Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Γιώργος Σεφέρης "Ελένη"









ΕΛΕΝΗ


ΤΕΥΚΡΟΣ ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
..............................................................
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν.
.............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΕΛΕΝΗ


"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες''.

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,

σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους

στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές

αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.

Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη

βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.

και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.


"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".


Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;

Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:

καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων

ή των θεών.

η μοίρα μου που κυματίζει

ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα

και μιαν άλλη Σαλαμίνα

μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.

Το φεγγάρι

βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.

σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει

την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.

Πού είναι η αλήθεια;

Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.

το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,

σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα

σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,

κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!

Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.

Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:

"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.

"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.

Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".


Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό

το ανάστημα

ίσκιοι και χαμόγελα παντού

στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.

ζωντανό δέρμα, και τα μάτια

με τα μεγάλα βλέφαρα,

ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.

Και στην Τροία;

Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.

Έτσι το θέλαν οι θεοί.

Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα

ατόφιο.

κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .


Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.

Τόσα κορμιά ριγμένα

στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.

τόσες ψυχές

δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.

Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα

για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη

μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου

για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

Κι ο αδερφός μου;

Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,

τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;


"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".


Δακρυσμένο πουλί,

στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη

που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,

άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,

αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν

τον παλιό δόλο των θεών.

αν είναι αλήθεια

πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,

ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη

ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο

είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,

δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει

μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε

πως τόσος πόνος τόση ζωή

πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.



Γιώργος Σεφέρης, "Ελένη", Ποιήματα, Αθήνα, Ικαρος, 15  1985, σσ. 239-242.


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ Ελένη που ακολουθεί ανήκει στη συλλογή... Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν... (1955), γράφτηκε όμως, κατά δήλωση του ποιητή, το 1953, όταν ο Σεφέρης ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Κύπρο. Ξαναπήγε το 1954 και το 1955. Το 1955 θ' αρχίσει ο Κυπριακός αγώνας κατά της αγγλικής κατοχής. Ο Σεφέρης από τις θέσεις του στο διπλωματικό σώμα θα παρακολουθήσει από πολύ κοντά τις φάσεις του κυπριακού δράματος.

Για να κατανοήσουμε το ποίημα, πρέπει να έχουμε υπόψη μας πρώτα πρώτα δύο αρχαίους μύθους, που αποτελούν τον πυρήνα του:

α) Ο μύθος του Τεύκρου: Ο Τεύκρος, γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και αδελφός του Αίαντα, έλαβε μέρος στον τρωικό πόλεμο, όπου διακρίθηκε ως τοξότης. Όταν επέστρεψε στη Σαλαμίνα, ο πατέρας του δεν τον δέχτηκε, γιατί έκρινε ότι δε συμπαραστάθηκε αρκετά στον αδελφό του Αίαντα, που αυτοκτόνησε, επειδή οι Αχαιοί δεν έδωσαν σ' αυτόν ως αριστείο τα όπλα του Αχιλλέα. Ο Τεύκρος τότε, υπακούοντας σε χρησμό του Απόλλωνα, έφυγε στην Κύπρο, όπου και ίδρυσε πόλη και της έδωσε το όνομα Σαλαμίνα (κοντά στη σημερινή Αμμόχωστο) ως ανάμνηση της πατρίδας του.

β) Ο μύθος της Ελένης: Σύμφωνα με μια εκδοχή αυτού του μύθου η Αφροδίτη δεν έδωσε στον Πάρη την πραγματική Ελένη, αλλά ένα ομοίωμά της. Την Ελένη τη μετέφερε ο Ερμής, με εντολή της Ήρας, στην Αίγυπτο, στο παλάτι του βασιλιά Πρωτέα, όπου τη συνάντησε ο Μενέλαος επιστρέφοντας από την Τροία. Την εκδοχή αυτή του μύθου διαπραγματεύεται ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Ελένη. Στην τραγωδία συναντάει την Ελένη στην Αίγυπτο και ο Τεύκρος, που περνάει από κει ταξιδεύοντας για την Κύπρο.

Ο Σεφέρης προτάσσει ως μότο στο ποίημά του τρία αποσπάσματα της τραγωδίας του Ευριπίδη, που συνοψίζουν τους δύο μύθους:

ΤΕΥΚΡΟΣ

... ες γην εναλίαν Κύπρον, ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.

....................................................................

ΕΛΕΝΗ

Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ', αλλ' είδωλον ην.
...................................................................

ΑΓΓΕΛΟΣ

Τι φης;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: ΕΛΕΝΗ.
«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»*
Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
5αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες· δε θα τολμούσα να πω φιλήματα·
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών·
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
15και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ, σ' αυτό το γυρογιάλι.*
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη·
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη,* τώρα πάει νά 'βρει
την Καρδιά του Σκορπιού,* κι όλα τ' αλλάζει.
20Πού είν' η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης·
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.*
Αηδόνι ποιητάρη*,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα*
25σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους —ποιος θα το 'λεγε;— η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια* της ερήμου· την άγγιξα, μου μίλησε:
«Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια» φώναζε.
30«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι. 
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».
Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα·
35ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.*
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία — ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
40Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν
πλάσμα ατόφιο·*
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.
Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης· 
 Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα της εκκλησίας της Ασίνου. Μπορείτε να δείτε, ψηλά στην αψίδα του νάρθηκα, τις δύο τοιχογραφίες της Γης και της Θάλασσας [πηγή: www.arounder.com]
45τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
50για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;*
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ΄ανάμεσό τους*;
«Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
55που έταξαν* για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι*,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών·
αν είναι αλήθεια
60πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στην μοίρα του ν' ακούσει
65μαντατοφόρους* που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
Πλάτρες: χωριό της Κύπρου στις πλαγιές του όρους Τρόοδος, κοσμικό θέρετρο στα χρόνια της αγγλοκρατίας.
γυρογιάλι: ακτή.
Τοξότης· Σκορπιός: αστερισμοί.
ξαστοχώ: αστοχώ.
στ. 14-15: το στερνό σπαθί: το σπαθί με το οποίο αυτοκτόνησε ο Αίας, γεγονός που στάθηκε αιτία να εξοριστεί ο Τεύκρος και να εγκατασταθεί στη Σαλαμίνα της Κύπρου (μιαν άλλη Σαλαμίνα).
στ. 17: σαν Αφροδίτη: όπως η Αναδυόμενη Αφροδίτη, που κατά την παράδοση αναδύθηκε από τον αφρό της θάλασσας στην Πάφο της Κύπρου (Κύπρις, Παφία).
Πρωτέας: (Πρωτεύς)· θαλασσινός δαίμονας, που άλλαζε συνεχώς μορφή και κατά τον Ευριπίδη βασιλιάς της Αιγύπτου.
χείλια: (της ερήμου)· εδώ η άκρη (της ερήμου).
στ. 23: ποιητάρη: ο χαρακτηρισμός αυτός του αηδονιού, καθώς και δακρυσμένο πουλί πιο κάτω (στ. 54) ανήκει στον Ευριπίδη. Στην Κύπρο ποιητάρης λέγεται σήμερα ο λαϊκός ποιητής. Ο Σεφέρης χρησιμοποιεί εδώ μια λέξη τοπική.
στ. 25: σκλάβες Σπαρτιάτισσες: πρόκειται για τις Σπαρτιάτισσες γυναίκες στην Αίγυπτο, που αποτελούν το χορό της τραγωδίας του Ευριπίδη.
Δέλτα: το Δέλτα του Νείλου.
ατόφιος: γνήσιος.
αδερφός: Αίας ο Τελαμώνιος.
στ. 52: τι 'ναι θεός κτλ.: πρόκειται για μετάφραση στίχου του Ευρυπίδη (Ελένη, 1137): «ό,τι θεός ή μη θεός ή το μέσον, τις φησ' ερευνήσας βροτών...;» δηλ. ποιος άνθρωπος μπορεί να βρει και να πει τι είναι θεός κτλ.
τάζω: υπόσχομαι (αναφέρεται στη φράση του Ευρυπίδη «όπου μου όρισε ο Απόλλων να κατοικώ»).
παραμύθι: ο μύθος του τρωικού πολέμου.
μαντατοφόρος: αγγελιαφόρος.
Αναδημοσίευση από
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3563,14867/
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής
Μεγάλο ενδιαφέρον και οι ερωτήσεις στα παιδιά ....
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ποιο μέσον χρησιμοποιεί ο ποιητής για να θέσει σε κίνηση τη μνήμη και τις σκέψεις του Τεύκρου;
Ποια είναι η αφορμή που γεννά στον Τεύκρο την αμφιβολία για την αλήθεια στο στίχο 20;
Γιατί ο ποιητής δίνει έκταση στην περιγραφή της Ελένης στους στίχους 32-36; Να κάνετε σύγκριση με το στίχο 40· τι παρατηρείτε;
Ποιο είναι το επιμύθιο στο οποίο καταλήγει ο Τεύκρος με αφορμή το μύθο του τρωικού πολέμου;
Μπορείτε να προσδιορίσετε σημεία του ποιήματος, όπου πίσω από τα λόγια του Τεύκρου ακούτε ευκρινέστερα τη φωνή του Σεφέρη;




Λουϊζα τρονίτη Γκέλυ νάτοι οι άνθρωποι...



12/01/2014
νάτοι οι άνθρωποι που περπατούνε σκυθρωποί
στα στρογγυλά τραπέζια που οι γκρίνιες τους 
σα τους καπνούς απ' τα τσιγάρα τους ανεβοκατεβαίνουν


εγώ μιλώ με τα πουλιά
ώσπου να συναντήσω πάλι
εσένα που εξακολουθείς
να έχεις γέλιο στη καρδιά
να τραγουδάς
και να μιλάς 
σα ξωτικό 
από άλλους γαλαξίες

για νάρθω και να μοιραστώ 
εκείνη τη πολύχρωμη ταμπέλα
που έλεγε "ΤΡΕΛΟΣ"
κι ανύψωνε κι ανύψωνε
ως τα χαοτικά τα σύμπαντα
την ξελογιάστρα ατίθαση ψυχή μου

Δημήτρης Π. Κρανιώτης ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ






ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Γυμνοί πια,
χρώματα ντυθήκαμε,
λέξεις και φωνές γδύσαμε,
τυφλοί πια,
το φως ήπιαμε,
το θάνατο κολυμπήσαμε,
με αλκοόλ και τσιγάρα
στις αποσκευές
ψευδομαρτυρήσαμε,
ποιοι είμαστε ξεχάσαμε,
πάνω σ' ένα πουλί
τη ζωή μας χτίσαμε
και ξαναπετάξαμε,
απλώς μετακομίσαμε.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ
(από ανέκδοτη ποιητική συλλογή)


Dimitris P. Kraniotis
12 Ιανουαρίου

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Ιωάννα Φραγκιά ΕΛΕΙΠΕ, ΜΑΛΛΟΝ, ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ...








ΕΛΕΙΠΕ, ΜΑΛΛΟΝ, ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ...

Ανάσα δεν έπαιρνε. Η μια κίνηση ματαίωνε την άλλη, το ένα σχέδιο ακύρωνε το προηγούμενο, η μια της σχέση έκανε την άλλη αδιέξοδη. Θύμωνε, αγανακτούσε με το μυαλό της, πώς τα 'χε καταφέρει τόσο ανάποδα; Λίγο καιρό πριν θα 'λεγε κάποιος πως είχε τον κόσμο στα πόδια της - διότι, τι της έλειπε; Τίποτα, είχε δόξα, πλούτη κι έναν καθρέφτη να κλείνει τολμηρά το μάτι στην έντονη φιλαρέσκειά της...
Κι όμως, έλειπε κάτι. Κανείς δεν το λογάριαζε για βασικό, τι να τον κάνει έναν καρπό, τυχαίο, έτσι όπως τον είδε στο χέρι μιας γυναίκας που περνούσε δίπλα της, έτσι όπως την κοίταξε να τον δαγκώνει με βουλιμία, μισοκλείνοντας τα μάτια.
Χαρά στο πράγμα, είπε και γύρισε απ' την άλλη, πήγε να προσπεράσει, όμως η εικόνα της άγνωστης με το βλέμμα να ονειρεύεται, λες και τη στοίχειωσε, αυτή ποτέ δεν έτρωγε καρπούς περπατώντας στο δρόμο, ούτε μισόκλεινε τα μάτια αδιαφορώντας για το θέαμα που θα παρουσίαζε. Λες και κάτι στράβωσε ανεπανόρθωτα, μια τρύπα ένιωσε μέσα της να μεγαλώνει, ένα πηγάδι να την καταβροχθίζει σιγά σιγά, όπως ακριβώς η άλλη καταβρόχθιζε ανέμελα τον καρπό.
Από εκείνη την ημέρα όλα τυλίχτηκαν στην ομίχλη. Μάταια προσπάθησε να μιμηθεί την ξένη γυναίκα, τίποτα, η μέρα με τη νύχτα, οι δυο τους. Πήρε έναν ίδιο καρπό στο σπίτι της, όμως κάθε φιλότιμη προσπάθεια κατέληγε στο ίδιο, μίζερο κι άνοστο αποτέλεσμα, δάγκωνε και πονούσε το στόμα της ανόητα, στράβωνε η έκφρασή της... κι από χυμό, μηδέν. Έφτυσε στο τέλος το λιωμένο υπόλειμμα, πλύθηκε γρήγορα λες κι ήταν από δηλητήριο εκείνη η σάρκα κι είπε να τα ξεχάσει όλα, γρήγορα, πριν της γίνουν εμμονή. Όμως λογάριασε χωρίς τον ξενοδόχο. "Μάλλον, σου λείπει το βασικό" είπε με θράσος μια φωνούλα μέσα της κι από κείνη την ημέρα, το ένα λάθος έφερνε το άλλο, αμάξι χωρίς σύστημα φρένων έμοιαζαν οι κάποτε σοφές της αποφάσεις. Ήταν πολύ αργά, μάλλον, όταν πια παραδέχτηκε πως ήθελε όλα, να τα είχε έγκαιρα ανταλλάξει μ' εκείνον τον καρπό...

Ιωάννα

Ioanna Franghia

12/01/2014

Ελένη Ζάχαρη Σημαδεύω στο κέντρο της νύχτας ένα κόκκινο άστρο...


Ελένη Ζάχαρη
Σημαδεύω στο κέντρο της νύχτας 
ένα κόκκινο άστρο 
η καρδιά μου σ' απόσταση αναπνοής 
κι η όψη σου 
μια θάλασσα σκοτεινών αντιφάσεων 
Μαζεύω κοχύλια στις ακτές σου 
λόγια μετέωρα 
φιλιά που περιμένουν την ώρα τους 
με καθυστέρηση ενός λεπτού στιγμή 

Απλώνω σαν πέπλο 
να σκεπάσω τη γύμνια των φόβων σου 
με τις ζεστές παλάμες μου 
χάδι απόκληρο σε παγκάκι αστέγων 
Μια νύχτα το κορμί μου θα γίνει τόξο 
και φαρέτρα με βέλη 
να ενωθεί με το δικό σου 
στο σχήμα της καταφυγής των ροών 
Απόψε σε στάση αναμονής 
σκαλίζω πέτρες με φωτιές και καταιγίδες 
Δεν υπάρχω παρά ως ιδέα 
όσο μ' αρνούνται τα σύμφωνα και τα 
απελπισμένα φωνήεντα 
που σου κρατάν συντροφιά 
σε τόσες οδοιπορείες. 
Ό,τι μεταφέρεται στο παράθυρο 
θ' αγναντεύει Αιγαίο και δε θ' ακούγονται λυγμοί 
Στη μια γωνιά της νύχτας σου εγώ, της δικής 
μου εσύ, 
και στην παρουσία των θαυμάτων ο έρωτας 
πολυδιάστατος κι ένας....
Ε*
©Λένη...

Χεράκια. Μαριάννα Παπουτσοπούλου


Μαριάννα Παπουτσοπούλου
Χεράκια.


Είναι κάτι γιαλόξυλα
Που μοιάζουνε χεράκια,
Του ήλιου ξεβρασμένα τάματα.
Χώμα κι αλάτι μες τη φλέβα τους κρατούν.
Μοιάζουν παλιά σκαριά
Που τραβηχτήκαν
Έχοντας κλείσει τους λογαριασμούς 
Με τα πληρώματα`
Φορτία, χυδαία γέλια, λάμιες των άδικων στροφών,
Κάβους της βίας…

Είναι κάτι γιαλόξυλα
Ίδια τα χέρια των παιδιών
Που δεν εχώρεσαν στην αγκαλιά μας και χαθήκαν.
Χέρια σπασμένα π’ άγιασαν, δείκτες ηλιακού,
Σκλήθρες ανάποδου καιρού.

Μ.Π. Μικρα χαμηλόφωνα. 2011

Η μνήμη συντηρεί το συναίσθημα ή το συναίσθημα τη μνήμη; Μαίρη Γκαζιάνη




Μαίρη Γκαζιάνη
12/1/2013
Η μνήμη συντηρεί το συναίσθημα ή το συναίσθημα τη μνήμη;
Πετάω τη μνήμη στη φωτιά...
κι αν ξεπηδήσει από τις στάχτες...
στους ανέμους θα την σκορπίσω...
κι αν επιστρέψει...
θα την βυθίσω στη θάλασσα...
κι αν ξεβρασθεί....
είναι γιατί...
πως να ζήσω χωρίς εσένα;
ψυχή μου...
Μαίρη Γκαζιάνη