο Ιόλας. Δεν ήταν προγραμματισμένο. Είχε να μιλήσει με τον Dennis πάνω από πέντε μήνες.
Πήραμε ταξί για την Chinatown, την κινέζική συνοικία, όπου ήταν και το σπίτι- ατελιέ του καλλιτέχνη, χωρίς να τον ειδοποιήσει ότι βρισκόταν στη Νέα Υόρκη.
Ήταν ένας τεράστιος χώρος, υπόγειος, πρώην γκαράζ αυτοκινήτων, όπου ο Dennis, το είχε μετατρέψει σε σπίτι- ατελιέ και εκθεσιακό χώρο. Ο Ιόλας χτύπησε το κουδούνι 4 ή 5 απανωτές φορές. Ο Dennis άνοιξε τη πόρτα και σάστισε, βλέποντας τον Αλέξανδρο Ιόλα μπροστά του.
Μπήκαμε μέσα και από την πρώτη στιγμή, ο Ιόλας, άρχισε να του εξηγεί για το Μουσείο της Θεσσαλονίκης, το Μιλάνο, τη δωρεά του σπιτιού του στην Αγία Παρασκευή, το οποίο είχε επισκεφτεί πολλές φορές ο Dennis.
-«Ιόλα, είσαι πολύ κουρασμένος» τον διέκοψε ξαφνικά ο Dennis.
-«Θέλω να δω τα έργα σου» του απάντησε ο Ιόλας .
Ο Αμερικάνος καλλιτέχνης έμοιαζε με χίπη. Είχε μακριά, ξανθά μαλλιά, φορούσε ένα τζίν παντελόνι και τζίν πουκάμισο, ενώ στο λαιμό είχε ένα κόκκινο ροκ φουλάρι.
Άρχισε να απλώνει τα μεγάλα σχέδιά του στο πάτωμα. Πολλά από αυτά ήταν κολλημένα μεταξύ τους. Μια έκρηξη χρωμάτων γέμισε τον χώρο. Ο Αλέξανδρος Ιόλας ήταν όρθιος, σε τέλεια στάση με το ένα δάχτυλο στο στόμα, χαρακτηριστική στάση του, όταν κοιτούσε κάτι που του άρεσε.
«Τι θαύμα! Καινοτομία!» φώναξε και βγάζοντας από την τσέπη του το μπλοκ των επιταγών του, έγραψε το ποσό των 15.000 δολαρίων.
«Πάρε αυτά!» του λέει, «Θα τα πάρω όλα! Πες μου πόσο κάνουν και όταν φτάσω στην Αθήνα, σου στέλνω τα υπόλοιπα.»
Ο «Αιγύπτιος» παρέμενε μέσα του. Ο Dennis ήταν τόσο ευχαριστημένος και πρότεινε στον Ιόλα να πάμε για γεύμα σε ένα ασιατικό εστιατόριο, το οποίο βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Ήξερε την αγάπη του Ιόλα για την ασιατική κουζίνα.
Ο Ιόλας ξετρελάθηκε με την ιδέα και ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος στο εστιατόριο, το οποίο ήταν γεμάτο από Ασιάτες εργάτες, οι οποίοι έπαιρναν ένα πλήρες γεύμα, με 6 δολάρια.
Έπρεπε να γυρίσουμε σχετικά νωρίς το μεσημέρι, διότι το απόγευμα είχε κανονίσει ο Andy Warhol, να πάμε να δούμε στο Broadway, την παράσταση: «Flamenco Puro», με ένα καταπληκτικό καστ από την Ισπανία, όπου θα χόρευε μια ρομαντική τσιγγάνα 65 ετών.
Την επόμενη μέρα θα βλέπαμε τον «Μυστικό Δείπνο» του Andy Warhol στο «Factory», για πρώτη φορά από κοντά. Βλέπαμε τα έργα μονάχα από φωτογραφίες που του έστελνε ο Andy στην Αγία Παρασκευή.
Το επόμενο πρωί, στο «Εργοστάσιο», μας άνοιξε μια ηλικιωμένη θυρωρός, η οποία κεντούσε με χρυσή κλωστή, το σήμα του δολαρίου στις μαύρες βελούδινες παντόφλες του Andy. Απέναντί μας ήταν ένας μεγάλος μαύρος καναπές και μας έδειξε να καθίσουμε.
Ξαφνικά, εκεί που περιμέναμε κάποιον να έρθει, μπήκε μέσα ο ζωγράφος Κeith Haring. Τον είδα και τρελάθηκα. Μαζί με τον Warhol, ήταν οι αγαπημένοι μου καλλιτέχνες τότε. Μου είχε μιλήσει και ο Ιόλας και ο Αλέξης Ακριθάκης για τον Κeith Haring.
Ο Αμερικάνος ζωγράφος χαιρέτησε τον Ιόλα, ο οποίος με σύστησε και μας έδειξε ένα πιστόλι tattoo, το οποίο μόλις είχε αγοράσει…
-«Τι, κάνεις και tattoo;» τον ρώτησε ο Ιόλας
-«Σκέφτομαι να πειραματιστώ, σε εμένα και στους φίλους μου» απάντησε ο Κeith Haring και λίγο αργότερα αφέθηκα στα χέρια του προκειμένου να μου χτυπήσει ένα tattoo στο δεξί αστράγαλο.. ένα μωρό που μπουσουλάει,το οποίο προσεχω σαν τα μάτια μου... Ειναι το μόνο που θα παρω μαζι μου....
Μας ενημέρωσαν ότι ο Warhol ήταν στο χώρο του γυμναστηρίου και μπορούσαμε να πάμε να τον δούμε.
Χαιρετηθήκαμε και σχολιάσαμε την χθεσινοβραδινή παράσταση. Μας οδήγησε προς τον χώρο που βρισκόταν ο «Μυστικός Δείπνος».
Ο Ιόλας φορούσε μια γούνινη καπαρντίνα και ήταν γεμάτος αγωνία να δει τα έργα. Οι βοηθοί του Andy Warhol, πήραν τα ταμπλό και άρχισαν να τα ξετυλίγουν στο πάτωμα, στα πόδια του Ιόλα.
Ο «Μυστικός Δείπνος», μήκους 13 μέτρων. Άλλα τέσσερα έργα, μήκους 13 μέτρων το καθένα, σε διαφορετικά χρώματα και άλλα πολλά μικρότερα, 3 μέτρα, 1 μέτρο και τα πρόσωπα του Χριστού 70x100 το καθένα. Όλα σε διαφορετικά χρώματα, σε διαφορετικό φόντο, άλλα καμουφλάζ. Ο Ιόλας φαινόταν ενθουσιασμένος. Και ήταν.
Η συμφωνία για την τιμή των έργου ήταν 1.000.000 δολάρια. Ο Ιόλας εκείνη τη στιγμή, έβγαλε από την τσέπη του ένα μπλοκ επιταγών, δίνοντάς του 500.000 δολάρια. Τα υπόλοιπα, θα τα εύρισκαν μετά. Έτσι, χωρίς χαρτιά, χωρίς υπογραφές.
-«Τι σημαίνει για σας ο «Μυστικός Δείπνος»;» ρώτησα τον Andy Warhol.
-«Με ερέθισε αφάνταστα η ιδέα του Ιόλα, να ανακατέψει το παλιό με το καινούργιο. Με εμπνέει αυτή η συνύπαρξη. Ο Ιόλας ανοίγει μια γκαλερί ακριβώς απέναντι από το Μοναστήρι Santa Maria de la Gracie, όπου βρίσκεται ο πραγματικός Λεονάρντο… Αυτό με εμπνέει, θρησκευτικά.»
-«Αν δεν υπήρχε το πρωτότυπο του Λεονάρντο;… Πως θα ζωγραφίζατε τον Μυστικό Δείπνο;»
-«Θα έκανα, φαντάζομαι, το ίδιο.»
-«Πως σκέφτεστε να αντιδράσουν οι Ιταλοί, οι οποίοι θεωρούν- και έτσι είναι- τον «Μυστικό Δείπνο» ένα αριστούργημα;»
-«Θα φάω πολύ σπαγγέτι, όπως τρώνε κι αυτοί. Οι Ιταλοί είναι σκληροί άνθρωποι, όπως και οι δημοσιογράφοι. Γι’ αυτό δουλεύω εδώ. Εκεί θα ήταν πιο δύσκολα.»
-«Ποιος είναι ο Ιούδας, Andy;»
-«Δε πιστεύω στους κακούς ανθρώπους. Δεν τους ξεχωρίζω από τους άλλους. Μου αρέσουν όλοι.»
-«Έχετε αλλάξει τη «φιλοσοφία» σας από τότε που τη δημοσιεύσατε σε βιβλίο;»
-«Αν και δεν θα το ήθελα, δυστυχώς ναι»
-«Τον Ιησού, τον συναντήσατε ποτέ;»
-«Πως κάθε μέρα αλλά είναι τόσο πληγωμένος.»
Ο Andy σε μισή ώρα περίπου θα είχε ένα σημαντικό ραντεβού. Ήδη είχε φτάσει κοντά, μία το μεσημέρι. Πήγαμε με τον Fred Huze, σε ένα εστιατόριο κοντά στο Factory. Δεν είχα όρεξη να φάω. Ήταν τόσο έντονο αυτό που ζούσα, και όλα αυτά, σε 3-4 μέρες που δεν ήθελα να τελειώσουν ποτέ.
Τις επόμενες ημέρες συναντούσαμε διάφορους φίλους στη Νέα Υόρκη, κάναμε βόλτες με τη Μάρα Καρέτσου, τον Brooks Jackson.

58. Palazzo Stelline

Οι εργασίες, στο Μιλάνο ήταν εντατικές.
«Ο χώρος, δεν είναι τυχαίος.» μου έλεγε, «Δημιουργήθηκε στα όρια του Μεσαίωνα, το Palazzo Stelline και αποτελούσε μέρος ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος της εποχής. Την αντιγκαλερία μου αυτή, την έχω νοιώσει σαν έναν εντελώς αντιεμπορικό χώρο.
Δε θέλω να δείχνει κατάστημα ή χώρο εμπορικό ή έστω μια τυποποιημένη αίθουσα Τέχνης… Μέσα εκεί τώρα ξεπλένουν χρήματα. Η Μαφία μπήκε στο χώρο των γκαλερί…Για να έχεις σπουδαία έργα πρέπει να πληρώνεις μπράβους. Ακόμα και η υφή, το είδος του πατώματος, πρέπει να είναι πιο γήινο, πιο αρχέγονο.»
Δύο αρχιτέκτονες είχαν αναλάβει το δύσκολο έργο της αποκατάστασης του χώρου. Ο Ιόλας δεν ήθελε να κάνει προχειρότητες. Δεν έκανε ποτέ. Ακόμα μελετούσε τη λειτουργία του, τη διακόσμηση του, ακόμα και την οργάνωσή του, να μη θυμίζει σε τίποτα Μουσείο ή γκαλερί. Ο Τζιοβάνι Κουάντριο και ο Τζιάνι Τζιακούσι, πρόσεχαν να είναι συνεπείς στις οδηγίες του Ιόλα.
Μέχρι τότε, ήταν πολλές οι προστριβές του με τους αρχιτέκτονες και τους εργάτες, γιατί ο Ιόλας κοίταζε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Τρείς μήνες, περίπου, έμειναν για τα εγκαίνια και τους έδωσε εντολή να αλλάξουν ολόκληρο το πάτωμα.
Είχε δώσει εντολή και στον καλλιτέχνη Roberto Matta, να φτιάξει το έργο για το Palazzo Stelline. Του είχε ζητήσει να δημιουργήσει το «Συμπόσιο του Πλάτωνα», μήκους 15 μέτρων και ύψους 2,5 μέτρων. Συνολικά 10 έργα, θα δημιουργούσαν μια ονειρική ατμόσφαιρα, σαν αυτήν που μόνο τα έργα του Μatta, μπορούν να δώσουν.

αυριο η συνεχεια...

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Κυλά ο χρόνος.. Αλκυόνη Παπαδάκη



Κυλά ο χρόνος..

σαν το νερό της βροχής..

κι εγώ ξεκλέβω κάποιες στιγμές..

να τις στολίσω πάνω μου όταν βαραίνει η ψυχή μου..

Να κάνω κόρτε στον εαυτό μου..

.....και να λέω..

_____θα τα καταφέρω!!




Α.Παπαδάκη


Πηγή : http://didymoteicho.net/forum/15/7436--.html?limit=6&start=84

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έκτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έκτο)
27 Νοεμβρίου 2013 στις 2:21 π.μ.


Ο κήπος του ΧατζηΡεΐση, ήτανε ξακουστός σε όλη την περιοχή κυρίως για το θαύμα που επιτελείτο εντός εκείνων των τειχών από ατόφια πέτρα φερμένη από όρη κάποια λέγανε της πιο βαθιάς Ανάντολου: είχε εν μέρει ειπωθεί ότι εάν δεν ήτον τέτοια μια πέτρα αλκαλική, δε θα ημπόρει όπως φυλάξει τις ποικίλες τις τριανταφυλλιές του από τίς άσχημες ασθένειες κάθε θαλασσινού αέρα, που αύξαινε κατακορύφως τις τιμές της αλατότητας στο χώμα πέριξ γειτονείας. Όλα ωραία στα αρχοντικά γιαλιά με τις προσόψεις τους να τις χαϊδεύει ένας φλοίσβος, και με τα εσωτερικά παρτέρια, τα εκτάρια των κήπων στις πλυνθόκλειστες αυλές - αλλά δεν έπιανε λουλούδι για λουλούδι εκτός από τα λίγα τροπικά κι ανθεκτικά του ανέμου όπως ερχόταν και βαρειά επικαθότανε και ασημένωζε η αλισάχνη κάθε φύλλο, έως ότου το μάραζε και να το κάμει του αλατιού. Όμως, εκείνου του Ρεΐση το γιαλί - με τα χοντρά του τείχη - έκρυβε ένα γκιούλμπαξε καθ' όλα όμορφο, καθ΄όλα μυρωμένον και εύκρατο μόνο και ως δροσάτον έως έπρεπε - για να ανθεί ολόγυρα στο χρόνο, να είναι και μεμιάς ένα καμάρι και ένας φθόνος για όλους έτερους περίοικους. Και ούτε ήξερε να πει κι αυτός ο ίδιος τί να υπέθαλπε και τί που ενεθάρρηνε τα ψυχωμένα άνθη - πάντως ήταν αυτός ο κήπος το όγδοο (έως το εικοστό) θαύμα αυτού του κόσμου, όπως τον ξέρουμε εσείς κι εγώ. Και τί τις σεμπρεφλόρενς, και τί τις ενφλορέσσες, τί εκατόφυλλες και τί σαν κάποιες ποικιλίες που ύστερα απ΄ αυτό που θα 'χει λάβει χώρα τώρα και όπου νάναι - θα πάνε να χαθούν και θα τις ξανανακαλύψουνε μετά από αιώνα και θα τις κάμουνε σαν ονοματισμένες μ' ονόματα κατηγορίας αντίκου ρόδου, τα που στο μέλλον και σε έδαφα αμερικανικά, ενδεχομένως, είτε της Αλβιόνος - ώστε θα λέγονται σα Γκάλλικες, Φλοριμπούντες, Σεντιφόλιες και Γκραντιφλόρες. Όμως, σε κείνονα εκεί τον κήπο παραμυθιού δίπλα στη θάλασσα και εις τον κόλπο Σμύρνης, τις έλεγε ο ΧατζηΡεΐς - η Υπομονούλα, η Χαριτόεσσα με τα Πολλά τα Πέπλα, η Ανοιχτόκαρδη και η Φιλοξενίτσα - αυτή, γιατί έμοιαζε με γυναίκα που άνοιγε τα μάτια της κι όλον τον εαυτόν της ως να καλωσορίσει τις μέλισσες και τα πουλιά τ΄αηδόνια. Τώρα, τί και μαθές συνεύκει, και πήγε όλο τόσο άνθος και ποντίστηκε, πετάχτηκε στη θάλασσα συθέμελο κι από την κάτω ρίζα; Καθέτε βολικώς, όπως λυθεί αυτό το εκατόχρονο και πλέον - πάνε τα χρόνια - αχ, δγιε - και που περνάει ο καιρός και πίσω δε γυρίζει - και τα καημένα μας τα νειάτα, τί γρήγορα που περνούν, μελωδικότερα. Λοιπόν, ως θα θυμάστε, γιατί τί είναι μια εκατοστή τα έτη, τί το προχτές - όταν θα έχει η ψυχή τη βασιλεία της, του χρόνου δε θα είναι σκλάβα - και πηγαινόρχεται με ελευθέρας εις το Κε, και εις τα θέατρα, και όπου κι αν ηθέλει, στα πάτρια αλλότρια εδάφη και τα χαμένα, σα να ήτο και εις την πίσω της αυλή και στο δικό της κάθενα ροδώνα. Φάετε, πείετε - μα πιο πολύ μυρίσατε τις ευωδιές που ίσως και η μνήμη σας θυμάται, παιδιώθεν. Είχε παρέλθει η ημέρα η αποφράς, ξανά μανά. Είχε περάσει επίσης κι ένας μήνας, μηθές και δύο; Και ο ΧατζηΡεΐσης είχε αποδεχθεί τα ρόδα ως βροχή εξ ουρανού, και δείγμα της φιλίας και της πίστης εκείνης που δεν έγινε γυναίκα του - αφού ποτέ του δεν την είχε δα ζητήσει (και ποιός να ξέρει, μη κι άμα την είχε πάρει εδική - μη τάχα και θα είχε ακόμα παραμείνει εν τη ζωη - γιατί ίσως τα αίματά των να ήτο πλέον συμβατά, κι αγαπημένα;). Μα, είχε τη δική του την ειρήνη αναπαύσει, βοήθησε και το μικρό Γαρδένι όπου του είχε αφήσει η φευγάτη, ως και σαν το ενέχυρο - γιατί και δεν του έβγαζε κανείς από το νου ότι το ήξερε εκείνη το σχέδιό του, να της ζητήσει εν καιρώ την κόρη της, να τηνε πει μητέρα αφού δεν είχε μπορεθεί να τηνε πάρει ταίρι - ε, ας την έπαιρνε μαμά του, πεθερά - δεν πάει και στον άνεμο, ένα δικό της κομματάκι να το γευότανε, να το 'χε υπερηφανεμένο. Αλλά - ο πόνος είναι πόνος κι ηθέλει μας τα κόκκαλα, και δεν ευχαριστείται με ξεγελάσματα, δη μάλιστα μικρά κι ακόμα βρέφη - θα 'παιρνε χρόνο να ηρεμίσκει το σωθικό - κι εδώ είναι τα δύσκολα κι η άτιμη κατάρα - δε φτάνει που'χε χάσει την πεθερούλα του, είχε χαμένα τα Τζουμάρτεσα, τα πιο μικρά γλυκάκια - κι είχε και πόσα στρέμματα όλο τριανταφυλλιές - και μη δεν είχε τη γυναίκα να της στέλει τις ανθοδέσμες, να την ευχαριστήσει που του έκαμνε κόρη κι όλη για κείνονα και για το χάρισμά του - και όλοι να του ζηλεύγουνε τις τύχες του μυρωδάτου κήπου, κι αυτός να μη μπορεί να δείξει ούτε το πένθος, αλλά ούτε τη χαρά - η Βαλιντέ επέθανε, ζήτω η Βαλιντέ - τί να τα λέμε, α ρε Εσθερώ, τί φίλη μου που ήσουνε, και δε σε γέμιζε το μάτι, και τι δώρο με έδωκες του αποχωρισμού, τέτοιο μπουμπούκι! Πώς να την κλάψει, και πώς να φανεί εις κοινωνίαν με τα μούτρα του ως δαγκωτά του πόνου, και μαραγκιάρα την καρκιάν; Και δεν ημπόραε να βάνει μία λύση - που να τον βγάνει και κομμάτι ασπροπρόσωπον, μη γίνει ο περίγελως είτε αυτός, είτε ο φίλος του αγαπημένος ο Ντημίτ, μηδέ και να της βγούνε τα κούδουνα και της α ποθαμένης - και όχι μόνο ότι ήτανε του άδικου, αλλά και το κορίτσι το μικρό - έπρεπε να προστατευθεί, μη λένε πως η μάνα της τραβγιότανε με δύο - και πάρει κι είτε της μελαγχολίας και της ντροπής, μηδέ να ξεσηκώσει τίποτα σκέρτσα και σχέδια - και θα γινότανε ο ίδιος του περίγελως διπλά - σαν όπως λέγαν βλέπε τη μάνα, σαν άμα παίρνεις κόρη. Και πού λοιπόν να βρει μιαν αφορμή, ένα σουσούμι θλίψης - που να του δίνει και αμόλημα καλούμπας να έχει γκρίνιες, νεύρα, της πριμαντόνας δάκρυα άμα του ήρχονταν το κέφι να δακρύσει, να βγάλει τους λυγμούς, ή τον κακό σκασμό - και να μην έχει όπως κατασκευάζει αν αγαπάς - τίποτα ελαφρυντικά, ακούς που ήπρεπε να δίνει και λογαριασμό για τις ανάγκες του να κλάψει μια κατάρα! Έτσι, αυτός πανούργος και μουστερής και που να στένει μηχανές, να μακινεύεται τις σκοτεινές μασίνες - τη Μαρσανίνα τη Διπλόκαρπη, το μαύρο περονόσπορο και τον τετράνυχο και τη μικρή μελίγκρα! Και πιάνει μέρα μια, ξεπάτωσε τον κήπο του, είχε πληρώσει και κάτι άκληρους εργάτες, πως να μην έχουνε ιδέα με κηπευτική - να ξέρουν μόνο από χαλασμό κι από ερείπια, και σάρωναν και σώριαζαν τα σώματα της Γκιούλμπαχαρ - με πένθιμα τα μωβ είχε φορέσει, όμορφη σα μυθιστορία, πανάκριβη τριανταφυλλιά της πολυτέλειας - μετά της Μομοϊρομπάρα, της Γιαπωνέζας Ροδαλής τριανταφυλλίτσας που έλεγε τραγούδια για την εμπιστοσύνη, για τη χειραψία της ευτυχίας... και η ξαδέρφη της η Κιροϊμπάρα - κονκιουμπίνας θυμωμένης, της κίτρινης της ζήλειας - τσεκουριές πέσανε πάνω στον κορμό της Μπενιμπάρας - που ήταν η αγαπημένη αυτοκρατόρισσας βυζαντινής, μέσα στα πορφυρά και τα βελούδα - κι η πιο φτωχή απ' τις Ασιάτισσες, η άσπρη σκέτη Μπάρα - το Ρόδο το Απλό και το Πολύπλοκο - που ήτανε το πρότυπο της φύσης του Θεού, όσο τον ξέρουμε... όλες ξεπατωμένες, και κομμένες μαθές και στο γιαλό και ποντισμένες, κι άλλες καμμένες - για να έχει μια αιτία, μία αφορμή, μία μικρή ανάπαυλα του πόνου - κι επίσης, για να έχει έναν κήπο που να τον ξαναφτιάξει ως να περάσει ο καιρός, και είτε ν' αποστεγνώσουνε τα δάκρυα, αλλιώς να μεγαλώσει η Γαρδένια. Μα σε καλό σου, όνομα κι αυτό; Και είναι άτιμα φυτά και ασημένια, θέλουν την πιο πολλή αγάπη - κι επίσης γιασεμιά που να τους παρευρίσκονται, αγιόκλιμα και κρίνα και τις μικρές τις καμπανούλες που τις λέγανε μυγκέ, κονβαλλαρίες - και που τις εφορούσανε στις νύφες σε κάτι ξένους τόπους χαρμοσύνης. Κι έτσι, χρειάστηκε όλα τα εργαλεία της σκαφής να ξαναφτιάξει, τα ασημοκαπνίσανε σαράντα μεταλάδες, και ήπρεπε το χώμα ν' ανασάνει, να φουντωθεί, να αναπουπουλιάσει καινουργιωμένο, για να πιάσουν οι φρέσκιες ρίζες και οι άσπρες οι φρέζιες - εκείνου του (εκ νέου) θαύματος της έλλειψης τ' αλάτου - για να ορχηστρωθεί ο κήπος της λευκότητας, Μπεγιάζ - λευκό και Μπενμπεγιάζ - κατάλευκο. Και να σχεδιαστεί ως και στη λεπτομέρειαν το Μπενμπεγιάζμπαξε, ο πλέον λευκός κήπος - προς την τιμή της ελαχίστου Γαρδενίας - της χλωμερής και ορφανής του αγαπημένης, του αγγέλου του του εμπιστευμένου επί γης, όπως ετάχθει.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013




Εν καιρώ, θα είχε μείνει εις τες ιστορίες - εκείνος ο Ρεΐσης, ως όχι του ναυμαχικού αγώνα, αλλά σαν θιασώτης της λευκότητας - και θα επήγαιναν να βλέπουν με κομμένα εισητήρια - το θαύμα Μπενμπεγιάζμπαξε που είχε μηχανουργήσει, ως προς κατάλυση του πόνου - και προς ελπίδας και προσήλωσης εξάσκηση, στο δρόμο που τον πήγε στο Θεό.


λάλον ύδωρ Τόλης Νικηφόρου


λάλον ύδωρ



τώρα που η πηγή έχει στερέψει μέσα μου

στο πιο βαθύ κουρνιάζω μέρος της σπηλιάς μου

και μελετώ τον ύπνο σου

μετράω πολλές φορές τα δάχτυλά σου

τις φανερές και τις κρυφές ελιές στο σώμα σου

εισπνέω το χνώτο σου

αποκρυπτογραφώ τα μυστικά που διαγράφουν

οι ανεπαίσθητες κινήσεις των χειλιών σου



είσαι τόσο μικρός

όσο ο πιο μεγάλος σοφός του κόσμου



γνωρίζω πάλι πώς και γιατί

φύλλο το φύλλο απόρθητη

στην έρημο η όαση θα φυτρώσει



από τη συλλογή Ξένες χώρες, 1991

Εκρηκτικό πόρισμα Κική Δημουλά




Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά.
Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι.

Λυτρώσου.
Όλων μας σχεδόν τα πετάγματα
κάποια τα βρήκε αζύγιαστη
ή ζυγιασμένη σφαίρα.

Είτε σκάρτο νερουλό ήτανε το Ικάριο 
κερί
είτε γιατί ο ήλιος είναι συνεργάσιμος
μονάχα με τη δύση του
είτε γιατί κατά την απογείωση εξερράγη
εκρηκτικός αντίπαλος.

Υπολόγισε τώρα τι φτερά ταπείνωσε
ενός κλουβιού το ύψος ότι τάχα
κελαηδούσαν γήινα καθημερινά
λες και η ανάγκη υπέργεια να κελαηδήσεις
δεν είναι γήινη δεν είναι καθημερινή.

Μνημονεύω χώρια, με ευλάβεια προσευχετική
τα αυτοκτόνα εκείνα πετάγματα
με σφαίρα που κρυφά τους επρομήθευσε
του ακατανόητου η μεγάλη γενναιότης
δεδικαίωται:
η νεκροψία όλης αυτής της καντεμιάς
έδειξε πως τα μόνα καλότυχα φτερά
τα είχε η ματαιότης.

Ηρέμησε λοιπόν.
Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς
μα δε σκοτώνω άστρα.

Και αν καμιά φορά από μανία αδέσποτη συμβεί
κάποιο να σημαδέψω
το πολύ να κλείσω τον τραυματία κελαηδισμό του
σ' ένα κλουβάκι στίχου φευγαλέο.



Εκρηκτικό πόρισμα Κική Δημουλά
(2001 Ήχος απομακρύνσεων Ίκαρος)



Ιδανικός κι Ανάξιος Εραστής Νίκος Καββαδίας


Ιδανικός κι ανάξιος εραστής

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
Των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
Και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
Χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαντράς τη Σιγκαπούρη τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
Θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία
Κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς
Θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
Οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει
Κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά
-Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει.

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
Και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει
Κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί
Θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
Σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες
Θα έχω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ

Και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Ιδανικός κι Ανάξιος Εραστής Νίκος Καββαδίας (από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΑΜΠΟΥ)


Ποίηση: Νίκος Καββαδίας

Μουσική: Γιάννης Σπανός

Τραγουδά: Κώστας Καράλης

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Γιώργος Σεφέρης Διάλειμμα Χαράς από τα ημερολόγια καταστρώματος



Πεντέλη, ἄνοιξη
Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι ἐκεῖνο τὸ πρωὶ

θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες τὰ φύλλα τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔνοιές μας καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.
Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!
Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια κοιτάζοντας
τὸν ἀρχάγγελο νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-
«Ἀνεξήγητο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς ἀνθρώπους
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα
εἶναι ὅλοι τους μαῦροι».