Το χειρόγραφο του ποιήματος "Κρίση" από τη νέα ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου "Υπερώον" που κυκλοφόρησε απ' τον ΚΕΔΡΟ στις 11 Νοέμβρη 2013, ακριβώς 23 χρόνια από το θάνατο του. (Από την Έρη Ρίτσου)
ΚΡΙΣΗ
Καιρός ναυτίας, - έλεγε -
δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα,
νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες
μπροστά σ' έναν τεράστιον ουρανό, απόρθητον
από έλλειψη ενδιαφέροντος.
Έχω – είπε - ένα χρυσό μαχαίρι.
Δεν ξέρω σε ποιον να το χαρίσω,
δεν ξέρω που να το καρφώσω.
Τ' άφησε στο τραπέζι.
Ύστερα, αφηρημένος, άρχισε να κόβει τα φύλλα ενός βιβλίου,
ακούγοντας έξω τα βήματα των δυο πλανόδιων μουσικών.
…Όλα κύριε Νίκο είναι εδώ
Όπως τα άφησες εσύ κι όπως τα ξέρεις
Από της λύπης τον καιρό
Κι όταν γυρίσεις και σε δω
Μέσα στη στάμνα τη χρυσή νερό να φέρεις
Της λησμονιάς πικρό νερό…”
Το 1994 ο Γιώργος Ανδρέου γράφει σε στίχους και μουσική ένα τραγούδι αφιέρωμα στον μεγάλο μας στιχουργό και ποιητή “Γράμμα στον Κύριο Γκάτσο” και η Τάνια Τσανακλίδου το τραγούδησε μοναδικά.
Το σπασμένο βιολί του κόσμου ακόμα ουρλιάζει
Στα νωπά σπαρμένα χωράφια η μέρα χαράζει
Φαντάροι χορεύουν τις νύχτες σε άδειες ταβέρνες
Δελφίνια στο πέλαγο μόνα, νεράκι στις στέρνες
Νησιά ταξιδεύουν στον ήλιο, κανείς δε μιλάει
Την Άνοιξη όλοι προσμένουν
Κι αυτή προσπερνάει
Όλα κύριε Νίκο είναι εδώ
Όπως τα άφησες εσύ κι όπως τα ξέρεις
Από της λύπης τον καιρό
Κι όταν γυρίσεις και σε δω
Μέσα στη στάμνα τη χρυσή νερό να φέρεις
Της λησμονιάς πικρό νερό
Το πιστό σκυλί της Ιθάκης στα πόδια σου κλαίει
Και η καλή, παλιά Περσεφόνη τραγούδια σου λέει
Η φωτιά πληγή που σε καίει, δε λέει να γιάνει
Το πικρό το όνειρο φταίει του αδελφού Μακρυγιάννη
Πόσο ακόμα ραγιάδες η Κρήτη κι η Μάνη
Σκοτεινές μαυροφόρες, μανάδες στου Οδυσσέα το χάνι
Κάθε φορά που βλέπω οινόφιλα κουνούπια στο κρασί μου, αναρωτιέμαι αν με ηρωικό αλτρουισμό προσπαθούν να μου θυμίσουν πως το αλκοόλ σκοτώνει ή αν με ηρωικό πεσιμισμό επιλέγουν τον απολαυστικότερο των θανάτων.
ΣΗΜΑΔΙ
Η πεταλούδα στεκόταν με αλώβητη περηφάνια γερά γαντζωμένη απ’ τη μάλλον σαστισμένη φλόγα του κεριού. Τα φτερά της λαμπύριζαν στο κίτρινο φως και η όψη της ακτινοβολούσε ικανοποίηση, όμοια μ’ εκείνην της αγαπημένης μου που ώρα τώρα κάνει τσουλήθρα στην εσωτερική πλευρά της ημισελήνου. Σημάδι πως πρέπει να σταματήσω να πίνω κι απόψε.
ΕΡΙΝΥΕΣ
Όσο θα μαδάς πουλιά για να συγκεντρώνεις πούπουλα, εκείνες θα γεμίζουν καρφιά το μαξιλάρι σου.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ
Είχε έναν περίεργο τρόπο να προσλαμβάνει την Τέχνη. Στα μουσεία ή στις γκαλερί, για παράδειγμα, περιφερόταν με πλάτη προς τα εκθέματα παρατηρώντας μόνο τα πρόσωπα των επισκεπτών. Σάμπως τα πρόσωπα αυτά περιείχαν έναν μυστηριώδη καθρέφτη, μέσα απ’ τον οποίο μπορούσε καθαρά να διακρίνει τα έργα και τα κρυμμένα τους. Έτσι η συγκίνηση φιλτράρεται κι αντανακλάται, ισχυριζόταν. Κάτι επίσης ιδιόρρυθμο έκανε και με τα βιβλία. Τα διάβαζε πάντοτε ανάποδα, από την τελευταία προς την πρώτη αράδα, κι έτσι μπορούσε να εκτιμήσει την αξία τους. Ήταν ο δικός του τρόπος απόσταξης, αποκρυστάλλωσης της ουσίας, όπως έλεγε. Το μυστήριο όμως ήταν με τη μουσική. Νύχτες με καταιγίδα έβγαινε έξω και, πάντοτε ανάποδα προς εαυτόν, έστρεφε τον ήχο προς τον καιρό. Μόνο έτσι μπορούσε να διακρίνει την αξία της μουσικής. Ήταν βέβαιος πως με καλή μουσική η καταιγίδα θα γαληνέψει.
Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
«Ο ουρανός θα κοκκινίσει από το αίμα», είπε το ατσάλι. Η φωτιά συμφώνησε. «Ο ουρανός θα κοκκινίσει από την ιδέα», είπε το σφυρί. Το δρεπάνι συμφώνησε. «Προσέξτε μην κοκκινίσει από ντροπή», συμβούλευσε στωικά, με την τεράστια εμπειρία του σε χτυπήματα, το αμόνι.
[Από τη συλλογή Έρημος, εκδ. Γαβριηλίδη, Αθήνα 2013. Φωτογραφία: Jörg Hastrich.] http://frear.gr/?p=3220
Που λες, για να επανέλθω στα του εγκλεισμού μου εδώ.
Ρωτάς: Θα αντέξω χωρίς αυτήν, να βασανίζομαι συνέχεια, αν υπάρχει, με ποιόν είναι, τι κάνει και να ελπίζω να ξαναβρεθούμε, αλλά να μην το πιστεύω;
Ή την σκοτώνεις και μέσα από το οριστικό του θανάτου, λες εντάξει, θα πιω όλο το ποτήρι της πίκρας, αλλά ελπίδα καμιά...